Οδυσσέας Χρ. Αγγελίδης κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ.Αγωγής:1354/09, 28/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A196 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Αρ.Αγωγής:1354/09 Μεταξύ: Οδυσσέας Χρ. Αγγελίδης Γιάννης Κυριακίδης Αντώνης Οικονόμου Τρύφωνας Νεοκλέους Ανδρέας Τ. Λούκας Ντίνος Ευθυμίου Γεώργιος Αδάμου Ενάγοντες και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενος Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Αιμιλιανίδης Για τον Εναγόμενο: κ. Φλουρέντζου Απόφαση Τα τραγικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν το καλοκαίρι του 1974 στην πατρίδα μας είναι πολύ γνωστά σε όλους μας. Γνωστά είναι και τα αποτελέσματα τούτων, μεταξύ των οποίων και η, έκτοτε, παράνομη κατοχή μεγάλου μέρους του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα κατοχικά τουρκικά στρατεύματα. Μεταξύ ελευθέρων και κατεχομένων περιοχών, δημιουργήθηκε, από τα Ηνωμένα Έθνη, η γραμμή κατάπαυσης του πυρός, γνωστή ως «πράσινη γραμμή». Μέσω της πράσινης γραμμής, διέρχονται δρόμοι, οι οποίοι πριν την τουρκική εισβολή αποτελούσαν τις διόδους διακίνησης των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επί των εν λόγω διόδων, δημιουργήθηκαν οδοφράγματα, τα οποία απέτρεπαν την ελεύθερη διέλευση από και προς τα κατεχόμενα. Η παράνομη υποτελής διοίκηση των κατεχομένων (στο εξής «το ψευδοκράτος»), κατά τον Απρίλιο του 2003, αποφάσισε το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και την άρση της απαγόρευσης διόδου προς τα κατεχόμενα εδάφη μας. Της ανακοίνωσης του ψευδοκράτους περί ανοίγματος των οδοφραγμάτων, του τότε ναυαγίου της προσπάθειας λύσης του κυπριακού προβλήματος, της ανοχής από το Ε.Δ.Α.Δ. (στα πλαίσια σχετικής απόφασης του) κάποιων πεπραγμένων του ψευδοκράτους που σχετίζονται με τη καθημερινή ζωή των κυπρίων που διαβιούν στα κατεχόμενα, και της υπογραφής της Συνθήκης προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολούθησε συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, που έλαβε χώρα στις 30/04/
- Κατά την εν λόγω συνεδρία, αποφασίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο η υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων αναφορικά με τους τουρκοκύπριους συμπολίτες μας, οι οποίοι έχουν την μόνιμη διαμονή τους στα κατεχόμενα. Μεταξύ των ρηθέντων μέτρων, ήταν και η αποδοχή διακίνησης των Τουρκοκυπρίων στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, με τη χρήση των μηχανοκίνητων οχημάτων που χρησιμοποιούν για την διακίνησή τους τις κατεχόμενες περιοχές. Προς το σκοπό αυτό, αποφασίστηκε και η θέσπιση συγκεκριμένων νομοθετημάτων, ώστε η εν λόγω διακίνηση να καταστεί νόμιμη. Αυτά αφορούσαν στην τροποποίηση των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, και συγκεκριμένα των κανονισμών 4 και 43, με τις Κ.Δ.Π. 590/2003[1] και 375/2003[2], αντίστοιχα[3] . Με τις εν λόγω τροποποιήσεις, σκοπείτο στην ουσία, να δοθεί εξουσία στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων, ατελώς, να χορηγεί άδεια οδικής χρήσης και άδεια οδήγησης σε πολίτες της Δημοκρατίας που δεν έχουν την μόνιμη διαμονή τους εντός των ελεγχόμενων από το κράτος περιοχών, για συγκεκριμένο σκοπό και υπό συγκεκριμένους όρους που ο ίδιος ήθελε επιβάλει. Παρόμοια νομοθετική πρόνοια, εντάχθηκε πολύ αργότερα και στους Περί Άδειας Οδήγησης Νόμους του 2001 έως 2014, με τον τροποποιητικό νόμο 79(ι)/2012, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 45 τούτου[4]. Μετά την πιο πάνω αναφερόμενη τροποποίηση των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, άρχισε και η διέλευση οχημάτων με πινακίδες εγγραφής του ψευδοκράτους από τις κατεχόμενες, στις ελεύθερες περιοχές. Ο διαφορετικός, κατά τους ενάγοντες, τρόπος που αντιμετωπίζει, έκτοτε, η Κυπριακή Δημοκρατία τους τουρκοκύπριους συμπολίτες μας (οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στα κατεχόμενα), καθ' ον χρόνο τούτοι διακινούνται με τα οχήματα τους (με πινακίδες εγγραφής του ψευδοκράτους) στις ελεύθερες περιοχές, σε σύγκριση με τον σχετικό τρόπο αντιμετώπισης των ελληνοκυπρίων που διαμένουν μόνιμα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, αποτελεί άνιση μεταχείριση, με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται να εγείρουν την υπό εξέταση αγωγή. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι, η αγωγή αρχικά κινήθηκε και από τους επτά, στον πιο πάνω τίτλο αναφερόμενους, ενάγοντες και ότι, με αυτήν αξιωνόταν μεγάλος αριθμός θεραπειών, μεταξύ των οποίων και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ζητείτο ακόμα και η έκδοση δηλωτικών αποφάσεων και απαγορευτικών διαταγμάτων αναφορικά με τον τρόπο που η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετωπίζει, από το 2003, τους κυπρίους που διαμένουν μόνιμα στα κατεχόμενα, σε αντιδιαστολή με αυτούς που διαμένουν στις ελεύθερες περιοχές, σε σχέση με τη παροχή, σ' αυτούς, της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και/ή των σχετικών ωφελημάτων. Κατά το στάδιο όμως της ακροαματικής διαδικασίας, με σχετική δήλωση του, ο συνήγορος των εναγόντων απέσυρε την αγωγή εκ μέρους των εναγόντων 2, 4 και
- Επιπροσθέτως, περιόρισε το παράπονο των λοιπών εναγόντων, στο παραδεκτό από τις δύο πλευρές γεγονός της απαλλαγής των τουρκοκυπρίων που διαμένουν στα κατεχόμενα, από το να υπόκεινται τα οχήματα τους, που διακινούνται στις ελεύθερες περιοχές, σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας (Μ.Ο.Τ.), στον οποίο υπόκεινται όλα τα οχήματα των ελληνοκυπρίων που διαμένουν στις ελεύθερες περιοχές και τα οποία διακινούνται στις δημόσιες οδούς τούτων. Στην ουσία, αυτό που επιδιώκουν τελικά οι ενάγοντες με την υπό εξέταση αγωγή, είναι την έκδοση δηλωτικής απόφασης ως το Α της οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος [5] και απαγορευτικού διατάγματος, ως το Ε της εν λόγω οπισθογράφησης [6], πλην όμως σε σχέση μόνο με την απαλλαγή από τον εν λόγω τεχνικό έλεγχο. Δεν παραγνωρίζω ότι, στη γραπτή τελική αγόρευση των εναγόντων και συγκεκριμένα στη προτελευταία παράγραφο της σελίδας 32, ζητείται και η έκδοση δηλωτικής απόφασης ως το Δ της οπισθογράφησης. Πρόκειται όμως, περί προφανούς λάθους, μιας και η συγκεκριμένη επιζητούμενη δηλωτική απόφαση, άπτεται μόνο του θέματος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, το οποίο, ρητά ο συνήγορος των εναγόντων δήλωσε ότι, οι ενάγοντες εγκαταλείπουν. Σχετικά και για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι, μέρος των παραδεκτών ενώπιον μου γεγονότων, είναι και η εξής δήλωση του συνηγόρου των εναγόντων: «Επίσης να αναφέρω ότι αποσύρω το σκέλος της αγωγής των αιτητών (προφανώς εννοούσε εναγόντων) για θεραπεία της αγωγής που αφορούσε την παραβίαση των δικαιωμάτων των εναγόντων λόγω της παροχής ιατροφαρμακευτικών οφελημάτων σε τουρκοκύπριους.». Ακόμα, στη πρώτη παράγραφο της τελικής γραπτής αγόρευσης των εναγόντων, ο συνήγορος αναφέρεται στον πιο πάνω περιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δηλώνει τα εξής: «Προωθήθηκε η αγωγή μόνο για τη διακίνηση οχημάτων με τουρκοκυπριακές πινακίδες χωρίς ΜΟΤ.». Παρόμοιες αναφορές, που περιορίζουν τα επίδικα ενώπιον μου ζητήματα στο τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας και μόνο, υπάρχουν και σε άλλα σημεία της αγόρευσης των εναγόντων. Επομένως, με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες 1, 3, 5 και 6 (στο εξής «οι ενάγοντες») αξιώνουν, αφενός την έκδοση δηλωτικής απόφασης με την οποία να αναγνωρίζει το Δικαστήριο ότι, η Κυπριακή Δημοκρατία, με την απαλλαγή των τουρκοκυπρίων από την υποχρέωση να υπόκεινται τα οχήματα τους (τα οποία φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους) που διακινούνται στις ελεύθερες περιοχές σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας, παραβιάζει τα Συνταγματικώς αλλά και κάτω από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως και τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρισμένα δικαιώματα τους για ίση μεταχείριση, για ελευθερία και ασφάλεια (βλέπε υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία) και αφετέρου διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στη Κυπριακή Δημοκρατία, από το να συνεχίζει να παραβιάζει τα εν λόγω δικαιώματα των εναγόντων (βλέπε υπό στοιχείο Ε επιζητούμενη θεραπεία). Ως προς το υπό στοιχείο Ε απαγορευτικό διάταγμα, τόσο ο συνήγορος των εναγόντων (βλέπε 2η παράγραφο της 3ης σελίδας και 2η παράγραφο της 15ης σελίδας της γραπτής του αγόρευσης), όσο και ο ενάγοντας 1, ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας που παρουσίασαν οι ενάγοντες, δεν επιζητούν την απαλλαγή των εναγόντων από την υποχρέωση τους να υποβάλλονται τα οχήματα τους σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας. Τουναντίον, θεωρούν τούτον αναγκαίο για σκοπούς οδικής ασφάλειας των πολιτών. Ούτε επιζητούν την απαλλαγή τους από την καταβολή του υποχρεωτικού τέλους για την διενέργεια του εν λόγω ελέγχου. Αυτό που απαιτούν με την ρηθείσα επιζητούμενη θεραπεία, είναι την υποβολή στον εν λόγω έλεγχο και των οχημάτων που χρησιμοποιούν οι συμπατριώτες μας που διαμένουν μόνιμα στα κατεχόμενα για να διακινηθούν στις ελεύθερες περιοχές. Εν ολίγοις, σε σχέση με το απαγορευτικό διάταγμα, ζητείται από το Δικαστήριο, εμμέσως πλην όμως σαφώς, να διατάξει την Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, να άρει την πολιτική που εφαρμόζει, αναφορικά με τα οχήματα που φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους και διακινούνται στις ελεύθερες περιοχές, και να εφαρμόζει, αναφορικά με αυτά, όσα επιβάλλονται από τους νόμους σε σχέση με τα οχήματα που έχουν εγγραφεί στη Δημοκρατία και δη να υποβάλλονται και αυτά σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι, για την υποχρεωτική διενέργεια του εν λόγω τεχνικού ελέγχου επί των οχημάτων που διακινούνται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σχετικές είναι οι πρόνοιες του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Τεχνικός Έλεγχος και Κέντρα Τεχνικού Ελέγχου) Ν.1
(1)/2007, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 και ιδιαίτερα του κανονισμού 4
(1)τούτου, ο οποίος καθιστά αναγκαία την εγγραφή του οχήματος στα μητρώα του κράτους, προτού επιτραπεί η οποιαδήποτε χρήση και/ή οδήγησή του στη Δημοκρατία. Πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί επίσης ότι, ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε παρεμφερών αντίθετων αναφορών των συνηγόρων στις γραπτές τους αγορεύσεις, αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών ότι, η κοινώς αποδεκτή διαφορετική αντιμετώπιση στον τρόπο ελέγχου των οχημάτων, αποτελεί πολιτική απόφαση και δεν προκύπτει από οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια. Ελλείπει από το νομοθετικό οπλοστάσιο της Δημοκρατίας σχετική με την εν λόγω διαφορετική αντιμετώπιση πρόνοια. Εξάλλου, η ανάγνωση και μόνο των πιο πάνω αυτουσίως παρατιθέμενων σχετικών νομικών προνοιών, καταμαρτυρεί του λόγου το ασφαλές της εν λόγω θέσης περί απουσίας ειδικής νομοθετικής πρόνοιας που να διέπει τη συγκεκριμένη απαλλαγή. Και τούτο γιατί, οι εν λόγω πρόνοιες καταπιάνονται με την εξουσία του Εφόρου να χορηγεί άδεια οδήγησης και οδικής χρήσης προς τους εν λόγω συμπατριώτες μας και είναι εντελώς σιωπηρές αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τούτοι και/ή τα οχήματα τους, ώστε να είναι δυνατή η χορήγηση μιας τέτοιας άδειας. Εν πάση περιπτώσει, είναι εντελώς σιωπηρές αναφορικά με την ανάγκη ή μη διενέργειας οποιουδήποτε τεχνικού ελέγχου καταλληλότητας. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τις πρόνοιες του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Τεχνικός Έλεγχος και Κέντρα Τεχνικού Ελέγχου) Ν.1
(1)/2007, οι οποίες επίσης είναι σιωπηρές ως προς την αναγκαιότητα διενέργειας τεχνικού ελέγχου καταλληλότητας στα οχήματα με πινακίδες του ψευδοκράτους, μιας και αναφορικά με τα οχήματα στα οποία θα πρέπει να διενεργείται ο εν λόγω έλεγχος, παραπέμπει στις πρόνοιες των Κανονισμών του 1984, οι οποίοι, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν προνοούν οτιδήποτε σχετικό. Στην απουσία σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, αναφέρθηκαν και οι συνήγοροι των διαδίκων. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του μοναδικού μάρτυρα που κλήθηκε από τον εναγόμενο, στα πλαίσια ένστασης της συνηγόρου που εκπροσώπησε τον Εναγόμενο, αναφέρθηκε ρητά από την εν λόγω συνήγορο, ότι η επίδικη διαφορετική αντιμετώπιση των κύπριων πολιτών (ανάλογα με το που έχει έκαστος τη μόνιμη διαμονή του και το κατά πόσο το όχημά του φέρει ή όχι πινακίδες του ψευδοκράτους), αποτελεί πολιτική απόφαση του κράτους. Η ρηθείσα θέση της συνηγόρου του εναγομένου, ικανοποίησε και τον συνήγορο των εναγόντων, ο οποίος, αφού αρχικά ευχαρίστησε την συνάδελφο του για την εν λόγω τοποθέτηση της, προχώρησε και υπέβαλε στο μάρτυρα τη θέση ότι, η εν λόγω πολιτική απόφαση συνιστά δυσμενή διάκριση των πολιτών του κράτους. Η κάθε πλευρά παρουσίασε ένα μάρτυρα. Για τους ενάγοντες, κατέθεσε ενόρκως ο ενάγοντας 1, ενώ για τον εναγόμενο ο Μάριος Παρασκευά, επιθεωρητής οχημάτων και εξεταστής οδηγών στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Εξ αρχής σημειώνω ότι, αμφότεροι οι μάρτυρες μου έκαναν άριστη εντύπωση. Εξ άλλου, η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν. Κατά την αντεξέταση, ενός εκάστου, ο συνήγορος που αντεξέταζε, υπέβαλλε διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις, με μοναδικό σκοπό να διαφωτιστεί το Δικαστήριο, έτι περισσότερο, αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, παρά για να πληγεί η αξιοπιστία τους. Ως ειλικρινείς μάρτυρες τους αντιμετώπισαν και κατά το στάδιο των γραπτών τους αγορεύσεων. Είναι γεγονός ότι, επί πλείστων κοινών θεμάτων στα οποία αναφέρθηκαν, η μαρτυρία του ενός εναρμονίζεται με του άλλου. Μοναδική ενδεχομένως τριβή, παρατηρείται στις εκατέρωθεν θέσεις τους ως προς τον οποιοδήποτε έλεγχο, και ιδιαιτέρα τον τρόπο και εύρος που τούτος διενεργείται από λειτουργούς του Τμήματος Οδικών Μεταφορών του κράτους στα οχήματα που διέρχονται από τα οδοφράγματα προς τις ελεύθερες περιοχές και τα οποία φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους. Για τους τρείς όμως πιο κάτω λόγους, καθίσταται ανούσια, κατά την γνώμη μου, η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση μου με την εν λόγω διαφωνία τους. Πρώτον γιατί, οι οποιεσδήποτε απόλυτες θέσεις του ενάγοντα αναφορικά με την ανυπαρξία ενός τέτοιου ελέγχου, βασίζονται στα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε μακρόθεν, καθ' ον χρόνο παρακολουθούσε τα οχήματα με πινακίδες του ψευδοκράτους να διέρχονται από τα οδοφράγματα και όχι από ιδία αντίληψη του τρόπου δράσης των λειτουργών του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Δεύτερον, γιατί ανεξάρτητα των όσων ισχυρίστηκαν οι δύο μάρτυρες, αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών (περιλαμβανομένων και των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου) ότι, ο οποιοσδήποτε έλεγχος τυχόν διενεργείται είναι οπτικός και όχι τεχνικός (και δη ως ο έλεγχος που διενεργείται στα οχήματα που φέρουν πινακίδες εγγραφής της Δημοκρατίας). Και τρίτον, γιατί κατά το στάδιο της παράθεσης των παραδεκτών γεγονότων, και οι δύο πλευρές κατέθεσαν ως τέτοιο γεγονός, ότι από τις 30/04/2003, με απόφαση του το Υπουργικό Συμβούλιο, «απάλλαξε» τους τουρκοκύπριους συμπολίτες μας που θα διακινούνται στις ελεύθερες περιοχές με οχήματα που φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους, από την υποχρέωση υποβολής των οχημάτων τους σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας. Επομένως, το θέμα αυτό και δη το κατά πόσο τα οχήματα με πινακίδες του ψευδοκράτους που διέρχονται, μέσω των οδοφραγμάτων, στις ελεύθερες περιοχές, υπόκεινται ή όχι σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας, δεν είναι επίδικο. Κατ' ακολουθία, η επί των επιδίκων γεγονότων μαρτυρία και των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου, γίνεται δεκτή. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι, οι ενάγοντες, μέσω του ενάγοντα 1, αλλά και μέσω των παραδεκτών γεγονότων, απέδειξαν ότι είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, πρόσφυγες από το 1974 συνεπεία της Τουρκικής εισβολής, που διαμένουν, έκτοτε, στις ελεύθερες περιοχές και οι οποίοι για χρόνια τώρα κατέχουν και οδηγούν οχήματα τα οποία φέρουν πινακίδες εγγραφής της Δημοκρατίας και τα οποία, όποτε τούτο καθίστατο αναγκαίο από τους νόμους της Δημοκρατίας, υποβάλλοντο σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας και εξασφαλίζονταν και τα σχετικά πιστοποιητικά καταλληλότητας. Επίσης απέδειξαν ότι, όποτε τούτο ήταν αναγκαίο δυνάμει των προνοιών των σχετικών νόμων και/ή κανονισμών, ανανέωναν τις άδειες κυκλοφορίας για τα εν λόγω οχήματά τους. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι, η απαίτηση των εναγόντων (ακολουθεί αυτουσίως σχετική αναφορά του ενάγοντα 1), δεν είναι να απαλλαχθούν από οποιαδήποτε υποχρέωση και επιταγή που τους επιβάλλουν οι νόμοι και/ή οι κανονισμοί της Δημοκρατίας, «αλλά να αρθεί η παρανομία. Δηλαδή όλα τα οχήματα που κυκλοφορούν στην Κυπριακή Δημοκρατία να είναι εγγεγραμμένα στην Κυπριακή Δημοκρατία και να υφίστανται σε τεχνικό έλεγχο». Όσον τώρα αφορά στον ΜΥ1, εκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι, σύμφωνα με τα όσα ανάφερε, η διακίνηση των οχημάτων που φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους στις ελεύθερες περιοχές, δεν γίνεται ανεξέλεγκτα και δη χωρίς τα εν λόγω οχήματα να υπόκεινται σε κάποιο έλεγχο από πλευράς του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Κατά τον εν λόγω μάρτυρα, για να είναι δυνατή η διέλευση ενός τέτοιου οχήματος από τις κατεχόμενες στις ελεύθερες περιοχές, και για το οποίο δεν υπάρχει σε ισχύ άδεια οδικής χρήσης, θα πρέπει να διενεργηθεί «οπτικός»[7] έλεγχος από λειτουργό του Τμήματος Οδικών Μεταφορών («επιθεωρητής»), ο οποίος βρίσκεται συνεχώς (προφανώς αναφερόταν σε διάφορους λειτουργούς που εργάζονται με το σύστημα βάρδιας ή κάποιο άλλο σύστημα) στα διάφορα οδοφράγματα. Κατά τον έλεγχο που διενεργεί, εξετάζει οπτικά, κατά πόσο το ρηθέν όχημα πληροί τους κανόνες ασφαλείας που θα πρέπει να διέπουν τα οχήματα. Αν κατά τον εν λόγω έλεγχο διαφανεί εμφανής παράβαση των ρηθέντων κανόνων, ζητείται από τον οδηγό του, είτε να επιστρέψει πίσω στις κατεχόμενες περιοχές, είτε να το μεταφερθεί στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στα Λατσιά για να τύχει επιθεώρησης και επιδιόρθωσης και ακολούθως να εκδοθεί η ετήσια άδεια οδικής χρήσης. Με αυτό τον τρόπο σύμφωνα πάντα με τον ΜΥ1, διασφαλίζεται ότι, τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο, τα εν λόγω οχήματα τυγχάνουν αυτού του ελέγχου. Κατά τον ΜΥ1, οι εν λόγω οπτικοί έλεγχοι, αλλά και οι λοιποί οπτικοί έλεγχοι που γενικότερα διενεργούνται από τους λειτουργούς του Τμήματος Οδικών Μεταφορών κατά το στάδιο που τα ρηθέντα οχήματα διέρχονται στις ελεύθερες περιοχές, ανεξάρτητα αν για τούτα βρίσκεται ήδη σε ισχύ άδεια οδικής χρήσης, διασφαλίζουν ότι τα οχήματα που φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους και διακινούνται στις ελεύθερες περιοχές, δεν είναι επικίνδυνα. Ως σημειώθηκε και ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ1, στο βαθμό που τούτη αφορά σε ισχυρισμούς του επί γεγονότων, γίνεται δεκτή. Ως προς τις διάφορες γνώμες που εξέφρασε (όπως για τη μη επικινδυνότητα των εν λόγω οχημάτων), τούτες δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, γιατί, με τη μαρτυρία του δεν έδωσε όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα και στοιχεία, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί, ως τελικός κριτής, αφενός να ελέγξει την βασιμότητα τους και αφετέρου να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα σχετικά ευρήματα και/ή συμπεράσματα. Παραδείγματος χάριν, δεν ανέφερε τίποτα σε σχέση με τον σκοπό που εξυπηρετεί ο τεχνικός (όχι μόνο οπτικός) έλεγχος που διενεργείται επί των οχημάτων που έχουν εγγραφεί στη Δημοκρατία (και ο οποίος δεν διενεργείται επί των οχημάτων που φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους) και ποιοι είναι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν αν από τον εν λόγω έλεγχο διαφανεί ότι κάποια συστήματα του οχήματος υπολειτουργούν ή χρήζουν διόρθωσης, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκτιμήσει το κατά πόσο, με τον οπτικό και μόνο έλεγχο, ενυπάρχει ο κίνδυνος να δοθεί άδεια οδικής χρήσης για ένα επικίνδυνο όχημα. Νομική πτυχή Τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα, από τη μια, το είδος των θεραπειών που επιζητούνται με την υπό εξέταση αγωγή και από την άλλη, της εγειρόμενης από την Υπεράσπιση προδικαστικής ένστασης περί εγκαλούμενης πράξης που αποτελεί απόφαση της διοίκησης που δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο ζήτημα σε μια ιδιωτική διαφορά και θα πρέπει να ελεγχθεί υπό το φως του δημοσίου δικαίου, καθιστούν αναγκαία την παράθεση των όσων κατά καιρούς αναφέρθηκαν στην νομολογία μας σε σχέση, αφενός με την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων αλλά και της ανάγκης σεβασμού της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και αφετέρου, του κατά πόσο για την επίδικη διαφορά θα έπρεπε οι ενάγοντες να επιδιώξουν ακυρωτική απόφαση μέσω προσφυγής τους με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Προδικαστική ένσταση Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, τόσο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκαν τα όσα εγείρονται με την προδικαστική ένσταση, όσο και το λεκτικό της ίδιας της ένστασης, χαρακτηρίζονται από ασάφεια. Και εξηγώ. Με το λεκτικό της προδικαστικής ένστασης, προωθείται εμμέσως η θέση περί μη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό εξέταση αγωγή, πλην όμως δεν προωθείται οποιαδήποτε θέση ως προς το ποιο Δικαστήριο και με βάση ποια εξουσία του, έχει δικαιοδοσία να την εκδικάσει. Ούτε και προβάλλεται ισχυρισμός ότι θα πρέπει να αποκλειστεί η πρόσβαση των εναγόντων προς την Δικαιοσύνη. Ούτε και ότι η καταχώρηση της υπό εξέταση αγωγής είναι πρόωρη. Τα όσα δε σχετικά αναφέρονται στην αγόρευση της συνηγόρου του εναγομένου (σελ. 8 και 9 της αγόρευσης), δεν διαφωτίζουν κατά πολύ το όλο ζήτημα, μιας και η εκεί εισήγηση περί του ότι θα έπρεπε οι ενάγοντες να προχωρούσαν σε καταχώρηση «αίτησης ακύρωσης. στο Ανώτατο Δικαστήριο.», συνοδεύεται και με έτερη θέση ότι, η εν λόγω αίτηση, σκοπό θα πρέπει να έχει, την ακύρωση της επιβολής τέλους στους ενάγοντες για το διενεργηθέντα τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας. Υπενθυμίζεται όμως ότι, με την υπό εξέταση αγωγή, δεν αμφισβητείται, ούτε η ορθότητα της υποβολής των οχημάτων των εναγόντων σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας, ούτε η επιβολή σχετικού τέλους για τη διενέργεια του. Σημειώνω ακόμα ότι, με την παρούσα αγωγή δεν επιζητείται ούτε η ακύρωση της επίδικης πολιτικής απόφασης, ώστε να προέκυπτε, έστω και υπό μορφή επιχειρήματος, η ανάγκη εξέτασης του αν η εν λόγω απόφαση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Αυτό που επιζητείται, είναι η διαταγή του Δικαστηρίου για την διενέργεια συγκεκριμένης πράξης. Και να επιδιώκετο όμως μια τέτοια ακύρωση, συνεπεία της φύσης της εγκαλούμενης πολιτικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν θα μπορούσε να επιχειρηθεί η ακύρωση της μέσω προσφυγής, με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Και τούτο γιατί πρόκειται για πράξη που ανάγεται στη διαχείριση πολιτικής εξουσίας και δη για Κυβερνητική πράξη, η οποία εκφεύγει της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως ίσχυε πριν την σχετική τροποποίηση του Συντάγματος και την ανάληψη, έκτοτε, της εν λόγω εξουσίας από το νεοσυσταθέν Διοικητικό Δικαστήριο). Πρόκειται στην ουσία για πράξη που σχετίζεται άμεσα, αφενός με την τουρκική εισβολή και την, από τότε, διχοτόμηση της πατρίδας μας και δη το Κυπριακό Πρόβλημα και αφετέρου, με την ανάγκη διασφάλισης του σεβασμού όλων των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των πολιτών του κράτους (περιλαμβανομένων και των τουρκοκυπρίων που διαμένουν μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές), και ειδικότερα του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης εντός του εδάφους της Δημοκρατίας (Άρθρο 13 του Συντάγματος). Η επίδικη απόφαση, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, διαχείριση πολιτικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου του Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 146 του Συντάγματος (βλέπε, Κωνσταντίνου κ.α. ν Δημοκρατίας
(2003)4 Α.Α.Δ. 618 και Ozalp Behic ν Δημοκρατίας
(2011)3 Α.Α.Δ. 435) . Στο βαθμό, επομένως, που με την προδικαστική ένσταση προωθείται η θέση ότι η επίδικη πολιτική απόφαση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη που δύναται να ακυρωθεί με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στο βαθμό όμως, που αυτό που προβάλλεται με την προδικαστική ένσταση είναι ότι, λόγω της φύσης της απόφασης, του οργάνου που την έλαβε, και της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποδώσει τις επιζητούμενες θεραπείες στα πλαίσια μιας ιδιωτικής διαφοράς, τότε, με το θέμα αυτό θα καταπιαστώ κατωτέρω. Αρχή της Διάκρισής των Εξουσιών Ως αναφέρθηκε στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η «αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών είναι διάχυτη στο Κυπριακό Σύνταγμα και κατοχυρώνεται από αυτό. Η αρχή αυτή απαγορεύει ουσιαστικά στη μια εξουσία να επεμβαίνει στον τομέα της αποκλειστικής αρμοδιότητας της άλλης εξουσίας. Οι τρείς εξουσίες που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα είναι η Εκτελεστική, η Νομοθετική και η Δικαστική». Εκεί που η επίδικη διαφορά εστιάζεται σε ρυθμίσεις γενικών απρόσωπων νόμων που εισάγουν ουσιαστικούς κανόνες δικαίου και οι ρυθμίσεις τους γίνονται κατά γενικό και αφηρημένο τρόπο, τότε, τούτες οι ρυθμίσεις αποτελούν αποκλειστικό έργο της Νομοθετικής εξουσίας. Αν από την άλλη, η επίδικη διαφορά σχετίζεται με τον τρόπο που θα αντιμετωπιστούν ατομικά και/ή ομαδικά συγκεκριμένες περιπτώσεις και/ή τον τρόπο που θα ρυθμιστεί μια διοικητική λειτουργία, τότε, οι σχετικές με αυτά τα θέματα ρυθμίσεις, αποτελούν αποκλειστικό έργο της Εκτελεστικής Εξουσίας. Σχετικά με την μόλις πιο πάνω παρατήρηση μου, στη πρώτη πιο κάτω αναφερόμενη απόφαση, λέχθηκε ότι η δημιουργία ειδικού καθεστώτος για συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας μερίδας επιχειρήσεων (ώρες λειτουργίας καταστημάτων), εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας αφού συνιστά ρύθμιση διοικητικής φύσεως. (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε Αναφορά 1/2015, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνία απόφασης 3/12/2015), Αναφορά 1/2014, μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων ημερομηνία απόφασης 31.10.2014, Αναφορά 1/2013, μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνία απόφασης 11/06/2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3)
(1994)3 Α.Α.Δ. 93, Αναφορά 9/1991 μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων,
(1992)3 ΑΑΔ, 109 και Αναφορά 7/1991 , μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων,
(1991)3 ΑΑΔ, 746,. Σύμφωνα πάντα με την σχετική με το θέμα Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν θα αποδώσει θεραπεία προς ένα πολίτη, που δικαίως, ενδεχομένως, νιώθει να αδικείται, αν για να αποδώσει μια τέτοια θεραπεία θα πρέπει να διενεργήσει πράξη για την οποία αποκλειστική αρμοδιότητα έχει άλλη εξουσία, όπως η Εκτελεστική και/ή η Νομοθετική. Έτσι, στην υπόθεση Βρούντου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ, 78, παρά το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αντιλαμβανόταν το επιχείρημα της Εφεσείουσας περί ενδεχόμενης δυσμενούς διάκρισης της, δεν απέδωσε την θεραπεία που επιζητείτο από αυτήν και δη να ακυρώσει τη διοικητική πράξη με την οποία απορρίφθηκε αίτημα της για χορήγηση προσφυγικής ταυτότητας, γιατί, για να έπραττε τούτο, θα έπρεπε, με την απόφαση του, να διευρύνει τα σχετικά κριτήρια για απόκτηση μιας τέτοιας ταυτότητας και δη να αναμορφώσει και/ή συμπληρώσει την σχετική ρύθμιση, πράγμα που ως κρίθηκε αποτελουσε αποκλειστική αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας. Ως ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Dias United Publishing Co Ltd v Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550, «.η ανυπαρξία νομοθετικής διάταξης δεν μπορεί να αναπληρωθεί με δικαστική απόφαση, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ο συνταγματικός έλεγχος που ασκεί το Ανώτατο Δικαστήριο θα μετατραπόταν σε μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης της νομοθεσίας». Λέχθηκε ακόμα ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν «έχει δικαιοδοσία να νομοθετεί διευρύνοντας νομοθετικές ρυθμίσεις που δεν έτυχαν της έγκρισης της Βουλής. Κάτι τέτοιο, θα συγκρουόταν και με τη αρχή της διάκρισης των εξουσιών». Δηλωτικές αποφάσεις Ερχόμενος τώρα στο ζήτημα της έκδοσης δηλωτικής απόφασης, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιωσήφ Σολωμού Πεκρής v. Αντωνάκη Τζιάνναρου κ.α. Πολιτική Έφεση 93/2011, ημερομηνία έκδοση απόφασης 18/1/2016, αφού αρχικά γίνεται αναδρομή στην σχετική με την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων Νομολογία, γίνονται και οι εξής σχετικές με την παρούσα υπόθεση αναφορές: «Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον ενάγοντα.Τα δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα.ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας». Κατάληξη Με γνώμονα τα δεδομένα που ισχύουν στην υπό εξέταση υπόθεση και τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η υπό εξέταση αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Και αυτό, για τους ακόλουθους λόγους. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, οι Ενάγοντες ζητούν δυο συγκεκριμένες θεραπείες. Η μια εξ αυτών αφορά σε έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Εναγομένου, να άρει την κατ' ισχυρισμό παρανομία της και δη να επιβάλει αναγκαστικό τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας σε όλα τα οχήματα που επιθυμούν να διακινούνται στις ελεύθερες περιοχές του Κράτους. Μια τέτοια όμως πράξη, μπορεί να γίνει μόνο με δύο τρόπους. Είτε με διοικητική ρύθμιση που θα διέπει τον τρόπο αντιμετώπισης συγκεκριμένης περίπτωσης και/ή μερίδας πολιτών και δη, στη προκείμενη περίπτωση, των τουρκοκυπρίων και/ή άλλων πολιτών που διαμένουν μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές και οι οποίοι επιθυμούν να διακινηθούν στις ελεύθερες περιοχές με οχήματα που φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους, ρύθμιση για την οποία αποκλειστική αρμοδιότητα έχει η Εκτελεστική Εξουσία, είτε με τη θέσπιση σχετικής γενικής νομοθεσίας που αφηρημένα και απρόσωπα θα διέπει γενικά την διά οχημάτων διακίνηση στις ελεύθερες περιοχές (ανεξάρτητα αν τούτα φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους), και δη ενέργεια για την οποία αποκλειστική εξουσία έχει η Νομοθετική Εξουσία. Και τούτο γιατί, στη παρούσα φάση, ελλείπει οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση που να διέπει το θέμα. Επομένως, ζητείται από το Δικαστήριο να νομοθετήσει. Και δη να παραβιάσει την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Πράγμα εντελώς ανεπίτρεπτο. Είμαι όμως της γνώμης ότι, εν πάση περιπτώσει, τυχόν έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος, θα ισοδυναμούσε με υπόδειξη/διαταγή του Δικαστηρίου προς την Εκτελεστική Εξουσία αναφορικά με τον τρόπο που θα ασκήσει την πολιτική της, και δη ενέργεια που εκφεύγει της αρμοδιότητας της Δικαστικής Εξουσίας. Όσον τώρα αφορά στην επιζητούμενη δηλωτική απόφαση, ούτε τούτη είναι δυνατό να εκδοθεί, μιας και κανένα χειροπιαστό όφελος μπορεί να προκύψει με την έκδοση της για τους ενάγοντες. Υπενθυμίζω ότι, οι ενάγοντες, με την παρούσα αγωγή, δεν επιδιώκουν την απαλλαγή τους από την υποχρέωση να υποβάλλονται τα οχήματα τους σε τεχνικό έλεγχο καταλληλόλητας ή από το να καταβάλουν το σχετικό τέλος για τον εν λόγω έλεγχο. Απλά επιζητούν απόφαση/δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι τυγχάνουν δυσμενούς διάκρισης από την Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 30/4/2003 να μην υπόκεινται τα οχήματα των πολιτών της Δημοκρατίας που διαμένουν μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές σε τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας. Η έκδοση μιας τέτοιας δηλωτικής απόφασης δεν θα επιφέρει, οποιοδήποτε χειροπιαστό όφελος στους ενάγοντες, αφού δεν επιδιώκουν οποιαδήποτε αποζημίωση ή έστω απαλλαγή τους από οποιανδήποτε σχετική υποχρέωση που τους επιβάλλουν οι νόμοι και/ή οι κανονισμοί της Δημοκρατίας. Ούτε θα διαφοροποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την καθημερινότητα τους και/ή τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Τονίζω εκ νέου ότι με τον περιορισμό των επιδίκων θεμάτων, εγκαταλείφθηκε η οποιαδήποτε διεκδίκηση αποζημιώσεων. Κατά ακολουθία, από την στιγμή που δεν θα επέλθει, με την έκδοση της επιζητούμενης υπό στοιχείο Α δηλωτικής απόφασης οποιοδήποτε χειροπιαστό όφελος στους ενάγοντες, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, δεν δικαιολογείται η απόδοση μιας τέτοιας θεραπείας. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου και δη ότι, είτε για λόγους ουσίας, είτε για δικαιοδοτικούς λόγους, δεν είναι δυνατή η επιδίκαση των αιτούμενων θεραπειών, καθιστά εντελώς αχρείαστη την ενασχόληση με το κατά πόσο η ομολογουμένως διαφορετική επίδικη αντιμετώπιση των πολιτών του κράτους, ισοδυναμεί με άνιση μεταχείριση κατά παράβαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος και των αντίστοιχων προνοιών των Ευρωπαϊκών Συμβάσεων και γενικά του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής και ως εκ τούτου, τούτα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα), ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ [1] «Νοείται έτι περαιτέρω ότι διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και παρά τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου
(1), ο Έφορος δύναται να χορηγεί, ατελώς με ή χωρίς τη συμπλήρωση οποιασδήποτε αίτησης, σε πολίτη της Δημοκρατίας που δεν διαμένει μόνιμα στις ελεγχόμενες από το κράτος περιοχές, προσωρινή άδεια οδικής χρήσης στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μη εγγεγραμμένου μηχανοκινήτου οχήματος για καθορισμένη περίοδο και καθορισμένο σκοπό και υπό τέτοιους όρους όπως αυτός θα ήθελε αποφασίσει.» [2] «
(3)Διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και παρά τις διατάξεις των παραγράφων
(1)και
(2), ο Έφορος δύναται να χορηγεί ατελώς με ή χωρίς τη συμπλήρωση οποιασδήποτε αίτησης, προσωρινή άδεια οδήγησης σε πολίτη της Δημοκρατίας ο οποίος δεν διαμένει μόνιμα στις ελεγχόμενες από το κράτος περιοχές για καθορισμένη περίοδο και καθορισμένο σκοπό και υπό τέτοιους όρους όπως αυτός θα ήθελε αποφασίσει. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, "έκρυθμη κατάσταση" σημαίνει τη δημιουργηθείσα κατάσταση ως συνέπεια της τουρκικής εισβολής η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίησή του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης αυτής.» [3] Σημειώνεται φυσικά ότι, η τροποποίηση του Κανονισμού 43 (κατά το έτος 2003 με την Κ.Δ.Π. 375/2003), δεν ήταν δυνατό να επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα, μιας και ο εν λόγω Κανονισμός είχε καταργηθεί από το 2001 με τον Ο Περί Άδειας Οδήγησης Νόμο, Ν. (94(I)/2001). Επειδή όμως, όπως θα φανεί κατωτέρω, τα επίδικα θέματα δεν σχετίζονται με την χορήγηση άδειας οδήγησης, η ισχύς ή μη της ρηθείσας τροποποίησης δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την τελική κρίση του Δικαστηρίου. [4] «
(3)Διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου, ο Έφορος δύναται να χορηγεί ατελώς με ή χωρίς τη συμπλήρωση οποιασδήποτε αίτησης, σε έντυπο που ο Έφορος εκάστοτε καθορίζει, προσωρινή άδεια οδήγησης σε πολίτη της Δημοκρατίας ο οποίος δεν διαμένει μόνιμα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για καθορισμένη περίοδο και καθορισμένο σκοπό και υπό τέτοιους όρους όπως αυτός θα ήθελε αποφασίσει.» [5] «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος ή και διά αντιπροσώπων ή και διά υπαλλήλων του ή και διά προσώπων που βρίσκονται υπό την ευθύνη του, παραβίασε και/ ή παραβιάζει τα βάσει του Συντάγματος και/ ή βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ ή βάσει της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και/ ή του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου δικαιώματα των Εναγόντων και ιδίως το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση και το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας, λόγω της μη υποβολής σε Τεχνικό Έλεγχο Καταλληλότητας (ΜΟΤ) των οχημάτων με πινακίδες της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» που διέρχονται από τις κατεχόμενες περιοχές προς τις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, από κατά ή περί τον Απρίλιο ή Μάιο του 2003 μέχρι και σήμερα.» [6] «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο ή και διά αντιπροσώπων ή και διά υπαλλήλων του ή και διά προσώπων που βρίσκονται υπό την ευθύνη του, τη συνέχιση της παραβίασης των συνταγματικών ατομικών δικαιωμάτων των Εναγόντων που αναφέρονται στις παραγράφου Α - Δ ανωτέρω.» [7] Τονισμός δικός μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο