← Κύπρος

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5103/15, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5103/15 Μεταξύ: ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντα και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 11.11.15 από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, Εναγομένη 3 - Αιτήτρια για διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος. Ημερομηνία: 18 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου και Σία ΔΕΠΕ. Για Ενάγοντα - Καθ΄ου η αίτηση: κα Τσάρτσαλη για Χρ. Χριστοφή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια αιτείται την έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου με τα οποία να παραμερίζεται και/ή να διαγράφεται το μέρος του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που πάσχει από ουσιώδη παρατυπία καθότι εγείρονται σε αυτό ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη κατά παράβαση της Δ.2 θ.6, διαζευκτικά διάταγμα για παραμερισμό και διαγραφή ολόκληρου του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου εντάλματος καθότι εγείρονται σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη κατά παράβαση της Δ.6 θ.2 και περαιτέρω διάταγμα για θεραπεία της παρατυπίας που υπάρχει στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης που οδήγησε στην καταχώρηση της αίτησης υπό κρίση κρίνεται σκόπιμη για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του υπό κρίση θέματος. Ο ενάγοντας καταχώρησε μέσω δικηγόρων στις 21.10.15 την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 θ.

  1. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ήταν πελάτης της εναγομένης 1 και/ή της εναγομένης 2 που την διαδέχθηκε, διατηρούσε καταθέσεις που αποτελούσαν τις επί σειρά ετών αποταμιεύσεις και οικονομίες του και παρασυρόμενος από την συνομωσία και/ή τον δόλο των εναγομένων και/ή των αξιωματούχων τους και λόγω των ψευδών και/ή παραπλανητικών δηλώσεων τους και/ή χωρίς την ελεύθερη βούληση και συναίνεση του, προέβηκε σε αγορά αξιογράφων συνολικής αξίας €170.000 και συγκεκριμένα ότι κατά τα έτη 2009 και 2010 αγόρασε αριθμό αξιογράφων αξίας €1.000 έκαστο. Όπως αναφέρει κατέχει τους πιο κάτω αριθμούς μερίδας επενδυτή 200487493 και/ή 200487435 και/ή
  2. Είναι συνοπτικά η θέση του ότι παραπλανήθηκε για την αγορά των εν λόγω αξιογράφων από τους εναγόμενους και/ή τις δηλώσεις των αντιπροσώπων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών των εναγομένων 1 και 2 στους οποίους καταλογίζει μεταξύ άλλων απάτη και δόλο και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 βαρύνονται με βαριά αμέλεια και/ή πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο σε ότι αφορά τις πράξεις των εναγομένων 1 και
  3. Γι΄ αυτό και ζητά διατάγματα του Δικαστηρίου δια των οποίων να ακυρώνονται οι συμβάσεις και/ή συμφωνίες αγοράς των αξιογράφων, αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη καθώς και για καταδολίευση και/ή συνομωσία και/ή απάτη και/ή δόλο, διάταγμα επιστροφής σε αυτόν του ποσού που δαπάνησε για την αγορά των αξιογράφων ήτοι €170.000 πλέον τόκους, αποζημιώσεις για παράβαση και/ή παράλειψη και/ή πλημμελή εκτέλεση καθήκοντος, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα πλέον ΦΠΑ. Όλοι οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημειώματα εμφάνισης και οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 καταχώρησαν επίσης τις Υπερασπίσεις τους. Η εναγόμενη 3 δεν καταχώρησε Υπεράσπιση, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στις 11.11.15 όπως έχει ήδη αναφερθεί. Βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό η Δ.1, Δ.2 θθ1, 6, Δ.48 θθ 1, 2, 3, 7, 8, 9 (u), Δ.59, Δ.64, θθ1 και 2, η σχετική και καθοδηγητική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οποιαδήποτε άλλη σχετική νομολογία και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση δεν συνοδεύει ένορκος δήλωση, αντίθετα όπως αναφέρεται στο σώμα της τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται, σε δική μου απόδοση, είναι ότι στις 21.10.15 καταχωρήθηκε το ειδικά οπισθογραφημένο ένταλμα από τον ενάγοντα το οποίο επιδόθηκε στην εναγομένη 3 στις 26.10.15 η οποία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 3.11.
  4. Στις 10.12.15 ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης σε ότι αφορά μεταξύ άλλων την εναγομένη 3 η οποία όμως καταχώρησε προηγουμένως την υπό κρίση αίτηση όπως έχει ήδη αναφερθεί στις 11.11.15 καθότι, ως οι ισχυρισμοί της, η αγωγή πάσχει από παρατυπία αφού έχουν εγερθεί σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα μεταξύ άλλων ισχυρισμοί και λεπτομέρειες για δόλο και/ή απάτη κατά παράβαση της Δ.2 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου απαιτείται ο παραμερισμός του μέρους του κλητηρίου εντάλματος το οποίο πάσχει. Στην αίτηση της η εναγόμενη 3 παραθέτει τις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης στις οποίες περιέχονται ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη. Οι συνήγοροι του ενάγοντα καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση στις 25.1.
  5. Η νομική βάση της ένστασης είναι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 θ.1-4, Δ.39 θ.1, Δ.38 θ.1-6 και Δ.51, ο Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999 Αρ.5, οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και οι συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης αναφέρονται ότι η αίτηση είναι νομικά, τυπικά και ουσιαστικά αβάσιμη, κακόβουλη και αστήριχτη και σκοπό έχει την κατάχρηση της διαδικασίας και την πρόκληση καθυστέρησης, ορθά χρησιμοποιήθηκε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα από τον ενάγοντα, η αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, η όποια τυχόν παρατυπία είναι θεραπεύσιμη και ενδεχόμενη διαγραφή είτε ολόκληρου είτε μέρος του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος θα πλήξει τα δικαιώματα του ενάγοντα και θα προκαλέσει υπέρμετρη οικονομική ζημιά σε αυτόν. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση στην οποία επαναλαμβάνει ουσιαστικά με κάποια λεπτομέρεια όλους τους λόγους ένστασης, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, χωρίς να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρησαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προωθώντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση. Σύμφωνα με την αγόρευση της συνηγόρου της αιτήτριας η αγωγή που καταχωρήθηκε στις 21.12.15 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα περιέχει ισχυρισμούς για δόλο και απάτη αναφορικά με την αγορά από τον Καθ΄ου η αίτηση αξιογράφων. Σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 αλλά και με βάση τη νομολογία σε αγωγές που περιέχονται οι ισχυρισμοί για δόλο οι ενάγοντες δεν έχουν άλλη επιλογή από την καταχώρηση κλητηρίου εντάλματος γενικά οπισθογραφημένου. Επομένως στην παρούσα υπόθεση λανθασμένα ο ενάγοντας καταχώρησε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο. Είναι η θέση της ότι εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι χρησιμοποιήθηκε λανθασμένο εναρκτήριο μέσο, ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεραπεύσει τέτοια παρατυπία εκδίδοντας τα ανάλογα διατάγματα όπως θεωρεί ορθό. Με εκτεταμένη αναφορά στην Πολιτική Έφεση αρ.63/10 Γιώργος Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη ημερ. 17.12.13 είναι η θέση τους ότι στην παρούσα περίπτωση η καταχώρηση της αγωγής σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όπου εγείρονται ισχυρισμοί για δόλο συνιστά παρατυπία η οποία δεν οδηγεί μεν στην απόρριψη της αγωγής αλλά το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει κατάλληλο διάταγμα και κατάλληλες οδηγίες για θεραπεία της παρατυπίας είτε με διαγραφή των ισχυρισμών για δόλο είτε με την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου εντάλματος και ακολούθως έκθεση απαίτησης. Στην παρούσα περίπτωση κάλεσε το Δικαστήριο να μην ακολουθήσει την οδό που ακολουθήθηκε στην υπόθεση Φαλέκκος ανωτέρω, δηλαδή να μην εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας αλλά να εκδοθεί διάταγμα θεραπείας της παρατυπίας με ένα από τους δύο τρόπους που εισηγείται πιο πάνω αναφέροντας ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και οι περιστάσεις που την περιβάλλουν την διαφοροποιούν από την Φαλέκκος αφού σε εκείνη την υπόθεση, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του αίτηση για απόρριψη της διαδικασίας λόγω της παρατυπίας που είχε διαπιστωθεί, ενώ στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αίτηση με την οποία ζητείται η θεραπεία του μέρους του κλητηρίου που πάσχει από ουσιώδη παρατυπία, δηλαδή η αιτήτρια έχει θέσει σε εφαρμογή τις πρόνοιες της Δ.
  6. Αναφέρεται επίσης σε όλους τους λόγους ένστασης τους οποίους απορρίπτει θεωρώντας ότι η αίτηση δεν είναι ούτε κακόβουλη, ούτε αστήρικτη, ούτε υποβάλλεται με καθυστέρηση, αντίθετα στηρίζεται πλήρως στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στην νομολογία, σχετική ειδικά είναι η υπόθεση Φαλέκκος. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό ότι η αίτηση είναι παράτυπη γιατί δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αναφέρει ότι η αίτηση δεν συγκαταλέγεται στις αιτήσεις όπου είναι υποχρεωτική με βάση τη Δ.48 θ.9, η επισύναψη ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη γεγονότων. Ουδόλως η αίτηση έχει σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του ενάγοντα και αναφέρει επίσης ότι ο ενάγοντας δεν εξειδικεύει την απεριόριστη ζημιά που κατά τους ισχυρισμούς του θα υποστεί, από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην αγόρευση της η συνήγορος για τον ενάγοντα θεωρεί ότι ορθά επιλέγηκε η καταχώρηση κλητηρίου εντάλματος ειδικά οπισθογραφημένου γιατί ο ενάγων έχει επιλογή κατά πόσο να χρησιμοποιήσει κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο ή γενικά οπισθογραφημένο. Έχει τη θέση ότι η κύρια αξίωση του ενάγοντα αφορά ακυρότητα σύμβασης, αμέλεια και όχι αποκλειστικά δόλο. Επίσης ότι η αξίωση του είναι ξεκαθαρισμένη. Με αναφορά στην υπόθεση Φαλέκκος ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί η αγωγή σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, τότε αυτό αποτελεί θεραπεύσιμη παρατυπία με βάση τη Δ.64 και η διαγραφή μέρους ή όλου του κλητηρίου εντάλματος είναι άδικος τρόπος αντιμετώπισης αυτής της παρατυπίας. Με αναφορά στην νομολογία είναι η θέση της ότι εάν το Δικαστήριο ακολουθήσει την εισήγηση της αιτήτριας και διαγράψει είτε μέρος είτε ολόκληρο το κλητήριο ένταλμα θα προκληθούν αχρείαστα και υπέρμετρα έξοδα στον καθ΄ου η αίτηση χωρίς λόγο και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θεωρώ ορθό να εξετάσω πρώτα τη θέση της πλευράς του ενάγοντα - καθ'ου η αίτηση ότι η αίτηση της εναγομένης 3 - αιτήτριας είναι παράτυπη λόγω του ότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και δεν παραθέτει επαρκή μαρτυρία που να στηρίζει την αίτηση της. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 48 θ.1 όταν μια αίτηση βασίζεται σε γεγονότα, τα οποία δεν φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης ή στα πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Κατά συνέπεια τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν Χαρίδη

(2011)1 Β Α.Α.Δ. 825 όσον αφορά την Δ.48 θ.4
(1), στην οποία η ένσταση δεν συνοδεύετο από ένορκη δήλωση, θεωρώ κατ' αναλογία ότι έχουν εφαρμογή και στην παρούσα στη βάση και του λεκτικού της Δ.48 θ.1. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ότι: «Αυτός ο λόγος έφεσης δεν μπορεί να ευσταθήσει εφόσον σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 κ.4
(1)δεν είναι απαραίτητο όπως μια ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, παρά μόνο σε ένορκη δήλωση παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία η ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Επομένως, αυτή καθ' αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως θα είχε ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη κατ' ένσταση μόνο όσα γεγονότα ήταν εμφανή από το φάκελο της αγωγής.» (Βλέπε επίσης Yukos Finance BV v Halebay Holdings Limited (Πολ. Εφ. 180/2009) ημερ. 8.3.2013). Προς περαιτέρω υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μου σχετικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μάριος Φιλίππου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλουριώτισσας
(1997)1 .Α.Α.Δ. 1755 στα πλαίσια αίτησης για εξέταση χρεώστη για αποπληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις. Συγκεκριμένα με αναφορά στη Δ.48 κ.1 λέχθηκε ότι : « ..ανάγκη για στοιχειοθέτηση της αίτησης με ένορκη δήλωση παρίσταται μόνο σε περίπτωση που ο αιτητής επικαλείται γεγονότα τα οποία δεν εμφαίνονται στα μητρώα ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου (books or records). Στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός της εγγραφής της απόφασης καταφαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου συνεπώς, μπορούσε να γίνει αναφορά σ' αυτά και το Δικαστήριο να τα σημειώσει ανεξάρτητα από τη μη έκθεση τους στην ένορκη ομολογία.» Σχετική είναι και η πρόνοια στη Δ.48 θ. 9(u). Κατά συνέπεια, από τα πιο πάνω, κατάληξη μου είναι ότι η αίτηση της εναγόμενης 3 - αιτήτριας, σύμφωνα και με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.1, δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της θα λάβει υπόψη μόνο τα γεγονότα τα οποία είναι εμφανή από τα πρακτικά του Δικαστηρίου και γενικά το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Επί της ουσίας της αίτησης, αναφέρω ότι ακριβώς τα ίδια θέματα που αφορά η υπό κρίση αίτηση έχουν εγερθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φαλέκκος (ανωτέρω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο είχε να εξετάσει τις επιπτώσεις που προκύπτουν από την καταχώρηση αγωγής για δόλο με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεδομένων των προνοιών της Δ.2 θ.6 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την Δ.2 θ.6
(4)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών: «.. σε όλες τις άλλες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο (εκτός από αγωγές για λίβελλο, προφορική δυσφήμιση, κακόβουλη δίωξη, παράνομη φυλάκιση, αποπλάνηση ή αθέτηση υπόσχεση γάμου, και σε αγωγές στις οποίες ο ενάγων ισχυρίζεται δόλο) το κλητήριο ένταλμα δύναται (δική μου υπογράμμιση) κατά την επιλογή του ενάγοντα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο με την έκθεση απαίτησής του ή την επανόρθωση ή την θεραπεία στην οποία ισχυρίζεται ότι δικαιούται.» Προκύπτει δηλαδή ξεκάθαρα από το λεκτικό της εν λόγω διαταγής ότι στην περίπτωση που η αγωγή αφορά μεταξύ άλλων ή αποκλειστικά ισχυρισμούς για δόλο δεν υπάρχει δικαίωμα επιλογής στον ενάγοντα σε σχέση με τον τύπο του κλητηρίου που θα καταχωρήσει. Όπου η αγωγή αφορά δόλο πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο και να ακολουθεί η έκθεση απαίτησης. Η Διαταγή 64 προνοεί τα ακόλουθα: «1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Σύμφωνα λοιπόν με τις πρόνοιες της Δ.64 θ.
(1)
(2), τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση ή οποιοδήποτε διάβημα έγινε ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι πρόνοιες των κανονισμών, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία όπως κρίνει πρέπον. Η επιλογή δε του τρόπου θεραπείας, σύμφωνα και με τη νομολογία, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εφαρμόζεται ανάλογα και με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η πρώτη θέση του ενάγοντα που ήταν η συνέχιση της διαδικασίας ως έχει, χωρίς να αρθεί η παρατυπία, θεωρώ ότι δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά ούτε και στις δικονομικές πρόνοιες. Από την στιγμή που έχει διαπιστωθεί παρατυπία, επιβάλλεται η επέμβαση του Δικαστηρίου κατά τρόπο ώστε να «διορθωθεί» η παρατυπία. Στην υπόθεση Φαλέκκος όπως έχει ήδη αναφερθεί το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε για ακόμα μια φορά ότι στις αγωγές που υπάρχουν ισχυρισμοί για δόλο δεν υπάρχει επιλογή στον ενάγοντα αναφορικά με τον τύπο του κλητηρίου που θα καταχωρήσει, είναι επιτακτική η υποχρέωση καταχώρησης κλητηρίου εντάλματος γενικά οπισθογραφημένου, προχώρησε να εξετάσει τις συνέπειες σε περίπτωση που ο ενάγοντας καταχωρούσε αγωγή με ισχυρισμούς για δόλο σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Με αναφορά στην Δ.64 και τις αποφάσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1Α ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WRL 513 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η μη συμμόρφωση με την Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3)ώστε η λανθασμένη κρίση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια πρέπει να την θεραπεύσει. Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας κάνει εύρημα ότι ο ενάγοντας είχε καταχωρήσει την αγωγή του με λανθασμένο εναρκτήριο μέσο εξέδωσε διάταγμα απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας αυτεπαγγέλτως. Ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου ο δικηγόρος του εφεσείοντα επιχειρηματολόγησε ότι ήταν λανθασμένη η έκδοση διατάγματος απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, το τι θα έπρεπε να γίνει ήταν να αποταθεί ο εφεσείβλητος ο ίδιος στο Δικαστήριο για άρση της παρατυπίας. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής επικαλέστηκε τις υποθέσεις Πέτριχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 AAΔ 81, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου (ανωτέρω), M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1Α ΑΑΔ 298, Aρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1844. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συμφώνησε με αυτές τις θέσεις του εφεσείοντα. Με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and others v. Commercial Union αλλά και την Κυπριακή Νομολογία τονίστηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκια στην μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Αντίθετα η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όπως λέχθηκε, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφής στιγμής προέβηκε σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία να προχωρήσει στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία, δυνάμει της Δ.64 εφόσον το έκρινε αναγκαίο ήταν ορθή. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκαν τα εξής «Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευτεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση ώστε να δοθεί χρόνος στον εφεσίβλητο να καταχωρήσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία ειδικά εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η συνήγορος της αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση θεωρεί ότι το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση δεν θα πρέπει να πράξει ως το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Φαλέκκος, δηλαδή να εκδώσει διάταγμα για απαλλαγή της παρατυπίας, γιατί στην παρούσα υπόθεση, σε αντίθεση με την υπόθεση Φαλέκκος, η ίδια η αιτήτρια στο σώμα της αίτησης, σχετική είναι η παράγραφος (Γ) της αίτησης τους, ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος για θεραπεία (δική μου υπογράμμιση) της παρατυπίας και επομένως δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής. Εισηγείται δε, όπως το Δικαστήριο θα πρέπει είτε να διατάξει την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό του μέρους του οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που είναι παράτυπο εφόσον εγείρονται ισχυρισμοί δόλου και/ή απάτης, ως το αιτητικό Α της αίτησης, είτε να διατάξει την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό ολόκληρου του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, και να διατάξει καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, βλέπε την παράγραφο Β της αίτησης. Η αιτήτρια μάλιστα στηρίζονται στην απόφαση M I Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή,
(2006)1 ΑΑΔ 298, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αναφέρει ότι «το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Επαφίεται στον ενδιαφερόμενο διάδικο ν α λάβει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα.» Σημειώνω ότι η υπόθεση αυτή είναι προγενέστερη της Φαλέκκος και θεωρώ ότι θα πρέπει πλέον να διαβάζεται υπό τα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί με την πολύ πιο πρόσφατη υπόθεση Φαλέκκος. Θέση επίσης των δικηγόρων της αιτήτριας είναι ότι θα πρέπει το παρόν Δικαστήριο να ακολουθήσει την ίδια γραμμή όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2741/2011 μεταξύ ALTER - M LIMITED v. Μιχάλη Παναγιώτου κ.α, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (απόφαση Τ.Θ. Οικονόμου, ΠΕΔ ως ήταν τότε) και να διατάξει αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου ο ενάγοντας με κατάλληλα διαδικαστικά διαβήματα άρει την παρανομία έχοντας προηγουμένως διαπιστώσει ότι το τι έπρεπε να γίνει προς διόρθωση της παρατυπίας ήταν όπως το κλητήριο να μετατραπεί με την κατάλληλη τροποποίηση, δηλαδή με διαγραφή της ειδικής οπισθογράφησης και αντικατάσταση της με γενική οπισθογράφηση, σε κλητήριο με γενική οπισθογράφηση και ακολούθως να καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Σημειώνω, ότι η απόφαση στην υπόθεση ALTER - M LIMITED που έχει εκδοθεί στις 25.5.12, βασίστηκε στην νομολογία ως ίσχυε τότε και ειδικά στην M I Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή, δεν είχε ακόμα αποφασιστεί η υπόθεση Φαλέκκος. Οι εισηγήσεις αυτές δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Κατά πρώτο θεωρώ ότι η διαγραφή μέρος του κλητηρίου εντάλματος που είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ειδικότερα των παραγράφων στις οποίες υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, θα έφερνε σε μειονεκτική θέση τον ενάγοντα εφόσον γεγονότα τα οποία τυχόν θα ήθελε να προβάλει δεν θα συμπεριλαμβάνονταν στο δικόγραφο του, και ο οποιοσδήποτε περιορισμός στο δικόγραφο του θα προκαλούσε πρόβλημα συνοχής στη δομή του, γεγονός το οποίο θα καθιστούσε τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας από τη μια δύσκολη και από την άλλη ενδεχομένως να στερούσε από τον ενάγοντα τη δυνατότητα προβολής ολοκληρωμένης της θέσης του. Σε σχέση με την άλλη εισήγηση τους θεωρώ ότι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Φαλέκκος έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο και ειδικά έχει υπογραμμίσει την αρχή ότι εφόσον το Δικαστήριο έχει προβεί σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί να μην μπορεί στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64 εφόσον τα ευρήματα του Δικαστηρίου ουσιαστικά δεσμεύουν τους διαδίκους στην υπόθεση που δεν θα μπορούσαν να έχουν ένσταση σε τυχόν αίτηση για τροποποίηση. Σημειώνω ότι πέραν των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, ενισχυτικό για την πιο πάνω θέση μου είναι ότι το αίτημα για θεραπεία υποβάλλεται από την εναγομένη 3 - αιτήτρια και όχι από τον ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση μέσω των δικηγόρων του. Το γεγονός αυτό δημιουργεί την ίδια ακριβώς κατάσταση πραγμάτων όπως και αυτή που είχε δημιουργηθεί στην Φαλέκκος, δηλαδή να υπάρχει εύρημα του παρόντος Δικαστηρίου για χρήση παράτυπα λανθασμένα δικονομικού μέτρου στην καταχώρηση της υπόθεσης χωρίς να υπάρχει από πλευράς του ενάγοντα, που είναι αυτός που χρησιμοποίησε το λανθασμένο δικονομικό μέτρο, αίτημα για θεραπεία της παρατυπίας. Είναι ολοφάνερο από το περιεχόμενο της ένστασης που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους του ενάγοντα ότι η θέση του είναι ότι ορθά επέλεξε το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αφού είχε διακριτική ευχέρεια επιλογής του τύπου έναρξης της διαδικασίας, θέση βεβαίως η οποία κρίνεται εντελώς ανεδαφική και λανθασμένη. Πουθενά όμως ο ενάγοντας δεν ζητά από το Δικαστήριο θεραπεία ή άρση της παρατυπίας και επομένως το παρών Δικαστήριο έχει να αντιμετωπίσει την ίδια κατάσταση πραγμάτων όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Φαλέκκος. Έχοντας λοιπόν διαπιστώσει ότι ο ενάγοντας έχει όντως επιλέξει λανθασμένο τύπο κλητηρίου εντάλματος, ότι δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια να χρησιμοποιήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στην παρούσα υπόθεση όπου διάχυτα στην Έκθεση Απαίτησης του υπάρχουν ισχυρισμοί για δόλο και αναφέρομαι ειδικά στις παραγράφους 6, 9, 10, 11, 12, 14, 18, 23 και 27 της Έκθεσης Απαίτησης, και ότι έπρεπε συνεπώς να καταχωρήσει την αγωγή του με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών της Δ.64 αλλά και την υπόθεση Φαλέκκος (ανωτέρω) έχω την άποψη ότι ο ορθός τρόπος χειρισμού του θέματος είναι όπως εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής της παρατυπίας και συνέχισης της διαδικασίας ως έχει. Διαφορετική προσέγγιση θα δημιουργούσε υπερβολικά έξοδα αλλά και καθυστέρηση στην παρούσα υπόθεση, άσκοπα αφού όπως έχω ήδη αναφέρει δεν θα μπορούσε να προβληθεί ένσταση σε αίτηση για τροποποίηση που τυχόν καταχωρούσε ο ενάγοντας. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ορθά η εναγομένη 3 ήγειρε το θέμα αυτό στο στάδιο αυτό και μάλιστα είχε απόλυτο δίκαιο σε ότι αφορά την θέση της περί του λανθασμένου ένδικου μέσου. Αν και δεν έχω προχωρήσει να εκδώσω τα διατάγματα που ζητούνται με τις παραγράφους Α και Β της αίτησης, δηλαδή είτε διάταγμα για παραμερισμό και διαγραφή του μέρους του ειδικού οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που πάσχει από ουσιώδη παρατυπία ή διάταγμα για παραμερισμό και διαγραφή ολόκληρου του ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος και καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο εντάλματος θεωρώ ότι η ορθή διαταγή για τα έξοδα είναι όπως αυτά επιδικαστούν υπέρ της εναγομένης 3 αιτήτριας και εναντίον του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Επειδή εκκρεμεί η αίτηση του ενάγοντα ημερ. 10.12.15 για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 3 λόγω έλλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης από αυτή η οποία αναβάλλετο μέχρι να εκδοθεί απόφαση στην αίτηση ημερ.11.11.15 που καταχωρήθηκε από την εναγόμενη 3, δίδονται οδηγίες όπως η εναγομένη 3 καταχωρήσει την υπεράσπιση της μέχρι τις 18.4.16. Η αίτηση ημερ. 10.12.15 ορίζεται για οδηγίες στις 22.4.16. [Υπ.] .............. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.