← Κύπρος

Antonis Tsangaris Development Ltd ν. Σωτηρίας Ιωάννη Παπανεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 5713/09, 29/3/2016

Antonis Tsangaris Development Ltd ν. Σωτηρίας Ιωάννη Παπανεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 5713/09, 29/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5713/09 Μεταξύ: Antonis Tsangaris Development Ltd Εναγόντων και Σωτηρίας Ιωάννη Παπανεοφύτου Εναγόμενης ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11/12/15 για να τεθεί εκτός του πινακίου των εκκρεμουσών υποθέσεων η αγωγή μέχρι εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην υπ΄ αριθμό 288/2012 έφεση Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για Eναγόμενη - Αιτήτρια: κα Γ. Μιλτιάδους, για Γ. Μιλτιάδους&Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση: κα Ματθαίου, για Δ. Παυλίδης&Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 29.9.09 καταχωρήθηκε η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο. Σύμφωνα με την γενική οπισθογράφηση αλλά και την έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 4.12.09 οι ενάγοντες συμφώνησαν να πωλήσουν και πώλησαν στην εναγομένη ένα διαμέρισμα στο οικοδομικό συγκρότημα Pania Court στην Λευκωσία και στα πλαίσια της συμφωνίας εκδόθηκε εγγυητική επιστολή από την τράπεζα των εναγόντων, Λαϊκή Κυπριακή Λτδ με αρ.5415306/01 για ΛΚ25.000 με δικαιούχο την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Η εγγυητική επιστολή αυτή εκτελέστηκε από την τράπεζα των εναγόντων μετά από αίτημα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ λόγω αντισυμβατικής, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, συμπεριφοράς της εναγομένης και λόγω αυτής της παράτυπης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης, διεκδικούν από αυτήν το ποσό των ΛΚ49.658 αντίστοιχο σε €84.847,19 πλέον την έκδοση διαταγμάτων δια των οποίων να διατάσσεται η εναγομένη να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου διαμερίσματος στους ενάγοντες, να σταματήσει οποιαδήποτε επέμβαση στο διαμέρισμα καθώς και ενδιάμεσα οφέλη και αποζημιώσεις. Όπως φαίνεται από το φάκελο, το ιστορικό της υπόθεσης είναι βεβαρημένο, έχουν καταχωρηθεί διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις μεταξύ των οποίων και αίτηση της εναγομένης για να εκδικαστεί η προδικαστική ένσταση της ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και πρέπει να απορριφθεί γιατί υπάρχει δεδικασμένο με βάση την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 3.11.08 στην αγωγή υπ΄ αρ.215/05 με τους ίδιους ακριβώς διαδίκους και τα ίδια επίδικα θέματα και η παρούσα αγωγή, στην οποία είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση. Δικαστήριο με άλλη σύνθεση το οποίο επιλήφθηκε της εν λόγω αίτησης, εξέδωσε απόφαση στις 22.5.12 με την οποία απέρριψε την αίτηση διότι, όπως αποφάσισε, υπάρχει ασάφεια γεγονότων και το θέμα του κατά πόσο η αγωγή μπορεί να συνεχίσει ή όχι, δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί από το Δικαστήριο αν δεν ακουστεί μαρτυρία πάνω στα γεγονότα και από τις δύο πλευρές. Εναντίον της εν λόγω απόφασης έχει καταχωρηθεί η έφεση με αρ.288/12 από την εναγόμενη - αιτήτρια την 1.6.12 η οποία ακόμα δεν έχει εκδικαστεί. Όταν η υπόθεση τέθηκε στο ημερολόγιο του παρόντος Δικαστηρίου, εκδικάστηκε ενδιάμεση αίτηση ημερ. 17.4.15 και εκδόθηκε σχετικά απόφαση στις 24.11.15. Λόγω του ότι η υπόθεση ήταν παλαιά, το Δικαστήριο προχώρησε και την όρισε για ακρόαση στις 15.12.15. Λίγες μέρες πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση, και συγκεκριμένα στις 11.12.15, η εναγόμενη - αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται όπως η πιο πάνω υπόθεση να τεθεί εκτός πινακίου των εκκρεμουσών υποθέσεων μέχρι την εκδίκαση και/ή αποπεράτωση και/ή έκδοση απόφασης στην υπ΄ αριθμό 288/2012 έφεση που άσκησε η Αιτήτρια. Β. Έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θεσμοί (1-9), Δ.33, θ.6, Δ.57 θ.2 στο Σύνταγμα άρθρο 30

(30)(δ), επί της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και της πρακτικής των Δικαστηρίων. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της Γεωργίας Κακούρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο της κας Γ. Μιλτιάδου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, στην οποία υποστηρίζει ότι η υπόθεση αυτή είναι ορθό και δίκαιο όπως τεθεί εκτός πινακίου μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην έφεση υπ΄ αρ.288/12 εφόσον η συνέχιση της αγωγής ταυτόχρονα με την έφεση θα έχει ως αποτέλεσμα επέκταση των εξόδων και σπατάλη σημαντικού δικαστικού χρόνου, ενώ η συνέχιση της έφεσης μόνο θα ξεκαθαρίσει τα νομικά ζητήματα. Αναφέρει επίσης ότι η συνέχιση της αγωγής πιθανότατα να καταλήξει σε περαιτέρω εφέσεις και περαιτέρω σπατάλη δικαστικού χρόνου για ένα θέμα το οποίο μπορεί να λυθεί στα πλαίσια της έφεσης. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στις 22.1.16. Η ένσταση στηρίζεται πάνω στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1,2
(1), 4, 5, 6, 7, Δ.60 θ.1, 5 και 6 και πάνω στις Συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ως λόγοι της ένστασης αναφέρονται ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας με σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής, η καταχώρηση της αίτησης έγινε κακόπιστα και καταχρηστικά όταν η εναγόμενη αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής, έχει σημειωθεί μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της και καταχωρήθηκε από την εναγόμενη στο στάδιο που θα άρχιζε η ακρόαση, η αίτηση είναι ανυπόστατη, συνταγμένη λάθος, και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται δεν υποστηρίζονται από πρόσωπο που έχει προσωπική γνώση για αυτά. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της δικηγόρου Κατερίνας Λούτσιου η οποία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, θεωρεί ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης, δεν είναι σωστό να τεθεί η αγωγή εκτός πινακίου, το Δικαστήριο με την ενδιάμεση του απόφαση ημερ. 11.1.02 έχει κρίνει ότι το θέμα του δεδικασμένου δεν μπορεί να αποφασιστεί χωρίς να ακουστούν γεγονότα και επομένως θα πρέπει η αγωγή να αφεθεί να προχωρήσει. Καμιά από τις ενόρκως δηλούσες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Είναι η θέση της συνηγόρου της αιτήτριας ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούν το αίτημα. Θέση της είναι ότι παρέχεται η νομική βάση για να εγκριθεί το αίτημα και στηρίζεται σχετικά στην Δ.33 θ.
  1. Αναφέρεται επίσης στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 και στις αρχές της νομολογίας. Θέση της είναι ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την έγκριση της αίτησης, είναι ολοφάνερο ότι η αγωγή 215/05 εγέρθηκε για τα ίδια ακριβώς θέματα στα οποία εκδόθηκε και εκ συμφώνου απόφαση αλλά προφανώς οι ενάγοντες συνειδητοποίησαν ότι έκαναν λάθος και δεν συμπεριέλαβαν την έκδοση διαταγμάτων στα πλαίσια εκείνης της αγωγής και έρχονται τώρα καταχωρώντας την υπό κρίση αγωγή, να ζητήσουν τις ίδιες αξιώσεις και επιπλέον τα διατάγματα. Θέση της επίσης είναι ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης διότι η έφεση με αρ. 288/12 είχε απορριφθεί λόγω παράλειψης της εναγόμενης να καταχωρήσει περίγραμμα και επαναφέρθηκε, και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε αμέσως μετά την επαναφορά της αίτησης. Το διάταγμα επαναφοράς της αίτησης έχει ημερομηνία 24.11.
  2. Είναι η θέση της ότι η έφεση έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και το συμφέρον της δικαιοσύνης δικαιολογεί το αίτημα. Οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση ανέφεραν ότι το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί, οι δύο αγωγές δεν αφορούν τα ίδια θέμα και αυτό ξεκαθαρίστηκε και στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 11.1.12, όπου το Δικαστήριο δήλωσε σαφώς ότι πρέπει να ακούσει μαρτυρία για να μπορέσει να αποφασίσει επί της αίτησης. Επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς για καθυστέρηση και κακοπιστία και ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης η οποία είναι ακόμα στα αρχικά της στάδια, δηλαδή ολοκληρώθηκαν τα περιγράμματα αγορεύσεων και ακόμα δεν υπάρχει ημερομηνία ορισμού της έφεσης. Αιτούνται συνεπώς την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Το πρώτο πράγμα το οποίο επιθυμώ να αναφέρω είναι ότι στην αγόρευση της η συνήγορος για την αιτήτρια - εναγομένη αναφέρεται και στο άρθρο 31 του Νόμου 14/60 το οποίο δεν αποτελεί νομική βάση της αίτησης και βεβαίως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο στάδιο που αυτό έχει τεθεί. Σε ότι αφορά την νομική βάση της αίτησης, η αιτήτρια στηρίζεται κυρίως στη Δ.33 θ.6 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Θεωρώ ότι είναι λανθασμένα που η αίτηση στηρίζεται στον εν λόγω Κανονισμό σε σχέση πάντα με την θεραπεία που ζητείται, γιατί εκείνο που η αιτήτρια ζητά με την αίτηση της είναι ουσιαστικά η αναστολή της διαδικασίας μέχρι την ολοκλήρωση της έφεσης 288/12 που έχει καταχωρηθεί εναντίον ενδιάμεσης απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή και η ορθή διαταγή επί της οποίας έπρεπε να στηριχθεί ήταν η Δ.35 θθ.18 και
  3. Οι εν λόγω διαταγές προνοούν τα εξής: «
  4. Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.
  5. Οποτεδήποτε μια αίτηση βασιζόμενη σ' αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή σε ένα Δικαστή των ανωτέρω Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα να γίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή του κατωτέρου Δικαστηρίου.» Παρόλο που η αίτηση δεν βασίζεται στην εν λόγω διάταξη, αναφέρω τα πιο κάτω σε σχέση με τα όσα η νομολογία καταδεικνύει. Η Δ.35 παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει την εκτέλεση αυτής τούτης της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται και της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται (βλ.Caspi Shipping Ltd κ.α. ν. Του Πλοίου Sapphire Seas (Αρ. 3)
(1998)1 Α.Α.Δ. 994). Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτον, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διάδικου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και, δεύτερον, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης (βλ. Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284). Η Δ.35 θ. 18, όμως, δεν παρέχει εξουσία αναστολής διαδικασίας γενικά. Περιορίζεται στα θέματα τα οποία ρητά ορίζονται στον συγκεκριμένο θεσμό (βλ. In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Δεν επεκτείνεται, δηλαδή, στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας μιας αγωγής που δεν έχει συμπληρωθεί, εκκρεμούσης έφεσης εναντίον ενδιάμεσης απόφασης στην αγωγή. Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που δύνανται να ανασταλούν δυνάμει της Δ.35 θ. 18 είναι αυτές που επιβάλλουν κάποια θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον στον αιτητή. ΣτηΛαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.ά. (αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, όπου η πρωτόδικη εφεσιβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την ακύρωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα εξής σχετικά, στη σελίδα 1386: «Πρώτα, πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενο της αναστολής. Αυτό είναι, η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ειδοποίηση τριτοδιάδικου. Η αίτηση ουσιαστικά αποβλέπει στον παραμερισμό του διατάγματος, μέχρι την ακρόαση της έφεσης, ώστε να παρεμποδιστεί στο ενδιάμεσο, αν προκύψει τέτοια εξέλιξη, η ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των τριτοδιαδίκων. Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 · In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119 · (βλ. επίσηςAftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) H Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ. 18. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35 θ. 18.» (η υπογράμμιση δική μου). Παρομοίως, στην Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου, πιο πάνω, επισημάνθηκε ότι δε χωρεί αναστολή διαδικασίας, ούτε και ενώπιον κατώτερου Δικαστηρίου, έξω από τα πλαίσια της πρωτογενούς δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάτω από το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος. Σχετικές με το όλο ζήτημα είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Re Γρηγόρη Θαλασσινού
(1995)1 Α.Α.Δ. 290 και Kadivari ν. Δημοκρατίας
(1992)4 Α.Α.Δ. 3420. Σε ότι αφορά την Δ.33 θ.6 αναφέρω τα εξής. Ο τίτλος της Δ.33 «Proceedings at Trial» σκοπό έχει να ρυθμίσει τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σε περίπτωση που δεν εμφανίζεται κάποιος από τους διαδίκους, την ημέρα της ακρόασης και ακολούθως την διαδικασία όταν θα ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Ο Κ.6 αναφέρει επί λέξει τα εξής: «The Court may, if it thinks it expedient for the interests of justice, postpone or adjourn a trial for such time, and to such place, and upon such terms (if any), as it may think fit.» Είναι κατά την γνώμη μου ξεκάθαρο από το λεκτικό του, ότι ο εν λόγω Κανονισμός προσπαθεί να ρυθμίσει, λαμβάνοντας υπόψη μου και την όλη Διαταγή της οποίας είναι μέρος, την αναβολή της ακρόασης μιας αγωγής, την ημέρα που αυτή είναι ορισμένη και την εξουσία του Δικαστηρίου να μεταθέσει ή να αναβάλει την ακρόαση μιας αγωγής, και όχι τα θέματα αναβολών, ουσιαστικά αναστολών, λόγω έφεσης. Η εν λόγω διάταξη ουδεμία σχέση έχει με το υπό εξέταση αίτημα. Θεωρώ επομένως ότι λανθασμένα η αίτηση στηρίζεται σε αυτή τη διαταγή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το υπό κρίση αίτημα βασίζεται και στις συμφυείς/εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης. Προβάλλεται η θέση ότι τα θέματα που θα κληθεί να αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση είναι καθοριστικής σημασίας αφού θα επιλύσει το ζήτημα του κατά πόσο υπάρχει ή όχι δεδικασμένο και θα εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος. Η φύση και η έκταση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επεξηγείται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β ΑΑΔ 736, όπου λέχθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της και ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τους νόμους και τους θεσμούς. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου (βλ. επίσης Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)1994 1 ΑΑΔ 109, Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584, Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963, Διευθυντής Φυλακών ν. Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Στην Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 A.A.Δ. 529, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τόνισε ότι η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών κανονισμών, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του [δικαστηρίου], εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου: «Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reservepowers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Μαυρογένη ν. Βουλής των Αντιπροσώπων και άλλων
(1996)1Α ΑΑΔ 49 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου συναρτώνται με τη διασφάλιση του χαρακτήρα του ως του φορέα απονομής της δικαιοσύνης - (βλ. Bremer Vulkan v. South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289,295 (απόφαση του Λόρδου Diplock) και Corby DC v. Hoist & Co. Ltd. [1985] 1 All E.R. 321). Αποτελούν (οι συμφυείς εξουσίες) τους εφεδρικούς κανόνες για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Ακόμα παρέχεται εξουσία να περιστέλλει κατάχρηση των διαδικασιών, όπου η χρήση τους δεν προάγει τους σκοπούς για τους οποίους παρέχονται - (βλ. Αίτηση Α.Μ. Αρχιεπισκόπων Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου (Αρ.2),
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 και Αίτηση Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1),
(1993)1 Α.Α.Δ. 356). Η εξουσία του δικαστηρίου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του, αναγόμενη στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, δεν αποτελεί μέσο, ούτε παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες αποτελεί το πρωταρχικό καθήκον του δικαστηρίου.» Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία που αναλύει τη φύση και τις προεκτάσεις της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξή της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, η επίκλησή της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Paul Kythreotis (Αρ. 2)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 779). Οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν ρόλο επικουρικό εκεί όπου η χρήση τους είναι αναγκαία χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1Β ΑΑΔ 724. Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η αναστολή αποτελεί θεμελιώδη και δραστική παρεμβολή στο δικαίωμα του διαδίκου να παρουσιάσει την υπόθεσή του επί της ουσίας ενώπιον του Δικαστηρίου βλ. Halsbury's Laws Of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323). Όπως λέχθηκε στη Merck &Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, στη σελίδα 2187, με αναφορά στην The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. 445, η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Στην Αγγλία η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει εκκρεμείς διαδικασίες έχει καλυφθεί νομοθετικά από πολύ παλιά. Σχετικό είναι το άρθρο 24
(5)του Judicature Act του 1883 όπως και πιο πρόσφατα στο άρθρο 49
(3)του Supreme Court Act 1981. Δεν υπάρχει αντίστοιχη νομοθετική πρόνοια στον Περί Δικαστηρίων Νόμο. Επανερχόμενη στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, επαναλαμβάνω ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αναστολής απόφασης εναντίον της οποίας εκκρεμεί έφεση προσδιορίζονται ρητά στην Δ.35 θ. 18 και στη σχετική νομολογία, η αίτηση λανθασμένα δεν βασίζεται σε αυτές είναι όμως είναι σαφές ότι δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε και υπάρχει περιθώριο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στα πλαίσια της άσκησης της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς, και ότι η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή κατ' εξαίρεση και μόνο όπου τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, τυχόν έγκριση της αίτησης θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο να επιφέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα, ήτοι την αποστέρηση του Συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των εναγόντων για εκδίκαση της υπόθεσής τους εντός ευλόγου χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπόθεση που έχει καταχωρηθεί το 2009, έχουν γίνει διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες και όντως η αίτηση καταχωρήθηκε δύο μέρες πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση με σαφώς δηλωμένη τη θέση του Δικαστηρίου ότι εκείνη την ημέρα θα ξεκινούσε η ακρόαση της αγωγής. Συναφώς, τονίζω ότι δεν έχω πεισθεί ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αναστολή. Η θέση της πλευράς της αιτήτριας ότι τα ζητήματα που θα εξεταστούν και αποφασιστούν κατά την έφεση είναι βαρύνουσας σημασίας, δεν καταδεικνύει, κατά την κρίση μου, λόγο ο οποίος καθιστά πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αναγκαία την αναστολή. Ούτε και καταδεικνύεται η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων από την εισήγηση ότι θα σπαταληθεί δικαστικός χρόνος. Αντίθετα, τυχόν έγκριση του αιτήματος για αναστολή θα είχε ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των Συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόντων ένεκα της καθυστέρησης που θα προκαλείτο στην προώθηση της υπόθεσής τους. Η ορθή και δίκαιη οδός, κατά την κρίση μου, είναι η κανονική συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής. Επίσης, σημειώνω ότι από την αγόρευση των συνηγόρων των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση, ότι η έφεση δεν έχει οριστεί για ακρόαση. Την 1.2.2016 ολοκληρώθηκαν και/ή καταχωρήθηκαν τα περιγράμματα αγορεύσεων και δεν υπάρχει ημερομηνία ορισμού της έφεσης. Επομένως, ο χρόνος που θα εκδικαστεί είναι άγνωστος. Σε ότι αφορά το θέμα της καθυστέρησης που έχει αναφέρει ο κ. Παυλίδης, θεωρώ ότι για αυτόν κάποια δικαιολογία δίδεται στην αγόρευση της αιτήτριας και δεν θα ήμουν διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση μόνο και μόνο για το λόγο αυτό. Ο χρόνος όμως υποβολής του αιτήματος, δηλαδή 11.12.15, ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 15.12.15 έχει τη σημασία του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 5 - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.