← Κύπρος

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΙΣΧΥΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1915/15, 29/3/2016

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΙΣΧΥΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1915/15, 29/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1915/15 Μεταξύ: ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγοντες - και - ΙΣΧΥΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένη --------------------------------- Αίτηση ημερ. 14/9/15 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 29 Μαρτίου, 2016 Για τους Ενάγοντες: κα. Λουκαρή Για την Εναγόμενη: κ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, οι Ενάγοντες (στο εξής «οι Αιτητές») ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως η απαίτηση τους, εναντίον της Εναγόμενης (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση»). Η αγωγή των αιτητών καταχωρήθηκε στις 24/04/15 με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημείωμα Εμφάνισης από την καθ' ης η αίτηση, καταχωρήθηκε στις 15/5/15. Η Αίτηση Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.18 θ.1(α) και Δ.48 θ. 1,2,3 και 9, στα άρθρα 9,10, 32, 33, 48, 72 και 191Α του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο Ν. 14

(1)/1993, στους Κανονισμούς του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Γιώργου Φιλιππίδη, ημερομηνίας 14/9/15, ο οποίος, αναφορικά με την ιδιότητα του, καθώς επίσης και τους λόγους που προβαίνει εκ μέρους των Αιτητών στη εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφέρει τα εξής: «Βρίσκομαι στη υπηρεσία των Εναγόντων - Αιτητών. Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και τα γεγονότα που αναφέρω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση μου λόγω της θέσης μου και από τα έγγραφα που έχω στην κατοχή μου. Για τις νομικές θέσεις που αναφέρω στη παρούσα Ένορκη Δήλωση μου λαμβάνω νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των Εναγόντων Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.». Ακολούθως, αφού αρχικά αναφέρει ότι υιοθετεί το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, επαναλαμβάνει στην ουσία το περιεχόμενο του. Σύμφωνα με αυτό, οι Αιτητές, δυνάμει σχετικών νομοθετικών προνοιών, έχουν το δικαίωμα να απαιτούν και να εισπράττουν την ετήσια εισφορά εκδοτών για εισηγμένους τίτλους, καθώς επίσης και τέλη συναλλαγών που γίνονται μέσω των Αιτητών αλλά και γενικά τέλη, στα οποία αναφέρεται με λεπτομέρεια, μεταξύ των οποίων είναι και τα τέλη για την τήρηση μητρώου και ηλεκτρονική σύνδεση του εκδότη για ένα έκαστο έτος. Κατά τον κ. Φιλιππίδη, για τα έτη 2012, 2013 και 2014, οι αιτητές προσέφεραν υπηρεσίες στην Καθ' ης η Αίτηση, για τις οποίες η εισφορές που έπρεπε να καταβάλει η τελευταία, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €12813, από τα οποία κατέβαλε μόνο €1000 (σε σχέση με τις εισφορές του έτους 2012), με αποτέλεσμα να οφείλει σήμερα το ποσό των €
  1. Ως αναφέρει ο κ. Φιλιππίδης, οι Αιτητές εξέδωσαν τρία τιμολόγια (ένα για κάθε έτος), τα οποία έχουν δοθεί και κοινοποιηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση, πλην όμως, με εξαίρεση τα πιο πάνω καταβληθέντα €1000, το υπόλοιπο ποσό των €11813, παραμένει οφειλόμενο από την Καθ' ης η Αίτηση. Αποτελεί επιπρόσθετη θέση του ομνύοντα των Αιτητών ότι, οι πιο πάνω τιμολογήσεις των Αιτητών, συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η νομιμότητα των οποίων μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο με προσφυγή με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος, προσφυγές οι οποίες ουδέποτε καταχωρήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση, με αποτέλεσμα, η τελευταία να στερείται οποιασδήποτε υπεράσπισης. Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα του, αιτείται, εκ μέρους των Αιτητών, την έκδοση απόφασης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, ως το αιτητικό του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Η Ένσταση Η Καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), η οποία στηρίζεται στη Δ.18, θθ1-9, Δ.48, θθ1 - 4 και 9, στον περί Αξιών και Χρηματιστήριου Αξιών Κύπρου Νόμο του 1993 (Ν.14(Ι)/1993)άρθρο 10 και 17και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής:- «(α) Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου δεν μπορεί να ενάγει από μόνο του, παρά μόνο δια μέσω του Συμβουλίου του και συγκεκριμένα εκπροσωπείται ενώπιον των Δικαστικών Αρχών δια του Προέδρου του και ως εκ τούτου η αγωγή έχει εγερθεί από λανθασμένο νομικό πρόσωπο. (β) Η αγωγή δεν εγείρεται δια μέσω του Προέδρου του Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. (γ) Ο ομνύοντας δεν είναι εξουσιοδοτημένο και κατάλληλο πρόσωπο για να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς την απαίτηση. (δ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (ε) Η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (στ) Η αγωγή είναι πρόωρη.». Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Ρέας Ανδρονίκου, υπαλλήλου της Καθ' ης η Αίτηση. Σε αυτή, βασικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης, πλην όμως με παραπομπή σε σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και σχετική επιχειρηματολογία. Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο στις 17/03/
  2. Κατά την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων, ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, δήλωσε ότι, ο υπό στοιχείο (στ) λόγο ένστασης, εγκαταλείπεται. Νομική Πτυχή Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones
(1984)A.C. 122). Βάση της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις, τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B. 597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η Δ.18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α), την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: (I) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6. (II) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (III) Την Αίτηση πρέπει να συνοδεύει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται. Επίσης πρέπει δηλώνει ότι πιστεύει πως ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (βλέπε, Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. V. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. V. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Στην υπό εξέταση υπόθεση, ως εξάλλου αναφέρθηκε και στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1 πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο και η Καθ' ης η Αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.18 θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  2. Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
  3. «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και σημειώνει πως, η Δ.39-θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επί του ιδίου θέματος, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Chain Gulf (ανωτέρω), τα οποία κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσια λόγω και του άμεσου της συνάφειας τους με την υπό εξέταση Αίτηση: «Το πρώτο θέμα θα κριθεί πάνω στη βάση της ένορκης δήλωσης που υποστήριξε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Υπεγράφη από υπάλληλο των εφεσιβλήτων η οποία καθορίζει ως αποκλειστική πηγή της γνώσης της ως προς τα γεγονότα, "έγγραφα που κατέχω λόγω της θέσης μου"[1]. Ποιά είναι αυτά τα έγγραφα δεν εξειδικεύεται ούτε και επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση οποιαδήποτε έγγραφα. Ενώ, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται και από τα τεκμήρια στα οποία αναφέρεται η ένορκη δήλωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα εκλαμβάνοντας πως η υπάλληλος "ισχυρίζεται συγχρόνως ότι είναι γνώστης των γεγονότων που προβάλλονται". Και αφού αναφέρθηκε στη νομολογία ως προς την "επαλήθευση", θεώρησε πως η αναφορά της υπαλλήλου σε δίκαιη απαίτηση που βασίζεται σε μή εξοφληθέντα υπόλοιπα από προεξόφληση συναλλαγματικών, πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνεια, ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του Κανονισμού. Δεν υπάρχει όμως ισχυρισμός της υπαλλήλου πως είχε προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφερόταν ούτε προκύπτει τέτοια γνώση. Πολύ λιγότερο αφού ως πηγή της αναφέρονταν έγγραφα που δεν προσκομίστηκαν και τα οποία απλώς φέρονταν να βρίσκονται στην κατοχή της. Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.
  4. Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπική[2], βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα.». Κατάληξη Ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό των Αιτητών στην υπό εξέταση υπόθεση, όχι απλά δεν αναφέρει κατά πόσο είχε οποιαδήποτε σχέση με την σύνταξη και/ή ετοιμασία των εγγράφων που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκή δήλωση του (τα τρία τιμολόγια), αλλά ούτε καν αναφέρει ποια άλλα έγγραφα είχε στην κατοχή του και από τα οποία άντλησε πληροφόρηση για τα όσα ισχυρίζεται. Ούτε καν προσδιορίζει την θέση που κατέχει και/ή κατείχε, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, στους Αιτητές, ώστε να διαφανεί κατά πόσο, συνεπεία της θέσης του, είναι πρόσωπο που προφανώς ή έστω δυνατόν να σχετίζεται με την ετοιμασία των εν λόγω εγγράφων και γενικά πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Παραδείγματος χάριν, προωθεί την απόλυτη θέση ότι τα τιμολόγια δόθηκαν στη Καθ' ης η Αίτηση (ισχυρισμός ο οποίος απορρίπτεται από την τελευταία), και παρήλθε ο χρόνος εντός του οποίου ήταν δυνατή η καταχώρηση σχετικής προσφυγής, χωρίς να συνοδεύει την εν λόγω θέση του, με μία, έστω και εντελώς γενική, αναφορά, σχετικά με την πηγή πληροφόρησης του περί του ότι τούτα όντως δόθηκαν στη Καθ' ης η Αίτηση και πότε. Αναφέρεται συναφώς και σε κάποιες επιστολές που απεστάλησαν, κατά τη θέση του, προς την Καθ' ης η Αίτηση για σκοπούς απαίτησης του κατ, ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού, τις οποίες όμως δεν επισυνάπτει στην ένορκή του δήλωση. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι, η γνωστοποίηση του περιεχομένου και των τριών τιμολογίων στην Καθ' ης η Αίτηση (δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι, έναντι του ενός καταβλήθηκαν €1000), αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την οικοδόμηση του επιχειρήματος των Αιτητών, ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή γιατί δεν καταχώρησε προσφυγή εντός του επιτρεπτού χρόνου από την ημέρα που έλαβε γνώση του περιεχομένου των εν λόγω τιμολογίων και επομένως δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ορθότητα της οφειλής. Είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι, η αναφορά του κ. Φιλιππίδη «Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και τα γεγονότα που αναφέρω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση μου λόγω της θέσης μου και από τα έγγραφα που έχω στην κατοχή μου», αποτελεί μια εντελώς γενική αναφορά, που, χωρίς καμία αμφιβολία, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση ότι οι Αιτητές ικανοποίησαν την τρίτη, δικαιοδοτικής φύσης, προϋπόθεση που επιβάλλουν οι πρόνοιες της Δ.18 θ.
  5. Υπενθυμίζω ότι, η υποχρέωση ενός Αιτητή να ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που επιτάσσει η Δ.18, εξετάζεται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως και τεκμηρίων που συνοδεύουν την αίτηση και όχι με το τι αμφισβητείται και πως από τον εκάστοτε Καθ' ου η Αίτηση. Δεν παραγνωρίζω τη θέση της συνηγόρου των Αιτητών (βλέπε, παράγραφος 3.1.
  6. σελ 4 της αγόρευσης), ότι τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν κατόπιν οδηγιών του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση, ο οποίος είναι λειτουργός στο λογιστήριο των Αιτητών, καθώς επίσης και το πρόσωπο που τα υπογράφει. Όπως όμως πλειστάκις έχει αναφερθεί, δεν είναι δυνατή η προσκόμιση μαρτυρίας μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων. Προφανώς η συνήγορος των Αιτητών, είχε υπόψιν της, το περιεχόμενο άλλης ένορκης δήλωσης του ιδίου προσώπου. Σημειώνω επί τούτου ότι, οι συνήγοροι των δύο πλευρών, ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι, ιδίου τύπου, με την υπό εξέταση Αίτηση, αιτήσεις, προωθήθηκαν και στα πλαίσια άλλων αγωγών και ότι για μία εκ των οποίων, εκδόθηκε και σχετική απόφαση, την οποία και έδωσαν στο Δικαστήριο. Από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, προκύπτει ότι ο ομνύοντας για λογαριασμό των εκεί Αιτητών (επρόκειτο για τους ίδιους με την υπό εξέταση Αίτηση, Αιτητές και ομνύοντα), στην ένορκη δήλωσή του, προώθησε ισχυρισμούς ταυτόσημους με τις πιο πάνω αναφερόμενες θέσεις της συνηγόρου των Αιτητών. Τέτοιες όμως θέσεις, δεν απαντώνται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύσει την υπό εξέταση Αίτηση. Μοναδική σχετική με την τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1 αναφορά του κ. Φιλιππίδη και δη ως προς την οποιαδήποτε γνώση του περί των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, αποτελεί η πιο πάνω, αυτουσίως παρατεθείσα γενική θέση του και τίποτα άλλο. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου περί μη ικανοποίησης από πλευράς των Αιτητών της τρίτης προϋπόθεσης της Δ.18, σφραγίζει και την τύχη της υπό εξέταση Αίτησης, που δεν μπορεί να είναι άλλη, από την απόρριψη της, χωρίς να είναι δυνατή η ενασχόληση του Δικαστηρίου (λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας) με το κατά πόσο η Καθ' ης η Αίτηση αποκάλυψε υπεράσπιση ή έστω τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα σε βάρος των Αιτητών και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως τούτα να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ)................................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΨ [1] Υπογράμμιση και τονισμός, δικός μου. [2] Υπογράμμιση και τονισμός, δικός μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.