← Κύπρος

Α. & Γ. ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΛΤΔ ν. ΡΕΤΑ PLASTICS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3945/10, 18/3/2016

Α. & Γ. ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΛΤΔ ν. ΡΕΤΑ PLASTICS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3945/10, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3945/10 Μεταξύ: Α. & Γ. ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΛΤΔ, από την Λάρνακα Εναγόντων και ΡΕΤΑ PLASTICS LIMITED Βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 18.3.2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Σ. Χρ. Θεοδούλου με κα Ν. Μαραγκού, για Χρίστος Α. Θεοδούλου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Στ. Μαυροκέφαλος με κ. Ε. Χριστοφίδη, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Εισαγωγή. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά την κατ' ισχυρισμό παραβίαση από την Εναγόμενη εταιρεία των δικαιωμάτων της Ενάγουσας εταιρείας, τα οποία εκπηγάζουν από το εγγεγραμμένο στο όνομά της βιομηχανικό σχέδιο για το «ΔΟΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ - EMERALD», το οποίο σχέδιο καταχωρήθηκε με βάση τον περί της Νομικής Προστασίας των Βιομηχανικών Σχεδίων και Υποδειγμάτων Νόμο του 2002 (Ν. 4(Ι)/2002), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με το Ν.119(Ι)/2006, (στο εξής «ο Νόμος»). Η αγωγή καταχωρήθηκε σε κλίμακα €2.000 - €10.

  1. Παρά το μικρό οικονομικό μέγεθος της αντιδικίας, παρουσιάζει εντούτοις νομικό ενδιαφέρον, καθ' ότι εγείρονται πρωτότυπα νομικά ζητήματα, τόσον ουσίας όσο και διαδικασίας, στον τομέα του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, όσον ειδικότερα αφορά την προστασία των βιομηχανικών σχεδίων. Εισαγωγικά αναφέρω ότι η νομική κατοχύρωση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων κινείται πλέον σε μια πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη βάση. Όπως θα εξηγήσω στο πλαίσιο της ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης, η ερμηνεία των διατάξεων του προαναφερθέντος ημεδαπού Νόμου, απαιτεί μία σύνθετη μελέτη αυτών, υπό το φως του γράμματος και του πνεύματος της Οδηγίας 98/71/ΕΚ, και μια συνδυαστική μελέτη με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 όσον αφορά τα μη καταχωρημένα σχέδια και υποδείγματα. Συνεπακόλουθα, ελλείψει Κυπριακής νομολογίας, έχω προσπαθήσει να δώσω απαντήσεις στα εγειρόμενα ζητήματα, αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «το ΔΕΕ») και του Γενικού Δικαστηρίου της Ε.Ε., που αποσαφηνίζει τις διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας και του συγκεκριμένου Κανονισμού. Εκτενέστερη ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης παρατίθεται σε μετέπειτα τμήμα της απόφασής μου, ώστε να σκιαγραφηθούν πρώτα οι εκατέρωθεν αξιώσεις και οι αντιμαχόμενες εκδοχές γεγονότων. Β. Οι αξιώσεις της Ενάγουσας. Οι θεραπείες, τις οποίες η Ενάγουσα αξιώνει με την υπό κρίση αγωγή, αντανακλούν στην ισχυριζόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων της δια της αντιγραφής, αντιποίησης και/ή απομίμησης από την Εναγόμενη του δοχείου για το οποίο ενεγράφη το βιομηχανικό σχέδιο. Ειδικότερα, η Ενάγουσα αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες꞉ «(Α) Διάταγμα και/ή απόφαση του δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι και/ή εκπρόσωποι και/ή υπηρέτες αυτών από το να χρησιμοποιήσουν και/ή να κατασκευάζουν και/ή να διεξάγουν εργασίες και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να συναλλάσσονται και/ή περιβάλλονται χρησιμοποιώντας και/ή αντιποιούμενοι και/ή απομιμούμενοι την κατασκευή είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με την κατασκευή δοχείων για τρόφιμα "EMERALD" με αριθμό πιστοποιητικού Βιομηχανικού σχεδίου και Υποδείγματος ΒΣΥΟΥ
  2. (Β) Διάταγμα και/ή απόφαση του δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι και/ή εκπρόσωποι και/ή υπηρέτες αυτών το να χρησιμοποιήσουν και/ή να κατασκευάζουν και/ή να διεξάγουν εργασίες και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να συναλλάσσονται και/ή περιβάλλονται χρησιμοποιώντας και/ή αντιποιούμενοι, και/ή απομιμούμενοι την κατασκευή είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με την κατασκευή δοχείων για τρόφιμα "EMERALD" με αριθμό πιστοποιητικού Βιομηχανικού σχεδίου και Υποδείγματος ΒΣΥΟΥ0224 σε συνδυασμό με οιεσδήποτε εργασίες με τέτοιο τρόπο ώστε να παριστάνουν ψευδώς (MISREPRESENT) και/ή αντιποιούνται (PASSING OFF) και/ή προκαλούν σύγχυση στο κοινό και/ή στους ενδιαφερόμενους ότι οι υπηρεσίες τους και/ή εργασίες τους η οιεσδήποτε εξ' αυτών είναι υπηρεσίες ή εργασίες των εναγόντων. (Γ) Αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστησαν οι ενάγοντες λόγω παράνομης απομιμήσεως και/ή αντιποιήσεως (PASSING OFF) και/ή ψευδών παραστάσεων (MISREPRESENT) και/ή αθέμιτης και/ή λανθασμένης και/ή παράνομης κατασκευής και εμπορίας με παράνομο και/ή με μη εγγεγραμμένο τρόπο και/ή με τρόπο που να προκαλεί σύγχυση στο κοινό και/ή στους ενδιαφερόμενους και/ή με τρόπο που να παριστάνει ψευδώς ότι τα προϊόντα με τα δοχεία για τρόφιμα "EMERALD" με αριθμό πιστοποιητικού Βιομηχανικού σχεδίου και Υποδείγματος ΒΣΥΟΥ
  3. (Δ) Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάζει την καταστροφή ή/και την απόδοση στους ενάγοντες των προϊόντων που κατασκευάσθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων της προστασίας βιομηχανικών σχεδίων και τα οποία αποτελούν απομίμηση ή/και αντιποίηση της κατασκευής είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με την κατασκευή δοχείων για τρόφιμα "EMERALD" με αριθμό πιστοποιητικού Βιομηχανικού σχεδίου και Υποδείγματος ΒΣΥΟΥ
  4. (Ε) Γενικές αποζημιώσεις. (ΣΤ) Παραδειγματικές ή/και επαυξημένες ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις. (Ζ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Η) Τόκο.». Γ. Προσδιορισμός των αντιμαχόμενων εκδοχών. Είναι παραδεκτό γεγονός, στην όψη των δικογράφων, ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Ενάγουσα ήταν και είναι εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη και με έδρα την Λάρνακα, οι κύριες δραστηριότητες της οποίας είναι η κατασκευή, η πώληση και η εμπορία δοχείων για τρόφιμα. Αποδεικτικό της σύστασής της το κατατεθέν κατά τη δίκη Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Είναι επίσης παραδεκτό στην όψη των δικογράφων (βλ. την παρα. 2.2 της Έκθεσης Υπεράσπισης) ότι η Ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Βιομηχανικού Σχεδίου και Υποδείγματος με αρ. πιστοποιητικού ΒΣΥΟΥ0224 με προσδιορισμό «Δοχείο για τρόφιμα - EMERALD» στην κλάση ταξινόμησης «07 - 07 άλλα δοχεία οικιακής χρήσης» (στο εξής «το επίδικο σχέδιο»). Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι: · Η Αίτηση της Ενάγουσας για την καταχώρηση του επίδικου σχεδίου υποβλήθηκε στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη στις 26.10.2009 (αρ. αίτησης ΒΣΥ2009/018) (βλ. συναφώς το κατατεθέν κατά τη δίκη Τεκμήριο 16 υπό Έγγραφο Α). · Το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου σχεδίου στο κατά Νόμο Μητρώο χορηγήθηκε στις 26.1.2010 (βλ. συναφώς το κατατεθέν κατά τη δίκη Τεκμήριο 17 υπό Έγγραφο Α). · Επίσημη γνωστοποίηση της εγγραφής του επίδικου σχεδίου δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22.9.2010 (βλ. συναφώς το κατατεθέν κατά τη δίκη Τεκμήριο 18 υπό Έγγραφο Α). Η αντιδικία περιστρέφεται γύρω από την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων της Ενάγουσας ως είναι δικογραφημένη στην Έκθεση Απαίτησης꞉ Η Ενάγουσα διοχέτευσε, κατ' ισχυρισμόν, πρώτη στην αγορά τα δοχεία "EMERALD" που έχουν το σχήμα όπως αποδίδεται στο πιστοποιητικό καταχώρησης του επίδικου σχεδίου. Παρατηρήθηκε τελευταία, πριν την έγερση της αγωγής, ότι η Εναγόμενη κατασκεύαζε και πωλούσε στην Κυπριακή αγορά δοχεία για τρόφιμα τα οποία αποτελούσαν απομιμίσεις του επίδικου σχεδίου του δοχείου "EMERALD". Όλοι οι καταναλωτές έχουν, ως ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, την εντύπωση ότι αυτή κυκλοφόρησε τα προϊόντα της σε νέα συσκευασία λόγω του πανομοιότυπου του σχήματος που είναι ακριβώς ή/και παρόμοιο όπως το σχήμα που έχει το προϊόν των εναγόντων. Η χρησιμοποίηση από την Εναγόμενη παρόμοιας ή/και πανομοιότυπης συσκευασίας και είδους προϊόντος και γενικώς της ίδιας εμφάνισης και των άλλων ομοιοτήτων έγινε κατά τέτοιο τρόπο ούτως ώστε το εμπόρευμα τους να είναι πανομοιότυπο με εκείνο της Ενάγουσας, και επομένως εσφαλμένα και παράνομα το πώλησαν. Γι' αυτό το λόγο, η Ενάγουσα υπέστηκε ζημιές, τις οποίες η ίδια υπολόγισε ότι ανέρχονται μέχρι του ποσού των €10.000, αλλά δηλώνει έτοιμη να βασισθεί για τον ακριβή υπολογισμό τους (βλ. την παρα. 10 της Έκθεσης Απαίτησης) στο ποσό των ζημιών που θα προκύψει «από την έρευνα που θα διαταχθεί από το Δικαστήριο ή από τον υπολογισμό των κερδών που θα διαταχθεί από το Δικαστήριο». Από την άλλη, η Εναγόμενη παραδέχεται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της (στο εξής «η Ε/Υ») ότι αυτή κυκλοφορούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το προϊόν «C132» στην Κυπριακή αγορά, το σχέδιο του οποίου είναι παρόμοιο με αυτό του επίδικου σχεδίου, αλλά λέγει ότι το είχε τοποθετήσει στην αγορά από το 2009, πριν από την δημοσίευση της Αίτησης της Ενάγουσας για την εγγραφή του επίδικου σχεδίου. Ειδικότερα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι (βλ. παρα. 2.3 της Ε/Υ): · To C132 σχεδιάστηκε από αυτήν κατά ή περί τον Ιούνιο του
  5. · Το καλούπι του C132 κατασκευάστηκε από ή για λογαριασμό της κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του
  6. · To C132 εκτέθηκε υπό τύπο δείγματος στο κοινό από την Εναγόμενη κατά ή περί τον Νοέμβριο του
  7. · To C132 πωλείται από την Εναγόμενη από τις 11.12.
  8. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν είναι η δημιουργός και/ή δικαιούχος του επίδικου σχεδίου και/ή ότι το επίδικο σχέδιο δεν είναι και/ή ουδέποτε ήταν επιδεκτικό προστασίας, κατά τους όρους του Νόμου, για τους πιο κάτω λόγους (βλ. παρα. 2.4.):
  9. «Το Σχέδιο δεν είναι νέο και/ή πρωτότυπο επειδή πριν την ημερομηνία κατάθεσης και/ή δημοσίευσης της Αίτησης είχε γίνει γνωστό στο κοινό από τους Εναγόμενους[1] παρόμοιο και/ή ταυτόσημο σχέδιο και/ή υπόδειγμα και/ή προϊόν, δηλαδή το προϊόν με κωδικό C132 μέσω της πώλησης του και/ή έκθεσης του στο κοινό και/ή της χρήσης του στο εμπόριο από τους Εναγόμενους.
  10. Το Σχέδιο δεν είναι νέο και/ή πρωτότυπο επειδή πριν την ημερομηνία κατάθεσης και/ή δημοσίευσης της Αίτησης είχε γίνει γνωστό στο κοινό παρόμοιο και/ή ταυτόσημο σχέδιο και/ή υπόδειγμα και/ή προϊόν, δηλαδή το προϊόν με κωδικό C124 (το «C124») μέσω της έκθεσης του στο κοινό και/ή την χρήση του στο εμπόριο από τους Εναγόμενους και/ή από τρίτους.
  11. Το Επίδικο Σχέδιο δεν έχει ατομικότητα καθότι η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη δεν διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω χρήστη ταυτόσημο σχέδιο και/ή υπόδειγμα και/ή προϊόν που έγινε γνωστό στο κοινό πριν από την ημερομηνία κατάθεσης και/ή δημοσίευσης της Αίτησης μέσω έκθεσης στο κοινό και/ή χρήσης στο εμπόριο από τους Εναγόμενους.». Άνευ βλάβης των ανωτέρω, είναι η θέση των της Εναγόμενης ότι το επίδικο σχέδιο δεν παρέχει στην Ενάγουσα δικαιώματα επί των χαρακτηριστικών της εμφάνισης του σχετικού προϊόντος του επίδικου σχεδίου, καθ' ότι τα κύρια του χαρακτηριστικά υπαγορεύονται αποκλειστικά από την τεχνική του λειτουργία. Δ. Οι θεραπείες που αξιώνει η Εναγόμενη ανταπαιτητικά. Στη βάση των ως άνω ισχυρισμών της, η Εναγόμενη εγείρει ανταπαίτηση και αξιώνει στο πλαίσιο αυτής (βλ. την παρα. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης)꞉ «6.
  12. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απόρριψη και/ή διαγραφή και/ή ακύρωση της Αίτησης υπ' αρ. ΒΣΥ2009/018 και/ή της εγγραφής του σχεδίου/υποδείγματος «ΔΟΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ - EMERALD» υπ' αριθμό ΒΣΥCY0224 και/ή οποιωνδήποτε δικαιωμάτων των Εναγόντων επί αυτών» 6.
  13. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διόρθωση του Μητρώου Σχεδίων και Υποδειγμάτων και/ή του Αρχείου Σχεδίων και Υποδειγμάτων και/ή του Βιβλίου Αιτήσεων του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη δια της απόρριψης και/ή διαγραφής και/ή ακύρωσης από αυτά της αίτησης υπ' αρ. ΒΣΥ2009/018 και/ή της εγγραφής του σχεδίου/υποδείγματος «ΔΟΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ - EMERALD» υπ' αριθμό ΒΣΥCY0224 και/ή οποιωνδήποτε δικαιωμάτων των Εναγόντων επί αυτών. 6.
  14. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα κρίνει πρόσφορο και/ή δίκαιο το Δικαστήριο να εκδώσει. 6.
  15. Έξοδα. 6.
  16. Τόκο και ΦΠΑ επί των εξόδων (Αρ. Φ.Π.Α. 30004478U0». Καταχώρησε η Ενάγουσα Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, όπου επέμεινε στην αλήθεια της εκδοχής της και επανέλαβε τους ισχυρισμούς της ότι αυτή είναι η δημιουργός του επίδικου σχεδίου και ότι ενώ η αίτησή της για την εγγραφή του ως βιομηχανικού σχεδίου είχε δημοσιευθεί από τις 22.9.2010, ουδεμία ένσταση υπήρξε από την Εναγόμενη ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου, παρά μόνο αντέγραψε το σχέδιο και κατασκεύασε και διένειμε στην αγορά πανομοιότυπα αντικείμενα, χωρίς την άδεια της Ενάγουσας. Γι' αυτό και η Ενάγουσα εισηγείται στο Δικαστήριο την απόρριψη της ανταπαίτησης και την έκδοση απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησης. Ε. Νομική πτυχή - Τα όρια της εξουσίας του δικαστικού ελέγχου στο πλαίσιο της αγωγής. Ανάληψη εξουσίας ελέγχου ακυρότητας της εγγραφής του σχεδίου στο πλαίσιο της ανταπαίτησης. Δεδομένης της υφής της αντιδικίας και των εκατέρωθεν αξιώσεων, το παρόν Δικαστήριο καλείται να απαντήσει σε σωρεία επιμέρους ζητημάτων, τα οποία απαριθμώ πιο κάτω, σπεύδοντας να τα συσχετίσω, για χάριν ευχερέστερης παρακολούθησης της απόφασης, με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου: (α) Τι συνιστά «σχέδιο» και ποια τα κριτήρια για να είναι δεκτικό καταχώρησης και νομικής προστασίας ως πνευματικής ιδιοκτησίας; Σχετικά τα άρθρα 2 και 4 του Νόμου. (β) Ποια η έκταση της προστασίας που παρέχεται και τί εξαιρείται προστασίας; Σχετικά τα άρθρα 5 και 6 του Νόμου. (γ) Ποιος ο δικαιούχος προστασίας του σχεδίου; Σχετικά τα άρθρα 7, 8 και 9 του Νόμου. (δ) Ποια η διαδικασία καταχώρησης του σχεδίου; Σχετικά τα άρθρα 14 και 17 του Νόμου. (ε) Ποιες νομικές συνέπειες έχει η αίτηση καταχώρησης του σχεδίου ή/και η έκδοση πιστοποιητικού καταχώρησης; Πότε αρχίζει η νομική προστασία; Σχετικά τα άρθρα 15, 18 και 21 του Νόμου. (στ) Είναι δυνατόν να αντιταχθεί οποιοσδήποτε στην καταχώρηση ενός σχεδίου και με βάση ποια διαδικασία δύναται να το πράξει; Σχετικό το άρθρο 23 του Νόμου. (ζ) Ποιες θεραπείες μπορεί να αποδώσει το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστώσει παραβίαση της πνευματικής ιδοκτησίας του σχεδίου και βάσει ποιας διαδικασίας; Σχετικά τα άρθρα 24 και 25Α έως 25Γ του Νόμου. (η) Ποιες άλλες μορφές προστασίας υπάρχουν αναφορικά με μη καταχωρημένα σχέδια. Σχετικά τα άρθρα 27 και 28 του Νόμου. Απαντώ σε όλα τα πιο πάνω ερωτήματα, αλλά με διαφορετική αλληλουχία, ως έκρινα ότι αρμόζει καλύτερα. Με δεδομένο ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε στις 6/5/2010, ήτοι μετά την ημερομηνία που, ως είναι [αντικειμενικά] παραδεκτό, εκδόθηκε το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου σχεδίου της Ενάγουσας στο σχετικό Μητρώο Σχεδίων και Υποδειγμάτων του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (ήτοι μετά τις 26.1.2010), με τις δικογραφηθείσες αξιώσεις να αφορούν συνεπακόλουθα στην παραβίαση εγγεγραμμένου σχεδίου, το πρώτιστο και μείζον θέμα που συζητήθηκε στις τελικές αγορεύσεις αμφότερων των συνηγόρων, οι οποίες ήταν ομολογουμένως ιδιαίτερα επιμελημένες, ήταν το εξής δικαιοδοτικό: · Έχει το παρόν Δικαστήριο την εξουσία να ελέγξει οτιδήποτε άλλο πέραν του αν πράγματι υφίσταται παραβίαση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το εν λόγω καταχωρημένο σχέδιο; · Ειδικότερα, έχει εξουσία το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε έλεγχο πίσω από την εγγραφή του σχεδίου, για να ελέγξει αν το επίδικο σχέδιο ήταν επιδεκτικό προστασίας και εγγραφής κατά το Νόμο; · Πολύ περισσότερο, έχει εξουσία το παρόν πολιτικό (αστικό) Δικαστήριο, αν διαπιστώσει τυχόν μη επιδεκτικότητα του σχεδίου για νομική προστασία και εγγραφή, να διατάξει την ακύρωση της εγγραφής του, ως η ανταπαίτηση της Εναγομένης; Επιλέγω να απαντήσω στο πιο πάνω δικαιοδοτικής υφής ζήτημα, προτού παραθέσω την προσκομισθείσα μαρτυρία προς αξιολόγηση, αφού πρόκειται για καθαρά νομικό, το οποίο δύναται να αποφασιστεί στη βάση των προμνησθέντων παραδεκτών γεγονότων όσον αφορά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης καταχώρησης του σχεδίου και την ημερομηνία έκδοσης και δημοσιοποίησης του πιστοποιητικού καταχώρησής του. Επιβάλλεται να γίνει μία εισαγωγική αναφορά στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για να απαντηθούν τα πιο πάνω ερωτήματα. Κατ' αρχάς, σημειώνω τι σημαίνει ο όρος «σχέδιο ή υπόδειγμα». Με βάση τον ορισμό που περιέχει το άρθρο 2 του Νόμου - «σχέδιο ή υπόδειγμα σημαίνει την εμφάνιση του συνόλου ή μέρους ενός προϊόντος, η οποία προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του, και ιδίως από τη γραμμή, το περίγραμμα, τα χρώματα, το σχήμα, την υφή ή/και τα υλικά του ιδίου προϊόντος ή/και της διακοσμήσεως που φέρει». Για σκοπούς του ιδίου άρθρου, ο όρος «προϊόν» σημαίνει «κάθε βιομηχανικό αντικείμενο ή χειροτέχνημα», συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, «της συσκευασίας». Οι συνέπειες της εγγραφής ενός σχεδίου προδιαγράφονται στα άρθρα 15, 18 και 21 του Νόμου. Αρχίζοντας από το άρθρο 21, επισημαίνω ότι αυτό προβλέπει ότι꞉ «
  17. Με την καταχώρηση, ένα σχέδιο ή υπόδειγμα που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, προστατεύεται επί μία ή περισσότερες περιόδους πέντε ετών από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρήσεως στον Έφορο. Ο δικαιούχος δύναται, εφόσον καταβάλει τα σχετικά τέλη σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 26, να ανανεώσει τη διάρκεια προστασίας για μία ή περισσότερες περιόδους πέντε ετών, με ανώτατο όριο τα είκοσι πέντε έτη από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως.». Εν προκειμένω, στην παρούσα υπόθεση, άπαξ της εγγραφής του επίδικου σχεδίου στο Μητρώο, αυτό απέκτησε προστασία, ως ρητά αναφέρεται στο Πιστοποιητικό εγγραφής του (βλ. Τεκμήριο 17 υπό Έγγραφο Α), για 5 χρόνια από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η αίτηση εγγραφής του, ήτοι για 5 χρόνια από 26.10.2009 μέχρι 26.10.
  18. Σπεύδω να αναφέρω ότι κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αγωγής, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία περί ανανέωσης της περιόδου προστασίας του επίδικου σχεδίου για οποιαδήποτε περαιτέρω πενταετία, γι' αυτό και προχωρώ στην έκδοση της παρούσας απόφασης εκλαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η περίοδος προστασίας του έληξε στις 26.10.
  19. Τούτο, όμως, δεν επιδρά καταλυτικά στη δυνατότητα της Εναγομένης να προωθεί την ανταπαίτησή της και κατ' επέκταση στο προρρηθέν δικαιοδοτικό ζήτημα, αφού αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί στο πλαίσιο της ανταπαίτησης ενός ελέγχου ακυρότητας της εγγραφής του σχεδίου, τότε θα τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του εδαφίου

(4)του άρθρου 23 του Νόμου, το οποίο προβλέπει τα εξής꞉ «
(4)Η ακυρότητα του δικαιώματος μπορεί να κηρυχθεί ακόμη και μετά τη λήξη ισχύος του σχεδίου ή υποδείγματος ή την παραίτηση απ' αυτό.» Προχωρώ στο άρθρο 18 του Νόμου. Εκεί μετουσιώνεται η προστασία του σχεδίου. Προδιαγράφονται τα δικαιώματα που αντλούνται ως εκ της καταχώρησής του στο Μητρώο, ως εξής꞉ «18.—
(1)Με την καταχώρηση ο δικαιούχος σχεδίου ή υποδείγματος αποκτά το αποκλειστικό δικαίωμα να το χρησιμοποιεί και να απαγορεύει τη χρησιμοποίηση του σε οποιοδήποτε τρίτο χωρίς τη συγκατάθεση του. Η ανωτέρω χρήση καλύπτει ιδίως την κατασκευή, προσφορά, διάθεση στην αγορά, εισαγωγή, εξαγωγή ή χρήση προϊόντος στο οποίο έχει ενσωματωθεί ή εφαρμοστεί το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα, καθώς και την αποθήκευση προϊόντος για τους σκοπούς αυτούς.».
(2)Αν, κατά τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι ενέργειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)ήταν αδύνατο να εμποδιστούν πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Νόμου, δεν είναι δυνατό να προβληθούν στην Κύπρο τα δικαιώματα, τα οποία απορρέουν εκ της καταχωρήσεως σχεδίου ή υποδείγματος για να απαγορευθεί η συνέχιση των εν λόγω ενεργειών από οιονδήποτε τις είχε αρχίσει πριν από την ημερομηνία αυτή. Τέλος, με την καταχώρηση ενός σχεδίου στο Μητρώο με βάση το Νόμο, αντλείται το δικαίωμα προτεραιότητας αυτού έναντι άλλου, ίδιου με αυτό, σχεδίου το οποίο καταχωρήθηκε σε Μητρώο άλλου κράτους μέλους τη Ε.Ε., νοουμένου ότι η κατάθεση της αίτησης καταχώρησής του στο Κυπριακό Μητρώο προηγήθηκε χρονικά της κατάθεσης του άλλου στο Μητρώο άλλου κράτους μέλους. Το εν λόγω δικαίωμα προτεραιότητας θεσπίζεται με το άρθρο 15 του Νόμου, το οποίο όμως δεν χρειάζεται να παρατεθεί καθ' ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμφανίζει οποιαδήποτε στοιχεία αντιδικίας γύρω από τέτοιο δικαίωμα. Η απάντηση στο ερώτημα πώς επιτυγχάνεται η προστασία ενός σχεδίου, σε περίπτωση που αυτή επαπειλείται δίδεται στο άρθρο 24 του Νόμου. Προδιαγράφεται, ως οδός θεραπείας τυχόν προσβολής ή επαπειλούμενης προσβολής των δικαιωμάτων που αντλούνται από την εγγραφή του σχεδίου, η δικαστική οδός της έγερσης αγωγής από τον δικαιούχο του σχεδίου (βλ. εδάφιο
(1)του άρθρου 24) ή από αυτόν που κατέθεσε αίτηση καταχώρησης του σχεδίου και αναμένει την έκδοση του πιστοποιητικού εγγραφής (βλ. το εδάφιο
(3)του άρθρου 24) κατά του υπαίτιου τρίτου προσώπου. Παραθέτω τα δύο εδάφια꞉ «24.—
(1)Σε περίπτωση προσβολής, παρούσας ή απειλούμενης των δικαιωμάτων, τα οποία απορρέουν από καταχωρημένο σχέδιο ή υπόδειγμα, ο δικαιούχος του σχεδίου ή υποδείγματος δύναται με αγωγή να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον.
(3)Τα δικαιώματα των εδαφίων
(1)και
(2)παρέχονται και σε αυτόν που έχει καταθέσει στον Έφορο αίτηση καταχωρήσεως σχεδίου ή υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 14 και αναμένει την έκδοση πιστοποιητικού καταχωρήσεως σύμφωνα με το άρθρο 17, εάν τρίτος δολίως αναπαράγει, εκμεταλλεύεται εμπορικά, ή εισάγει το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα.». Σημειωτέον ότι, βάσει του εδαφίου
(4)του άρθρου 24, υπάρχει περιόδος παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής κατά τα ανωτέρω. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι꞉ «
(4)Οι πιο πάνω απαιτήσεις παραγράφονται μετά πάροδο πέντε ετών αφότου ο κάτοχος του πιστοποιητικού έλαβε γνώση είτε της προσβολής είτε της ζημιάς και του προς αποζημίωση υπόχρεου, οπωσδήποτε δε μετά πάροδο είκοσι ετών από την προσβολή.» Στην παρούσα υπόθεση δεν εγείρεται ζήτημα παραγραφής της αγωγής. Εκείνο όμως που αμφισβητείται από πλευράς Εναγομένης είναι το κατά πόσον η Ενάγουσα νομιμοποιείται να εγείρει την αγωγή δυνάμει του άρθρου 24 ως δικαιούχος. Υπενθυμίζω ότι στην παρα. 2.
  1. της Ε/Υ δικογραφήθηκε ο ισχυρισμός ότι δεν είναι δικαιούχος η Ενάγουσα καθότι το επίδικο σχέδιο δεν είναι και ουδέποτε ήταν επιδεκτικό εγγραφής και προστασίας. Το ζήτημα του ποιος θεωρείται δικαιούχος ρυθμίζεται από τα άρθρα 7, 8, 9,
  2. Το άρθρο 7 θεσπίζει νομικό τεκμήριο, μαχητό, ότι αυτός που καταθέτει την αίτηση καταχώρησης του σχεδίου στο Μητρώο είναι ο δημιουργός αυτού και συνεπακόλουθα είναι ο δικαιούχος προστασίας. Παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο꞉ «7.—
(1)Δικαίωμα προστασίας του σχεδίου ή υποδείγματος έχει ο δημιουργός αυτού, επιφυλασσομένων των διατάξεων των άρθρων 8 έως 11.
(2)Όποιος καταθέτει, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 14 την αίτηση καταχωρήσεως σχεδίου ή υποδείγματος, θεωρείται ο δημιουργός του, επιφυλασσόμενων των διατάξεων του άρθρου 22 του παρόντος Νόμου.». Το άρθρο 8 ρυθμίζει την περίπτωση όπου δύο ή περισσότερα άτομα δημιούργησαν το σχέδιο ή υπόδειγμα από κοινού. Το άρθρο 9 ρυθμίζει την περίπτωση όπου το σχέδιο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας. Το δικαίωμα κατάθεσης αίτησης έχουν τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα, τηρουμένων των όρων του άρθρου 10 του Νόμου. Στην παρούσα υπόθεση δεν τελεί υπό αμφισβήτηση του δικαίωμα της Ενάγουσας, ως εκ της νομικής της προσωπικότητας, να αξιώνει ότι ήταν ικανή να καταθέσει την αίτηση, ούτε υφίσταται από πλευράς οποιουδήποτε τρίτου προσώπου αιτίαση ότι ήταν συνδημιουργός του επίδικου σχεδίου ή ότι ήταν ο εργοδότης της σύμβασης εργασίας για τη δημιουργία του. Γι' αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω τα εν λόγω άρθρα. Προχωρώ σε σχολιασμό των νομικών προεκτάσεων του άρθρου 7 του Νόμου. Η ανατροπή του τεκμηρίου που το εν λόγω άρθρο θεσπίζει (ως προς το ότι αυτός που καταθέτει την αίτηση είναι ο δημιουργός και δικαιούχος), επί τη βάση του ισχυρισμού που εγείρει η Εναγόμενη ότι το επίδικο σχέδιο δεν αποτελεί δημιουργία της Ενάγουσας, υπό την έννοια ότι δεν είναι νέο, πρωτότυπο και ατομικό, διότι κατ' ισχυρισμόν προηγήθηκε αυτού η διάθεση στο κοινό ενός ταυτόσημου σχεδίου της Εναγομένης, προϋποθέτει την ανάληψη εξουσίας από το Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσον πληρούνταν τα εν λόγω ουσιαστικά κριτήρια καθ' ον χρόνο ενεγράφη το επίδικο σχέδιο στο Μητρώο. Βαίνει δηλαδή σε απαίτηση άσκησης από μέρους του Δικαστηρίου ακυρωτικού και συγχρόνως ουσιαστικού ελέγχου της απόφασης του Εφόρου Εταιρειών να εγγράψει το εν λόγω σχέδιο. Και επανερχόμαστε έτσι στο δικαιοδοτικό ζήτημα. Προτού παραθέσω την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, κρίνω ότι είναι κατάλληλο σημείο να εκθέσω τα κριτήρια επιδεκτικότητας εγγραφής και προστασίας, ως προσδιορίζονται στο άρθρο 4 του Νόμου꞉ «4.-
(1)Σχέδιο ή υπόδειγμα προστατεύεται δια δικαιώματος επί σχεδίου ή υποδείγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, εφόσον - (α) Είναι νέο[2], (β) παρουσιάζει ατομικότητα[3], και (γ) έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(2)Σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται νέο εάν, μέχρι την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρήσεως ή, εφόσον διεκδικείται προτεραιότητα, μέχρι την ημερομηνία της προτεραιότητας, δεν έχει γίνει γνωστό στο κοινό ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα. Λογίζονται ως ταυτόσημα τα σχέδια ή υποδείγματα, τα χαρακτηριστικά των οποίων διαφέρουν μόνο ως προς επουσιώδεις λεπτομέρειες.
(3)Σχέδιο ή υπόδειγμα έχει ατομικότητα, εφόσον η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω χρήστη κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο έχει γίνει γνωστό στο κοινό πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως για καταχώρηση ή, εφόσον διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία της προτεραιότητας. Προκειμένου να εκτιμηθεί η ατομικότητα, λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου η υποδείγματος.
(4)Για τους σκοπούς των εδαφίων
(2)και
(3), θεωρείται ότι ένα σχέδιο ή υπόδειγμα έχει γίνει γνωστό στο κοινό, εάν -[4] (α) Έχει δημοσιευθεί, μέσω της καταχωρήσεως του ή με άλλο τρόπο· ή (β) έγει εκτεθεί· ή (γ) έχει χρησιμοποιηθεί στο εμπόριο· ή (δ) έχει γίνει γνωστό με άλλο τρόπο. Εκτός εάν τα γεγονότα αυτά λογικά δε θα ήταν δυνατό να γίνουν γνωστά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στους ειδικευμένους κύκλους του κλάδου, οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες εντός της Κύπρου ή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, πριν από την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρήσεως ή εάν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία της προτεραιότητας: Νοείται ότι, ένα σχέδιο ή υπόδειγμα δε θεωρείται ότι έχει γίνει γνωστό στο κοινό εκ μόνου του λόγου ότι έχει αποκαλυφθεί σε κάποιο τρίτο πρόσωπο υπό ρητό ή σιωπηρό όρο εμπιστευτικότητας.
(5)(α) Δεν αναιρείται ο νέος χαρακτήρας ενός σχεδίου ή υποδείγματος σύμφωνα με το εδάφιο
(2), στην περίπτωση που το σχέδιο ή υπόδειγμα έχει γίνει γνωστό στο κοινό κατά το δωδεκάμηνο που προηγήθηκε της καταθέσεως της αιτήσεως ή, εφόσον διεκδικείται προτεραιότητα, της ημερομηνίας της προτεραιότητας, εάν το σχέδιο ή υπόδειγμα έγινε γνωστό στο κοινό από το δημιουργό ή το δυνάμει του άρθρου 11 δικαιούχο ή από τρίτους κατόπιν πληροφοριών που παρέσχε ή ενεργειών στις οποίες προέβη ο δημιουργός ή ο δυνάμει του άρθρου 11 δικαιούχος. (β) Η παράγραφος (α) εφαρμόζεται επίσης αν το σχέδιο ή υπόδειγμα έχει διατεθεί στο κοινό συνεπεία καταχρηστικής συμπεριφοράς έναντι του δημιουργού ή του δυνάμει του άρθρου 11 δικαιούχου. 6(α)(β) [.][5]». Αφετηρία της συζήτησης του δικαιοδοτικού ζητήματος από πλευράς του συνηγόρου της Εναγομένης στην τελική του αγόρευση, αποτέλεσε το άρθρο 23
(1)(β) του Νόμου. Παραθέτω, αυτούσιο, ολόκληρο το εδάφιο
(1)꞉ «23.—
(1)Με δικαστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου απορρίπτεται η αίτηση καταχωρήσεως σχεδίου ή υποδείγματος ή, αν αυτό έχει ήδη καταχωρηθεί, κηρύσσεται άκυρο το έπ' αυτού δικαίωμα, εφόσον διαζευκτικώς— (α) Δεν πρόκειται για σχέδιο ή υπόδειγμα κατά την έννοια του άρθρου 2· (β) το σχέδιο ή υπόδειγμα δεν είναι επιδεκτικό προστασίας κατά τους όρους του άρθρου 4· (γ) ο υποβάλλων την αίτηση ή ο κάτοχος του πιστοποιητικού προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος δεν είναι ο δημιουργός ή ο δικαιούχος του σύμφωνα με τα άρθρα 7 έως 9 ή ο δυνάμει του άρθρου 11 δικαιούχος: Νοείται ότι το λόγο αυτό δικαιούται να επικαλεσθεί μόνο ο επί τη βάσει των προαναφερθείσων διατάξεων δικαιούχος του δικαιώματος· (δ) το σχέδιο ή υπόδειγμα συγκρούεται με προηγούμενο σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο έχει γίνει γνωστό στο κοινό μετά την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρήσεως ή, εάν διεκδικείται προτεραιότητα, μετά την προτεραιότητα, και το οποίο προστατεύεται ήδη πριν από την εν λόγω ημερομηνία με καταχωρημένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα ή αίτηση για καταχώρηση κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος ή με καταχώρηση σχεδίου ή υποδείγματος στην Κύπρο ή σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή με αίτηση για καταχώρηση των σχετικών δικαιωμάτων στην Κύπρο ή σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Νοείται ότι το λόγο αυτό δικαιούται να επικαλεσθεί μόνο ο υποβάλλων την αίτηση ή ο δικαιούχος του συγκρουόμενου ανταγωνιστικού δικαιώματος ή αυτεπαγγέλτως ο Έφορος· (ε) ο καταθέτης της αιτήσεως για καταχώρηση δεν ανήκει στα πρόσωπα που ορίζει το άρθρο 10. (στ) ένα διακριτικό σημείο χρησιμοποιείται σε μεταγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα και η νομοθεσία της Κύπρου ή κοινοτική νομοθεσία ή η νομοθεσία κάποιου κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία τυχόν διέπει αυτό το διακριτικό σημείο, παρέχει στο δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύει την εν λόγω χρήση: Νοείται ότι το λόγο αυτό δικαιούται να επικαλεσθεί μόνο ο υποβάλλων την αίτηση ή ο δικαιούχος του συγκρουόμενου ανταγωνιστικού δικαιώματος· (ζ) το σχέδιο ή υπόδειγμα συνιστά μη επιτρεπόμενη χρήση έργου, το οποίο προστατεύεται βάσει της νομοθεσίας περί πνευματικής ιδιοκτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας ή κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Νοείται ότι το λόγο αυτό δικαιούται να επικαλεσθεί μόνο ο υποβάλλων την αίτηση ή ο δικαιούχος του συγκρουόμενου ανταγωνιστικού δικαιώματος· (η) το σχέδιο ή υπόδειγμα συνιστά ακατάλληλη χρήση οποιουδήποτε από τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 6δις της Συμβάσεως των Παρισίων για την Προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας
(1883), ή σημείων, εμβλημάτων και θυρεών εκτός εκείνων που καλύπτονται από το άρθρο 6β της εν λόγω Συμβάσεως και τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία από άποψη δημόσιου συμφέροντος στην Κύπρο ή σε κάποιο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Νοείται ότι το λόγο αυτό δικαιούται να επικαλεσθεί μόνο το πρόσωπο ή ο φορέας, τον οποίο αφορά η σχετική χρήση ή αυτεπαγγέλτως ο Έφορος.». Εισηγείται ο συνήγορος της Εναγόμενης στην τελική του αγόρευση τα εξής꞉ Ότι η Εναγόμενη νομιμοποιείται να επικαλείται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως αρμοδίου Δικαστηρίου, τις διατάξεις του εδαφίου
(1)(β) του άρθρου 23, στο πλαίσιο της εγερθείσας ανταπαίτησής της και να αξιώνει την έκδοση απόφασης, με την οποία να κηρύσσεται άκυρη η εγγραφή του επίδικου σχεδίου της Ενάγουσας, ως μη επιδεκτικού κατά την έννοια του άρθρου
(4)του Νόμου. Ότι δεν υφίσταται στο Νόμο διαδικασία καταχώρισης ένστασης στην εγγραφή ενός σχεδίου από οποιοδήποτε τρίτο που επιθυμεί να επικαλεστεί ότι το σχέδιο δεν επιδέχεται προστασίας και ότι, ως εκ τούτου, η θέση που δικογράφησε η Ενάγουσα στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ότι εφόσον δεν είχε εγερθεί ένσταση στην καταχώρηση του σχεδίου, κωλύεται τώρα η Εναγόμενη να εγείρει ζήτημα ακυρότητας της εγγραφής του, θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Ότι η διαδικασία που επιτελεί ο Έφορος Εταιρειών καθ' ον χρόνο εγγράφει ένα σχέδιο είναι τυπική, ενώ συγχρόνως η απόφαση του για εγγραφή ενός σχεδίου δημιουργεί και επηρεάζει δικαιώματα στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, γι' αυτό και μόνο αρμόδιο να ασκήσει δικαστικό έλεγχο ακυρότητας ενός ήδη εγγεγραμμένου σχεδίου είναι το παρόν Δικαστήριο. Επικαλείται προς επίρρωση της θέσης του αυτής την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (με μονομελή σύνθεση υπό Α. Πασχαλίδη, Δ.), ημερ. 18.11.2009, στην Προσφυγή αρ. 1299/2008, A.P.P. Plastics Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας. είναι αρμόδιο να επιληφθεί της ανταπαίτησης και να χορηγήσει τις θεραπείες που αξιώνει η Εναγόμενη καθ' ότι Τέλος, ο συνήγορος της Εναγόμενης παραπέμπει το Δικαστήριο σε τρία αγγλικά συγγράμματα, για να καταδείξει ότι η ορθή νομική οδός για να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα της εγγραφής ενός ήδη εγγεγραμμένου σχεδίου είναι η έγερση ανταπαίτησης σε αγωγή που στρέφεται εναντίον του επί τω ότι παραβίασε ή επαπειλεί να παραβιάσει το εν λόγω εγγεγραμμένο σχέδιο. Από την άλλη, ο συνήγορος της Ενάγουσας, σε μια προσπάθεια αντίκρουσης της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της Εναγόμενης, εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο τα εξής꞉ Εάν η Εναγόμενη επιθυμούσε να ακυρώσει την εγγραφή στο Μητρώο, θα έπρεπε να απευθυνθεί (δικαστικώς ή άλλως πως) στο αρμόδιο όργανο, το οποίο τηρεί το Μητρώο, δηλαδή τον Έφορο, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 13 και 23 του Νόμου. Ο Έφορος δεν είναι μέρος στην παρούσα υπόθεση κι έτσι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να απαιτήσουν οιοδήποτε διάταγμα τον αφορά από το Σεβαστό Δικαστήριο. Η απόφαση του Εφόρου να εγγράψει το σχέδιο, εφόσον προέρχεται από ένα κατ' εξοχήν διοικητικό όργανο, εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, με την έννοια που της προσδίδει ο περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 (Ν. 158(Ι)/1999), στο άρθρο 2 αυτού. Η ορθή νομική οδός για αμφισβήτηση μιας τέτοιας διοικητικής πράξης ήταν η καταχώρηση προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος εντός προθεσμίας 75 ημερών, η οποία είχε παρέλθει προ πολλού, πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι το ίδιο αρμόδιο ratione materiae για να επιληφθεί δυνάμει του άρθρου 23
(1)(β) του ελέγχου ακυρότητας ενός εγγεγραμμένου σχεδίου, τότε και πάλιν, για να μπορεί η Εναγόμενη να στηριχθεί στις πρόνοιες του άρθρου 23
(1)(β), θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον. Τούτο προδιαγράφεται για όλες τις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 23 στην εξής επιφύλαξη: «Νοείται ότι το λόγο αυτό δικαιούται να επικαλεσθεί μόνο ο επί τη βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων δικαιούχος του δικαιώματος». Εάν, δε, η ανταπαίτηση βασίζεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 23 (ύπαρξη προγενεστέρων δικαιωμάτων), τότε η Εναγόμενη θα πρέπει να αποδείξει ότι εμπίπτει στους όρους της εξής επιφύλαξης: «Νοείται ότι το λόγο αυτό δικαιούται να επικαλεσθεί μόνο ο υποβάλλων την αίτηση ή ο δικαιούχος του συγκρουόμενου ανταγωνιστικού δικαιώματος ή αυτεπαγγέλτως ο Έφορος.». Όμως, η Εναγόμενη ουδέποτε ισχυρίσθηκε (και, σίγουρα, δεν απέδειξε) ότι έχει δικαιώματα επί του επίδικου σχεδίου ή επί του κατ' ισχυρισμόν ταυτόσημου ανταγωνιστικού σχεδίου. Είχα την ευκαιρία να ζητήσω διευκρινίσεις επί των ανωτέρω θέσεων των δύο πλευρών κατά τη δικάσιμο ημερ. 21.10.2015. Επικέντρωσα το ερώτημά μου στο θέμα του locus standi της Εναγόμενης, ως το έχει εγείρει ο συνήγορος της Ενάγουσας ανωτέρω. Η απάντηση του συνηγόρου της Εναγομένης επί του αυτού θέματος ήταν ότι «Η ιδιότητα του δικαιούχου, που προαπαιτείται για την επίκληση λόγου ακυρότητας, αναφέρεται μόνο σε σχέση με τις περιπτώσεις των παραγράφων (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ), (η). Για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 23 δεν υπάρχει επιφύλαξη ότι μπορεί να το επικαλεστεί μόνο ο δικαιούχος ή ο δημιουργός και εισηγούμαι ότι εάν ο Νομοθέτης ήθελε να θέσει τέτοιο περιορισμό και σε ό,τι αφορά τους λόγους στα αναφερόμενα στις παραγράφους (α) και (β) θα το έπραττε. Η ανταπαίτηση αφορά ακριβώς τις παραγράφους αυτές (α) και (β). Αυτό φαίνεται και από την ανάγνωση του άρθρου. Δεν υπάρχει επιφύλαξη στις παραγράφους (α) και (β).». Από την άλλη, ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα του Νόμου, ότι από σωρεία άρθρων του Νόμου φαίνεται ότι ο Νομοθέτης προστατεύει το δικαιούχο και/ή το δημιουργό ενός βιομηχανικού σχεδίου, εγγεγραμμένου ή μη, και ότι δεν θα πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε ερμηνεία a contrario στις παραγράφους (α) και (β). Εξέφρασε ο συνήγορος της Ενάγουσας την πεποίθηση ότι «δεν πρέπει να υπάρξει λανθασμένη ερμημεία του Νόμου σε σημείο που να επιτρέπει σε άτομα που παραδέχονται να έχουν αντιγράψει ένα σχέδιο, ν' αμφισβητήσουν και/ή να ακυρώσουν ένα εγγεγραμμένο βιομηχανικό σχέδιο. Οι δημιουργοί καινοτόμων βιομηχανικών σχεδίων πρέπει να προστατεύονται και να ενθαρρύνονται.». Εξέτασα με προσοχή όλα τα επιχειρήματα αμφοτέρων διαδίκων. Για τους λόγους που εξηγώ αναλυτικά πιο κάτω, καταλήγω να συμμερίζομαι τη νομική αντιμετώπιση του θέματος κατά τον τρόπο που εισηγήθηκε ο συνήγορος της Εναγομένης. Πρώτον, το γεγονός ότι ο Έφορος Εταιρειών ο οποίος προβαίνει στην εγγραφή ενός σχεδίου αποτελεί διοικητικό όργανο δεν προδιαγράφει αυτόματα την υπαγωγή της απόφασής του περί εγγραφής στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και' κατ΄επέκταση στο πεδίο της καθ' ύλην αρμοδιότητας ενός διοικητικού δικαστηρίου. Το κατά πόσον τέτοια απόφαση του Εφόρου υπάγεται στο δημόσιο ή το ιδιωτικό δίκαιο κρίνεται στη βάση του σκοπού που ο Νόμος ήθελε να εκπληρώσει αναθέτοντάς του τη συγκεκριμένη εξουσία και αρμοδιότητα και, εν προκειμένω, κρίθηκε ήδη δικαστικά ότι είναι στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου που προορίζεται να καταταχθεί η συγκεκριμένη λειτουργία του Εφόρου Εταιρειών, η οποία και δημιουργεί ιδιωτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αναφέρομαι ειδικότερα στην απόφαση ημερ. 18.11.2009, στην Προσφυγή αρ. 1299/2008, A.P.P. Plastics Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Τα γεγονότα στην εν λόγω υπόθεση είχαν ως εξής꞉ Στις 29/12/2005 ο Έφορος εξέδωσε στους αιτητές, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 17 του Νόμου (Ν. 4(Ι)/2002), το Πιστοποιητικό Καταχώρισης Βιομηχανικού Σχεδίου και Υποδείγματος με αρ. ΒΣΥ CY0095. Το εν λόγω πιστοποιητικό εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό ΒΣΥ 05/047, ημερ. 30/11/2005, στοιχεία της οποίας αίτησης δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 5/4/2006. Στις 20/6/2007 και στα πλαίσια παρόμοιας αίτησης (Αίτηση ΒΣΥ 07/005) που καταχωρήθηκε από το ενδιαφερόμενο μέρος (Elysee Αρδεύσεις Λτδ.) στις 7/3/2007 με τον ίδιο ακριβώς προσδιορισμό αντικειμένου με αυτό των αιτητών, ο Έφορος εξέδωσε παρόμοιο πιστοποιητικό στο ενδιαφερόμενο μέρος το οποίο έφερε το διακριτικό αριθμό ΒΣΥ CΥ0142. Στις 30/7/2008 καταχωρήθηκε προσφυγή με την οποία οι αιτητές ζητούσαν από το Δικαστήριο να διακηρύξει ότι «η διοικητική πράξη και/ή απόφαση των καθ'ων η Αίτηση ημερ. 20/6/2007, με την οποία ενέγραψαν, εξέδωσαν και κατοχύρωσαν πιστοποιητικό βιομηχανικού σχεδίου και υποδείγματος με αριθμό ΒΣΥ 0142, στο Ενδιαφερόμενο Μέρος και/ή οποιονδήποτε τούτων, είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, και θα έπρεπε να απορριφθεί και/ή ακυρωθεί. Απορρίπτοντας την προσφυγή, ο Α. Πασχαλίδης Δ. επεσήμανε τα εξής꞉ «Το κατά πόσο μια διοικητική απόφαση εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου, έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης σε πληθώρα υποθέσεων. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη σχετική επί του θέματος νομολογία είναι πως το πεδίο του δημόσιου δικαίου διακρίνεται από το ιδιωτικό δίκαιο ανάλογα με το σκοπό στον οποίο η νομοθεσία αποβλέπει και το ενδιαφέρον του κοινού στη συγκεκριμένη λειτουργία (Tamasos Tabacco Supplies & Co. v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407). Αν ο πρωταρχικός σκοπός της απόφασης είναι δημόσιου συμφέροντος, τότε η απόφαση εμπίπτει στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Αν όμως κύριος σκοπός της είναι ο καθορισμός αστικών δικαιωμάτων των πολιτών, τότε εμπίπτει στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. (Βλ. Antoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623 και την εκεί νομολογία που η απόφαση παραπέμπει). Έχει λεχθεί πως το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία η επίδικη απόφαση λήφθηκε εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, αλλά κατά πόσο η συγκεκριμένη απόφαση εξυπηρετεί ένα τέτοιο σκοπό. (Hellenic Bank Ltd. v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 481-486). Το γεγονός ότι μια απόφαση που λήφθηκε από όργανο ή αρχή κρίθηκε σαν απόφαση που εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, δεν εξυπακούει κατ' ανάγκη ότι και μια άλλη απόφαση που λήφθηκε από το ίδιο όργανο ή αρχή πάνω σε διαφορετική περιοχή διοικητικής δράσης εμπίπτει στην ίδια σφαίρα δικαίου. Αποφάσεις που λήφθηκαν από την ίδια αρχή ή όργανο μπορεί να εμπίπτουν είτε στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου και επομένως να υπόκεινται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είτε στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και να μην υπόκεινται σε αναθεώρηση. Εξαρτάται από το σκοπό που η συγκεκριμένη απόφαση τείνει να εξυπηρετήσει. Για μια ενδελεχή και ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του συγκεκριμένου θέματος παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στην Α.Ε. 169/2006, Altan Salih Niazi v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ημερομηνίας 14/4/2009. Επανερχόμενος στην υπό κρίση περίπτωση παρατηρώ τα πιο κάτω: Αυτά που προκύπτουν από τις πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων του Νόμου, είναι ουσιαστικά τα εξής: (α) Η ευθύνη για την κατάθεση της αίτησης για καταχώριση σχεδίου ή υποδείγματος βαρύνει αποκλειστικά τον καταθέτη. Το καθήκον του Εφόρου Εταιρειών περιορίζεται αποκλειστικά στον έλεγχο κατά πόσο η αίτηση από τυπικής πλευράς είναι κανονική και πλήρης και τα νενομισμένα τέλη έχουν καταβληθεί, (άρθρα 14
(5)και
(6)(α) του Νόμου). Εφόσον ο Έφορος ικανοποιηθεί επί τούτου, δεν έχει άλλη επιλογή από του να εγγράψει την αίτηση. Δεν υπέχει υποχρέωση να ελέγξει κατά πόσο πρόκειται για νέο σχέδιο ή αν το σχέδιο παρουσιάζει ατομικότητα (άρθρο 4 του Νόμου). Μόνο στην περίπτωση που ο Έφορος αρνηθεί να καταχωρίσει την αίτηση γιατί η αίτηση δεν είναι πλήρης μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία που θέτει για το σκοπό αυτό το άρθρο 14 του Νόμου, ο Έφορος υποχρεούται να αιτιολογήσει την άρνησή του (άρθρο 14
(6)(β) του Νόμου) και σε καμιά άλλη περίπτωση. (β) Ο Νόμος προνοεί για επίλυση της οποιασδήποτε διαφοράς που εγείρεται με αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο. Αν και ο Νόμος δεν καθορίζει ποιο είναι «το αρμόδιο δικαστήριο», αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει τη διαφορά. Και η ακύρωση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων έχουν αποκτηθεί και παραχωρηθεί επί του σχεδίου ή υποδείγματος από τον αποτυχόντα στην αγωγή διάδικο, επιτυγχάνεται μόνο με την καταχώριση της περίληψης της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης στο Μητρώο του Εφόρου και με κανένα άλλο τρόπο. Ακόμα και στην περίπτωση αποτυχόντα μεν πλην όμως καλόπιστου διάδικου, η εξουσία για διακανονισμό των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων που ο εν λόγω διάδικος απέκτησε από την καλόπιστη χρήση του σχεδίου ή υποδείγματος, παρέχεται στο δικαστήριο που εκδίκασε την αγωγή. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αμέσως πιο πάνω, αποφαίνομαι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και συνεπώς δεν υπόκειται στον αναθεωρητικό έλεγχο του παρόντος Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος.». Πέραν της νομικής κατάταξης των συγκεκριμένων αποφάσεων του Εφόρου στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, συμμερίζομαι πλήρως και την πιο πάνω ανάλυση ως παρατίθεται στις παραγράφους (α) και (β) της απόφασης του Α. Πασχαλίδη, Δ., ανωτέρω. Παράθεση των άρθρων 14
(5)
(6)και 17 του Νόμου, αποδεικνύει την ορθότητα της συγκεκριμένης προσέγγισης꞉ «14.-
(5)Η αίτηση, εφόσον πληροί τους όρους των εδαφίων
(1)και
(4), γίνεται δεκτή για κατάθεση. Τότε η κατάθεση της αιτήσεως θεωρείται κανονική, αλλά όχι πλήρης, η δε αίτηση εγγράφεται στο Βιβλίο Αιτήσεων.
(6)(α) Εντός τεσσάρων μηνών από την κατάθεση, ο καταθέτης οφείλει να συμπληρώσει τυχόν ελλείψεις, να διορθώσει τυχόν λάθη στη σύνταξη των εγγράφων και λοιπών δικαιολογητικών σύμφωνα με το εδάφιο
(2)και να καταβάλει το τέλος δημοσιεύσεως και το τυχόν τέλος αναβολής δημοσιεύσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 26. Κατόπιν αυτών η κατάθεση της αιτήσεως θεωρείται πλήρης· (β) Σε περίπτωση που η αίτηση δεν είναι πλήρης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ο Έφορος την απορρίπτει με αιτιολογημένη απόφαση· (γ) Ως ημερομηνία καταχωρήσεως της αιτήσεως θεωρείται η κατά το εδάφιο
(5)ημερομηνία κανονικής καταθέσεως της αιτήσεως.
(7)[.] 17.—
(1)Αν η αίτηση καταχωρήσεως σχεδίου ή υποδείγματος είναι από τυπικής πλευράς κανονική και πλήρης, σύμφωνα με τα εδάφια
(5)και
(6)του άρθρου 14, ο Έφορος χορηγεί, το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως, πιστοποιητικό καταχωρήσεως σχεδίου ή υποδείγματος, χωρίς προηγούμενο έλεγχο των όρων των άρθρων 4 και 5, με ευθύνη του καταθέτη.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Για χάριν πληρέστερης μελέτης του θέματος, έχω προβεί σε σύγκριση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 14, 17 και 23 του Νόμου με τις αντίστοιχες ή ανάλογες διατάξεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Θυμίζω ότι ο ημεδαπός Νόμος 4(Ι)/2002 θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 98/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 1998 για τη νομική προστασία σχεδίων και υποδειγμάτων" (ΕΕ L 289 της 28.10.1998, σ. 28). Η εν λόγω Οδηγία θεσπίστηκε από τον Ευρωπαΐο Νομοθέτη για να επιτύχει την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά την προστασία των σχεδίων και υποδειγμάτων, με απώτερο σκοπό να βοηθήσει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (βλ. αιτιολογική σκέψη
(3)του προοιμίου της Οδηγίας). Στο στάδιο θέσπισης της εν λόγω Οδηγίας, κρίθηκε ότι δεν ήταν απαραίτητο να επιχειρηθεί ολοκληρωτική προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών για τα σχέδια και υποδείγματα και ότι αρκούσε να περιοριστεί η προσέγγιση σε εκείνες τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις οι οποίες επηρεάζουν αμεσότερα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Με αυτό το πνεύμα, οι διατάξεις περί κυρώσεων, προσφυγών και επιβολής της νομοθεσίας αφέθηκε να ρυθμιστούν καθαρά σε εθνικό επίπεδο με βάση το εθνικό δίκαιο (βλ. την αιτιολογική σκέψη
(5)του Προοιμίου της Οδηγίας). Ειδικότερα, τα κράτη μέλη παρέμειναν ελεύθερα να καθορίσουν τις διαδικαστικές διατάξεις που αφορούν την καταχώριση, την ανανέωση και την ακύρωση των δικαιωμάτων επί των σχεδίων και υποδειγμάτων, καθώς και τις διατάξεις σχετικά με τις συνέπειες αυτής της ακυρότητας (βλ. την αιτιολογική σκέψη
(6)του Προοιμίου της Οδηγίας). Μέσα στο ίδιο πλαίσιο της Οδηγίας, δεν αποκλείστηκε η εφαρμογή ενός διαφορετικού συστήματος προστασίας από ένα κράτος μέλος σε άλλο όσον αφορά τα καταχωρημένα σχέδια ή υποδείγματα, καθώς επίσης όσον αφορά τα μη καταχωριμένα σχέδια και υποδείγματα, τον αθέμιτο ανταγωνισμό ή την αστική ευθύνη (βλ. την αιτιολογική σκέψη
(7)του προοιμίου της Οδηγίας). Έτσι, παρατηρώ ότι, μέσα στο πλαίσιο της Οδηγίας δεν συναντάται καμία διάταξη (με την οποία να μπορούν να αντιταχθούν οιδ ιατάξεις των άρθρων 14
(5)
(6)και 17 του Νόμου), η οποία να προσδιορίζει τη διαδικασία καταχώρησης των σχεδίων και υποδειγμάτων ή τη φύση και το εύρος του ελέγχου που ασκεί το όργανο στο οποίο ανατίθεται εντός του κράτους μέλους η εξουσία καταχώρησης τους. Αυτό εναποτίθεται στα κράτη μέλη. Την ίδια στιγμή, όμως, επισημάνθηκε από τον Ευρωπαίο νομοθέτη ότι, αν τα κράτη μέλη ενεργούν μεμονωμένα, δεν θα μπορέσουν να επιτύχουν ικανοποιητικά την επιδιωκομένη περιορισμένη προσέγγιση. Γι' αυτό και, αντίθετα προς την δικονομική και διαδικαστική ελευθερία και αυτονομία που αφέθηκε στα κράτη μέλη, κρίθηκε ότι τουλάχιστον οι όροι κτήσης δικαιώματος επί καταχωρημένου σχεδίου ή υποδείγματος πρέπει να είναι οι ίδιοι σε όλα τα κράτη μέλη και ότι προς το σκοπό αυτό χρειάζεται ενιαίος ορισμός της έννοιας των σχεδίων και υποδειγμάτων και των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να αποκτηθούν δικαιώματα επί καταχωριμένων σχεδίων και υποδειγμάτων (βλ. την αιτιολογική σκέψη
(9)του προοιμίου της Οδηγίας), ως επίσης των λόγων ακυρότητας της καταχώρησης τους. Ρυθμιστικό, εν προκειμένω, των λόγων ακυρότητας είναι το άρθρο 11 της Οδηγίας, με το οποίο θα πρέπει να αντιταχθεί το άρθρο 23 του Νόμου. Απαιτείται λοιπόν η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 23 του Νόμου κατά τρόπο ευθυγραμμισμένο και ομοιόμορφο με το γράμμα και πνεύμα του άρθρου 11 της Οδηγίας, το οποίο και παραθέτω꞉ «Άρθρο 11 Ακυρότητα ή απόρριψη της καταχώρισης
  1. Η αίτηση καταχώρισης σχεδίου ή υποδείγματος απορρίπτεται ή, αν αυτό έχει ήδη καταχωριθεί, το επ' αυτού δικαίωμα κηρύσσεται άκυρο, εφόσον: α) δεν πρόκειται για σχέδιο ή υπόδειγμα κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) 7 ή β) το σχέδιο ή υπόδειγμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 έως 7 ή γ) ο υποβάλλων την αίτηση ή ο κάτοχος του δικαιώματος επί του σχεδίου ή υποδείγματος δεν έχει σχετικό δικαίωμα σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους 7 ή δ) εάν το σχέδιο ή υπόδειγμα συγκρούεται με προηγούμενο σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο έχει διατεθεί στο κοινό μετά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης ή, εάν διεκδικείται προτεραιότητα, μετά την προτεραιότητα, και το οποίο προστατεύεται ήδη πριν από την εν λόγω ημερομηνία με καταχωριμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα ή αίτηση για καταχώριση κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος ή με καταχώριση σχεδίου ή υποδείγματος στο οικείο κράτος μέλος, ή με αίτηση για καταχώριση των σχετικών δικαιωμάτων.
  2. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέψουν ότι η καταχώριση σχεδίου ή υποδείγματος απορρίπτεται ή το τυχόν καταχωριθέν δικαίωμα ακυρώνεται, εφόσον: α) ένα διακριτικό σημείο χρησιμοποιείται σε μεταγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα και η κοινοτική νομοθεσία ή η νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους η οποία διέπει αυτό το διακριτικό σημείο παρέχει στο δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύει την εν λόγω χρήση 7 ή β) το σχέδιο ή υπόδειγμα συνιστά μη επιτρεπόμενη χρήση έργου το οποίο προστατεύεται βάσει της νομοθεσίας περί πνευματικής ιδιοκτησίας του οικείου κράτους μέλους 7 ή γ) το σχέδιο ή υπόδειγμα συνιστά ακατάλληλη χρήση οποιουδήποτε από τα είδη που απαριθμούνται στο άρθρο 6β της σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ή σημείων, εμβλημάτων και θυρεών εκτός εκείνων που καλύπτονται από το άρθρο 6β της εν λόγω σύμβασης και τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία από άποψη δημοσίου συμφέροντος στο οικείο κράτος μέλος.
  3. Το λόγο που προβλέπεται στην παράγραφο 1, στοιχείο γ), μπορεί να επικαλεσθεί μόνον o κάτοχος του δικαιώματος επί σχεδίου ή υποδείγματος σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους.
  4. Τους λόγους που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχείο δ) και στην παράγραφο 2, στοιχεία α) και β), μπορεί να επικαλεσθεί μόνον ο υποβάλλων την αίτηση ή ο κάτοχος του ανταγωνιστικού δικαιώματος.
  5. Τους λόγους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, στοιχείο γ), μπορεί να επικαλεσθεί μόνον το πρόσωπο ή ο φορέας τον οποίο αφορά η σχετική χρήση.
  6. Οι παράγραφοι 4 και 5 δεν θίγουν την ευχέρεια των κρατών μελών να προβλέπουν ότι και η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους μπορεί να επικαλείται αυτεπαγγέλτως τους λόγους που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχείο δ) και στην παράγραφο 2, στοιχείο γ).
  7. Εάν έχει απορριφθεί η αίτηση καταχώρισης σχεδίου ή υποδείγματος, ή έχει κηρυχθεί άκυρο το δικαίωμα, δυνάμει της παραγράφου 1, στοιχείο β), ή της παραγράφου 2, μπορεί να καταχωριθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα ή να διατηρηθεί το δικαίωμα σε τροποποιημένη μορφή, εάν με τη μορφή αυτή πληρούνται οι προϋποθέσεις προστασίας και διατηρείται η ταυτότητα του σχεδίου ή υποδείγματος. Η καταχώριση ή η διατήρηση σε τροποποιημένη μορφή μπορεί να περιλαμβάνει καταχώριση συνοδευόμενη από μερική παραίτηση εκ μέρους του κατόχου του δικαιώματος επί σχεδίου ή υποδείγματος, ή εγγραφή σε μητρώο σχεδίων και υποδειγμάτων δικαστικής απόφασης με την οποία κηρύσσεται η μερική ακυρότητα του σχεδίου ή υποδείγματος.
  8. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι, κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 7, οι λόγοι απόρριψης ή ακυρότητας της καταχώρισης οι οποίοι ισχύουν στο έδαφός του πριν από την μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό του δίκαιο εφαρμόζονται σε αιτήσεις καταχώρισης σχεδίων ή υποδειγμάτων υποβληθείσες πριν από την ημερομηνία αυτή, καθώς και στις συνακόλουθες καταχωρήσεις.
  9. Η ακυρότητα του δικαιώματος μπορεί να κηρυχθεί ακόμη και μετά την έκπτωση ή την παραίτηση απ' αυτό.» Έχω σημειώσει ανωτέρω με έμφαση (bold) τα μέρη του άρθρου 11 της Οδηγίας που χρειάζεται να συγκριθούν με τις επίμαχες διατάξεις του άρθρου 23 του Νόμου. Η περίπτωση του άρθρου 11
(1)(β) της Οδηγίας είναι αντίστοιχη με εκείνην του άρθρου 23
(1)(β) του Νόμου που επικαλείται στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη. Τα άρθρα 3 έως 7 της Οδηγίας ρυθμίζουν ότι και το άρθρο 4 του Νόμου, ήτοι τις προϋποθέσεις προστασίας (άρθρο 3), την έννοια του νεωτερισμού, ήτοι πότε ένα σχέδιο θεωρείται νέο (άρθρο 4), την έννοια της ατομικότητας του σχεδίου (άρθρο 5), την έννοια της γνωστοποίησης, ήτοι πότε ένα σχέδιο θεωρείται ότι έχει διατεθεί στο κοινό (άρθρο 6) και την έννοια των «υπαγορευόμενων από την τεχνική τους λειτουργία» σχεδίων ή υποδειγμάτων, για τα οποία η καταχώρηση δεν παρέχει προστασία (άρθρο 7). Παρεμβάλλω εδώ ότι το άρθρο 4 του Νόμου καλύπτει όλα όσα αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 6 της Οδηγίας, όχι όμως εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 7 της Οδηγίας, τα οποία ενσωματώθηκαν στο άρθρο 6 του Νόμου αντί στο άρθρο 4 αυτού. Συνεπώς, φαίνεται πως η ανάγνωση του Νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς τις πρόνοιες της Οδηγίας, απαιτεί να ληφθούν υπόψη, στο πλαίσιο του άρθρου 23
(1)(β) του Νόμου, και οι διατάξεις του άρθρου 6. Ενδιαφέρον προκαλεί ο σαφής τρόπος με τον οποίο ο Ευρωπαίος Νομοθέτης επέλεξε να προσδιορίσει στο άρθρο 11
(3)
(4)
(5)ποιος έχει locus standi για να διεκδικεί την ακυρότητα ενός καταχωρημένου σχεδίου ή υποδείγματος. Με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το άρθρο 11
(3)
(4)
(5), επιβεβαιώνεται, κατά την εκτίμησή μου, η ορθότητα της εισήγησης του συνηγόρου της Εναγομένης ότι για την περίπτωση του άρθρου 23
(1)(β) του Νόμου, που αντιστοιχεί στην περίπτωση του άρθρου 11
(1)(β) της Οδηγίας, δεν εφαρμόζεται καμία επιφύλαξη ή όρος για locus standi. Δεν προδιαγράφεται μία συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων η οποία να δύναται να επικαλεστεί τους λόγους ακυρότητας λόγω μη τήρησης των άρθρων 3 έως 7 της Οδηγίας που αντιστοιχούν προς τα άρθρα 4 και 6 του Νόμου. Με το ζήτημα νομιμοποίησης της Εναγόμενης να επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 23
(1)(β) του Νόμου να έχει ξεκαθαρίσει στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον η άσκηση αυτού του δικαιώματος στο πλαίσιο ανταπαίτησης είναι νομικά ορθή. Τούτο δεν ρυθμίζεται από την Οδηγία. Ωστόσο, κρίνω πως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί, κατ' αναλογίαν, από την ερμηνεία που έχει αποδώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (Ε.Ε. 2002, L.3, σ.1). Λέγω τούτο έχοντας κατά νου ότι, στην αιτιολογική σκέψη
(9)του Προοιμίου του εν λόγω Κανονισμού, αναφέρεται ρητά ως στόχος του Ευρωπαίου Νομοθέτη η ευθυγράμμιση των ουσιαστικών διατάξεων του εν λόγω Κανονισμού με τις αντίστοιχες διατάξεις της Οδηγίας.[6] Ο στόχος αυτός συνάδει και με την αιτιολογία θέσπισης του Ευρωπαίκού Κανονισμού, όπως αποκαλύπτεται στις αιτιολογικές σκέψεις
(1)έως
(4)του Προοιμίου του κανονισμού αυτού. Συγκεκριμένα, εκεί αναφέρεται ότι, ο Ευρωπαίος Νομοθέτης έκρινε ότι, ο περιορισμός της προστασίας των σχεδίων ή υποδειγμάτων στο έδαφος των διαφόρων κρατών μελών στη βάση των εθνικών τους νομοθεσιών, ανεξάρτητα αν είχε επέλθει προσέγγιση των νομοθεσιών τους ή όχι, διά της ενσωμάτωσης της Οδηγίας στις εθνικές νομοθεσίες, οδηγούσε σε κατάτμηση της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά προϊόντα που ενσωμάτωναν σχέδια ή υποδείγματα τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο προστασίας μόνο σε εθνικό επίπεδο, στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους καταχώρησής τους. Προς αποφυγή της κατάτμισης της εμπορικής αγοράς στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της συνεπαγόμενης στρέβλωσης των συνθηκών ανταγωνισμού στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, που επικρατούσαν ενόσω υπήρχε προστασία των σχεδίων και υποδειγμάτων μόνο σε εθνικό επίπεδο, στη βάση ξεχωριστών νομοθεσιών που τύγχαναν εφαρμογής μόνο στην εδαφική επικράτεια του κάθε κράτους μέλους ξεχωριστά, θεσπίστηκε ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός και δημιουργήθηκε η έννοια των Κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων. Με τον Κανονισμό αυτό καθιερώθηκε ένα ενιαίο σύστημα προστασίας των σχεδίων και υποδειγμάτων που θα καταχωρούνταν ως κοινοτικά, με ομοιόμορφα αποτελέσματα στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ως αναφερόταν τότε). Συγχρόνως, με τον ίδιο Κανονισμό καθιερώθηκε ένα κοινό σύστημα προστασίας των μη καταχωρημένων σχεδίων και υποδειγμάτων. Παρατηρώ ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προβλέπει ρητά για τη δυνατότητα καταχώρισης ανταγωγής με αξίωση την ακύρωση καταχωρημένου κοινοτικού σχεδίου από τον τρίτο εναντίον του οποίου εγείρεται αγωγή για απομίμηση του εν λόγω κοινοτικού σχεδίου. Ειδικότερα, ο τίτλος IX του κανονισμού, με τίτλο «Δικαιοδοσία και διαδικασία σε αγωγές που αφορούν κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα», περιέχει μεταξύ άλλων το τμήμα 2, με τίτλο «Διαφορές σχετικά με την παραποίηση/απομίμηση και με την ακυρότητα των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων», που περιλαμβάνει τα άρθρα 80 έως 92 του κανονισμού. Κατά το γράμμα του άρθρου 81 του κανονισμού: «
  1. Τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία: «α) επί αγωγών [για] παραποίηση/απομίμηση και —αν επιτρέπεται βάσει του εθνικού δικαίου— αγωγών για επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, β) επί αγωγών για τη διαπίστωση μη παραποίησης/απομίμησης κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων, αν επιτρέπεται βάσει του εθνικού δικαίου, γ) επί αγωγών περί ακυρότητας ενός μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, δ) επί ανταγωγών περί ακυρότητας ενός κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, οι οποίες ασκούνται στο πλαίσιο των αγωγών βάσει του στοιχείου α΄.». Το άρθρο 85 του κανονισμού, με τίτλο «Τεκμήριο εγκυρότητας — Αντίκρουση επί της ουσίας», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής: «Στις διαδικασίες που απορρέουν από αγωγές παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλούμενης παραποίησης/απομίμησης καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, τα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων θεωρούν το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έγκυρο. Το κύρος αμφισβητείται μόνον με ανταγωγή περί ακυρότητας. Παρά ταύτα, η ένσταση περί ακυρότητας του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, η οποία υποβάλλεται με άλλο τρόπο πλην της ασκήσεως ανταγωγής, είναι παραδεκτή μόνον στον βαθμό που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα θα μπορούσε να κηρυχθεί άκυρο λόγω υπάρξεως προγενέστερου δικαιώματός του βάσει του εθνικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Διαφωτιστική όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω είναι η απόφαση του ΔΕΕ της 16ης Φεβρουαρίου 2012 στην υπόθεση C‑488/10, Celaya Emparanza y Galdos Internacional SA κατά Proyectos Integrales de Balizamiento SL. Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης συνοψίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Δικαστηρίου (Διαφορά της κύριας δίκης)꞉ «25 Η Cegasa είναι δικαιούχος του καταχωρισθέντος υπό τον αριθ. 000421649-0001 κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος αποτελούμενου από σηματοδοτούμενο οριοδείκτη προοριζόμενο για την οδική σήμανση. Το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα κατατέθηκε ενώπιον του ΓΕΕΑ στις 26 Οκτωβρίου 2005 και δημοσιεύθηκε στο μητρώο των κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων στις 13 Δεκεμβρίου
  2. 26 Στα τέλη του 2007 η PROIN έθεσε σε κυκλοφορία τον σηματοδοτούμενο οριοδείκτη H-
  3. Εκτιμώντας ότι ο οριοδείκτης αυτός δεν δημιουργούσε διαφορετική συνολική εντύπωση από αυτήν του καταχωρισμένου υπό τον αριθ. 000421649-0001 κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, η Cegasa ζήτησε εξωδίκως από την PROIN να παύσει την απομίμηση τον Ιανουάριο του
  4. Η τελευταία αρνήθηκε την απομίμηση αλλά, πάντως, δεσμεύθηκε να τροποποιήσει το σχέδιό της. Τον Μάρτιο του 2008 η Cegasa επανέλαβε ενώπιον της PROIN το αίτημά της να παύσει την απομίμηση. 27 Στις 11 Απριλίου 2008 η PROIN κατέθεσε ενώπιον του ΓΕΕΑ αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος αποτελουμένου από σηματοδοτούμενο οριοδείκτη προοριζόμενο για την οδική σήμανση. Tο εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα δημοσιεύθηκε στο μητρώο των κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων στις 7 Μαΐου 2008 με τον αριθμό 000915426-
  5. 28 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο κυλινδρικός οριοδείκτης που έθεσε σε κυκλοφορία η PROIN αποτελεί αναπαραγωγή του καταχωρισμένου υπό τον αριθ. 000421649-0001 κοινοτικού σχεδίου ή υπομνήματος της Cegasa, στο μέτρο που ο συγκεκριμένος οριοδείκτης δεν προκαλεί στον ενήμερο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση από αυτήν που προκαλεί το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα. Διευκρινίζει ότι, πάντως, η Cegasa δεν υπέβαλε αίτηση ακυρότητας του καταχωρισμένου υπό τον αριθ. 000915426-001κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. 29 Αντιθέτως, η Cegasa άσκησε ενώπιον του Juzgado de lo Mercantil n°1 de Alicante y n°1 de Marca Comunitaria αγωγή για παραποίηση/απομίμηση καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, ισχυριζόμενη ότι η προσφορά, η προώθηση των πωλήσεων, η διαφήμιση, η αποθήκευση, η εμπορία και η διανομή του οδικού σήματος H-75 από την PROIN συνιστούν προσβολή των δικαιωμάτων που της αναγνωρίζει ο κανονισμός ως δικαιούχου του καταχωρισμένου υπό τον αριθ. 000421649-0001 κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. 30 Κατά της εν λόγω αγωγής για παραποίηση/απομίμηση η PROIN άσκησε ανταγωγή. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Cegasa δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή για παραποίηση/απομίμηση του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματός της, στο μέτρο που ο τεθείς σε κυκλοφορία από την PROIN σηματοδοτούμενος οριοδείκτης αποτελεί αναπαραγωγή κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος το οποίο επίσης είναι καταχωρισμένο. Υποστήριξε ως εκ τούτου ότι, ενόσω η εν λόγω καταχώριση δεν έχει ακυρωθεί, ο δικαιούχος του έχει δικαίωμα χρήσεως βάσει του κανονισμού, οπότε η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος δεν μπορεί να θεωρηθεί παραποίηση/απομίμηση.». Διερμηνεύοντας τα πιο πάνω άρθρα, το ΔΕΕ παρατήρησε τα εξής στις παρα. 47 και 48 της προμνησθείσας απόφασής του στην υπόθεση C‑488/10꞉ «47 Όσον αφορά, αφενός, τις αγωγές για παραποίηση/απομίμηση, το άρθρο 81 του κανονισμού απονέμει στα δικαστήρια κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση των διαφορών αυτών. Στο πλαίσιο των αγωγών αυτών, τα εν λόγω δικαστήρια εξετάζουν μόνον αν έχει προσβληθεί το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως που ο κανονισμός παρέχει στον δικαιούχο καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. 48 Όσον αφορά, αφετέρου, τα αιτήματα ακυρότητας των καταχωρισμένων κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων, ο κανονισμός έχει επιλέξει το συγκεντρωτικό σύστημα επεξεργασίας τους από το ΓΕΕΑ, στο πλαίσιο του οποίου όμως η αρχή αυτή μετριάζεται από τη δυνατότητα των δικαστηρίων κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων να εκδικάζουν ανταγωγές ακυρότητας καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος κατόπιν ασκήσεως αγωγής για παραποίηση/απομίμηση ή για επαπειλουμένη παραποίηση/απομίμηση.». Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξής πτυχή της ανάλυσης του ΔΕΕ꞉ ότι το δικαίωμα ενός τρίτου προσώπου να αμφισβητεί με ανταγωγή την εγκυρότητα του σχεδίου συσχετίζεται με το γεγονός ότι κατά την καταχώρηση του σχεδίου η διοικητική αρχή που το εγγράφει δεν διεκπεραιώνει ουσιαστικό έλεγχο των κριτηρίων δεκτότητας προστασίας του σχεδίου, παρά μόνον έλεγχο ορισμένων τυπικών προϋποθέσεων. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ στην προμνησθείσα υπόθεση «41 Στο πλαίσιο αυτό, και όπως ο γενικός εισαγγελέας παρατήρησε στα σημεία 32 και 33 των προτάσεών του, επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της διαδικασίας καταχωρίσεως των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων που καθιερώνει ο κανονισμός. 42 Πράγματι, δυνάμει της διαδικασίας αυτής, η οποία διέπεται από τα άρθρα 45 έως 48 του κανονισμού, το ΓΕΕΑ εξετάζει αν η αίτηση είναι σύμφωνη με τις αφορώσες την κατάθεση τυπικές προϋποθέσεις, όπως αυτές προβλέπονται από τον κανονισμό. Αν η αίτηση πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις, ανταποκρίνεται στον ορισμό του σχεδίου ή υποδείγματος που προβλέπει το άρθρο 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού και δεν είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, το ΓΕΕΑ, εγγράφοντας την αίτηση στο μητρώο των κοινοτικών σχεδίων ή υποδειγμάτων, χαρακτηρίζει το αιτούμενο ως καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα. 43 Επομένως, πρόκειται για διεκπεραιωτικό έλεγχο τυπικής κυρίως φύσεως, ο οποίος, όπως αναφέρεται στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, δεν απαιτεί εξέταση επί της ουσίας η οποία αποβλέπει να προσδιορίσει πριν από την καταχώριση εάν το σχέδιο ή υπόδειγμα πληροί τους όρους προστασίας και ο οποίος, εξάλλου, αντίθετα προς τη διαδικασία καταχωρίσεως κατά τον κανονισμό 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1), δεν προβλέπει φάση παρέχουσα στον δικαιούχο προγενεστέρου καταχωρισμένου σχεδίου ή υποδείγματος τη δυνατότητα να εναντιωθεί στην καταχώριση.». Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι η έννοια του «τρίτου» κατά του οποίου δύναται να στραφεί η αγωγή, ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ κατά τρόπο ελαστικό. Το σκεπτικό του αναδιπλώνεται στις παρα. 32 έως 35 της απόφασής του στην υπόθεση C‑488/10꞉ «32 Προκαταρκτικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός δεν περιέχει διάταξη προβλέπουσα ρητώς τη δυνατότητα του δικαιούχου προγενεστέρου καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος να ασκήσει αγωγή για παραποίηση/απομίμηση κατά του δικαιούχου μεταγενεστέρου καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. 33 Επιβάλλεται πάντως η διαπίστωση ότι το γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν διακρίνει ανάλογα με το αν ο τρίτος είναι ή δεν είναι δικαιούχος καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. 34 Επομένως, κατά το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχει στον δικαιούχο του το αποκλειστικό δικαίωμα να το χρησιμοποιεί και να απαγορεύει σε «οιονδήποτε τρίτο» τη χρήση του χωρίς τη δική του συγκατάθεση. 35 Ομοίως, το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού εξαγγέλλει ότι η προστασία που παρέχει το κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα εκτείνεται σε «οποιοδήποτε σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο δεν προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση». Κατέληξε το ΔΕΕ να δίδει, στην παρα. 52 της προμνησθείσας απόφασής του, την εξής ερμηνεία στην έννοια του όρου «τρίτος»꞉ «52 Κατόπιν των προεκτεθέντων συλλογισμών, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαφοράς με αντικείμενο την προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος που παρέχει καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, το δικαίωμα απαγορεύσεως σε τρίτους να χρησιμοποιούν το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα εκτείνεται σε κάθε τρίτον ο οποίος χρησιμοποιεί σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο δεν προκαλεί στον ενήμερο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση, περιλαμβανομένου του τρίτου δικαιούχου μεταγενεστέρου καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος.». Από την πιο πάνω παρα. 52 της απόφασης του ΔΕΕ οδηγούμαι στην εκτίμηση ότι εφόσον η έννοια του «τρίτου» κατά του οποίου δύναται να ασκηθεί αγωγή για παραποίηση ή απομίμηση του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος εκτείνεται σε κάθε τρίτο πρόσωπο που το χρησιμοποιεί, είτε είναι δικαιούχος άλλου ή ταυτόσημου καταχωρημένου σχεδίου είτε όχι, είναι λογικό να δοθεί αντίστοιχα διασταλτική ερμηνεία στον «τρίτον» ο οποίος δύναται να ασκήσει ανταγωγή για να ισχυρισθεί ακυρότητα του επίδικου σχεδίου ή υποδείγματος επικαλούμενος ότι το σχέδιο δεν ήταν επιδεκτικό προστασίας. Υπό το φως όλης της προεκτεθείσας νομικής ανάλυσης στην οποία προέβηκα βάσει του Ευρωπαϊκού Δικαίου, καταλήγω να θεωρώ εύλογη και βάσιμη τη νομική εισήγηση του συνήγορου της Εναγόμενης, την οποία εκείνος στήριξε επί των ακόλουθων αποσπασμάτων από αγγλικά συγγράμματα꞉ · Πρώτον, στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 15th Edition, Vol. 2, 2004, όπου στη σελίδα 1026 κάτω από τον τίτλο "Section 67: Designs" αναφέρονται τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές του συνηγόρου): «67-14 Pre- and post- Directive registered designs. Generally the defendant disputes validity. When he does so, he normally counterclaims for rectification of the design registration. Whenever validity is disputed the defendant must serve separate "Grounds of Invalidity" to validity (see Practice Direction - Patents and other intellectual property claims, para 11.2) and, where he counterclaims, this must be served on the Comptroller of Patents who may take such part in the proceedings as he thinks fit (see the Registered Designs Act 1949, s.20
(3)and Practice Direction - Patents and other intellectual property claims, para. 11.2.4). Normally she does no more than write to the defendant indicating that she does not intend to appear but, if any order other than that sought in the pleading is proposed, she would wish to be informed of the proposed order in case she has any views thereon. It used to be the case that a plea that features variants common in the trade did not need to be particularized further (Scripto v. Tallon [1960] R.P.C. 262), but this is unlikely to have been the law for some time, even before the CPR. Where prior user is pleaded, proper particulars are necessary (Stratford Auto Components v. Britax [1961] R.P.C. 197, also Practice Direction - Patents and other intellectual property claims, para. 11.4.2)." · Δεύτερον, στο σύγγραμμα Atkin's Encyclopaedia of Court Forms in Civil Proceedings, 2nd Edition, Vol. 12
(2), 2001, όπου στη σελίδα 326, κάτω από τον τίτλο "G. Registered Designs - 2: Registration, validity, rectification" αναφέρονται τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι του συνηγόρου): "If an action for infringement is pending, application for rectification of the register may be made by counterclaim. A defendant who counterclaims for rectification must, within the time limited for service of the counterclaim, serve a copy of the counterclaim on the registrar, who is entitled to take such part in the action as he may think fit (although he is not required, unless so ordered by the court or a judge, to serve a defence or other pleading). Particular of objections to the validity of the registration should be served with the counterclaim. It has not been established whether a defendant in an infringement action who wishes to raise the defence of invalidity must counterclaim for rectification as well as alleging invalidity as a matter of defence, but the established practice is to counterclaim in all such cases." · Τρίτον, στο σύγγραμμα Russel - Clarke and Howe on Industrial Designs, 18th Edition, όπου στη σελίδα 335 αναφέρονται τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας): "No special steps need to be taken by a defendant who challenges the existence or validity of a copyright or UK unregistered design right, beyond putting in issue the allegations of subsistence in his pleadings. However, when the validity of a UK registered design is challenged, a special procedure applies. A defendant who puts in issue the validity of a registered design may counterclaim for an order that the register be rectified by cancelling or varying the entry relating to the design. The former rules of court appeared to allow a defendant the option of disputing validity without counterclaiming for rectification; but in practice this was virtually never done and indeed would present the court with a serious difficulty if it were to make a finding of invalidity. It is open to question whether it is even possible to challenge the validity of a registered design by way of defence only (i.e. without seeking rectification of the register) because the wording of the Act appears to confer exclusive rights on the design so long as it is on the register. Most applications to rectify are made by defendants in response to being sued on a registered design, but a freestanding application may be made to one on the courts having jurisdiction over registered designs." Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δύναμαι στο πλαίσιο της εγερθείσας στην παρούσα υπόθεση ανταπαίτησης να αναλάβω τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 23
(1)(β) του Νόμου για κήρυξη τυχόν ακυρότητας της καταχώρησης του επίδικου σχεδίου. Όσον αφορά τις θεραπείες που δύναμαι να αποδώσω σε περίπτωση επιτυχίας της βάσης της ανταπαίτησης, παρατηρώ ότι, με βάση το υφιστάμενο λεκτικό του άρθρου 23
(1)(β) σε συνδυασμό με το άρθρο 23
(2), προκύπτει ότι αν το Δικαστήριο διαπιστώσει την πλήρη ακυρότητα του σχεδίου ή υποδείγματος, δεν προβλέπεται να γίνει καμία περαιτέρω καταχώρηση της δικαστικής αποφάσεως στο Μητρώο για διόρθωση αυτού. Μόνο σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει σε μερική ακυρότητα, προβλέπεται η εγγραφή της δικαστικής αποφάσεως περί μερικής ακυρότητας στο Μητρώο. Παραθέτω το άρθρο 23
(2)꞉ «23
(2)Εάν έχει απορριφθεί η αίτηση καταχωρήσεως σχεδίου ή υποδείγματος, ή έχει κηρυχθεί άκυρο το δικαίωμα δυνάμει μίας εκ των παραγράφων (β), (στ), (ζ) ή (η) του εδαφίου
(1), μπορεί να καταχωρηθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα ή να διατηρηθεί το δικαίωμα σε τροποποιημένη μορφή, εάν με τη μορφή αυτή πληρούνται οι προϋποθέσεις προστασίας και διατηρείται η ταυτότητα του σχεδίου ή υποδείγματος. Η καταχώρηση ή η διατήρηση σε τροποποιημένη μορφή μπορεί να περιλαμβάνει καταχώρηση συνοδευόμενη από μερική παραίτηση εκ μέρους του δικαιούχου του δικαιώματος επί σχεδίου ή υποδείγματος, ή εγγραφή στο Μητρώο της δικαστικής αποφάσεως, με την οποία κηρύσσεται η μερική ακυρότητα του σχεδίου ή υποδείγματος.». Κατά την ταπεινή μου κρίση, βεβαίως, καλό θα ήταν να αναθεωρήτο από το Νομοθέτη το άρθρο 13 του Νόμου (Μητρώο - Αρχείο, Βιβλίο Αιτήσεων), έτσι ώστε στην παρα. (α)(ii) να εισαχθεί αναφορά και σε καταχώρηση στο Μητρώο δυνάμει του άρθρου 23
(2), οποιασδήποτε απόφασης ακυρότητας είτε αυτή αφορά πλήρη είτε αφορά μερική ακυρότητα. Προχωρώ επί της ουσίας της υπόθεσης. Στ. Το βάρος της απόδειξης. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, σε μία αγωγή ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Με δεδομένο το τεκμήριο εγκυρότητας της καταχώρησης του σχεδίου που θεσπίζει ο Νόμος, το μόνο που έχει να αποδείξει η Ενάγουσα, ως κατά τεκμήριο δικαιούχος, είναι το γεγονός ότι το επίμαχο προϊόν της Εναγομένης αποτελεί αντίγραφο ή απομίμηση του εγγεγραμμένου σχεδίου και ότι από την χρήση του απορρέει η ζημιογόνα για την ίδια παραβίαση των δικαιωμάτων της. Τα πιο πάνω είναι ορθό να διαβάζονται, όσον αφορά υποθέσεις ισχυριζόμενης απομίμησης ή αντιγραφής καταχωρημένου ή μη καταχωρημένου σχεδίου ή υποδείγματος, υπό το φως της απόφασης του ΔΕΕ, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση C-479/12, H. Gautzsch Groβhandel GmbH & Co. KG κατά Münchener Boulevard Möbel Joseph Duna GmbH. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφασή του της 13ης Φεβρουαρίου 2014꞉ «44 Κατά συνέπεια, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 6/2002 έχει την έννοια ότι απόκειται στον δικαιούχο του προστατευόμενου σχεδίου ή υποδείγματος να αποδείξει ότι η αμφισβητούμενη χρήση απορρέει από αντίγραφο του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος. Εντούτοις, εάν το δικαστήριο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων διαπιστώσει ότι το γεγονός ότι ο εν λόγω δικαιούχος φέρει το βάρος αποδείξεως ενδέχεται να καταστήσει αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή τη διεξαγωγή της αποδείξεως, οφείλει, προς διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της αποτελεσματικότητας, να χρησιμοποιήσει όλα τα δικονομικά μέσα που του παρέχει το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δυσκολία αυτή, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των κανόνων εσωτερικού δικαίου οι οποίοι προβλέπουν αντιστροφή ή ελάφρυνση του βάρους αποδείξεως.». Σχετική επί του ιδίου θέματος, όσον ειδικότερα αφορά τα μη καταχωρημένα σχέδια είναι η απόφαση του ΔΕΕ της 19ης Ιουνίου 2014 στην υπόθεση C‑345/13, Karen Millen Fashions Ltd κατά Dunnes Stores, Dunnes Stores (Limerick) Ltd). Από την άλλη η Εναγόμενη έχει το βάρος να αποδείξει τους λόγους ακυρότητας της καταχώρησης του σχεδίου που επικαλείται. Ειδικότερα, στην ίδια εναπόκειται να αποδείξει ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα της Ενάγουσας - (α) δεν ήταν νέο, (β) δεν παρουσίαζε ατομικότητα, και (γ) δεν είχε καταχωρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Για να αποδείξει το (α) ανωτέρω, η Εναγόμενη οφείλει να αποδείξει ότι κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρήσεως του επίδικου σχεδίου (αυτός είναι ο ουσιώδης χρόνος), είχε ήδη γίνει γνωστό στο κοινό ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα. Υπενθυμίζω συναφώς ότι κατά το άρθρο 4 του Νόμου, λογίζονται ως ταυτόσημα τα σχέδια ή υποδείγματα, τα χαρακτηριστικά των οποίων διαφέρουν μόνο ως προς επουσιώδεις λεπτομέρειες. Για να αποδείξει το (β) ανωτέρω, η Εναγόμενη οφείλει να αποδείξει ότι το επίδικο σχέδιο ή υπόδειγμα της Ενάγουσας στερείται ατομικότητας, εφόσον η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη δεν διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω χρήστη κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο έχει γίνει γνωστό στο κοινό πριν από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως για καταχώρηση. Σημειώνω ότι, κατά το άρθρο 4 του Νόμου, προκειμένου να εκτιμηθεί η ατομικότητα, λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου η υποδείγματος. Τέλος, εφόσον η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι η καταχώρηση του επίδικου σχεδίου δεν δύναται να του παράσχει προστασία για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 6
(2)
(3)του Νόμου, σε αυτήν εναπόκειται να αποδείξει ότι τα χαρακτηριστικά της εμφανίσεως του επίδικου προϊόντος της Ενάγουσας, υπαγορεύονται αποκλειστικά από την τεχνική του λειτουργία ή ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά του είναι τέτοια που πρέπει υποχρεωτικώς να αναπαραχθούν με την ακριβή μορφή και τις διαστάσεις τους, ώστε το προϊόν στο οποίο ενσωματώνεται ή εφαρμόζεται το σχέδιο ή υπόδειγμα να μπορεί να συνδεθεί μηχανικά με άλλο προϊόν ή να τοποθετηθεί μέσα, γύρω ή επάνω σε άλλο προϊόν, ώστε καθένα από αυτά να μπορεί να επιτελεί τη λειτουργία του. Z. Εξειδικευμένη ορολογία και ερμηνεία αυτής. Επειδή η πιο πάνω αναφερόμενη ορολογία του Νόμου προέρχεται από τις διατάξεις της Οδηγίας με την οποία εναρμονίζεται, και επειδή ταυτόσημες διατάξεις χρησιμοποιούνται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό, κρίνω σκόπιμο να προβώ εδώ σε μια, κατά το δυνατό, σύντομη αναφορά σε νομολογία του ΔΕΕ, που τις ερμηνεύει. Την εν λόγω ερμηνεία θα λάβω υπόψη κατά την αξιολόγηση της προσφερθείσας στην παρούσα υπόθεση μαρτυρίας. Διαφωτιστική για την έννοια του όρου «διάθεση στην αγορά» είναι η απόφαση του ΔΕΕ της 13ης Φεβρουαρίου 2014 στην υπόθεση C-479/12, H. Gautzsch Groβhandel GmbH & Co. KG κατά Münchener Boulevard Möbel Joseph Duna GmbH, η οποία αφορούσε σε κιόσκια. Από τις σκέψεις 26 έως 29 της εν λόγω απόφασης συνάγεται ότι: · Η χρήση στο εμπόριο εκλαμβάνεται ως τρόπος διαδόσεως στο κοινό. · Επιβάλλεται να λαμβάνεται υπόψη η «συνήθης πορεία των επιχειρηματικών εργασιών» προκειμένου να εκτιμάται κατά πόσον τα γεγονότα που συνιστούν διάθεση θα μπορούσαν ευλόγως να καταστούν γνωστά στους ειδικευμένους κύκλους. · Οι ειδικευμένοι κύκλοι περιλαμβάνουν όχι μόνον τους εμπόρους που συμμετείχαν στη δημιουργία του επίμαχου προϊόντος, αλλά γενικότερα σε εμπόρους του συγκεκριμένου κλάδου. · Το ζήτημα είναι πραγματικό και η απάντηση σε αυτό εξαρτάται από την αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υποθέσεως. Διαφωτιστική για την έννοια του νεωτερισμού και της ατομικότητας ενός προϊόντος σε σύγκριση με το αν αυτό προϋπήρχε στην αγορά είναι η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C‑345/13, Karen Millen Fashions Ltd, η οποία αφορούσε στον κλάδο ένδυσης. Όσον αφορά το νεωτερισμό λήφθηκε εκεί υπόψη ότι είναι απαραίτητο να επιτρέπεται στο δημιουργό να δοκιμάζει στην αγορά προϊόντα που ενσωματώνουν το σχέδιο ή υπόδειγμα, πριν αποφασίσει αν επιθυμεί την προστασία που παρέχεται από την κοινοτική καταχώρηση. Για τον σκοπό αυτό, η γνωστοποίηση του σχεδίου ή υποδείγματος, στην οποία προβαίνει ο δημιουργός κατά το δωδεκάμηνο που προηγείται της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης για καταχώριση, δεν θα πρέπει να επηρεάζουν την αξιολόγηση του νεωτερισμού ή του ατομικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου σχεδίου ή υποδείγματος. Όσον αφορά την ατομικότητα, από τις σκέψεις 23 έως 35 της εν λόγω απόφασης συνάγεται ότι: · Η εκτίμηση του ατομικού χαρακτήρα ορισμένου σχεδίου ή υποδείγματος πρέπει να γίνεται σε σύγκριση με ένα ή περισσότερα σχέδια ή υποδείγματα τα οποία είναι επακριβώς καθορισμένα, εξατομικευμένα, συγκεκριμένα και προσδιορισμένα μέσα στο σύνολο των σχεδίων ή υποδειγμάτων που έχουν προηγουμένως διατεθεί στο κοινό. · Ο ενημερωμένος χρήστης, εφόσον τούτο είναι δυνατό, θα προβεί σε άμεση σύγκριση των επίμαχων σχεδίων ή υποδειγμάτων με εξατομικευμένα και συγκεκριμένα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα. · Εάν η άμεση σύγκριση είναι αδύνατη ή ασυνήθης στον οικείο τομέα, ιδίως λόγω ειδικών συνθηκών ή λόγω των χαρακτηριστικών των αντικειμένων που απεικονίζουν το προγενέστερο σήμα και το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα είναι δυνατόν να υπάρξει έμμεση σύγκριση με βάση την ατελή ανάμνηση της συνολικής εντυπώσεως που προκαλούν τα συγκεκριμένα σχέδια ή υποδείγματα και όχι με βάση την εντύπωση του προκαλεί συνδυασμός μεμονωμένων στοιχείων αντλούμενων από περισσότερα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα. Όσον αφορά την έννοια του όρου «ενημερωμένος χρήστης» διαφωτιστική είναι οι απόφαση του ΔΕΕ στις υποθέσεις C‑101/11 P και C‑102/11 Neuman κ.λπ. κατά José Manuel Baena Grupo,P, Συλλογή 2012, σ.641, σκέψεις 53 -
  1. Λέχθηκε εκεί ότι η έννοια αυτή πρέπει να νοηθεί ως ενδιάμεση έννοια μεταξύ εκείνης του μέσου καταναλωτή που απαντά στο δίκαιο των σημάτων, από τον οποίο δεν απαιτείται καμία ειδική γνώση και ο οποίος, κατά κανόνα, δεν προβαίνει σε άμεση σύγκριση των συγκρουόμενων σημάτων, και του ειδικού του κλάδου, ο οποίος διαθέτει ειδικές τεχνικές γνώσεις. Ως εκ τούτου, με τον όρο «ενημερωμένος χρήστης» νοείται ο χρήστης που δεν επιδεικνύει μετρίου βαθμού προσοχή, αλλά ιδιαίτερη επιμέλεια, είτε λόγω της προσωπικής του εμπειρίας είτε λόγω του ευρέος πεδίου γνώσεων που διαθέτει στον οικείο τομέα (βλ. απόφαση PepsiCo κατά Grupo Promer Mon Graphic, προπαρατεθείσα, σκέψη 53). Όσονα φορά το ερώτημα πότε μπορεί να λεχθεί ότι τα χαρακτηριστικά ενός σχεδίου υπαγορεύονται αποκλειστικά από την τεχνική του λειτουργία, κρίνω ότι καθοδήγηση μποεί να αντληθεί από την απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), της 14ης Σεπτεμβρίου 2010, στην υπόθεση C‑48/09 P, Lego Juris A/S κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), παρά το ότι η απόφαση αυτή αφορούσε στην ερμηνεία του Κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), λόγω της συνάφειας της ορολογίας. Επίμαχο ήταν το πιο κάτω γνωστό παιδικό παιχνίδι Lego꞉ Το επίμαχο σχήμα καταχωρίστηκε ως εμπορικό σήμα στις 19 Οκτωβρίου
  2. Στις 21 Οκτωβρίου 1999, η Ritvik Holdings Inc., (στο εξής: Ritvik), στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε η Mega Brands Inc., (στο εξής: Mega Brands), ζήτησε να κηρυχθεί άκυρο το σήμα αυτό, θεωρώντας ότι η καταχώριση του προσκρούει στους λόγους απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος
  3. Με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2004, το τμήμα ακυρώσεων του ΓΕΕΑ κήρυξε άκυρο το επίμαχο σήμα για τα «παιχνίδια κατασκευών» της κλάσεως 28 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, σημείο ii, του κανονισμού 40/94, κρίνοντας ότι το εν λόγω σήμα αποτελείτο αποκλειστικά από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη τεχνικού αποτελέσματος. Καταλήγοντας στην απόφαση αυτή, το τμήμα ακυρώσεων του ΓΕΕΑ έκρινε ότι τα διάφορα χαρακτηριστικά του τούβλου Lego επιτελούν το καθένα ιδιαίτερες τεχνικές λειτουργίες, δηλαδή: - οι [προεξοχές στην άνω επιφάνεια του τούβλου]: το ύψος και η διάμετρος συντελούν στη δύναμη σύνδεσης· ο αριθμός τους συντελεί στη πολυλειτουργικότητα της συναρμολόγησης· η διάταξή τους στους τρόπους συναρμολόγησης· - οι προεξοχές [στο εσωτερικό του τούβλου]: δύναμη σύνδεσης, ο αριθμός τους συντελεί στη βέλτιστη δύναμη σύνδεσης σε όλες τις θέσεις· [.] - οι πλευρές: συντελούν στη σύνδεση με τις πλευρές άλλων τούβλων για την κατασκευή ενός τοίχου· - η κοίλη επιφάνεια: για την αγκίστρωση στις [προεξοχές στην άνω επιφάνεια του τούβλου] και για να καταστεί δυνατή η σύνδεση [.]· - το συνολικό σχήμα: σχήμα τούβλου κατασκευών· το μέγεθός του επιτρέπει σε ένα παιδί να το κρατήσει στο χέρι. Έτσι, το τμήμα ακυρώσεων του ΓΕΕΑ κατέληξε ότι - «Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του τούβλου Lego, ήτοι οι δύο σειρές προεξοχών στην άνω επιφάνεια, έχει ως σκοπό να προσδώσει σε ένα απλό τούβλο για παιχνίδια, που έχει διαστάσεις σε πλάτος, μήκος και βάθος ανάλογες με αυτές ενός πραγματικού τούβλου οικοδομών, τον πολυδύναμο και ανθεκτικό μηχανισμό άρμοσης που πρέπει να διαθέτουν οι κατασκευές αυτές για να μπορεί να τις χειριστεί ένα παιδί. Τα χαρακτηριστικά αυτά του τούβλου Lego αναπτύχθηκαν προφανώς για να ανταποκρίνονται στην ανωτέρω χρηστική λειτουργία του και όχι για να το προσδιορίζουν. Δηλαδή, το τούβλο Lego έχει εντελώς λειτουργικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνει κανένα αυθαίρετο ή διακοσμητικό στοιχείο. Επομένως, κατέληξε ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση του τούβλου Lego το κριτήριο απαραδέκτου ότι "τα ουσιώδη λειτουργικά χαρακτηριστικά του σχήματος συνδέονται αποκλειστικά με το τεχνικό αποτέλεσμα".» Στις 20 Σεπτεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων. Το τμήμα μείζονος συνθέσεως του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή αυτή ως αβάσιμη, κρίνοντας ότι πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, σημείο ii, του κανονισμού 40/
  4. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2006 η Lego Juris A/S, άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου της Ε.Ε.. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε από την Lego Juris A/S ενώπιον του ΔΕΕ στο πλαίσιο αίτησης αναίρεσης της απόφασης του Πρωτοδικείου. Το ΔΕΕ αποτύπωσε την εκτίμησή του ως εξής꞉
  5. Η προϋπόθεση κατά την οποία στον λόγο απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, σημείο ii, του κανονισμού 40/94, για το κοινοτικό σήμα, εμπίπτει κάθε σημείο που αποτελείται «αποκλειστικά» από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος πληρούται εάν όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του σχήματος αντιστοιχούν στην τεχνική λειτουργία, δεδομένου ότι η ύπαρξη μη ουσιωδών χαρακτηριστικών χωρίς τεχνική λειτουργία είναι, στο πλαίσιο αυτό, αλυσιτελής. Η ερμηνεία αυτή αντικατοπτρίζει την ιδέα ότι η ύπαρξη ορισμένων ή ενός ελάσσονος από λειτουργικής απόψεως αυθαίρετου στοιχείου σε ένα τρισδιάστατο σημείο του οποίου όλα τα ουσιώδη στοιχεία υπαγορεύονται από την τεχνική λύση με την οποία υλοποιείται το σημείο αυτό δεν επηρεάζει το συμπέρασμα ότι το εν λόγω σημείο αποτελείται αποκλειστικά από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, η εν λόγω ερμηνεία, στο μέτρο που συνεπάγεται ότι ο λόγος απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, σημείο ii, του εν λόγω κανονισμού 40/94 έχει εφαρμογή μόνον όταν όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του σημείου είναι λειτουργικά, εξασφαλίζει ότι η καταχώριση ως σήματος ενός τέτοιου σημείου δεν μπορεί να απορριφθεί βάσει της διάταξης αυτής εάν το σχήμα του επίμαχου προϊόντος ενσωματώνει ένα μείζον μη λειτουργικό στοιχείο, όπως ένα διακοσμητικό ή ένα επινοημένο στοιχείο που έχει σημαντικό ρόλο στο εν λόγω σχήμα. (βλ. σκέψεις 51-52)
  6. Η προϋπόθεση κατά την οποία η αίτηση για την καταχώριση ως σήματος του σχήματος ενός προϊόντος μπορεί να απορριφθεί δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, σημείο ii, του κανονισμού 40/94, για το κοινοτικό σήμα, μόνον εάν το εν λόγω σχήμα είναι «απαραίτητο» για την επίτευξη του οικείου τεχνικού αποτελέσματος δεν σημαίνει ότι το επίμαχο σχήμα πρέπει να είναι το μόνο που καθιστά δυνατή την επίτευξη του εν λόγω αποτελέσματος. Γεγονός είναι ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ίδιο τεχνικό αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με διαφορετικές λύσεις. Έτσι, μπορεί να υπάρχουν εναλλακτικά σχήματα, με άλλες διαστάσεις ή άλλο σχέδιο, που καθιστούν δυνατό να επιτευχθεί το ίδιο τεχνικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι η καταχώριση ως σήματος του εν λόγω σχήματος θα παρείχε τη δυνατότητα στις άλλες επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν την τεχνική λύση που ενσωματώνει. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού 40/94, η καταχώριση ως σήματος ενός σχήματος που είναι αποκλειστικά λειτουργικό για ένα προϊόν ενδέχεται να παράσχει τη δυνατότητα στον δικαιούχο του σήματος αυτού να απαγορεύσει στις άλλες επιχειρήσεις όχι μόνον τη χρήση του ίδιου σχήματος, αλλά και τη χρήση παρόμοιων σχημάτων. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος ένας σημαντικός αριθμός εναλλακτικών σχημάτων να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ανταγωνιστές του εν λόγω δικαιούχου. Το αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση σώρευσης καταχωρίσεων διαφόρων αποκλειστικά λειτουργικών σχημάτων ενός προϊόντος, σώρευση η οποία μπορεί να αποτρέψει εντελώς άλλες επιχειρήσεις από το να κατασκευάσουν και να εμπορευθούν ορισμένα προϊόντα που έχουν δεδομένη τεχνική λειτουργία. (βλ. σκέψεις 53-57)
  7. Η περίπτωση της επιχείρησης η οποία ανέπτυξε μια τεχνική λύση έναντι των ανταγωνιστών που διέθεσαν στην αγορά πιστά αντίγραφα του σχήματος ενός προϊόντος που ενσωματώνει ακριβώς την ίδια λύση δεν μπορεί να προστατευθεί παρέχοντας μονοπώλιο στην εν λόγω επιχείρηση με την καταχώριση ως σήματος του τρισδιάστατου σημείου που αποτελείται από το εν λόγω σχήμα, αλλά μπορεί, ενδεχομένως, να εξεταστεί υπό το πρίσμα των κανόνων του αθέμιτου ανταγωνισμού. (βλ. σκέψη 61)
  8. Η ορθή εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, σημείο ii, του κανονισμού 40/94, για το κοινοτικό σήμα, συνεπάγεται ότι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του επίμαχου τρισδιάστατου σημείου έχουν δεόντως προσδιοριστεί από την αρχή που αποφαίνεται επί της αιτήσεως για την καταχώρισή του ως σήματος. Ο όρος «ουσιώδη χαρακτηριστικά» πρέπει να θεωρηθεί ως αναφερόμενος στα πλέον σημαντικά στοιχεία του σημείου. Ο προσδιορισμός των εν λόγω ουσιωδών χαρακτηριστικών πρέπει να διενεργηθεί κατά περίπτωση. Δεν υπάρχει πράγματι καμία συστηματική ιεράρχηση μεταξύ των διαφορετικών ειδών στοιχείων που μπορεί να περιλαμβάνει ένα σημείο. Κατά τα λοιπά, κατά την αναζήτηση των ουσιωδών χαρακτηριστικών ενός σημείου, η αρμόδια αρχή μπορεί είτε να στηριχθεί ευθέως στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το σημείο είτε να προβεί, κατ' αρχάς, σε διαδοχική εξέταση καθενός από τα συστατικά στοιχεία του σημείου. Ο προσδιορισμός των ουσιωδών χαρακτηριστικών ενός τρισδιάστατου σημείου για την ενδεχόμενη εφαρμογή του λόγου απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, σημείο ii, του εν λόγω κανονισμού 40/94 μπορεί, κατά περίπτωση, και ειδικότερα αναλόγως του βαθμού δυσκολίας του, να πραγματοποιηθεί με την απλή οπτική ανάλυση του εν λόγω σημείου ή, αντιθέτως, να στηριχθεί σε εμπεριστατωμένη εξέταση στο πλαίσιο της οποίας θα ληφθούν υπόψη στοιχεία χρήσιμα για την εκτίμηση, όπως έρευνες και πραγματογνωμοσύνες, ή ακόμη στοιχεία σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που χορηγήθηκαν στο παρελθόν σε σχέση με το οικείο προϊόν. Αφού προσδιορισθούν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του σημείου, στην αρμόδια αρχή εναπόκειται ακόμη να ελέγξει αν όλα τα χαρακτηριστικά αυτά αντιστοιχούν στην τεχνική λειτουργία του επίμαχου προϊόντος. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, σημείο ii, του εν λόγω κανονισμού 40/94 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή όταν η αίτηση καταχώρισης ως σήμα αφορά σχήμα προϊόντος στο οποίο ένα μη λειτουργικό στοιχείο, όπως ένα διακοσμητικό ή επινοημένο στοιχείο, έχει σημαντικό ρόλο. Στην περίπτωση αυτή, οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις έχουν εύκολη πρόσβαση σε εναλλακτικά σχήματα ισοδύναμης λειτουργικότητας, οπότε δεν υφίσταται κίνδυνος να επηρεασθεί η διαθεσιμότητα της τεχνικής λύσης. Η τεχνική αυτή λύση μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να ενσωματωθεί ευχερώς από τους ανταγωνιστές του δικαιούχου του σήματος στα σχήματα του προϊόντος που δεν διαθέτουν το ίδιο μη λειτουργικό στοιχείο που διαθέτει το σχήμα του προϊόντος του εν λόγω δικαιούχου τα οποία, σε σχέση με το εν λόγω σχήμα του δικαιούχου αυτού, δεν είναι ούτε πανομοιότυπα ούτε παρόμοια. (βλ. σκέψεις 68-72) Η. Η προσκομισθείσα μαρτυρία. Τόσον η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση εκδικάστηκαν στο πλαίσιο μίας ενιαίας ακροαματικής διαδικασίας, με κοινούς μάρτυρες. Για την απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας και της υπεράσπισής της στην Ανταπαίτηση προσήλθαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες꞉ · Πρώτη, η κα Γεωργία Κόκκινου (στο εξής «η ΜΕ1»), · δεύτερος, ο κ. Νίκος Αφανειώτης (στο εξής «ο ΜΕ2»), και · τρίτος, ο κ. Ανδρέας Κόκκινος (στο εξής «ο ΜΕ3»). Από την άλλη, για την υπόθεση της Υπεράσπισης και για την ανταπαίτηση, προσήλθε στο Δικαστήριο ένας μόνο μάρτυρας, ο κ. Κυριάκος Ανδρέου (στο εξής «ο ΜΥ1»). Η.
  9. Η μαρτυρία της ΜΕ
  10. Η ΜΕ1 δήλωσε ότι είναι μία εκ των δύο Διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας και είναι υπεύθυνη του Σχεδιαστικού Τμήματος της Ενάγουσας εταιρείας, καθώς και για την προώθηση των εμπορευμάτων της. Υπηρετεί στην Ενάγουσα εταιρεία από το 1996, έτος της ιδρύσεως της εταιρείας (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), μέχρι σήμερα, δηλαδή για 18 έτη. Αυτή έστησε την επιχείρηση της Ενάγουσας από κοινού με το σύζυγο της. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της, η ΜΕ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο σημειωθέν με την ένδειξη «Έγγραφο Α». Η εκδοχή που εξέθεσε η ΜΕ1 ήταν η εξής꞉
  11. Στο πλαίσιο διεξαγωγής των εργασιών της για το εμπόριο ειδών ζαχαροπλαστικής, η Ενάγουσα αγόραζε από την Εναγόμενη εταιρεία πλαστικά δοχεία τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε.
  12. Ωστόσο, η ΜΕ1 και ο σύζυγός της αποφάσισαν δειλά - δειλά από το 2007 να ασχοληθούν μόνοι τους με το σχεδιασμό, την κατασκευή και την πώληση δοχείων ζαχαροπλαστικής, ούτως ώστε να έχουν το επιθυμητό κέρδος για την Ενάγουσα εταιρεία. Έτσι, στις 8.1.2007 αυτοί αποτάθηκαν στη Στατιστική Υπηρεσία, από την οποία ζήτησαν ονόματα κατασκευαστών πλαστικών δοχείων με σκοπό την κατασκευή του δικού τους δοχείου και έλαβαν την ίδια μέρα από τη Στατιστική Υπηρεσία τον κατάλογο ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Επέλεξαν να συνεργαστούν την εταιρεία «Ν. Afaniotis Ltd & J. Pavlides Ltd». Προχώρησαν αμέσως στην υλοποίηση του πρώτου τους δοχείου, με αποτέλεσμα εντός του ιδίου μηνός, συγκεκριμένα στις 31.1.2007, η Ενάγουσα είχε τα πρώτα δοχεία προς πώληση. Στις 15.2.2008 υπογράφηκε Συμφωνητικό Έγγραφο (βλ. Τεκμήριο 3) για να επισημοποιηθεί και γραπτώς η ανάληψη της εργασίας που ήθελε η Ενάγουσα από την εταιρεία «Ν. Afaniotis Ltd & J. Pavlides Ltd».
  13. Ένα από τα δοχεία που κάλυπτε η συμφωνία συνεργασίας τους ήταν και το δοχείο που αυτή σχεδίασε ως το επίδικο σχέδιο και στο οποίο έδωσε το όνομα «Emerald». Η ΜΕ1 θυμάται ότι τo όνομα «Emerald», που δόθηκε στο δοχείο κατά τη διοχέτευσή του στην αγορά, αυτή το εμπνεύστηκε από το όνομα του αντίστοιχου πολύτιμου λίθου, διότι προτού ασχοληθεί με το εμπόριο ειδών ζαχαροπλαστικής η ΜΕ1 εργαζόταν στο κοσμηματοπωλείο του αδερφού της και ασχολήτο με το σχεδιασμό και την πώληση κοσμημάτων.
  14. Η ΜΕ1 σχεδίασε τα πρώτα σκίτσα (Τεκμήρια 4Α και 4Β) του επίδικου δοχείου στις 20.5.2008 και στις 21.5.
  15. Στη συνέχεια, η ΜΕ1 τα παρουσίασε στο σύζυγό της, ο οποίος - ως ζαχαροπλάστης - είχε τη γνώση και την πείρα να την συμβουλεύσει κατά πόσο τα δοχεία αυτά, όπως φαίνονταν στα σκίτσα της, θα ήταν όμορφα, πρακτικά και κατάλληλα για τοποθέτηση προϊόντων ζαχαροπλαστικής. Με βάση τα λεγόμενα της ΜΕ1, ο σύζυγός της ενέκρινε τα σχέδια και τα παρέδωσε στον κ. Νίκο Αφανειώτη, ο οποίος τα τελειοποίησε σε πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, στη συνέχεια διαμόρφωσε τα καλούπια και, τέλος, κατασκεύασε τα δοχεία. Τα σχέδια του επίδικου δοχείου «Emerald», ως τελειοποιήθηκαν από τον κ. Αφανειώτη, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 Α εώς 5Ι. Το επίδικο δοχείο «Emerald» κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  16. Η διοχέτευση του επίδικου δοχείου «Emerald» στην αγορά άρχισε το
  17. Προς απόδειξη τούτου, η ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο το πρώτο τιμολόγιο πώλησης του επίδικου δοχείου από την κατασκευάστρια εταιρεία N. Afaniotis & J. Pavlides Ltd προς την Ενάγουσα, ημερομηνίας 12.5.2009 (βλ. Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α). Αφορά, ως παρατηρώ, σε 1000 τεμάχια του επίδικου δοχείου. Περαιτέρω, η ΜΕ1 κατέθεσε αντίγραφο τιμολογίου, ημερομηνίας 7.7.2009, το οποίο εξέδωσε η εταιρεία Ν. Afaniotis Ltd & J. Pavlides Ltd προς την Ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α). Αφορά, ως παρατηρώ, και πάλιν σε 1000 τεμάχια του επίδικου δοχείου.
  18. Για να αποδείξει ότι υπήρχε αριθμός πωλήσεων του επίδικου δοχείου στην αγορά ανά το παγκύπριο, η ΜΕ1 κατέθεσε ως τεκμήρια - (α) τιμολόγιο του ζαχαροπλαστείου «Κατιάνα», ημερομηνίας 25.6.2009 (Τεκμήριο 9), το οποίο αφορά σε 100 τεμάχια του επίδικου δοχείου. (β) τιμολόγιο του ζαχαροπλαστείου «Πανίκος Μιλτιάδους», ημερομηνίας 26.6.2009 (Τεκμήριο 10), το οποίο αφορά σε 100 τεμάχια του επίδικου δοχείου. (γ) τιμολόγιο του ζαχαροπλαστείου «Morelio», ημερομηνίας 29.6.2009 (Τεκμήριο 11), το οποίο αφορά σε 100 τεμάχια του επίδικου δοχείου, και (δ) τιμολόγιο του ζαχαροπλαστείου «Sugar Gane», ημερομηνίας 20.4.2012 (Τεκμήριο 12) το οποίο αφορά σε 100 τεμάχια του επίδικου σχεδίου.
  19. Στα τιμολόγια (α) έως (γ) ανωτέρω, το δοχείο τιμολογήθηκε με την περιγραφή «φόρμα προφιτερόλ». Στο τιμολόγιο (δ) ανωτέρω, το δοχείο τιμολογήθηκε με την περιγραφή «κούπα κυματιστή».
  20. Μέχρι και το Μάιο του 2009, η Ενάγουσα εξακολουθούσε να αγοράζει από τους Εναγομένους πλαστικά δοχεία, τα οποία πωλούσε στη συνέχεια στους πελάτες της. Αποδεικτικά τούτου, τα αντίγραφα τιμολογίων, ημερομηνίας 4.2.2009, 14.4.2009 και 18.5.2009, τα οποία η ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 13, 14,
  21. Σε αυτά περιλαμβάνεται ως παρατηρώ το δοχείο με κωδικό αριθμό «124» και με περιγραφή «Forma 300x110x67».
  22. Όπως αναφέρει η ΜΕ1, επειδή υπήρχε ο προβληματισμός μήπως και η Εναγόμενη επιχειρούσε να αντιγράψει το επίδικο δοχείο της Ενάγουσας, αυτή συμβουλεύτηκε κάποια φίλη της, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του Δρος Χρίστου Α. Θεοδούλου, η οποία της εισηγήθηκε να εγγράψουν το σχέδιο του επίδικου δοχείου, ως βιομηχανικό σχέδιο, στον Έφορο Εταιρειών. Τούτο πράγματι έγινε, με την καταχώρηση της αίτησης στις 26.10.2009 (βλ. το Τεκμήριο 16), η οποία και οδήγησε στην έκδοση στις 26.1.2010 του πιστοποιητικού καταχώρησης Βιομηχανικού Σχεδίου και Υποδείγματος με αριθμό «ΒΣΥΟΥ0224» (βλ. το Τεκμήριο 17). Η εν λόγω καταχώρηση δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22.9.2010 (βλ. το Τεκμήριο 18).
  23. Εξ όσων η ΜΕ1 ήταν σε θέση να γνωρίζει, δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ένσταση κατά της κυριότητας του εν λόγω βιομηχανικού σχεδίου από την Ενάγουσα.
  24. Περί τα τέλη του 2009, η Ενάγουσα διαπίστωσε ότι οι πωλήσεις του δοχείου «Emerald» σταδιακά μειώνονταν, γεγονός το οποίο προβλημάτισε τη ΜΕ1 και το σύζυγό της, ωθώντας τους σε έρευνα της αγοράς. Μέσω της εν λόγω έρευνας, αυτοί ανακάλυψαν ότι στην αγορά κυκλοφορούσε πανομοιότυπο δοχείο με το επίδικο δοχείο Emerald, το οποίο όμως έφερε το όνομα της Εναγομένης. Η ΜΕ1 αγόρασε από την αγορά το δοχείο της Εναγομένης, το οποίο - ως η θέση της - είναι πανομοιότυπο με το επίδικο δοχείο Emerald, και προς απόδειξη τούτου το κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 23, μαζί με την απόδειξη αγοράς του, ημερ. 8/2/2010, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 24, στην οποία τιμολογείται με την περιγραφή «Forma 300x110x67 New» με κωδικό αριθμό «C132». Δεδομένου ότι το δοχείο της Εναγόμενης ήταν πανομοιότυπο με το επίδικο δοχείο Emerald, η Ενάγουσα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη αντέγραψε το σχέδιο της. Απευθύνθηκε τότε σε δικηγόρο.
  25. Με επιστολή ημερ. 3.12.2009 (Τεκμήριο 19), του δικηγόρου της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, της ζητούσε όπως σταματήσει να πωλεί και να διαθέτει στην αγορά το προϊόν, το οποίο προσομοιάζει με το δοχείο Emerald, το οποίο αποτελεί βιομηχανικό σχέδιο της Ενάγουσας. Επίσης, προειδοποίησε την Εναγόμενη ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η Ενάγουσα θα κατέφευγε στο Δικαστήριο. Τάχθηκε προθεσμία συμμόρφωσης μέχρι τις 14.12.
  26. Στην ως άνω επιστολή, απάντησε η Εναγόμενη μέσω των δικηγόρων της με επιστολή ημερ. 11.12.2009 (βλ. Τεκμήριο 20), απορρίπτοντας το περιεχόμενο της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 3.12.2009 και δηλώνοντας ότι δεν επρόκειτο να συμμορφωθούν.
  27. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας απέστειλε νέα επιστολή ημερομηνίας 29.12.2009 (βλ. Τεκμήριο 21), προς την Εναγόμενη, δίνοντας της νέα προθεσμία συμμόρφωσης μέχρι 8.1.
  28. Η Εναγόμενη απάντησε με νέα επιστολή, ημερομηνίας 11.1.2010 (βλ. Τεκμήριο 22), ότι δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό ότι αντιγράφει τα βιομηχανικά σχέδια της Ενάγουσας και ότι, ως εκ τούτου, δε ετίθετο θέμα συμμόρφωσής της. Η.
  29. Η μαρτυρία της ΜΕ
  30. Δεύτερος στη σειρά κατέθεσε ο κ. Νίκος Αφανειώτης (ΜΕ2), ο οποίος, ως δήλωσε, είναι διευθυντής στην εταιρεία Ν. AFANIOTIS & J. PAVLIDES LTD. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Γ. Όπως δήλωσε ο ΜΕ2, αυτός είναι απόφοιτος του κλάδου Μηχανολογίας της Τεχνικής Σχολής Λευκωσίας και από το 1979 ασχολείται επαγγελματικά με την κατασκευή καλουπιών και δοχείων. Μεταξύ των πελατών του ΜΕ2 ήταν κάποτε και η Εναγόμενη εταιρεία, η οποία κατ΄εκείνο το χρόνο ασχολείτο με την παραγωγή πλαστικών πινέλλων. Η μεταξύ τους συνεργασία σταμάτησε περίπου το
  31. Ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ΜΕ2 ότι η Εναγόμενη εταιρεία προέκυψε από τη συγχώνευση των εταιρειών ΡΕΤΑ (DECORATING TOOLS) LIMITED και Πλαστικά Κυριάκος Λίμιτεδ. Ο ΜΕ2 τοποθέτησε την έναρξη της συνεργασίας του με την Ενάγουσα εταιρεία κατά ή περί τις 8.1.2007, όταν, ως η θέση του, επικοινώνησαν με αυτόν για πρώτη φορά από την Ενάγουσα με σκοπό να συνεργαστούν για να κατασκευάζουν δοχεία ζαχαροπλαστικής προς πώληση στους πελάτες τους της Ενάγουσας. Περιέγραψε ο ΜΕ2 τη συνεργασία του με την Ενάγουσα εταιρεία. Τοποθέτησε χρονικά την υλοποίηση του πρώτου δοχείου ζαχαροπλαστικής από αυτόν για λογαριασμό της Ενάγουσας στις 31.1.
  32. Η συνεργασία τους ξεκίνησε με δοχείο, άλλο από το επίδικο, που περιγράφεται ως «bowl round small (x320) green clear 9x5400 clear» (βλ. το σχετικό τιμολόγιο πώλησης που κατέθεσε ο ΜΕ2, με συνημμένη κατάσταση λογαριασμού, ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Γ). Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι, λόγω της καλής συνεργασίας που δημιουργήθηκε με την Ενάγουσα, αποφάσισαν στις 15.2.2008 να υπογράψουν Συμφωνητικό Έγγραφο για την κατασκευή καλουπιών και δοχείων ζαχαροπλαστικής για λογαριασμό της Ενάγουσας, ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α που κατέθεσε η ΜΕ
  33. Όσον αφορά τη διεργασία που προηγήθηκε της κατασκευής του επίδικου δοχείου Emerald, ο ΜΕ2 ανέπτυξε την εξής εκδοχή꞉ «Περί τις αρχές Ιουνίου 2008 η κα. Γεωργία Κόκκινου μου παρέδωσε κάποια σκίτσα, τα οποία είχε εμπνευστεί και σχεδιάσει αναφορικά με το δοχείο Emerald, όπως το ονόμασε. Σε συνεργασία με την κα. Γεωργία Κόκκινου και με τον σύζυγο της, ο οποίος ως ζαχαροπλάστης, μας βοήθησε στη διαμόρφωση του σχεδίου του δοχείου από λειτουργικής απόψεως, εγώ ως κατασκευαστής, επεξεργάστηκα το σχέδιο της κας Κόκκινου και το τελειοποίησα στο πρόγραμμα SOLID WORKS στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έγιναν ορισμένες τροποποιήσεις στο εν λόγω σχέδιο μέχρι να καταλήξουμε στο τελικό σχέδιο, που επιθυμούσε η κα. Κόκκινου, το οποίο έχει ήδη κατατεθεί στο Σεβαστό Δικαστήριο από την Γεωργία Κόκκινου ως δέσμη Τεκμηρίων υπ' αριθμό 5Α - 5Ι υπό Έγγραφο Α. Ακολούθως, βασιζόμενος στο ως άνω αναφερόμενο τελειοποιημένο σχέδιο του προγράμματος SOLIDWORKS, χρησιμοποίησα μηχάνημα 3D PRINTER στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, με το οποίο κατασκευάσαμε τρισδιάστατο δείγμα του δοχείου EMERALD, ούτως ώστε να δούμε αν μας ικανοποιεί το αποτέλεσμα προτού υλοποιήσουμε το καλούπι, το οποίο καταθέτω και παρακαλώ όπως γίνει τεκμήριο
  34. Τόσο οι ενάγοντες όσο και εγώ είμασταν ευχαριστημένοι και έτσι με βάση το τρισδιάστατο δείγμα και το τελειοποιημένο σχέδιο στο πρόγραμμα SOLIDWORKS διαμόρφωσα το καλούπι και ακολούθως με την βοήθα σύγχρονων μηχανημάτων CNC, cad - cam κατασκεύασα το δοχείο Emerald.». Ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε τα λεγόμενα της ΜΕ1 όσον αφορά την έκδοση του πρώτου τιμολογίου για την κατασκευή του δοχείου Emerald από την εταιρεία του ΜΕ2 για λογαριασμό της Ενάγουσας στις 12.5.2009 και για την έκδοση δεύτερου τιμολογίου στις 7.7.
  35. Παρέπεμψε, σχετικά, στα Τεκμήρια 7 και 8, αντίστοιχα, υπό Έγγραφο Α. Επιβεβαίωσε επίσης ο ΜΕ2 ότι οι παραγγελίες από την Ενάγουσα για την κατασκευή του δοχείου Emerald άρχισαν σταδιακά να μειώνονται περί τα τέλη του
  36. Ως του λέχθηκε από τους Διευθυντές της Ενάγουσας, αυτοί ανακάλυψαν ότι η Εναγόμενη εταιρεία αντέγραψε, μεταξύ άλλων δοχείων τους, το δοχείο Emerald και ότι ήδη απευθύνθηκαν σε δικηγόρο. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ΜΕ2 ότι οι Διευθυντές της Ενάγουσας του ζήτησαν, υπό την ειδικότητα του ως κατασκευαστή του επίδικου δοχείου, να μελετήσει το δοχείο της Εναγομένης συγκριτικά προς το επίδικο δοχείο Emerald. Χαρακτήρισε ο ΜΕ2 τα ευρήματά του από το συγκριτικό έλεγχο που διενήργησε ως «κατασκευαστικές μικρολεπτομέρειες» και επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στις εξής (βλ. την παρα. 13 του Εγγράφου Γ): «(α) Το δοχείο των εναγομένων είναι κατ' ελάχιστο μικρότερο από το δοχείο των εναγόντων καθώς δύναται να τοποθετηθεί με πλήρη εφαρμογή μέσα σε αυτό των εναγόντων, ενώ το δοχείο των εναγόντων δεν εφαρμόζει μέχρι κάτω εντός του δοχείου των εναγομένων. Το γεγονός αυτό είναι μια ισχυρή ένδειξη της αντιγραφής του δοχείου των Εναγόντων από τους Εναγομένους, αφού, ως γνωστόν στους ανθρώπους του επαγγέλματος, το μήκος ενός αντικειμένου μειώνεται μέσα σε 24 ώρες από την κατασκευή του μέχρι να καταλήξει στην τελική του μορφή ανάλογα με τον συντελεστή συστολής του υλικού. Το συγκεκριμένο υλικό με το οποίο είναι φτιαγμένο το δοχείο Emerald των εναγόντων, ήτοι κρυστάλλινη πολυστερίνη, έχει συντελεστή συστολής 0,5%. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι όπως φαίνεται κατασκεύασαν το καλούπι τους με βάση τις μετρήσεις του δοχείου Emerald χωρίς να προσθέσουν τον συντελεστή συστολής του υλικού που χρησιμοποίησαν. (β) Υπάρχουν κατασκευαστικές μικροατέλειες στο δοχείο που κατασκεύασαν οι εναγόμενοι. Αυτό οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι το καλούπι των εναγομένων κατασκευάστηκε από το πρωτότυπο δοχείο των εναγόντων. Το γεγονός αυτό είναι μια ακόμη ισχυρή ένδειξη της αντιγραφής του δοχείου των Εναγόντων από τους Εναγομένους, καθότι εγώ ο ίδιος κατά την κατασκευή του δοχείου των εναγόντων έδωσα μεγάλη έμφαση στο να πετύχω μια πιο ομαλή υφή στο δοχείο για να αποφευχθούν οι κοφτερές γωνίες λόγω της σκληρότητας του υλικού που χρησιμοποιήθηκε. Έτσι συγκριτικά, οι γωνίες του δοχείου των εναγόντων είναι πιο στρογγυλεμμένες από αυτές του δοχείου των εναγομένων.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Κατέληξε ο ΜΕ2 στη γραπτή του δήλωση προς το Δικαστήριο να διατυπώνει το συμπέρασμά του, ότι, από την σύγκριση του δοχείου της Εναγομένης με το δοχείο Emerald της Ενάγουσας, προκύπτει ότι τα δύο αυτά δοχεία είναι πανομοιότυπα ως προς το σχέδιο και ότι η Εναγόμενη αντέγραψε το δοχείο της Ενάγουσας, κατασκευάζοντας καλούπια από το πρωτότυπο δοχείο της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ο ΜΕ2 εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι τα σχέδια, τα οποία σχεδίασε η κα Κόκκινου (ΜΕ1) είναι γνήσια, εφόσον εκείνος τα επεξεργάστηκε από κοινού με την κα Κόκκινου (ΜΕ1) και το σύζυγο της (ΜΕ3) στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μέχρι να καταλήξουν στα τελικά σχέδια. Η.
  37. Η μαρτυρία του ΜΕ
  38. Ο ΜΕ3 είναι σύζυγος της ΜΕ1 και ένας εκ των δύο διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας. Είναι απόφοιτος της Σχολής ΟΑΕΔ Ωραιόκαστρου Θεσσαλονίκης με την ειδικότητα του ζαχαροπλάστη. Επαγγελματικά ειδικεύεται στη ζαχαροπλαστική. Γνωρίζει, ως ισχυρίζεται, και αυτός πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα εταιρεία να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Απασχολείται και αυτός στην Ενάγουσα εταιρεία από το 1996 που ιδρύθηκε, μέχρι σήμερα. Πρόκειται για μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, την οποία έστησαν από κοινού με τη σύζυγό του (ΜΕ1). Ο ΜΕ3 υιοθέτησε και επανάλαβε σε δική του γραπτή δήλωση (βλ. το Έγγραφο Δ) ως ορθή την εκδοχή γεγονότων που ανέπτυξε κατά την κυρίως εξέτασή της στο Δικαστήριο η σύζυγός του, ΜΕ
  39. Επιβεβαίωσε ο ΜΕ3, μεταξύ άλλων, ότι, στις 21.5.2008 η ΜΕ1 του παρουσίασε τα πρώτα πρόχειρα σκίτσα, τα οποία σχεδίασε σχετικά με το δοχείο Emerald, ούτως ώστε να της παράσχει αυτός τη γνώμη του και τη συμβουλή του ως ζαχαροπλάστης, ως προς το κατά πόσον τα δοχεία αυτά θα ήταν πρακτικά και κατάλληλα για την τοποθέτηση προϊόντων ζαχαροπλαστικής και ότι αυτός τα ενέκρινε. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε - «Διακρίνοντας από τα σκίτσα αυτά, κατόπιν μελέτης τους, θεώρησα με βάση την εμπειρία και τις γνώσεις μου ως ζαχαροπλάστης ότι ένα τέτοιο δοχείο, εκτός από όμορφο και πρωτότυπο εξωτερικά, θα ήταν λειτουργικό και πρακτικό για την τοποθέτηση ειδών ζαχαροπλαστικής και ως εκ τούτου τα ενέκρινα.». Ακολούθως, ο ΜΕ3 αναφέρθηκε στη διαδικασία από την οριστικοποίηση των σχεδίων μέχρι την κατασκευή του καλοπιού του επίδικου δοχείου λέγοντας ότι - «παραδώσαμε τα σχέδια στον κ. Νίκο Αφανειώτη, ο οποίος σε συνεργασία με εμένα και την σύζυγο μου, τα τελειοποίησε σε πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή και στη συνέχεια διαμόρφωσε τα καλούπια και κατασκεύασε τα δοχεία, τα οποία αρχίσαμε να διοχετεύουμε στην αγορά.». Επιβεβαίωσε, επίσης, ο ΜΕ3 ότι η διοχέτευση του δοχείου Emerald στην αγορά άρχισε το 2009 και παρέπεμψε στα τιμολόγια ως τα Τεκμήρια 7 και 8 υπό Έγγραφο Α. Διευκρίνισε ο ΜΕ3 στη γραπτή του δήλωση ότι - «Στα τιμολόγια που αφορούσαν την πώληση του επίδικου δοχείου αποφεύγαμε να αναγράφουμε το όνομα Emerald, το οποίο αποτελεί έμπνευση της συζύγου μου από προσωπικά της βιώματα, επειδή οι πελάτες μας, κυρίως λόγω ηλικίας και συνήθειας, το σύγχυζαν. Ως εκ τούτου, μετά από παράκληση των πελατών μας, το δοχείο Emerald αναγράφεται στα τιμολόγια με διάφορα ονόματα, ήτοι κούπα κυματιστή και κούπα προφιτερόλ, για να καταλαβαίνουν οι πελάτες μας τις παραγγελίες τους.». Ομοίως προς την ΜΕ1, ο ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι - «Στις 26.10.2009 αποφασίσαμε να καταχωρήσουμε αίτηση στον Έφορο Εταιρειών για να κατοχυρώσουμε το βιομηχανικό σχέδιο, καθώς είχαμε έντονα την ανησυχία μήπως οι εναγόμενοι, οι οποίοι ήταν οι κύριοι ανταγωνιστές μας, αντίγραφαν το δοχείο Emerald.». Τοποθέτησε ο ΜΕ3 «περί τα τέλη του 2009» τα πρώτα σημάδια μείωσης των πωλήσεων του δοχείου Emerald. Ισχυρίστηκε ότι επειδή «η μείωση στις πωλήσεις αφορούσε μόνο κάποια συγκεκριμένα δοχεία που κατασκευάζαμε και δεν αφορούσε γενική μείωση στις πωλήσεις μας», άρχισαν να υποψιάζονται το ενδεχόμενο περί αντιγραφής ορισμένων δοχείων τους από την εναγόμενη εταιρεία, «καθώς ήταν οι κύριοι ανταγωνιστές μας». Περιγράφοντας την έρευνα αγοράς που διεξήγαγαν για να εντοπίσουν σε τί οφειλόταν η μείωση πωλήσεων του επίδικου δοχείου, ο ΜΕ3 δήλωσε συγκεκριμένα ότι - «[ρ]ωτήσαμε τους πελάτες μας για να μάθουμε τον λόγο που μείωσαν τις παραγγελίες τους. Η απάντηση των πελατών μας ήταν ότι μπορούσαν να αγοράσουν το ίδιο δοχείο από την εταιρεία των εναγομένων σε χαμηλότερη τιμή, οι οποίοι λόγω του ότι ήταν και κατασκευαστές δεν χρειάζονταν εξωτερικό κατασκευαστή όπως εμείς, και έτσι μπορούσαν να πωλούν φθηνότερα.». Για σκοπούς σύγκρισης της τιμής στην οποία η Εναγόμενη πωλούσε το δικό της δοχείο με την τιμή στην οποία πωλούσε η Ενάγουσα το επίδικο δοχείο, ο ΜΕ3 παρέπεμψε στα τιμολόγια τα οποία είχαν κατατεθεί από την ΜΕ1 ως Τεκμήρια 9 και 24 υπό Έγγραφο Α. Ήταν η θέση του ΜΕ3 ότι - «
  40. Συνεπεία των ανωτέρω, η εταιρεία μας αποστερήθηκε σημαντικό κέρδος και πλεονέκτημα σε σχέση με τα δικαιώματα που απορρέουν από την κατοχύρωση ενός βιομηχανικού σχεδίου, ενώ οι εναγόμενοι από την χαμηλή αυτή τιμή εξασφάλισαν εκ των πραγμάτων ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
  41. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών των εναγομένων, η εταιρεία μας υπέστη ζημιά καθώς και απώλειες που συναρτώνται σε αποστέρηση των εισοδημάτων από τις πωλήσεις που θα έκανε η εταιρεία μας σε αντικατάσταση των πωλήσεων πανομοιότυπου δοχείου με το δοχείο Emerald σε χαμηλότερη τιμή που έκαναν οι εναγόμενοι.». Τα ίδια επανέλαβε ο ΜΕ3 στην παρα. 23 της γραπτής του δήλωσης. Για να αποδείξει την απώλεια ή ζημιά της Ενάγουσας, ο ΜΕ3 κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τιμολόγια πελατών της Ενάγουσας, οι οποίοι περί τις αρχές του 2010 σταμάτησαν να βάζουν παραγγελίες (βλ. τα τιμολόγια αρ. 41626 (ημερ. 9.2.2010, ζαχαροπλαστείο Napolitana), 42843 (ημερ. 24.1.2010, ζαχαροπλαστείο Wilton) και 41893 (5.3.2010, ζαχαροπλαστείο Bianco) σημειωθέντα ως τα Έγγραφα Ε1, Ε2 και Ε3, αντίστοιχα). Θυμίζω ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 6.5.
  42. Ο ΜΕ3 αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των δικηγόρων της Ενάγουσας και της Εναγόμενης και αναφέρθηκε στα σχετικά τεκμήρια που είχε καταθέσει η ΜΕ
  43. Ήταν η θέση του ΜΕ3 ότι - «
  44. Από τις πιο πάνω επιστολές μπορεί κάποιος εύλογα να συμπεράνει ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων για πώληση του πανομοιότυπου δοχείου τους με κωδικό C132 στην αγορά από τις 11.12.2009 δεν μπορεί να είναι αληθής, καθώς η πρώτη επιστολή μας μέσω των δικηγόρων μας προς τους εναγομένους προηγείται της ημερομηνίας αυτής, αφού φέρει ημερομηνία 3.12.
  45. Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαμε από την αγορά, το πανομοιότυπο δοχείο των εναγομένων πρέπει να κυκλοφόρησε μέσα στο Νοέμβριο 2009.». Ζ.
  46. Η μαρτυρία του ΜΥ
  47. Ο μόνος μάρτυρας για την υπόθεση της Εναγόμενης ήταν ο κ. Κυριάκος Ανδρέου (ΜΥ1). Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο σημειωθέν Έγγραφο Στ. Είναι ένας από τους διευθυντές και μετόχους της Εναγόμενης εταιρείας και δηλώνει εξουσιοδοτημένος από αυτήν, για να δώσει μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση. Διαφωνεί με την εκδοχή της Ενάγουσας και απορρίπτει τις αξιώσεις της ως αβάσιμες. Εισαγωγικά, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι η Εναγόμενη εταιρεία ιδρύθηκε το
  48. Μετονομάστηκε το 2010 και έλαβε το όνομα ως φαίνεται στο κλητήριο της αγωγής (βλ. συναφώς το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Στ που κατέθεσε ο ΜΥ1). Από την ίδρυσή της, η Εναγόμενη δραστηριοποιείται στον σχεδιασμό και κατασκευή πλαστικών προϊόντων και καλουπιών. Πριν από την συμμετοχή του ΜΥ1 στην Εναγόμενη εταιρεία, ο ΜΥ1 είχε άλλη εταιρεία κατασκευής και πώλησης πλαστικών δοχείων από το
  49. Έτσι, ο ίδιος χρονολογεί την εμπειρία του στη συγκεκριμένη δουλειά από το
  50. Επιβεβαίωσε ο ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα εταιρεία ήταν και είναι διανομείς προϊόντων ειδών ζαχαροπλαστικής και ότι υπήρξε πελάτης της Εναγόμενης μέχρι τον Μάρτιο του 2009, ότι δηλαδή η Ενάγουσα αγόραζε από αυτήν πλαστικά δοχεία και τα πωλούσε σε πελάτες της. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη δεν γνώριζε για την καταχώρηση της αίτησης εγγραφής του σχεδίου του δοχείου Emerald ως βιομηχανικού σχεδίου, μέχρι που παρέλαβε τις επιστολές των δικηγόρων της. Ήταν, συγχρόνως, ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη δεν γνώριζε καν για την ύπαρξη του δοχείου Emerald. Γι' αυτό και όταν η Εναγόμενη έλαβε την πρώτη επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, ημερομηνίας 3.12.2009 (Τεκμήριο 19 υπό το Έγγραφο Α), ζήτησε μέσω του δικού της δικηγόρου, με επιστολή ημερ. 11.12.2009 (Τεκμήριο 20 υπό το Έγγραφο Α), περισσότερες λεπτομέρειες για τα σχέδια του επίδικου δοχείου, επειδή εκείνα που επισυνάπτονταν στην επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας δεν ήταν ευκρινή. Ως η θέση του ΜΥ1, λόγω του ότι ο δικηγόρος της Ενάγουσας απάντησε στις 29.12.2009 (Τεκμήριο 21 υπό το Έγγραφο Α) χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες ή σχέδια, ο δικηγόρος της Εναγόμενης απέστειλε ξανά επιστολή στις 11.1.2010 αναφέροντας ότι τα σχέδια που είχαν αποστείλει δεν ήταν ευκρινή (Τεκμήριο 22 υπό το Έγγραφο Α), αλλά ο δικηγόρος της Ενάγουσας ουδέποτε απάντησε. Η ίδια η Ενάγουσα δεν ήλθε σε οποιαδήποτε απευθείας επαφή με την Εναγόμενη για το θέμα, παρά μόνον της επέδωσε την υπό κρίση αγωγή. Παραδέχθηκε ο ΜΥ1 ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στον ίδιο τον Ιούνιο του 2010, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα, επειδή θεωρούσε ότι θα προέβαινε ο δικηγόρος της Εναγόμενης στις όποιες ενέργειες και θα τον ενημέρωνε. Όταν ένα και πλέον χρόνο αργότερα, περί τον Ιούνιο του 2011, επιδόθηκε στην Εναγόμενη η Έκθεση Απαίτησης της αγωγής, ο ΜΥ1 επικοινώνησε με τον δικηγόρο και του ζήτησε να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Τότε, ο δικηγόρος έκανε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών και πληροφορήθηκε για την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της Ενάγουσας για την εγγραφή του βιομηχανικού σχεδίου και για την ημερομηνία χορήγησης του πιστοποιητικού βιομηχανικού σχεδίου σε αυτήν. Αναγνώρισε, συναφώς, ο ΜΥ1 ότι το εγγεγραμμένο βιομηχανικό σχέδιο της Ενάγουσας είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22.9.2010, αλλά επεσήμανε ότι πρόκειται για ημερομηνία μεταγενέστερη της καταχώρησης της Αγωγής. Δεν δίστασε ο ΜΥ1 να παραδεχθεί ότι το επίδικο δοχείο Emerald «μοιάζει, και είναι σχεδόν το ίδιο», με το προϊόν που κατασκευάζει και πωλεί η Εναγόμενη από το 2009, δηλαδή το σχέδιο το οποίο είναι για την Εναγόμενη γνωστό ως «TRAY 300x110x67 New» και έχει τον κωδικό C132 (βλ. το Τεκμήριο 23 υπό το Έγγραφο Α). Περαιτέρω, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι το επίδικο δοχείο Emerald «μοιάζει καταπληκτικά» με το σχέδιο που στην Εναγόμενη εταιρεία είναι γνωστό ως «φόρμα προφιτερόλ» ή «Forma 300x110x67» ή «TRAY 300x110x67» και έχει τον κωδικό C124 (βλ. το Τεκμήριο Β). Υπέδειξε, παράλληλα, ο ΜΥ1 ότι το δοχείο με σχέδιο υπό τον κωδικό αρ. C124 (Τεκμήριο Β) ήταν γνωστό και στην Ενάγουσα, αφού το αγόραζε από την Εναγόμενη επί τακτικής βάσεως από τον Γενάρη του
  51. Συγκρίνοντας τα σχέδια της Εναγόμενης με κωδικούς αριθμούς C124 και C132, ο ΜΥ1 εξέφρασε την εκτίμηση ότι είναι παρόμοια στο ότι έχουν δύο κοντές πλευρές και δύο μακριές, και έχουν τις ίδιες γενικά διαστάσεις και βάθος. Στις κοντές τους πλευρές υπάρχουν δύο προεξοχές (χεράκια), για να μπορεί εύκολα ο χρήστης να τα πιάνει και να τα μεταχειρίζεται. Η μόνη διαφορά που σύμφωνα με τον ΜΥ1 υπάρχει μεταξύ του C124 και του C132 είναι ότι οι πλευρές του C132 είναι κυματιστές. Η χρήση του C124 και του C132 είναι παρόμοια, δηλαδή μπαίνουν γλυκά, κυρίως κρέμες ή γλυκά που περιέχουν κρέμα και το βάθος τους είναι κατάλληλο για να τα συγκρατεί. Οι διαστάσεις τους όμως είναι γενικά οι ίδιες, διότι μπαίνουν εύκολα και συγκρατούνται εύκολα από τα χάρτινα κουτιά που συνήθως χρησιμοποιούν φούρνοι και ζαχαροπλαστεία. Για να δείξει του λόγου το αληθές ως προς τις ανωτέρω παρατηρήσεις του, ο ΜΥ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Στ, αντίγραφο του καταλόγου προϊόντων, όπου φαίνονται τόσο το C124 όσο και το C
  52. Αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες η Εναγόμενη προχώρησε στην κατασκευή του δοχείου C132, ο ΜΥ1 διατύπωσε την εξής εκδοχή γεγονότων (βλ. την παρα. 17 του Εγγράφου Στ)꞉ «
  53. Τον Ιούνιο του 2009 ο πελάτης μας Κώστας Πιερή της εταιρείας ATLAS B&C PRODUCTS LTD μας έφερε ένα πλαστικό δοχείο που πολύ αργότερα όπως θα εξηγήσω πιο μετά διαπιστώσαμε ότι έμοιαζε με το Emerald. Δεν θυμάμαι να ήταν αυτό της Κόκκινος, ούτε θυμάμαι να είχε το όνομα της Κόκκινος πάνω στο προϊόν. Μας είπε ότι το δοχείο αυτό του το έφεραν κάποιοι πελάτες του και ότι ήταν από την Ιταλία. Μόλις το είδα η εντύπωση που μου δημιουργήθηκε ήταν ότι κάποιος το έφτιαξε στο πρότυπο του δικού μας C
  54. Ο κ. Πιερή μου ανέφερε ότι θα ήθελε να φτιάξουμε κάτι παρόμοιο και ότι ίσως θα είχε ζήτηση στην Κυπριακή αγορά. Όταν το είδαμε αποφασίσαμε ότι θα ήταν ίσως καλό συμπλήρωμα στην γκάμα των προϊόντων μας δίπλα από το ήδη επιτυχημένο C
  55. Έτσι αποστείλαμε το δείγμα αυτό στην Κίνα όπου και ο τότε προμηθευτής καλουπιών που είχαμε έκανε το σχέδιο του προϊόντος για λ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.