Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΧΡΥΣΟΥΛΛΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2968/12, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A185 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2968/12 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσα - Αιτήτρια και
- ΧΡΥΣΟΥΛΛΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
- ΜΑΡΙΑ ΧΡΥΣΟΥΛΛΗ
- ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Εναγομένων- Καθ' ων αίτηση ------------------ Αίτηση μηνιαίων δόσεων 29.01.2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Μαρτίου 2016 Για τους Ενάγουσα - Αιτητρια: κα. Μ. Σοφοκλέους Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3: κα. Ε. Κυριάκου Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 2: κ. Ρ. Βραχίμης ---------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της, η Ενάγουσα (στο εξής η Αιτήτρια), ζητά την έκδοση διατάγματος, με το οποίο οι Εναγόμενοι, εξ αποφάσεως οφειλέτες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3), να διαταχθούν όπως αποπληρώσουν το χρέος τους, το οποίο, κατά την ημέρα έκδοσης της εναντίον τους απόφασης, ανερχόταν σε €2,935.66, πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 9.1.2012 Κεφαλαιοποιημένο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €548 έξοδα της αγωγής, πλέον τόκο προς 5,5% επί των εξόδων τον χρόνο από 4/5/2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α., με μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €400, έκαστος. Η Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση εναντίον και των τριών Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με το αίτημα για έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων και μόνο, ενώ τα υπόλοιπα αιτήματα, ως τούτα εμφαίνονται στο κυρίως σώμα της αίτησης, δεν προωθήθηκαν. Στην ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της Αιτήτριας Νέαρχου Νεάρχου, η οποία συνοδεύει την Αίτηση, αφού γίνεται αναφορά στο γεγονός της έκδοσης της δικαστικής απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι αυτοί έχουν τα αναγκαία εισοδήματα και/ή περιουσία που τους καθιστά ικανούς να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους με μηνιαίες δόσεις, εκ ποσού €400 έκαστος. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στις 9/6/2015, ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2, καταχώρησε την δική της σχετική Ειδοποίηση στις 19/10/2015 (στο εξής «οι Ενστάσεις»). Αμφότερες οι Ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις στις οποίες προβαίνουν οι Καθ' ων η Αίτηση. Τις ένορκες δηλώσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, συνοδεύουν και διάφορα έγγραφα. Οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, εμφαίνονται επί του κυρίου σώματος των Ενστάσεων τους, ως ακολούθως: Λόγοι ένστασης Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3:
- Η αίτηση της ενάγουσας είναι παράτυπη και/ή τύποις και ουσία λανθασμένη και/ή οι αιτούμενες θεραπείες ατελέσφορες και/ή λανθασμένες.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων είναι ανεπαρκής και/ή δεν μπορεί να στηρίξει τις αιτούμενες υπό των εναγόντων θεραπείες και/ή είναι παράτυπη και αντικανονική και/ή θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο.
- Οι εναγόμενοι/ Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 στερούνται οιασδήποτε και/ή ικανοποιητικής περιουσίας και ουσιαστικά έχουν τέτοια χρέη και υποχρεώσεις σε σημείο που ουδεμία δυνατότητα να έχουν προς αποπληρωμή της απόφασης στην ως άνω αγωγή. Τα εισοδήματα των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 δεν αρκούν για την κάλυψη των βασικών αναγκών τους και των εκ δικαστικής αποφάσεως και/ή λοιπών υποχρεώσεων τους.
- Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή έχει σκοπό την άσκηση αθέμιτης πίεσης στους εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση 1 και
- Λόγοι ένστασης Καθ' ης η Αίτηση 2:
- Η εναγομένη 2 δεν έχει τις οικονομικές ικανότητες και αδυνατεί να καταβάλλει τα αιτούμενα ποσά ή οποιοδήποτε άλλο ποσό.
- Οι ενάγοντες προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο με αναληθείς ισχυρισμούς ως προς την οικονομική ικανότητα της εναγομένης
- Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αμφότερες οι Ενστάσεις, αναφέρουν επί του κυρίως σώματος τους, την νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, που συνεπεία της μη αμφισβητήσεως της ορθότητας της, δεν καθίσταται αναγκαία η λεπτομερής παράθεσης της, στην παρούσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, τούτη, κρίνεται σχετική με τα εγειρόμενα στις ενστάσεις επίδικα θέματα. Όλοι οι Καθ' ων η Αίτηση, κατέθεσαν ενόρκως και έτυχαν αντεξέτασης από την συνήγορο της Αιτήτριας. Τόσο η συνήγορος της Αιτήτριας, όσο και οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση, υποστήριξαν τις θέσεις τους μέσω σχετικών αγορεύσεων τους. Νομική Πτυχή Ο Νόμος 134
(1)/99 περιέχει ρυθμιστικές διατάξεις για την διαδικασία εξέτασης του εξ αποφάσεως χρεώστη αναφορικά προς την ικανότητα του να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Τα άρθρα 84
(1)(α) και 90
(1)του Νόμου εξακολουθούν και διατηρούν τον χαρακτήρα της διαδικασίας, όπως έχει διασαφηνιστεί από την Νομολογία με βάση τις καταργηθείσες πρόνοιες. Ο χαρακτήρας της διαδικασίας που προβλέπεται, διασαφηνίζεται στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)Α.Α.Δ. 686 σελ. 689, ως ακολούθως: «.. έχει ουσιαστικά ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα μέσα του χρεώστη να αποφασίσει κατά πόσο είναι σε θέση να αποπληρώσει με δόσεις το χρέος του. Η οικονομική ευχέρεια για την αποπληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, μετά τον προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη, συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν τη στέγαση, τη διατροφή και την ιατρική περίθαλψη των μελών της οικογένειας καθώς και τη μόρφωση των παιδιών και κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διακίνηση του χρεώστη». Και στη συνέχεια, στις σελίδες 689 - 670: «Αφού διαπιστωθεί μετά από συνεκτίμηση των πόρων και των αναγκών του χρεώστη, ότι ο χρεώστης είναι σε θέση να αποπληρώσει το χρέος του με δόσεις, ο επακριβής καθορισμός του ποσού επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Αρκεί να αναφέρω πως τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, όπως έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί με σαφήνεια, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξακολουθούν να διατηρούνται και να αποτελούν δεσμευτική καθοδήγηση και πηγή κατεύθυνσης σε υποθέσεις όπως η παρούσα, (βλ. Μιχαήλ ν. Λαϊκής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(1993)1 ΑΑΔ 812 και Gesico Photographic Ltd v. U.K.Video Art Co Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 134). Χωρίς εδώ να αποσκοπείται η εξαντλητική απαρίθμηση των κριτηρίων, τούτα είναι, το εισόδημα του χρεώστη και οι εύλογες προσωπικές και οικονομικές του ανάγκες. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις, εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την δυνατότητα του χρεώστη να αντιμετωπίζει βασικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του. Το Δικαστήριο διατάσσει την πληρωμή ποσού το οποίο αποτελεί περίσσευμα, αφού αφαιρεθεί εύλογο ποσό, που είναι αναγκαίο για την συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτημένων του, (βλ. Σχετικά με το άρθρο 90
(1)του Νόμου 134
(1)/99). Ακόμα, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι οικονομικές ανάγκες του οφειλέτη σε μια δεδομένη περίοδο, θα πρέπει να εξετάζονται ανάλογα με τις αντιλήψεις της περιόδου αυτής. Δαπάνη η οποία πριν μερικά χρόνια δεν θεωρήθηκε με βάση τα δεδομένα της τότε περιόδου σαν ουσιώδης και αναγκαία δαπάνη της οικογένειας, σήμερα, με βάση τα νέα δεδομένα μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί σαν τέτοια. Τέλος πρέπει να τονισθεί ότι εκεί που ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος του, το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού του, βαραίνει τον ίδιο (βλ. Γιαννάκης Βασιλειάδης ν. Χαράλαμπου Τσουρή
(2007)1 Α.Α.Δ. 93). Αξιολόγηση μαρτυρίας Ισχυρισμοί Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, ως τούτοι εμφαίνονται στις ένορκες τους δηλώσεις. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1, στην ένορκή του δήλωση, η οποία συνοδεύει την Ένσταση του ιδίου και της Καθ' ης η Αίτηση 3, ισχυρίζεται ότι αδυνατεί να καταβάλει οποιονδήποτε ποσό δια μηνιαίων δόσεων για σκοπούς εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους του. Μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι από τον Σεπτέμβριο του 2013 είναι άνεργος, χωρίς οποιαδήποτε εισοδήματα. Ενεγράφη δε, από τις 5/9/2013, στο μητρώο ανέργων που τηρείται από το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ώστε να εξεύρει εργασία, πλην όμως μέχρι σήμερα, τούτο δεν κατέστη δυνατό. Λόγω της αδυναμίας του να έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, στηρίζεται οικονομικά «σε κοντινούς συγγενείς». Κατά τον χρόνο ετοιμασίας της ένορκης του δήλωσης (9/6/2015), εκκρεμούσε αίτηση του για να καταστεί λήπτης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Όσον αφορά στην οικογενειακή του κατάσταση, αναφέρει ότι είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός βρέφους, που κατά τις 9/6/2015 (ημερομηνία ετοιμασίας ένορκης δήλωσης), ήταν ηλικίας 20 μηνών. Η σύζυγος του, είναι επίσης άνεργη και κατά τον χρόνο ετοιμασίας της ενόρκου δηλώσεως, είχε να λαμβάνει το τελευταίο μηνιαίο επίδομα ανεργίας, ύψους €350 (είχε ήδη λάβει σχετικό επίδομα για τους προηγούμενους 5 μήνες). Ως ισχυρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1, διαμένει με την σύζυγο και το τέκνο του σε ένα λυόμενο σπίτι συνολικού εμβαδού 60τμ. Ως προς τα οποιαδήποτε χρέη του, αναφέρετε σε κάποιο προσωπικό του δάνειο για το οποίο τα τελευταία τρία χρόνια δεν έχει καταβάλει, λόγω σχετικής αδυναμίας του, οποιαδήποτε δόση, με αποτέλεσμα το χρεωστικό του υπόλοιπο να ανέρχεται στις €72.264,
- Σχετικά τώρα με τα μηνιαία έξοδα της οικογένειας και με ειδική αναφορά στην διατροφή των μελών της, ιατρικά και γενικά έξοδα του βρέφους, κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και ύδατος, καθώς επίσης και καταβολή μηνιαίως συγκεκριμένου ποσού για αποπληρωμή διαφόρων προστίμων που του επιβλήθηκαν σχετικά με τροχαία αδικήματα, αναφέρει συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που πρέπει να καταβάλλονται μηνιαίως, τα οποία ανέρχονται σε ποσό πέριξ των €650 με €
- Τέλος, αφού συγκρίνει το ύψος των αναγκαίων μηνιαίων εξόδων της οικογένειας του, με το ύψος του επιδόματος ανεργίας, που κατά τον συγκεκριμένο χρόνο λάμβανε η σύζυγος του, προωθεί τον ισχυρισμό ότι το εν λόγω επίδομα δεν επαρκεί για να καλύψει της οικονομικές ανάγκες της οικογένειας του και επαναλαμβάνει την θέση ότι, για να διαβιεί εκείνος και η οικογένεια του, στηρίζεται οικονομικά από «κοντινούς συγγενείς». Ερχόμενος τώρα στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Καθ' ης η Αίτηση 3 που συνοδεύει την Ένσταση της ιδίας και του Καθ' ου η Αίτηση 1, παρατηρώ τα εξής. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 αναφέρει ότι είναι συνταξιούχος και ότι η σύνταξη της ανέρχεται στο ποσό των €415 μηνιαίως. Διαμένει με τον σύζυγο της, επίσης συνταξιούχος, του οποίου η σύνταξη ανέρχεται σε €
- Ως προς τα έξοδα τους, με αναφορά σε συγκεκριμένους τομείς, προσδιορίζει τούτα περί τα €950 με €1000 το μήνα. Αναφέρει ακόμα ότι, €360 περίπου από τις πιο πάνω μηνιαίες ανάγκες της ιδίας και του συζύγου της, προέκυψαν συνεπεία επέμβασης στην οποία προέβη προ μερικών ετών ο σύζυγος της, γεγονός που καθιστά αναγκαία, αφενός την μετάβαση του ζεύγους, δυο φορές τον χρόνο, στον Λίβανο και αφετέρου την λήψη συγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής, η οποία στοιχίζει €100 τον μήνα (περιλαμβάνονται στο εκτιμημένο ποσό των €360 ανωτέρω). Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι εκεί που χρειάστηκε, το Δικαστήριο προέβη σε απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, ώστε να καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός των οικονομικών αναγκών ανά μήνα. Παραδείγματος χάριν, για τα έξοδα μετάβασης και διαμονής στο Λίβανο, δύο φορές τον χρόνο, το Δικαστήριο πρόσθεσε τα έξοδα δύο τέτοιων ταξιδιών και τα διαίρεσε δια τους δώδεκα μήνες. Επανερχόμενος τώρα στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Καθ' ης η Αίτηση 3, σημειώνω ότι, τέλος, αφού συγκρίνει τα μηνιαία έξοδα της οικογένειας της, με τις μηνιαίες απολαβές της και του συζύγου της, προωθεί την θέση ότι αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό δια μηνιαίων δόσεων προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Καθ' ης η Αίτηση 2, σημειώνω ότι τούτη, αρχικά ισχυρίζεται ότι για το εξ αποφάσεως χρέος, αποκλειστική ευθύνη έχει ο Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος καρπώθηκε εξολοκλήρου το ποσό του δανείου, επί τη βάσει του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας επιχειρείται, δια της επίδικης αίτησης, η εκτέλεση. Έπειτα ισχυρίζεται ότι είναι άνεργη και ότι από τις 5 Μαρτίου 2014, έχει εγγραφεί στο μητρώο ανέργων του Υπουργείου Εργασίας, και παρ' όλες τις προσπάθειες της, έκτοτε, να εξεύρει εργασία, τούτο δεν κατέστη δυνατό. Με βάση της ανεργία της και την αδυναμία της να εξεύρει εργασία, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Επανερχόμενος στον Καθ' ου η Αίτηση 1, και με γνώμονα και τα όσα ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι τούτος δεν υπήρξε ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, απέκρυψε από το Δικαστήριο την πραγματική αλήθεια σε σχέση με την οικονομικές του δυνατότητες. Η μόλις πιο πάνω κρίση μου, βασίζεται στους ουσιαστικούς αντιφατικούς ισχυρισμούς που προώθησε, καθώς επίσης και στην γενικότερη εικόνα που παρουσίασε ως μάρτυρας και την οποία είχα την ευκαιρία να εντοπίσω παρακολουθώντας τον κατά το στάδιο που κατέθετε ενόρκως ενώπιον μου. Επίσης, προκύπτει και από βασικούς, συγκρουόμενους με τη λογική, ισχυρισμούς που προώθησε. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με κάθε λεπτομέρεια όλους ανεξαιρέτως τους αντιφατικούς του ισχυρισμούς και ή γενικότερα την κάθε αδυναμία που παρουσιάζει η μαρτυρία του. Ενδεικτικά όμως σημειώνω τα ακόλουθα. Αποτέλεσε βασική επαναλαμβανόμενη θέση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι, από το έτος 2013 και εντεύθεν, δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα, όντας άνεργος. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, έκτοτε, δεν κατάφερε να εξεύρει οποιαδήποτε εργασία και ειδικότερα ως επιπλοποιός (πρόκειται για το επάγγελμα που ασκούσε μέχρι και το 2013), παρά μόνο πρόσφατα όταν κατάφερε να αναλάβει μια συγκεκριμένη εργασία, πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε αμοιβή. Ως ισχυρίστηκε, η εν λόγω εργασία αναλήφθηκε άνευ αμοιβής, ώστε να εξοφλήσει ο ίδιος οφειλή του προς το πρόσωπο, για λογαριασμό του οποίου, θα διενεργούντο οι εργασίες. Όταν όμως ερωτάτο αναφορικά με το κατά πόσο βοηθά οικονομικά τη μεγάλη του κόρη (κόρη που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο, η οποία σήμερα είναι ηλικίας περίπου 20 ετών και είναι φοιτήτρια), ισχυρίστηκε ότι της καταβάλει ένα ποσό μεταξύ €20 - €50 περίπου το μήνα. Ερωτηθείς ειδικά αν το ύψος του εν λόγω καταβαλλόμενου ποσού, εξαρτάται από το εύρος του κύκλου εργασιών που αναλαμβάνει («εξαρτάται από το πόσο καλά πάνε οι δουλειές;»), ενώ αρχικά απάντησε αρνητικά, εν τέλει έδωσε καταφατική απάντηση. Πως είναι δυνατόν να εξαρτάτε το ύψος του ποσού που θα καταβάλει μηνιαίως στην κόρη του από τον κύκλο εργασιών που αναλαμβάνει, αν όντως, ως ισχυρίζεται, εδώ και τρία χρόνια περίπου είναι άνεργος χωρίς εισοδήματα. Είναι έκδηλο ότι, ο ισχυρισμός του περί ανυπαρξίας εισοδημάτων από εργασία που εκτελεί, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Το ψευδές του ισχυρισμού του περί οικονομικής του ανικανότητας να αποπληρώσει το χρέος του, προκύπτει και από τα ακόλουθα. Αποτέλεσε βασική του θέση ότι λόγω ανυπαρξίας εισοδημάτων, τυγχάνει οικονομικής βοήθειας από κοντινούς του συγγενείς. Κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, συγκεκριμενοποίησε τούτους, ως την Καθ' ης η Αίτηση 3, μητέρα του. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ότι, μέχρις ότου η μεγάλη του κόρη ενηλικιωθεί, ο ίδιος όφειλε να καταβάλλει προς την πρώην σύζυγο του (Καθ' ης η Αίτηση 2), διατροφή ύψους €250 τον μήνα. Λόγω αδυναμίας του να καταβάλλει το εν λόγω ποσό, τούτο καταβαλλόταν από την Καθ' ης η Αίτηση 3, η οποία τον βοηθούσε οικονομικά. Ερωτηθείς ειδικά εάν η Καθ' ης η Αίτηση 3 συνεχίζει ακόμα να τον βοηθά καθοιονδήποτε τρόπο οικονομικά, ισχυρίστηκε ότι, εδώ και δυο χρόνια, που ενηλικιώθηκε η κόρη του και δεν είναι αναγκαία η καταβολή οποιασδήποτε διατροφής, η Καθ' ης η Αίτηση 3 δεν του παρέχει πλέον οποιαδήποτε άμεση οικονομική βοήθεια (διά της καταβολής προς τον ίδιο ή σε άλλους κάποιου χρηματικού ποσού), πλην του ότι συνεχίζει, ως εξάλλου ανέκαθεν έπραττε, να μαγειρεύει για αυτούς φαγητό. Ως προ δε το κατά πόσο λαμβάνει οικονομική βοήθεια από οποιοδήποτε άλλο στενό συγγενικό πρόσωπο, σχετική ήταν η θέση του ότι, όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα της οικογένειας του, μετά την ενηλικίωση της μεγάλης του κόρης, τα καλύπτει ο ίδιος. Ερωτηθείς ειδικώς ως προς τα ακριβή μηνιαία έξοδα της οικογένειας του, με αναφορές ειδικά σε κάθε τέτοιο έξοδο, ισχυρίστηκε ότι τούτα, ανέρχονται σε ένα ποσό πέριξ των €1163,
- Για τον υπολογισμό του μόλις αναφερθέντος ποσού, το Δικαστήριο προέβη και πάλι σε γενικούς μαθηματικούς υπολογισμούς, εκεί που καθίστατο ανάγκη. Παραδείγματος χάριν, για τον υπολογισμό της μηνιαίας οικονομικής ανάγκης για την κατανάλωση υγραερίου, για σκοπούς θέρμανσης, το Δικαστήριο πολλαπλασίασε το αναφερόμενο από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 μηνιαίως καταβαλλόμενο ποσό επί τους τρείς Χειμερινούς μήνες και διαίρεσε το γινόμενο δια δώδεκα (μήνες του χρόνου), ώστε να προσδιορίσει το συγκεκριμένο μηνιαίο έξοδο. Με τούτα ως δεδομένα, διερωτάται κανείς. πως είναι δυνατόν ο Καθ' ου η Αίτηση 1, να μην βοηθείται οικονομικά από οποιονδήποτε (πλην της αναληφθείσας, από την Καθ' ης η Αίτηση 3, ευθύνης για ετοιμασία του φαγητού για την οικογένειας του), η σύζυγος του να είναι άνεργη, η οποία σημειώνεται ότι από τον Ιούλιο του 2015, δεν λαμβάνει οποιοδήποτε επίδομα ανεργίας και παρά ταύτα, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 να είναι σε θέση να καταβάλλει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό μηνιαίως για τις ανάγκες της οικογένειας του, όντας άνεργος άνευ εισοδημάτων; Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, για τουλάχιστον έξι μήνες και δη σε χρόνο πριν τον Αύγουστο του 2015 (όταν εν τέλει εγκρίθηκε και έλαβε το πρώτο επίδομα του Ελαχίστου Εγγυημένου Εισοδήματος), μοναδικό εισόδημα της οικογένειας του, ήταν τα €350 που λάμβανε η σύζυγος του ως επίδομα ανεργίας. Με δεδομένη δε την θέση του ότι, η Καθ' ης η Αίτηση 3 έπαψε να τον χρηματοδοτεί εδώ και δύο χρόνια και ότι όλα τα χρήματα για τα έξοδα της οικογένειας τα καταβάλλει ο ίδιος, προκύπτει αβίαστα ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση ψεύδεται ως προς τα πραγματικά του έσοδα, τα οποία, προφανώς, είναι περισσότερα από όσα ισχυρίζεται. Η μόλις εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου, καθίστα μη αναγκαία την εξέταση του κατά πόσο επιδεικνύει ο Καθ' ου η Αίτηση 1 την αναγκαία βούληση για να εξεύρει εργασία, μιας και ως προκύπτει από τις δικές του τοποθετήσεις, έχει κάποιο κύκλο εργασιών και έχει και εισοδήματα πέραν του επιδόματος που λαμβάνει ως Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Η δε δυνατότητα του, πριν καν καταστεί λήπτης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, πλην όμως μετά που, κατέστη άνεργος, να καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα της οικογένειας του (ισχυρισμός που προωθήθηκε από τον ίδιο), και με δεδομένο το ύψος του ποσού που πρέπει να δαπανείται μηνιαίως για κάλυψη των αναγκών της οικογένειας του, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι, τα έσοδα του (περιλαμβανομένου και του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος), είναι περισσότερα των μηνιαίων εξόδων του ιδίου και γενικότερα της οικογένεια του, με αποτέλεσμα να μη προκύπτει θέμα ενδεχόμενης διαταγής του από το Δικαστήριο να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό από το εν λόγω επίδομα, πράγμα, που υπό άλλες περιστάσεις, θα ήταν ανεπίτρεπτο. Αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση 2, η μαρτυρία της, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε από την Αιτήτρια, ούτε τέθηκαν εν αμφιβόλω οι ισχυρισμοί της ως προς τον χρόνο που κατέστη άνεργη, αλλά και τις οποιεσδήποτε ενέργειες της για σκοπούς εξασφάλισης εργασίας. Ούτε και οι ισχυρισμοί της ως προς τις μηνιαίες ανάγκες της ιδίας και της θυγατέρας της, η οποία φοιτά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, αμφισβητήθηκαν καθοιονδήποτε τρόπο. Αναντίλεκτος και/ή καλύτερα αδιαμφισβήτητος, παρέμεινε και ο ισχυρισμός της ότι για κάλυψη των αναγκών της ιδίας και της κόρης της, βοηθείται οικονομικά από τους γονείς της, μιας και το επίδομα του Ελαχίστου Εγγυημένου Εισοδήματος που λαμβάνει, δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες τους. Εν πάση περιπτώσει, η Καθ' ης η Αίτηση 2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, αναφορικά με τις οικονομικές της δυνατότητες και ανάγκες, καθώς επίσης και αναφορικά με τις προσπάθειες που καταβάλλει για να εξεύρει εργασία. Ούτως ή άλλως, αυτό που η Αιτήτρια, εισηγείται, δεν είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι αναξιόπιστη, αλλά ότι τα όσα ισχυρίζεται σε σχέση με τις ενέργειες της να εξεύρει εργασία, θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στη κρίση ότι τούτη δεν επιδεικνύει την αναγκαία βούληση για εξεύρεση εργασίας και επομένως να κρίνει επιπλέον ότι, δυνητικά είναι πρόσωπο που έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει μηνιαία δόση προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της. Κατά τη γνώμη μου, τα όσα εισηγείται η Αιτήτρια αναφορικά με την βούληση της Καθ, ης η Αίτηση 2 να εξεύρει εργασία, με κάθε σεβασμό, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Και τούτο γιατί οι σχετικές ενέργειες της τελευταίας, δεν περιορίζονται, ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, στο να ρωτά απλά τη λειτουργό του Γραφείου Εργασίας, όποτε επισκέπτεται τούτη για να δηλώσει ότι παραμένει άνεργη, κατά πόσο υπάρχουν εργοδότες που ζητούν προσωπικό για εργοδότηση. Ως ανέφερε η Καθ' ης η Αίτηση 2 και δεν αμφισβητήθηκε, πέραν της συνεχούς διερεύνησης, μέσω της ρηθείσας λειτουργού, του κατά πόσο υπάρχει ζήτηση για εργασιακό προσωπικό, αναζητά εργασία και σε καταστήματα (μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2014 εργαζόταν ως υπεύθυνη σε κατάστημα πώληση ενδυμάτων και υποδημάτων), καθώς επίσης και προβαίνει σε σχετική διερεύνηση και μέσω των εφημερίδων. Ισχυρίστηκε δε ότι, η αναζήτηση της είναι συνεχής και δεν περιορίζεται στο Γραφείο Εργασίας. Τόνισε ακόμα ότι, την δεδομένη στιγμή, προφανώς αναφερόμενη στο πρόβλημα ανεργίας που ταλανίζει την πατρίδα μας, δεν είναι καθόλου εύκολο να εξεύρει εργασία, παρά τις συνεχείς προσπάθειες που καταβάλλει προς διάφορες κατευθύνσεις. Επομένως, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω, ότι με την μαρτυρία της η Καθ' ης η Αίτηση 2, έπεισε το Δικαστήριο, τόσο για την αδυναμία της να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του χρέους της, όσο και για το ότι επιδεικνύει την αναγκαία βούληση για να εξεύρει εργασία. Ως προς την Καθ' ης η Αίτηση 3, η γνώμη που απεκόμισα, καθ' ον χρόνο τούτη κατέθετε, δια ζώσης, ενώπιον μου, είναι θετική. Εξάλλου, ούτε η Αιτήτρια αμφισβήτησε την αξιοπιστία της. Μοναδική σχετική εισήγηση της Αιτήτριας, περιορίζεται στην αντίφαση που παρουσιάζει η δια ζώσης μαρτυρία της, συγκρινόμενη με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς της, αναφορικά με το ύψος της μηνιαίας σύνταξης του συζύγου της. Πρέπει όμως σε σχέση με τούτο, να παρατηρήσω ότι η Καθ' ης η Αίτηση 3, δεν αντεξετάστηκε επί της εν λόγω διαφοράς στους ισχυρισμούς της, ώστε να έχει την ευκαιρία να δώσει κάποια σχετική εξήγηση. Η δε ενέργειά της να προβάλει, κατά την δια ζώσης μαρτυρία της, χωρίς να έχει προηγουμένως τεθεί εν αμφιβόλω ο, εν την ένορκη της δήλωση, σχετικός ισχυρισμός, μάλλον θετικά μπορεί να αποτιμηθεί, παρά αρνητικά για αυτήν. Και τούτο γιατί, με τον δια ζώσης προβαλλόμενο ισχυρισμό της, αύξησε την οικονομική της ικανότητα (ανάφερε ότι ό σύζυγος της λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ύψους €700, σε αντιδιαστολή με την σχετική της αναφορά στη ένορκή της δήλωση, περί σύνταξη ύψους €350 τον μήνα) . Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι η αντεξέτασή της ήταν πολύ περιορισμένη και διενεργήθηκε δια ερωτήσεων διευκρινιστικού και όχι αντιπαραθετικού τύπου. Εξ ου και δεν της υποβλήθηκε καν θέση και/ή εισήγηση περί το ότι προώθησε οποιονδήποτε αναληθή ισχυρισμό. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα όσα τέθηκαν υπό μορφή μαρτυρίας μέσω της συγκεκριμένης Καθ' ης η Αίτηση, με εξαίρεση τον πιο πάνω ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεώς της, αποτελούν αληθή γεγονότα. Ως αποτέλεσμα της μόλις πιο πάνω κρίσης μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας της, τούτη γίνεται δεκτή στην ολότητά της, πλην φυσικά του ανωτέρω αναφερομένου ισχυρισμού της ενόρκου δηλώσεώς της αναφορικά με το ύψος της μηνιαίας σύνταξης του συζύγου της. Αξίζει φυσικά στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, η βασική απαίτηση της Αιτήτριας, είναι να διαταχθεί η Καθ' ης η Αίτηση 3, από το Δικαστήριο, να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €250 προς εξόφληση του χρέους της. Και τούτο γιατί, κατά την Αιτήτρια, το εν λόγω ποσό το κατέβαλλε μέχρι πριν δύο περίπου χρόνια προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, για διατροφή που έπρεπε να καταβάλλει ο υιός της, Καθ' ου η Αίτηση
- Σύμφωνα με την εισήγηση της Αιτήτριας, από την στιγμή που δεν διαφοροποιήθηκαν τα έσοδα και έξοδα της Καθ' ης η Αίτηση 3 τα τελευταία χρόνια, και με δεδομένη την δυνατότητα που είχε να καταβάλλει, μέχρι πριν δύο χρόνια, το εν λόγω ποσό προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, και εν απουσία, κατά την Αιτήτρια, ισχυρισμού που να θέτει εν αμφιβόλω τα πιο πάνω δεδομένα, δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 3, για αποπληρωμή του χρέους της δια μηνιαίων δόσεων, ύψους €
- Με την πιο μόλις πιο πάνω εισήγησή της, η Αιτήτρια φαίνεται να αγνοεί και/ή να μην συνυπολογίζει κάποιους αναντίλεκτους ισχυρισμού της Καθ' ης η Αίτηση 3, για τους οποίους, όχι απλά δεν παρουσίασε η Αιτήτρια αντίθετους ισχυρισμούς, αλλά ούτε καν αντεξέτασε τούτη σχετικά. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της είναι οι ακόλουθοι. Πρώτον, ότι τα έσοδα της ιδίας και του συζύγου της περιορίζονται στη μηνιαία σύνταξή τους, που συνολικά ανέρχεται σε ένα ποσό πέριξ των €1.115 και δη €700 σύνταξη συζύγου, πλέον €415 σύνταξη ιδίας (βλέπε παράγραφο 4(γ) της ένορκης δήλωσής της καθώς επίσης και τεκμήριο 1 τούτης) και δεύτερο, ότι τα μηνιαία τους έξοδα, ως τούτα προκύπτουν από το αναντίλεκτο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Καθ' ης η Αίτηση 3, ανέρχονται σε ένα ποσό μεταξύ €950 και €1.000, ως εξάλλου τούτο σημειώθηκε και στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης. Ακόμα, η Αιτήτρια φαίνεται να μην συνυπολογίζει ότι τα έξοδα της οικογένειας της Καθ' ης η Αίτηση 3 που σχετίζονται με το πρόβλημα υγείας του συζύγου της, αποτελούν έξοδα που αντιμετωπίζονται από αυτούς τα τελευταία χρόνια μόνο. Τούτο δεν μπορεί να μην συσχετιστεί με το γεγονός ότι, η Καθ' ης η Αίτηση 3, για τα δύο τουλάχιστον προηγούμενα χρόνια δεν κατέβαλε το εν λόγω ποσό προς την Καθ' ης η Αίτηση
- Είναι λάθος κατά τη γνώμη μου να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η Καθ' ης η Αίτηση 3, καθ' ον χρόνο κατέβαλλε το ποσό των €250 προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, αντιμετώπιζε και τα επαυξημένα έξοδα που σχετίζονται με το πρόβλημα υγείας του συζύγου της. Πόσο μάλλον όταν ουδεμία σχετική ερώτηση ή έστω υποβολή, τέθηκε προς αυτήν. Με τα πιο πάνω δεδομένα, καθίσταται έκδηλό, ότι, η εισήγηση της Αιτήτριας περί δυνατότητας της Καθ' ης η Αίτηση 3 να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €250, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Προκύπτει όμως ότι, η Καθ' ης η Αίτηση 3 έχει κάποια περιορισμένη οικονομική δυνατότητα που υπερβαίνει το ύψος των οικονομικών αναγκών της ιδίας και του συζύγου της. Για τη μόλις εκφρασθείσα κρίση μου, συνυπολόγισα, ως επιπρόσθετο έξοδο, και κάποιο μικρό ποσό για τις κοινωνικές της διακινήσεις (γάμοι, βαπτίσεις, γιορτές κ.ο.κ.). Με βάση τα ανωτέρω, αποτελεί κρίση μου ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, έχουν δυνατότητα να καταβάλλουν χρήματα δια μηνιαίων δόσεων για σκοπούς εξόφλησης του χρέους τους (η Καθ, ης η Αίτηση 3 πολύ περιορισμένο), ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2, δεν έχει τέτοια δυνατότητα. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα (ανωτέρω): «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε ότι τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους-δικαίου.» Έχοντας υπόψη το σύνολο της αποδεκτής ενώπιον μου μαρτυρίας και των ανάλογων ευρημάτων μου, καθώς επίσης και τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το θέμα και το ύψος του οφειλόμενου χρέους, καταλήγω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 θα πρέπει να αποπληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος με δόσεις, τις οποίες και καθορίζω στο ποσό των €150 τον μήνα και η Καθ' ης η Αίτηση 3, με δόσεις τις οποίες καθορίζω στο ποσό των €40 τον μήνα. Συνεπώς, εκδίδονται τα πιο κάτω διατάγματα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 . (α) Εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις εξ €150 έκαστης. Η πρώτη δόση να καταβληθεί την 1.5.2016 και ακολούθως, την πρώτη ημέρα έκαστου επόμενου μήνα, μέχρι την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους ή μέχρι άλλης νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (β) Εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 3 για πληρωμή του ιδίου εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις εξ €40 έκαστης. Η πρώτη δόση θα πληρωθεί την 1.5.2016 και ακολούθως, την πρώτη ημέρα έκαστου επόμενου μήνα, μέχρι την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους ή μέχρι άλλης νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, και ιδιαίτερα για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω ότι η Αίτηση, αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση 2, απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, κρίνω ότι τούτα θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της Αιτήτριας και, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την κρίση μου περί απόρριψης της Αίτησης σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 2, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να προβώ σε οποιαδήποτε σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα, συνεπεία αφενός του εξεταστικού και/ή διερευνητικού χαρακτήρα της Αίτησης, και αφετέρου της γενικότητας των ισχυρισμών της Καθ' ης η Αίτηση 2 (αναφορικά με τις οικονομικές της δυνατότητες και βούλησης της να εξεύρει εργασία), ως τούτοι προωθήθηκαν μέσω της ένορκής της δήλωσης, με αποτέλεσμα να ήταν αναγκαία η διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας για να διαφανεί η αδυναμία της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο