ΤΑΚΗ ΣΟΛΩΝΟΣ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής 8137/10, 22/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 8137/10 Μεταξύ: ΤΑΚΗ ΣΟΛΩΝΟΣ Ενάγοντα και ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 22.3.2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κώστας Μαυραντώνης, για Μάρκος Π. Σπανός & Σία Για τον Εναγόμενο: κα Μορφινή Κυπριανίδου, για Μ. Χ. Σταματάρης & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Η αντιδικία στην παρούσα υπόθεση προέκυψε μέσα από την πώληση ημερ. 20.6.2008, ως η εκδοχή του Ενάγοντος, 1000 χαρτοσήμων προς τον Εναγόμενο για το ποσό των €1,71 έκαστο, ήτοι για πώληση χαρτοσήμων συνολικής αξίας €1.710,00σ. Με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ»), ο Εναγόμενος έκανε παραδεκτή κατά την εν λόγω ημερομηνία την παραλαβή 700 μόνο χαρτοσήμων προς €1,71 έκαστο, ήτοι για συνολική αξία €1.197,00σ. Εκκρεμούσης της αγωγής, και αφού προηγουμένως μεσολάβησε η αίτηση του Ενάγοντος ημερ. 10/2/11 για την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €1.197 ως παραδεδειγμένο χρέος που προκύπτει από την Ε/Υ του, ο Εναγόμενος, παρά το ότι καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω αίτηση στις 4/7/11, προχώρησε και κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των €1.197 την 5.10.
- Τούτο φαίνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερ. 5.10.
- Κατέληξε ο Ενάγων να διατηρεί την αγωγή και να αξιώνει με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας απόφαση εναντίον του Εναγόμενου꞉ α) για το ποσό των €513 ως υπόλοιπο οφειλόμενο από την πώληση 1000 χαρτοσήμων την 20/6/08, β) νόμιμο τόκο επί του ποσού των €1.710 από την 20/6/08 μέχρι 5/10/11 και επί του ποσού των €513 από 6/10/11 μέχρι πλήρους εξόφλησης. γ) έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Δεδομένου ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2010, η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση της παλαιάς δικονομίας, ως ίσχυε πριν την πρόσφατη τροποποίηση της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, γι' αυτό και το Δικαστήριο άκουσε προφορική μαρτυρία. Η όλη ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη. Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο Ενάγων προσήλθε στο Δικαστήριο έτοιμος να δώσει ενόρκως προφορική μαρτυρία και να τεθεί στη βάσανο της αντεξέτασης υπό της συνηγόρου Υπεράσπισης. Το μικρό υπόλοιπο της χρηματικής διαφοράς με τον Εναγόμενο, απεδείχθη πως δεν ήταν το μόνο ζητούμενο για τον ίδιο, αφού η προάσπιση της αξιοπιστίας και εντιμότητάς του, στην προχωρημένη ηλικία στην οποία βρίσκεται, ήταν πιο σημαντική για τον ίδιο. Από την άλλη, ο Εναγόμενος, όντας εξίσου επίμονος ότι δεν χρωστά οτιδήποτε στον Ενάγοντα, προσήλθε έτοιμος να δώσει ένορκη μαρτυρία και επιπλέον προσέφερε ως μάρτυρα υπεράσπισης την κα Καρίνα Δημητρίου (στο εξής «η ΜΥ1»), που ως ο ισχυρισμός του ήταν σύζυγός του κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα αγωγή, χρόνο. Δεδομένης της ουκρανικής καταγωγής της ΜΥ1, η μαρτυρία της λήφθηκε με τη βοήθεια της μεταφράστριας Ελίνας Μουρατίδου, η οποία μετάφραζε τα διαλαμβανόμενα κατά την ακροαματική δικάσιμη από τα Ελληνικά στα Ρωσσικά και αντίστροφα, αφότου το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την ικανότητα της συγκεκριμένης μεταφράστριας να επιτελέσει το έργο αυτό. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αυτολεξεί τη δοθείσα μαρτυρία. Βρίσκεται όλη καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Προβαίνω όμως πιο κάτω σε συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας, με αναφορά στις επιμέρους δηλώσεις, οι οποίες επέδρασαν στη διαμόρφωση της δικαστικής μου κρίσης και κατάληξης. Σπεύδω να αναφέρω ότι ουδέν νομικό σημείο χρειάστηκε να εκδικασθεί προδικαστικά και κατά προτεραιότητα, αφού δεν υποβλήθηκε σχετική αίτηση προς το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πέραν τούτου, κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ο ίδιος ο Εναγόμενος παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός δεν αμφισβητεί ότι ο Ενάγων, ως φυσικό πρόσωπο, ήταν εκείνος που του πώλησε τα χαρτόσημα ή με τον οποίο έκανε τη συμφωνία αγοραπωλησίας χαρτοσήμων και ότι ήταν αδειούχος να πωλεί χαρτόσημα. Συνεπώς, με τη δήλωσή του αυτή, κατέστησε άνευ αντικειμένου τη συζήτηση της δικογραφηθείσας στην Έκθεση Υπεράσπιση προδικαστικής ένστασης ότι δήθεν ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής, έστω ως ζητήματος ουσίας της υπόθεσης. Το ότι, εξάλλου, ο Ενάγων ήταν κατά πάντα χρόνο αδειούχος να πωλεί χαρτόσημα αποδεικνύεται αντικειμενικά στην όψη των Τεκμηρίων 1 και 2 υπό Έγγραφο Α που προσκόμισε ο ίδιος ο Ενάγων στο Δικαστήριο, όπου το Τεκμήριο 1 είναι η επιστολή του Εφόρου Τελών Χαρτοσήμου, ημερ.23/11/72, με επισυνημμένες Καταστάσεις προσώπων στα οποία χορηγήθηκε άδεια του εν λόγω Εφόρου για πώληση χαρτοσήμων στο κοινό, στις οποίες περιλαμβάνεται η επίδικη περίοδος, και το Τεκμήριο 2, είναι αντίγραφο από την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 29/1/
- Συνεπώς δεν προωθήθηκε δεόντως ή/και δεν τεκμηριώθηκε έλλειψη νομιμοποίησης του Ενάγοντος να εγείρει την αγωγή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Υπενθυμίζω ότι σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014 και Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24). Όπως λέχθηκε στη Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των ανωτέρω κριτηρίων. Τόσο ο Ενάγων όσο και ο Εναγόμενος έχουν ασφαλώς προσωπικό συμφέρον μέσα από την έκβαση της παρούσας απόφασης. Γι' αυτό και το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει με προσοχή τη μαρτυρία τους. Τούτο καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό δεδομένου ότι δεν υπήρξε ουδείς αντικειμενικός και ανεξάρτητος μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ΜΥ1, ελέγχεται ως επίσης μη αντικειμενική και ανεξάρτητη μάρτυρας, εφόσον συνδεόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο που τεκταίνονταν τα επίδικα γεγονότα με εξ αγχιστείας συγγένεια με τον Εναγόμενο, ως σύζυγός του από 7.12.
- Προχωρώ σε ανάλυση της μαρτυρίας του Ενάγοντος σε αντιδιαστολή προς τη μαρτυρία του Εναγόμενου. Ο Ενάγων υπήρξε σοβαρός και προσεκτικός στις δηλώσεις του. Απαντούσε σε κάθε ερώτηση με καθαρότητα σκέψης και καλό μνημονικό. Έδειξε να έχει πλήρη γνώση και αντίληψη των εκατέρωθεν δικογραφηθέντων θέσεων. Εκδήλωσε, συγχρόνως, ενόχληση για την όλη εξέλιξη της υπόθεσης, για την καθυστέρηση και την ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο, προκειμένου να εισπράξει «το δίκαιό του», όπως το περιέγραψε. Η εν λόγω αντίδραση είναι φυσιολογικά αναμενόμενη από έναν άνθρωπο της ηλικίας του. Το ότι διατηρεί την παρούσα αγωγή από το 2011, για €516, φανερώνει μεν πείσμα, αλλά όπως ανέφερα εισαγωγικά, εκδηλώνει τη διάθεσή του να αγωνιστεί για την υπόληψή του και για το καλό του όνομά στην αγορά, διότι δεν θα ερχόταν να ψευδομαρτυρήσει για ένα τόσο μικρό ποσό. Ο Ενάγων εξακολουθεί να εργάζεται, ως δήλωσε, στο βιβλιοπωλείο που διατηρεί στην Κωστή Παλαμά 30 - 32 στο κέντρο της Λευκωσίας και είναι ταυτόχρονα αδειούχος πωλητής χαρτοσήμων της Κυπριακής Δημοκρατίας από το
- Τοποθέτησε την έναρξη της συνεργασίας του με την οικογένεια του Εναγόμενου, αρχικά με τον μακαρίτη τον πατέρα του και έπειτα με αυτόν τον αδερφό του, περί το
- Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε αντιδικήσει μαζί τους. Στη γραπτή δήλωση (βλ. το τεκμήριο που κατατέθηκε ως Έγγραφο Α), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο Ενάγων εξέθεσε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων꞉ Κατά ή περί την 20/6/08, ο Εναγόμενος επισκέφθηκε το βιβλιοπωλείο του και του ζήτησε 1000 χαρτόσημα προς €1,71 έκαστο. Ο Ενάγων του τα έδωσε και τον έβαλε να υπογράψει σχετικό έγγραφο παραλαβής χαρτοσήμων, επειδή η πώληση θα γινόταν επί πιστώσει με εξυπακουόμενο όρο ότι η πληρωμή θα γινόταν εντός ευλόγου χρόνου. Ο Εναγόμενος υπέγραψε το εν λόγω έντυπο, το οποίο και κατατέθηκε από τον Ενάγοντα ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α. Σημειωτέον ότι, όσον αφορά το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, ο Ενάγων εξήγησε το λόγο για τον οποίο το εν λόγω έντυπο εκδόθηκε υπό την εμπορική επωνυμία της εταιρείας Τάκης Σόλωνος και Υιοι Λτδ. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, σε συνεννόηση και με την έγκριση του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, αυτός δηλώνει τα κέρδη που προκύπτουν από την πώληση χαρτοσήμων, ως έσοδα της εταιρείας Τάκης Σόλωνος και Υιοι Λτδ επειδή ο Ενάγων τα πωλεί από το κατάστημα της εταιρείας και εφόσον ο ίδιος είναι Διευθυντής και αμοιβόμενος από την εταιρεία. Εν πάση περιπτώσει, όπως προανέφερα, στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας, ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ότι πωλητής των χαρτοσήμων προς τον ίδιο ήταν ο Ενάγων. Ούτε συζητείται στην τελική αγόρευση της συνηγόρου Υπεράσπισης οποιοδήποτε ζήτημα περί μη νομιμοποίησης του Ενάγοντος να εγείρει την αγωγή. Ως προς το τί επακολούθησε της 20ης Ιουνίου 2008, ήταν η θέση του Ενάγοντος ότι, μετά το πέρας αρκετών ημερών, αυτός παρατήρησε ότι ο Εναγόμενος δεν πέρασε από το βιβλιοπωλείο να του πληρώσει το οφειλόμενο ποσό των €1710 έναντι των χαρτοσήμων που του είχε πωλήσει. Ως εκ τούτου, του έκανε αρκετές υπενθυμίσεις και οχλήσεις τηλεφωνικώς, αλλά όταν ο Εναγόμενος άρχισε ν' αποφεύγει τα τηλεφωνήματά του, ο Ενάγων συνέχισε τις υπενθυμίσεις και οχλήσεις με επισκέψεις στο γραφείο του. Επίσης, ζήτησε από τον αδελφό του Εναγομένου, κ. Αντρέα Δημητρίου, να υπενθυμίσει τον Εναγόμενο για την πληρωμή της οφειλής του. Η ανταπόκριση που λάμβανε από τον Εναγόμενο ήταν ότι, αν συνέχιζε να τον ενοχλεί τηλεφωνικώς ή με επισκέψεις στο γραφείο του, για να ζητήσει την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού, εκείνος θα κατάγγελλε τον Ενάγοντα στην αστυνομία. Σε καμία όμως περίπτωση αρνήθηκε ο Εναγόμενος ότι όφειλε σε αυτόν το ποσό των €1710 έναντι της αγοράς 1000 χαρτοσήμων την 20/6/
- Για να δείξει ότι η αμφισβήτηση της οφειλής αποτέλεσε εκ των υστέρων σκέψη του Εναγόμενου, ο Ενάγων ανέφερε στη γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Α) τις διαζευκτικές και διαφορετικές εκδοχές που προώθησε κατά καιρούς ο Εναγόμενος. Συγκεκριμένα꞉ (α) Σε κάποιο στάδιο πριν την καταχώριση της υπό κρίση αγωγής, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή στο σχετικό έγγραφο παραλαβής χαρτοσήμων δεν ήταν δική του. (β) Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγων του παρέδωσε λιγότερα χαρτόσημα και γι' αυτό θα έπρεπε να τον πληρώσει μόνο για τα χαρτόσημα που δήθεν του παρέδωσε ο Ενάγων. (γ) Με την έγερση της αγωγής, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγων δεν ήταν αδειούχος πωλητής χαρτοσήμων. Με δεδομένο ότι οι εκδοχές ως οι παρα. (α) και (β) εγκαταλείφθησαν κατά την ακρόαση από τον ίδιο τον Εναγόμενο, ότι απομένει είναι να κριθεί η αξιοπιστία της εκδοχής ως η παρα. (β) ανωτέρω. Εύλογα ο Ενάγων, στη γραπτή του δήλωση ως το Έγγραφο Α, διερωτήθηκε γιατί ο Εναγόμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε στην Έκθεση Υπεράσπισής του ως προς το τί απέγινε η δήθεν παραγγελία του για 300 επιπλέον χαρτόσημα, κατά πόσο τα ζήτησε, κατά πόσο αγόρασε από αλλού τα 300 χαρτόσημα και έτσι δεν τα χρειαζόταν πλέον, ή οποιαδήποτε άλλη εξήγηση ως προς το δήθεν έλλειμμα των 300 χαρτοσήμων. Εισηγείται ο Ενάγων ότι το μόνο λογικό συμπεράσμα είναι ότι η εκδοχή του Εναγομένου είναι αναληθής και αποτελεί προσπάθεια του ν' αποφύγει την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος που αντιστοιχεί στα 300 χαρτόσημα. Όλη η έμφαση της αντεξέτασης του Ενάγοντος αφορούσε στο ότι το έντυπο επί του οποίου αυτός στηρίζει την εκδοχή περί παράδοσης των 1000 χαρτοσήμων στον Εναγόμενο στις 20.6.2008, φέρει στο κάτω μέρος του την τυποποιημένη φράση «Παραγγελία από Λαϊκή Τράπεζα:...». Ήταν η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι από το εν λόγω έντυπο αποδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος «παρήγγειλε», στις 20.6.2008, 1000 χαρτόσημα. Απαντώντας σε αυτή την υποβολή, ο Ενάγων ήταν κατηγορηματικός ότι δεν εξέδιδε τα εν λόγω δελτία με την έννοια της υποβολής παραγγελίας για χαρτόσημα, αφού υπήρχαν χαρτόσημα στο βιβλιοπωλείο του και όποιος ζητούσε, του έδινε. Αν δεν υπήρχαν, απλώς δεν του έδιδε και δεν τον χρέωνε. Ο Ενάγων παρέπεμψε το Δικαστήριο σε ιδίου τύπου έντυπο που αυτός εξέδωσε προς τον Εναγόμενο σε προηγούμενες ημερομηνίες, ως τα Τεκμήρια 3Α έως 3Ε υπό Έγγραφο Α, για να δείξει ότι χρησιμοποιούσε πάντα το ίδιο έντυπο και ουδέν άλλο, ακόμη και εκεί που η πληρωμή γινόταν αμέσως. Ήταν η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι λίγες μέρες μετά τις 20.6.2008 ο Εναγόμενος τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε τα υπόλοιπα 300 χαρτόσημα. Ο Ενάγων αρνήθηκε την εκδοχή αυτή χαρακτηρίζοντας την ως «παραμύθια». Συνέχισε η συνήγορος Υπεράσπισης λέγοντας «Και εσείς του στείλατε, όταν σας ζήτησε τα υπόλοιπα χαρτόσημα, μεγάλη ποσότητα όπως συνέβαινε και προηγουμένως. Και από τότε άρχισε η διένεξη για τα 300 χαρτόσημα.». Η αντίδραση του Ενάγοντος, την οποία επιλέγω να παραθέσω αυτούσια ήταν ως εξής꞉ «Στην Υπεράσπιση σας ακούσαμε πολλές εκδοχές. Σήμερα αυτή τη στιγμή ακούμε μία νέα ανακάλυψη και νέα ιδέα υπεράσπισης. Καινούριο εύρημα είναι ότι λέτε εσείς ότι έχω στείλει περισσότερα καάτι που ούτε στην υπεράσπιση σας δεν αναφέρετε.». Παρατηρώ ότι πράγματι τέτοια εκδοχή, ως προς το πώς άρχισε η διένεξη για τα 300 χαρτόσημα δεν δικογραφήθηκε στην Ε/Υ. Πέραν τούτου, κατά την ακρόαση, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τη συγκεκριμένη εκδοχή. Είναι, για παράδειγμα, άξιον απορίας πώς συμβαίνει να παρέλαβε ο Εναγόμενος οποιαδήποτε επιπλέον ποσότητα και μην είχε να παρουσιάσει σχετική απόδειξη παραλαβής τέτοιας επιπλέον ποσότητας ή να μην απαίτησε σχετική απόδειξη πληρωμής της. Ούτε καν ποια ήταν αυτή η επιπλέον ποσότητα δεν λέχθηκε στο Δικαστηρίο. Είναι επίσης αξίον απορίας, αν ο Ενάγων του παρέδωσε οποιαδήποτε επιπλέον ποσότητα μετά τις 20.6.2008, γιατί ο Ενάγων να μην διεκδικεί από αυτόν την πληρωμή για τα 1000 χαρτόσημα συν την επιπλέον ποσότητα που του παρέδωσε μετά τις 20.6.2008, παρά μόνο να διεκδικεί την πληρωμή για τα 1000 χαρτόσημα. Τέλος, εάν ο Εναγόμενος ζήτησε και έλαβε οποιαδήποτε επιπλέον ποσότητα μετά τις 20.6.2008, αλλά λόγω της διένεξης για τα 300 χαρτόσημα έπαυσε να έχει δοσοληψίες με τον Ενάγοντα, είναι άξιον απορίας γιατί τον Οκτώβριο του 2008 έστειλε επιταγή στον Ενάγοντα για να αποπληρώσει μόνο 700 χαρτόσημα, αντί και την όποια επιπλέον ποσότητα. Απεναντίας, έχω να παρατηρήσω ότι η επιταγή που, ως η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον Ενάγοντα, αποστάληκε από τον Εναγόμενο σε αυτόν κατά ή περί την 31.10.2008 (βλ. το τεκμήριο ως το Έγγραφο Β) και η οποία αφορούσε στο ποσό των €1197 μόνο, είναι παραδεκτό από την Υπεράσπιση ότι επεστράφηκε αυθημερόν από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο με σαφή και ρητή σημείωση ότι του οφείλετο το συνολικό ποσό των €1710, γι' αυτό και δεν την παραλάμβανε. Θέση η οποία συνάδει με την εκδοχή που εξ αρχής προώθησε ο Ενάγων ότι όλη η ποσότητα των 1000 χαρτοσήμων είχε παραδοθεί επί πιστώσει στον Εναγόμενο στις 20.6.
- Ο Ενάγων προχώρησε και υπέδειξε στη συνήγορο Υπεράσπισης ότι αρχικά ο Εναγόμενος αρνείτο ή κωλυσιεργούσε να πληρώσει ολόκληρο το ποσό της οφειλής (€1710) και ότι η διένεξη για τα 300 χαρτόσημα προέκυψε από την ημερομηνία που του έστειλε εκείνη την επιταγή, την οποία ο Ενάγων του επέστρεψε αυθημερόν, γράφοντας τη συγκεκριμένη επεξηγηματική σημείωση. Η συνήγορος Υπεράσπισης αρνήθηκε τη συγκεκριμένη εκδοχή του Ενάγοντος και του υπέβαλε ότι ο πελάτης της ουδέποτε του είπε ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία και ουδέποτε αρνήθηκε το χρέος των €1197 που πράγματι όφειλε. Ο Ενάγων έδειξε έτοιμος να υπερασπιστεί την εκδοχή του, φέρνοντας πρώτος στο σκηνικό, με λεπτομέρειες, τα όσα διαδραματίστηκαν σε μία από τις επισκέψεις που αυτός έκανε μετά τις 20.6.2008 στο γραφείο του Εναγόμενου με σκοπό «να εισπράξει το δίκαιό του». Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι «Στην επίσκεψη μου στο γραφείο του [Εναγόμενου], με παρουσία, δεν είμαι σίγουρος αν ήταν και ο αδερφός του αλλά στο γραφείο του ήταν και μια κοπέλα γυναίκα του γραφείου ή γυναίκα του, κάτι τέτοιο δεν θυμάμαι καλά, με απείλησε να μην τον ξαναενοχλήσω ούτε να ξαναεπισκεφτώ το γραφείο του και μου είπε θα με δώσει στην Αστυνομία για να πάψω να τον ενοχλώ για να εισπράξω το δίκαιο μου.». Επισημαίνω ότι ουδεμία άλλη ερώτηση ή υποβολή έγινε στον Ενάγοντα μετά την από μέρους του πιο πάνω εκτιθέμενη εξιστόρηση των διαδραματισθέντων κατά την επίσκεψή του στο γραφείο του Εναγόμενου. Διατήρησε έτσι η συνήγορος Υπεράσπισης ανοικτό το πεδίο για να έρθει μέσω του Εναγόμενου να εισάξει για πρώτη φορά μια νέα εκδοχή για το τί διαμείφθηκε κατά την επίσκεψη που κατά παραδοχή του Εναγόμενου έγινε. Ελέγχεται υπό αυτή την έννοια ως απαράδεκτη η εκδοχή που για πρώτη φορά εισήξε η Υπεράσπιση μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του Ενάγοντος, ότι κατά τη συγκεκριμένη επίσκεψη υπήρξε ρητή αναφορά από μέρους της συζύγου του Ενάγοντος ότι εκείνη καταμέτρησε τα παραληφθέντα από τον Εναγόμενο στις 20.6.2008 χαρτόσημα και ότι ανέρχονταν σε 700 μόνο. Και ότι τούτος ήταν ο λόγος που ο Εναγόμενος αρνήτο να πληρώσει για τα 300 χαρτόσημα. Δεν δόθηκε η ευκαιρία στον Ενάγοντα να σχολιάσει αυτή ειδικά την εκδοχή. Δεν δόθηκε ειδική αιτιολογία ή εξήγηση για τους λόγους που δεν του υποβλήθηκε μια τέτοια εκδοχή. Με βάση πάγιο νομολογιακό κανόνα, ο οποίος αντανακλά στο δικαιϊκό μας σύστημα, το οποίο είναι αντιπαραθετικό, αν κατά την αντεξέταση ενός μάρτυρος δεν του υποβληθούν οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι ο διάδικος που τον αντεξετάζει αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. V. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202). Επιπλέον, θα πρέπει να υποβληθεί στο μάρτυρα η εκδοχή που θα στηθεί από τον αντίδικό του. Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Στην Κύπρο, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Σχετική είναι και η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: «Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it.» Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, 791 λέχθηκαν, επίσης, τα εξής: «[...] Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Καταλήγω να αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντος ως αυθεντική, ειλικρινή και ακλόνητη, και ως τέτοια ως αξιόπιστη. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Εναγόμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Γ, ημερομηνίας 28.1.
- Κρίνω ότι αυτός προσπάθησε να δημιουργήσει στο Δικαστήριο μία συγχυσμένη εικόνα όσον αφορά τους όρους συνεργασίας μεταξύ αυτού και του Ενάγοντος. Ισχυρίστηκε ότι ήταν τόσο μπλεγμένη η κατάσταση που, όταν ο ίδιος προσπάθησε να πάει πίσω χρονικά για να ελέγξει τα έντυπα που χρησιμοποιούσαν στη μεταξύ τους συνεργασία, δεν μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα. Παραταύτα, κρίνω ότι κατά την αντεξέτασή του ο Εναγόμενος αναγνώρισε τουλάχιστον ως αληθές ότι τηρούσαν την εξής μεταξύ τους πρακτική꞉ (α) ότι όταν αυτός πλήρωνε αμέσως τα χαρτόσημα που του παραδίδονταν, ο Ενάγων τηρούσε έντυπο, όπως εκείνο του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Α, χωρίς την υπογραφή του Εναγόμενου, επί του οποίου όμως σημείωνε την ένδειξη «paid», δηλαδή πληρωθέν, και δίπλα τον αριθμό επιταγής με τον οποίο γινόταν η πληρωμή· (β) ότι όταν αυτός δεν πλήρωνε τα χαρτόσημα αμέσως, υπέγραφε το έντυπο προς απόδειξη της παραλαβής τους και εφόσον αργότερα τα ξοφλούσε υπέγραφε επί του ιδίου εντύπου την εξόφληση· (γ) ότι δεν υπήρχε ξεχωριστό έντυπο για παραγγελία και ξεχωριστό για παραλαβή. Όσον αφορά την επίδικη δοσοληψία της 20.6.2008, επισημαίνω εμφαντικά ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε στην παρα. 5 της γραπτής του δήλωσης ότι εκείνος στις 20.6.2008 ζήτησε από τον Ενάγοντα να του πωλήσει 1000 χαρτόσημα αξίας 1,71 ευρώ έκαστο, ήτοι συνολικής αξίας 1710 ευρω. Επομένως, ο ίδιος ο Εναγόμενος εισήγαγε στο σκηνικό την ποσότητα των 1000 χαρτοσήμων και όχι των
- Ο επόμενος ισχυρισμός του Εναγόμενου ήταν ότι ο Ενάγων δεν είχε αρκετά χαρτόσημα στις 20.6.2008 και γι' αυτό το λόγο του παρέδωσε μόνο
- Αυτός ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ελέγχεται ως αναξιόπιστος, εφόσον ο ίδιος υπέγραψε το έντυπο ως το Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α για ολόκληρη την ποσότητα των 1000 χαρτοσήμων, χωρίς καμία αναφορά στο ότι παρέλαβε μόνο τα
- Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι αυτός δέχθηκε να υπογράψει για 1000 χαρτόσημα, αντί για 700 που λέγει ότι παρέλαβε, επειδή δήθεν θεωρούσε το συγκεκριμένο έντυπο ως έντυπο παραγγελίας, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι παρέλαβε έστω τα
- Κρίνω, ενόψει των ανωτέρω, ότι αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι στην πραγματικότητα ο Εναγόμενος υπέγραψε το έντυπο ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, επειδή παρέλαβε επί πιστώσει όλον τον αριθμό των αναγραφόμενων στο εν λόγω έντυπο χαρτοσήμων, ως η προγενέστερη μεταξύ τους πρακτική. Στο πιο πάνω συμπέρασμα οδηγείται το Δικαστήριο και από τον έλεγχο ως αναξιόπιστης της δήλωσης που περιέχεται στην παρα. 7 της γραπτής δήλωσης του Εναγόμενου. Ενώ εκεί ισχυρίστηκε ότι λίγες μέρες μετά τις 20.6.2008 πήρε ο ίδιος τηλέφωνο τον Ενάγοντα και του ζήτησε τα υπόλοιπα χαρτόσημα, αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος δεν υπήρξε σταθερός σε αυτή την εκδοχή. Αντί δηλαδή να πει ότι τηλεφώνησε στον Ενάγοντα για να του θυμίσει ότι ακόμη περίμενε να του πάρει τα 300 χαρτόσημα που δεν του είχαν παραδοθεί στις 20.6.2008, ο Εναγόμενος επέλεξε να πει ότι πήρε τον Ενάγοντα τηλέφωνο επειδή του είχαν λείψει τα χαρτόσημα και του ζήτησε νεα χαρτόσημα, γενικά και αόριστα. Συνέχισε λέγοντας ότι δήθεν ο Ενάγων πήγε στο γραφείο του Εναγόμενου για να του παραδώσει τα νέα χαρτόσημα και εκεί ο Εναγόμενος θύμισε στον Ενάγοντα ότι δεν του είχε ακόμη παραδώσει τα 300 που παρήγγειλε στις 20.6.
- Κρίνω πως αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του Εναγόμενου η εκδοχή περί του τηλεφωνήματος του προς τον Ενάγοντα για νέα παραγγελία χαρτοσήμων μία βδομάδα μετά τις 20.6.
- Τούτο μάλλον έγινε για να μπορεί να δικαιολογήσει ή/και να αντικρούσει ο Εναγόμενος το λόγο της επίσκεψης του Ενάγοντα στο γραφείο του μία ακόμη βδομάδα μετέπειτα. Για να μην φανεί δηλαδή ως καθαρή επίσκεψη του Ενάγοντος για αναζήτηση του μη καταβληθέντος ποσού, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε πως ο λόγος της επίσκεψης του Ενάγοντος ήταν για να του φέρει τη νέα ζητηθείσα από αυτόν ποσότητα χαρτοσήμων. Αυτή όμως η εκδοχή του Εναγόμενου, όχι μόνο συγκρούεται με εκείνην του Ενάγοντος, αλλά ούτε φάνηκε να υποστηρίζεται από την ΜΥ1, η οποία ουδόλως αναφέρθηκε στην παράδοση οποιασδήποτε νέας ποσότητας χαρτοσήμων από πλευράς του Ενάγοντος στο γραφείο του Εναγόμενου και ουδόλως ισχυρίστηκε να θυμόταν να έγιναν δύο κατά σειρά επισκέψεις του Ενάγοντος στο γραφείο του Εναγόμενου σε διάστημα δύο εβδομάδων από τις 20.6.2008, όπως άφησε να νοηθεί ο Εναγόμενος. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του Εναγόμενου ως διάτρυτη και αναξιόπιστη. Προχωρώ εν πάση περιπτώσει να αξιολογήσω τη μαρτυρία της ΜΥ
- Αυτή, καθ' ον χρόνο εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι είναι τον τελευταίο μισό χρόνο σε διάσταση με τον ΜΥ1 και ότι δεν διατηρεί καλές σχέσεις μαζί του. Έδειξε εντούτοις μία εικόνα απόλυτης ταύτισης με τα συμφέροντα του πρώην συζύγου της, εκδηλώνοντας επιλεκτική μνήμη εκείνων μόνο των ισχυρισμών γεγονότων που προώθησε ο Εναγόμενος και αγνοώντας ή έχοντας απώλεια μνήμης για ό,τι άλλο ερωτήθηκε κατά την αντεξέτασή της το οποίο συνάδει με την εκδοχή του Ενάγοντα. Η όλη εικόνα της ΜΥ1 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προσδώσει οποιαδήποτε αξία και βαρύτητα στα λεγόμενά της. Αναλύω τη μαρτυρία της πιο κάτω꞉ Ο λόγος για τον οποίο η ΜΥ1 ήρθε στο Δικαστήριο ήταν για να δηλώσει, ως φάνηκε στην κυρίως εξέτασή της, ότι ο Εναγόμενος της παρέδωσε στις 20.6.2008 τα χαρτόσημα που αγόρασε από τον Ενάγοντα και ότι εκείνη τα μέτρησε δύο φορές, ως έπραττε συνήθως, και ακολούθως τα αρίθμησε. Ήταν η θέση της ότι αυτή αρίθμησε συνολικά 14 φύλλα από 50 χαρτόσημα έκαστο, δηλαδή συνολικά 500 χαρτόσημα. Περαιτέρω, η ΜΥ1 θυμόταν ότι κάποια μέρα πήγε στο γραφείο του Εναγόμενου ο Ενάγων και φώναζε κάτι στα Ελληνικά που η ίδια δεν καταλάβαινε. Την ίδια στιγμή, η ΜΥ1 δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή ενεπλάκη στη συζήτηση λέγοντας στον Ενάγοντα ότι η ίδια είχε μετρήσει τα χαρτόσημα δύο φορές και ότι ήταν σύνολο 14 φύλλα των 50, αλλά εκείνος φώναζε ότι δεν εμπιστεύεται ανθρώπους που δεν μιλούν Ελληνικά. Όπως παραδέχθηκε η ΜΥ1, αυτή δεν ήταν παρούσα στο κατάστημα του Ενάγοντα στις 20.6.2008 όταν έγινε η συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου για την αγοραπωλησία των επίδικων χαρτσήμων. Ως η θέση της, η ίδια είδε και μέτρησε μόνο εκείνα τα χαρτόσημα που ο Εναγόμενος της έφερε αργότερα εκείνη τη μέρα στο γραφείο. Συνεπώς, η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν διαφωτίζει τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Δεν μπορεί να πει η ΜΥ1 αν ο Εναγόμενος υπέγραψε ενώπιον του Ενάγοντα έγγραφο παραγγελίας 1000 χαρτοσήμων ή αν παρέλαβε τα 1000 χαρτόσημα επί πιστώσει ή αν παρέλαβε μόνο
- Δεν βοηθεί την εκδοχή του Εναγόμενου ως προς αυτό το ουσιώδες τμήμα της αντιδικίας. Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι στην πορεία της αντεξέτασης της ΜΥ1, εκείνη παραδέχθηκε ότι ο λόγος που άρχισαν να μαλώνουν ο Ενάγων με τον Εναγόμενο όταν ο Ενάγων πήγε στο γραφείο του Εναγόμενου περί τις μία με δύο εβδομάδες μετά τις 20.6.2008, ήταν γιατί ο Ενάγων ζήτησε να πληρωθεί για 1000 χαρτόσημα τα οποία είχε πωλήσει στον δεύτερο στις 20.6.
- Και τούτος ήταν ο λόγος που η ίδια παρενέβηκε για να υποστηρίξει το σύζυγο της λέγοντας ότι εκείνη είχε μετρήσει 14 και όχι 20 φύλλα χαρτοσήμων. Κατά την κρίση μου, με αυτή της την παραδοχή ως προς το λόγο της επίσκεψης του Ενάγοντος, η ΜΥ1 επιβεβαίωσε ή/και ενίσχυσε την εκδοχή του Ενάγοντος ότι κατά πάντα χρόνο εκείνος αξίωνε πληρωμή για τα 1000 ήδη παραδοθέντα χαρτόσημα και όχι την εκδοχή του Εναγόμενου ότι ο Ενάγων πήγε εκεί για να του παραδώσει άλλα, νέα, χαρτόσημα, πέραν των 300 που δήθεν είχε παραγγείλει και που δεν είχε αρχικά να του παραδώσει. Όσον αφορά την ίδια την καταμέτρηση των χαρτοσήμων, η ΜΥ1 υποστήριξε ότι εκείνη την επαλήθευσε ως ορθή μετά από όλη εκείνη τη φασαρία που έγινε με τον Ενάγοντα, ελέγχοντας τα χαρτιά που είχε σε ένα κάλαθο κάτω από το γραφείο της, για να δει τί είχε χρησιμοποιήσει στις 20.6.
- Αυτή η δήλωση της ΜΥ1 δημιουργεί ερωτηματικά στο Δικαστήριο για την αξιοπιστία της, αφού δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ή κατανοητό πώς μπορεί η ΜΥ1 να φύλαγε για 2 εβδομάδες τα απορρίμματα στον κάλαθο του γραφείου της, ώστε αυτή να μπορούσε να τα εντοπίσει μετά την παρέλευση τόσου χρόνου για να προβεί στην ισχυριζόμενη επαλήθευση. Η ΜΥ1 δεν θυμόταν να πει αν είχε μετρήσει τα χαρτόσημα που αγόρασε ο σύζυγος της στις 12.6.2008, ούτε θυμόταν να πει ποια ήταν η τελευταία φορά που είχε μετρήσει χαρτόσημα πριν τις 20.6.
- Δεν μποροούσε να πει για καμιά άλλη ημερομηνία, πλην της επίδικης, πόσα χαρτόσημα της έφερε ο Εναγόμενος για να μετρήσει. Είναι γι' αυτό το λόγο που χαρακτήρισα προηγουμένως επιλεκτική τη μνήμη της ΜΥ
- Διαφορετικά θα αντίκρυζα τη μαρτυρία της Υπεράσπισης αν αυτή στηριζόταν σε καταγεγραμμένες σημειώσεις που τυχόν λάμβανε κατά τον ουσιώδη χρόνο είτε η ΜΥ1 είτε ο Εναγόμενος ή σε βιβλίο παραλαβής ή σε άλλη κατάσταση που τυχόν να τηρούσε το γραφείο του Εναγόμενου. Τέτοια όμως αποδεικτικά έγγραφα ή στοιχεία ουδείς εκ των δύο προσκόμισε στο Δικαστήριο για να στηρίξει τη μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Δεδομένης της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω σε εύρημα ότι την 20.6.2008 ο Εναγόμενος επισκέφθηκε το βιβλιοπωλείο όπου εργάζεται ο Ενάγων και ζήτησε από αυτόν να του πωλήσει 1000 χαρτόσημα επί πιστώσει. Ο Ενάγων του παρέδωσε 1000 χαρτόσημα και του ζήτησε να υπογράψει το έντυπο ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α προς απόδειξη της πράξης που έγινε επί πιστώσει, ως ήταν η μεταξύ τους συνήθης πρακτική. Εάν ο Εναγόμενος πλήρωνε αμέσως το αντίτιμο των παραδοθέντων σε αυτόν χαρτοσήμων, ο Ενάγων θα έγραφε την ένδειξη «Paid» και τον αριθμό της επιταγής με την οποία θα είχε εξοφληθεί ή δεν θα το θεωρούσε καθόλου αναγκαίο να λάβει την υπογραφή του Εναγόμενου. Εάν ο Ενάγων δεν είχε χαρτόσημα για να παραδώσει αμέσως στον Εναγόμενο, τότε δεν θα τον χρέωνε με οποιοδήποτε ποσό ούτε θα του ζητούσε να υπογράψει οποιοδήποτε έντυπο. Αφού παρήλθε μία εβδομάδα και δεν αποπληρώθηκε το ποσό των 1000 χαρτοσήμων, ο Ενάγων άρχισε τις οχλήσεις προς τον Εναγόμενο, είτε απευθείας προς τον ίδιο είτε μέσω του αδερφού του, για υπενθύμιση της οφειλής. Προς τούτο επισκέφθηκε τον Εναγόμενο και κατ' ιδίαν στο γραφείο του κατά ή περί τις μία με δύο εβδομάδες μετά τις 20.6.
- Ο Εναγόμενος καθυστερούσε ή/και αρνείτο να αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό και ενοχλημένος από την επίσκεψη του Ενάγοντα στο γραφείο του, του ζήτησε να μην τον ενοχλεί και του είπε πως αν συνέχιζε τις ενοχλήσεις θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία. Μόλις στις 31.10.2008 ο Εναγόμενος απέστειλε μία επιταγή στον Ενάγοντα ως το Έγγραφο Β για το τίμημα που αντιστοιχεί σε 700 χαρτόσημα μόνο. Αρνήθηκε ο Ενάγων να την παραλάβει και την επέστρεψε στον Ενάγοντα μαζί με μια σημείωση ότι η οφειλή προς τον ίδιο ανέρχεται στο ποσό των €1710 και όχι στο ποσό των €
- Ουδεμία άλλη προσφορά υπήρξε από μέρους του Εναγόμενου για αποπληρωμή του χρέους του μέχρι την έγερση της αγωγής. Κατά ή περί το 2011, εκκρεμούσης πλέον της υπό κρίση αγωγής, ο Εναγόμενος προσφέρθηκε να αποπληρώσει το ποσό των €1197, ποσό που αποδέχθηκε ο Ενάγων να παραλάβει κατόπιν νομικής συμβουλής του δικηγόρου του ως αντίστοιχο παραδεδειγμένου χρέους, προκειμένου να περιορισθούν τα επίδικα θέματα στην ύπαρξη ή μη οφειλής του αντίτιμου των 300 χαρτοσήμων που αρνείται ο Εναγόμενος ότι παρέλαβε. ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σύμφωνα με πάγια νομολογία, σε μία αγωγή ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ Όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω, έχω αποδεχθεί τη μαρτυρία του Ενάγοντος ως αξιόπιστη και έχω απορρίψει τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης ως αναξιόπιστη. Κρίνω ότι στη βάση των ευρημάτων γεγονότων στα οποία έχω καταλήξει, αποδεικνύεται ότι ο Ενάγων ικανοποίησε το βάρος της απόδειξης ότι η δική του εκδοχή ως προς την επίδικη αγοραπωλησία χαρτοσήμων στις 20.6.2008 και το δημιουργηθέν δυνάμει αυτής χρέος του Εναγόμενου είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Έπεται ότι ο Ενάγων δικαιούται σε εξόφληση του χρέους αυτού από τον Εναγόμενο. Εφόσον είναι παραδεκτό ότι μέχρι την ημερομηνία που επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση εξακολουθούσε να εκκρεμεί η πληρωμή του ποσού των €513 ως υπόλοιπο οφειλόμενο από την πώληση των επίδικων 300 χαρτοσήμων την 20/6/08, καταλήγω ότι δικαιούται ο Ενάγων σε απόφαση για το ποσό αυτό, πλέον τους τόκους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου για꞉ α) το ποσό των €513 ως υπόλοιπο οφειλόμενο από την πώληση χαρτοσήμων την 20/6/08, β) νόμιμο τόκο επί του ποσού των €1.710 από την 20/6/08 μέχρι 5/10/11 και νόμιμο τόκου επί του ποσού των €513 από 6/10/11 μέχρι πλήρους εξόφλησης, γ) τα δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α, και έξοδα επίδοσης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)....................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο