PHITOS CHRISTODOULOU CENTRAL WOODWORKING ν. ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής : 3931/08, 7/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 3931/08 Μεταξύ : PHITOS CHRISTODOULOU CENTRAL WOODWORKING, από την Πάφο Εναγόντων και
- ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ, από την Λευκωσία
- ΒΑΣΙΛΗ ΙΕΡΕΙΔΗ, από τη Λευκωσία Εναγομένων 7.3.16 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - Αιτητές : κ. Δημητριάδης Για τους εναγόμενους 1 - Καθ' ων η Αίτηση : κ. Αρτεμίου Για τον εναγόμενο 2 - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Καντούνας Αίτηση για τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως ημερ.16.9.15 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως η οποία έτυχε της ένστασης αμφοτέρων των εναγομένων. Κρίνεται πως θα πρέπει να τεθεί το υπόβαθρο των γεγονότων που οδήγησαν στην υπό κρίση αίτηση, με αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης ώστε να υπάρχει το υπόστρωμα επί του οποίου θα κριθεί η αίτηση. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 4.7.08 με γενική οπισθογράφηση και στην συνέχεια, την 13.11.08, καταχωρήθηκε η έκθεση απαιτήσεως. Επίδικο θέμα της αγωγής είναι αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1 ως εργολάβων που ανέλαβαν την ανέγερση οικοδομής για λογαριασμό των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 2 ως του αρχιτέκτονα του έργου. Η βάση της αγωγής είναι η παράβαση των καθηκόντων του εναγομένου 2 με αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγομένων 1 σε βάρος των εναγόντων. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν ξεχωριστές υπερασπίσεις όπου, οι μεν εναγόμενοι 1 ανταπαιτούν €143.000 περίπου δυνάμει πιστοποιητικών πληρωμής, ο δε εναγόμενος 2 ανταπαιτεί €17.000 για την αμοιβή του. Με διαμορφωμένο το πιο πάνω δικογραφημένο πεδίο η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε την 18.9.
- Ακούστηκαν 2 μάρτυρες που κατέθεσαν επί όλων των τεχνικών ζητημάτων και επί μέρους θεμάτων, καθώς και των αποζημιώσεων των εναγόντων. Στην συνέχεια κλήθηκε ως ΜΕ3 ο διευθυντής των εναγόντων ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Υπεβλήθη ένσταση εκ μέρους των δικηγόρων των εναγομένων επί ορισμένων παραγράφων της γραπτής δηλώσεως του, η οποία την 16.6.15, εγκρίθηκε μετά από ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου, την 16.9.15 υπεβλήθη η υπό κρίσιν αίτηση για την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Με την αίτηση επιδιώκεται εκτεταμένη τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως εστιαζόμενη σε τέσσερεις πυλώνες. Πρώτο, να εισαχθούν λεπτομέρειες παράβασης της εμπιστευτικής σχέσης και αμέλειας του εναγομένου 2, στην οποία τίθενται για πρώτη φορά νέα γεγονότα. Δεύτερο, την εισαγωγή λεπτομερειών δόλου και αμέλειας του εναγομένου 2 και συνομωσίας μεταξύ των εναγομένων 1 και 2, στις οποίες τίθενται και πάλι νέα γεγονότα. Τρίτο, εισαγωγή λεπτομερειών κακοτεχνιών καθώς και το κόστος τους και συνακόλουθα με αυτές, διάφορες πληρωμές που έγιναν εκ μέρους των εναγόντων προς τρίτους προς επιδιόρθωση των κακοτεχνιών. Τέταρτο, αναλυτική κατάσταση λογαριασμού κακοτεχνιών, εκτιμημένου κόστους εργασιών και τελικής κατάστασης λογαριασμού στην βάση πραγματογνωμοσύνης. Επιδιώκεται τέλος η προσθήκη λεπτομερειών αμελείας του εναγομένου 2 και παράβασης της σύμβασης και/ή παράλληλης συμφωνίας. Ο διευθυντής των εναγόντων στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση αναφέρει ότι οι τροποποιήσεις αφορούν την παροχή πρόσθετων σχετικών γεγονότων και πληροφοριών και τροποποίηση των θεραπειών και δεν συνιστούν νέα βάση της αγωγής. Επαναλαμβάνει το σύνολο των αιτουμένων τροποποιήσεων και αναφέρεται στην ρηθείσα ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου ως προς τον τρόπο δικογράφησης της εκθέσεως απαιτήσεως και ότι, ως αποτέλεσμα αυτής, είχε συνάντηση με τον δικηγόρο του και θεωρήθηκε αναγκαία η τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως, για να συμπεριληφθούν και να διευκρινιστούν οι ισχυρισμοί των εναγόντων. Η αίτηση σύμφωνα με τον ομνύοντα καταχωρήθηκε άμεσα μόλις προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση και δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης. Οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, είναι καλόπιστες και δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα των εναγομένων. Οι ενστάσεις των εναγομένων που προωθούνται δια των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων τους εστιάζονται σε τρία ζητήματα. Ότι δεν πρόκειται για παροχή πρόσθετων πληροφοριών, ως αναφέρουν οι ενάγοντες, αλλά πρόκειται για εκτεταμένες τροποποιήσεις που επιφέρουν επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Είναι επίσης η θέση τους ότι πρόκειται για γεγονότα που ήταν γνωστά στους ενάγοντες από την καταχώριση της εκθέσεως απαιτήσεως και η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελεί αφετηρία για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση. Τέλος, είναι η θέση τους ότι κατέθεσαν δυο μάρτυρες εμπειρογνώμονες εκ μέρους των εναγόντων και κατατέθηκαν σωρεία εγγράφων. Η αντεξέταση τους έγινε στην βάση των δικογραφημένων θέσεων των εναγόντων, ενώ με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, ουσιαστικά η αντεξέταση αχρηστεύεται γεγονός που προκαλεί αδικία μη θεραπεύσιμη για τους εναγόμενους. Ο κ. Δημητριάδης για τους ενάγοντες στην δική του γραπτή αγόρευση αναφέρει ότι η τροποποίηση κρίθηκε αναγκαία ως αποτέλεσμα της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου και με αναφορά σε νομολογία, είναι η θέση του ότι το γεγονός ότι άρχισε η ακροαματική διαδικασία δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο και το δικαστήριο έχει ευρύτατη διακριτική εξουσία. Η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές οφείλονται σε αμέλεια του δικηγόρου, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά. Τέλος και καθόσον αφορά τον παράγοντα του χρόνου υποβολής της αίτησης, αυτός δεν είναι αποφασιστικός, αλλά εξαρτάται και συνεκτιμάται μαζί με τους υπόλοιπους παράγοντες. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του τις αντίστοιχες θέσεις των δικηγόρων όπως αυτές αναλύονται στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Όπου χρειαστεί στην συνέχεια θα γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές. Στα πλαίσια της παρούσης ενδιάμεσης απόφασης δεν κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθεί το σύνολο των αιτουμένων τροποποιήσεων γιατί αυτές είναι εκτεταμένες, όμως το δικαστήριο έχει πλήρως υπόψη του τις επιζητούμενες θεραπείες και στην συνέχεια θα γίνει αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για τους σκοπούς της παρούσης ενδιάμεσης απόφασης. Επί τροποποιήσεως δικογράφων οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης από τη νομολογία. Το ακόλουθο απόσπασμα εκ της υποθέσεως Κώστας Παφίτης & Υιοί ΛΤΔ, ν. Γενικού Εισαγγελέα Της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745. «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδη & Συνέταιροι κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 817 υπεδείχθησαν τα εξής: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." » Τα γεγονότα βεβαίως της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 AAΔ 698 και Evand Promotions Ltd κ.α. ν. Rutman (Αρ. 1)
(1998)1 ΑΑΔ 92). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Ο χρόνος επίσης υποβολής της αίτησης είναι ένας παράγοντας σχετικός για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. A.G. Levendis και άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 υπεδείχθησαν τα κάτωθι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Συνάγεται ακόμα πως και το χρονικό στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα ενέχει ιδιαίτερη σημασία κατά την δικαστική κρίση. Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R 24 υπεδείχθη το εξής: «. it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for. At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case.» Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, στην Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 εξηγήθηκε η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, η οποία ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή. Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφεση 239/11 ημερ. 23.10.
- Συνάγεται πως κοινή συνισταμένη επί τροποποιήσεως δικογράφων, και παρά την φιλελεύθερη τάση που η νομολογία αντιμετωπίζει τέτοια αιτήματα, υπάρχει διαφορά στην προσέγγιση ανάλογα με το πότε υποβάλλεται το αίτημα, και αν άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Ταυτόχρονα είναι σαφές εκ της νομολογίας πως τέτοιο δικονομικό διάβημα θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς τον παράγοντα του χρόνου. Τέλος ως κυρίαρχο και καθοριστικό στοιχείο θα πρέπει η ζημιά που θα υποστεί ο αντίδικος να αποζημιώνεται με κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Θα εξεταστούν οι πιο πάνω παράγοντες τόσοι από μόνοι τους όσο και σε συνάρτηση και αλληλοεπίδραση μεταξύ τους, στην βάση των γεγονότων που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις, αλλά και όσων αναγκαίων προκύπτουν εκ της πορείας και των περιστατικών της υπόθεσης μέχρι την υποβολή του αιτήματος. Έχει παρατεθεί το ιστορικό της υπόθεσης και όσα κυρίως προβάλλουν οι ενάγοντες - αιτητές ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που οδήγησε στην υποβολή της αίτησης. Άλλωστε το βάρος είναι επί των ώμων τους να ικανοποιήσουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος τους. Το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι ο χρόνος υποβολής της αίτησης. Το δικαστήριο συμφωνεί με τις θέσεις των δικηγόρων των εναγομένων ότι καθοριστικός δεν είναι ο χρόνος που εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου, όπως εισηγείται ο κ. Δημητριάδης, αλλά ανατρέχει στον χρόνο σύνταξης και καταχώρισης της εκθέσεως απαιτήσεως. Ορθή περαιτέρω κρίνεται η θέση του κ. Καντούνα ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν έγινε για να συνάδει με την μαρτυρία που επιχειρήθηκε να εισαχθεί δια του ΜΕ
- Πράγματι πρόκειται για μια ευρεία και εκτεταμένη τροποποίηση των δικογράφων τέτοιας υφής και εμβέλειας, που αναμφίβολα, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν προέκυψε ως ανάγκη μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου. Στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου απλώς καταγράφηκαν οι υφιστάμενες αδυναμίες της δικογράφησης και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να δώσουν έναυσμα για μια εκτεταμένη τροποποίηση ως η αιτούμενη, με την οποία ουσιαστικά εισάγονται νέα γεγονότα και επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα επί νέας ή εναλλακτικής βάσεως αγωγής. Εδώ, κρίνεται κατάλληλο να γίνει αναφορά στις αιτούμενες τροποποιήσεις σε συνάρτηση με την υφιστάμενη έκθεση απαιτήσεως. Η διαφορά ως λέχθηκε αφορά εργολαβικό συμβόλαιο, το οποίο οι ενάγοντες, σύμφωνα με την παράγραφο 9 της εκθέσεως απαιτήσεως, τερμάτισαν επικαλούμενοι δόλο και συμπαιγνία των εναγομένων και παραβάσεις της συμφωνίας και αμέλεια. Η αγωγή ηγέρθη εναντίον των εναγομένων 1 ως τους εργολάβους και του εναγόμενου 2 ως του αρχιτέκτονα του έργου. Ως εξειδικεύεται στην έκθεση απαιτήσεως, ο εναγόμενος 2 εξέδωσε πιστοποιητικά πληρωμής κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και ικανότητας που όφειλε προς του ενάγοντες. Στην παράγραφο 7 της εκθέσεως απαιτήσεως αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 είχε καθήκον εμπιστευτικής φύσεως και να ενεργεί με καλή πίστη και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εναγόντων και συνεπώς να ασκεί με δέουσα για αρχιτέκτονα επιμέλεια και ικανότητα. Στην παράγραφο 8 αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 έκδωσε τα πιστοποιητικά πληρωμής αρ.7 και 8 κατά παράβαση των καθηκόντων του της παραγράφου 7 και/ή παράνομα και/ή δόλια και/ή διαπράττοντας με την έκδοση παράνομη ιδιοποίηση και/ή συνομωσία και/ή κατά παράβαση σύμβασης και/ή σχέσης αντιπροσωπείας και/ή προκαλώντας έτσι απώλεια και ζημιά στους ενάγοντες και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγομένων 1 σε βάρος των εναγόντων. Αμέσως στην συνέχεια και υπό το τίτλο «Λεπτομέρειες» παρατίθενται οκτώ παραγράφοι. Περαιτέρω στην παράγραφο 10 αναγράφεται ότι διαζευκτικά των ισχυρισμών της παραγράφου 8, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ενέργειες του εναγόμενου 2 που περιγράφονται στην παράγραφο 8 συνιστούν εκ μέρους του παράβαση συμφωνίας με τους ενάγοντες και/ή παράλληλης συμφωνίας και/ή αμέλεια. Στην παράγραφο 11 αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 2 συνωμότησαν με τον εναγόμενο 1 και/ή συνέργησαν και/ή παρέσχον συνδρομή και/ή συμβούλεψαν και/ή προήγαγαν και/ή ενέκριναν τις ενέργειες και παραλείψεις του εναγομένου 2 που περιγράφονται στην παράγραφο
- Τέλος στην παράγραφο 12 αναφέρεται ότι χωρίς βλάβη των ισχυρισμών της παραγράφου 11, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι πράξεις των εναγομένων 1 που περιγράφονται στην ίδια παράγραφο
(11)και/ή άλλες, συνδέονται με τις περιγραφόμενες πιο κάτω απώλειες και ζημιές και συνιστούν εκ μέρους των εναγομένων 1 παράβαση του συμβολαίου και/ή παράλληλης συμφωνίας. Στην συνέχεια ακολουθούν λεπτομέρειες απώλειας και ζημιάς των εναγόντων ανερχόμενες στο ποσό των €211.522,
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να προστεθούν σειρά γεγονότων στην παράγραφο 7, ως το υπόβαθρο για τις λεπτομέρειες αμελείας και παράβασης του καθήκοντος του εναγομένου 2, στις οποίες εισάγονται για πρώτη φορά γεγονότα που αφορούν παραλείψεις και κακοτεχνίες των εναγομένων 1, συμφωνία του εναγομένου 2 με τους ενάγοντες για την ετοιμασία από ανεξάρτητο επιμετρητή του τελικού λογαριασμού, την οποία δεν τήρησε και προχώρησε στην έκδοση του τελικού πιστοποιητικού. Εισάγεται επίσης και εγείρεται για πρώτη φορά θέμα αναφορικά με την εγγυητική των εναγομένων 1 για την τήρηση των προνοιών του συμβολαίου. Στην παράγραφο 8 επιδιώκεται η προσθήκη πέντε νέων λεπτομερειών αμελείας του εναγομένου 2 και/ή συνομωσίας μεταξύ των εναγομένων, στις οποίες εισάγονται για πρώτη φορά νέα γεγονότα που αφορούν κάποιο εκτιμητή ποσοτήτων τον οποίο παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν ανεξάρτητος και εγγεγραμμένος εκτιμητής ποσοτήτων. Και περαιτέρω, ότι ψευδώς παρέστησε ότι η αναλυτική κατάσταση που επισύναψε σε επιστολή του ο εναγόμενος 2 ετοιμάστηκε από ανεξάρτητο εκτιμητή, ενώ είχε ετοιμαστεί από τους εναγόμενους
- Στην συνέχεια επιδιώκεται η παράθεση λεπτομερειών κακοτεχνιών, αλλαγών, το κόστος αποκατάστασης των κακοτεχνιών και της αξίας της εκτελεσθείσης εργασίας, καθώς και τα ποσά που κατέβαλαν οι ενάγοντες για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών. Τέλος στην παράγραφο 10 της εκθέσεως απαιτήσεως επιδιώκεται η προσθήκη λεπτομερειών αμελείας του εναγομένου 2 και/ή παράβασης της σύμβασης και/ή παράλληλης συμφωνίας, δια της εισαγωγής 15 νέων υποπαραγράφων. Οι πιο πάνω τροποποιήσεις είναι σαφές και ξεκάθαρο κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι προφανώς και δεν προέκυψαν ως ανάγκη λόγω της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου, που αφορούσε ορισμένες παραγράφους εκ της γραπτής δηλώσεως του ΜΕ3 ως εκτός δικογράφων, αλλά αποτελούν μια ευρεία αναπροσαρμογή και επαναπροσδιορισμό της εκθέσεως απαιτήσεως επί νέας ή και εναλλακτικής βάσεως τόσο εναντίον του εναγομένου 2 όσο και συνακόλουθα εναντίον των εναγομένων
- Και το ερώτημα που εγείρεται και δεν απαντάται από τους αιτητές, είναι πότε για πρώτη φορά έλαβαν γνώση της ανάγκης για τροποποίηση της απαίτησης τους. Με άλλα λόγια τα γεγονότα που θέλουν να εισάξουν δια της τροποποιήσεως πότε ήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση τους. Παρόλο που ως λέχθηκε οι ενάγοντες αποφεύγουν να αναφερθούν στο θέμα αυτό, το οποίο σύμφωνα με την νομολογία είναι θεμελιώδες, αβίαστα εξάγεται ότι οι ενάγοντες γνώριζαν, ή εν πάση περιπτώσει όφειλαν να γνωρίζουν εξ αρχής, επί ποίων γεγονότων στήριζαν την απαίτηση τους εναντίον ενός εκάστου εναγομένου. Δεν ήταν συνεπώς δυνατόν να ανέμεναν να εγερθούν ενστάσεις επί της μαρτυρίας ως εκτός δικογράφων για να αναδειχθεί το θέμα. Τα γεγονότα που θέλουν να εισάξουν θα έπρεπε να ήταν γνωστά πριν καν την έγερση της αγωγής. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις ελάχιστη σχέση έχουν με την μαρτυρία του ΜΕ3 επί της οποίας ηγέρθηκαν οι ενστάσεις. Ουσιαστικά, κρίνεται πως, εξ αφορμής της έγκρισης των ενστάσεων των εναγομένων, επιχειρούνται εκτεταμένες τροποποιήσεις της εκθέσεως απαιτήσεως επί θεμάτων που ήταν γνωστά στους ενάγοντες πριν την καταχώριση της αγωγής. Στην ουσία εκείνο που εξάγεται είναι, δεδομένης της απουσίας εξξηγήσεων, ότι οι ενάγοντες αδιαφόρησαν επί 7 και πλέον χρόνια για να ενεργοποιήσουν την διαδικασία τροποποίησης της απαίτησης τους, χωρίς καν να δίνουν εξηγήσεις γιατί ολιγώρησαν επί τόσο μακρόν χρονικό διάστημα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά αφού προσκόμισαν και δυο μάρτυρες εμπειρογνώμονες, έκριναν ότι θα έπρεπε να εισάξουν νέα θέματα δια της τροποποιήσεως της εκθέσεως απαιτήσεως, όχι μόνο για να συνάδουν με την μαρτυρία του ΜΕ3, αλλά ουσιαστικά για να επαναπροσδιορίσουν το σύνολο σχεδόν της νομικής βάσης της απαίτησης τους. Το συμπέρασμα που εξάγεται, είναι ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν αφορά κάποιο γεγονός το οποίο δεν ήταν στην γνώση των εναγόντων και προέκυψε εκ των υστέρων, ή έστω κατά το στάδιο της ακρόασης και κυρίως ότι διαφάνηκε για πρώτη φορά κατά την μαρτυρία του ΜΕ
- Στην ουσία πρόκειται για γεγονότα τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή και γνώση των εναγόντων πριν καν καταχωρηθεί η αγωγή. Κρίνεται περαιτέρω ότι όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς να υπάρχει κάποια σοβαρή εξήγηση, ούτε καν δικαιολογία για την ολιγωρία που επιδείχθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους που η όλη πορεία και το ιστορικό κρίνονται ότι συνιστά εκτροπή από τα καλώς καθιερωμένα θέσμια. Η φιλελεύθερη προσέγγιση για τροποποίηση δικογράφων δεν ισοδυναμεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, με την επανεκκίνηση ουσιαστικά της υπόθεσης χωρίς την ανάδειξη πραγματικά ισχυρών λόγων που να δικαιολογούν τέτοια παρεκτροπή και αφού μάλιστα ακούστηκαν και 2 ουσιώδεις μάρτυρες εκ μέρους των εναγόντων. Η διαδικασία δεν μπορεί να εκφεύγει από τον έλεγχο του δικαστηρίου και των Συνταγματικών πλαισίων διεξαγωγής της δίκης. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, υπεδείχθη ότι η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Και στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως όχι μόνο δεν υπήρξε έγκαιρη ενέργεια, αλλά ούτε καν και εξήγηση γι' αυτή. Εκείνο που εξάγεται είναι ότι οι ενάγοντες προφανώς αδιαφόρησαν ως προς το θέμα αυτό. Εναπόκειται βεβαίως στον κάθε διάδικο να επιλέξει τον τρόπο που θα προωθήσει την υπόθεση του, αλλά την δική του αδιαφορία και αμέλεια δεν μπορεί να την μεταφέρει και να την επιφορτίσει στην πρώτη δυνατή ευκαιρία και κατά το δοκούν στον αντίδικο του. Δεν είναι ζήτημα ευκολίας, αλλά ουσίας. Στην υπόθεση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R 180, ανάγλυφα και αρκούντως παραστατικά τίθενται οι βασικοί παράμετροι εντός των οποίων τόσο οι δικηγόροι, όσο και τα δικαστήρια, θα πρέπει να ενεργούν επί αιτημάτων τροποποιήσεων. Κρίνεται πως θα πρέπει να παρατεθεί αυτούσιο απόσπασμα από τις σελ.182-183: « The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Order 19 r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If the course of a trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak on the new rails». Στην δε υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Limited και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 606, αναφέρεται το εξής: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας» Σχετική ακόμα είναι και υπόθεση Παπαδόπουλος v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 2091. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η παρούσα υπόθεση, κατ' αναλογία, παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία με την υπόθεση Khan κ.ά v. Δημοκρατίας του Πακιστάν κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211, στην οποία το αίτημα για τροποποίηση απερρίφθη γιατί :
(1)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.
(2)Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας
(3)Δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος
(4)Οι ενάγοντες έχουν κλείσει την υπόθεση τους χωρίς να τεθούν τα θέματα που εγείρονται με τις τροποποιήσεις στους μάρτυρες τους με αποτέλεσμα τα δικαιώματα τους να επηρεάζονται με τρόπο που δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα
(5)Μαρτυρία που έχει δοθεί θα πρέπει να αγνοηθεί ή ακόμα και να αντιμάχεται μαρτυρίας που θα πρέπει να δοθεί στα πλαίσια του τροποποιημένου δικογράφου
(6)Θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση με κίνδυνο να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και της ανάλογης πρόνοιες της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.» Υπάρχει όμως ακόμα μια πτυχή η οποία κρίνεται και ως καταλυτική. Δεν αφορά μόνο το εντελώς αναιτιολόγητο και εξαιρετικά καθυστερημένο του αιτήματος, αλλά σχετίζεται με τα δικαιώματα των εναγομένων και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με διαμορφωμένο το τοπίο ως έχει εκτεθεί και αναλυθεί ανωτέρω, έγκριση του αιτήματος αναπόφευκτα εισάγει ακόμα ένα ζήτημα, εξίσου σοβαρό αν όχι και καταλυτικό, το οποίο εγείρεται και δικαίως, από τους δυο εναγομένους. Τυχόν έγκριση του αιτήματος εκ των πραγμάτων θα έθετε την πλευρά των εναγομένων σε δυσμενή θέση. Οι εμπειρογνώμονες των εναγόντων ΜΕ1 και ΜΕ2 έδωσαν μαρτυρία και αντεξετάστηκαν επί του συγκεκριμένου δικογράφου της εκθέσεως απαιτήσεως. Στην ουσία και δια της επιδιωκόμενης εισαγωγής των νέων ισχυρισμών περί κακοτεχνιών και άλλων τινών, θα εγκλωβιζόταν η πλευρά των εναγομένων στο νέο δικόγραφο των εναγόντων και με αυτό τον τρόπο η πλευρά των εναγόντων θα ελάμβανε, σε βάρος των εναγομένων, ουσιαστικό δικονομικό και αποδεικτικό πλεονέκτημα. Θα ανέτρεπε το ισοζύγιο μεταξύ των διαδίκων και της ισότητας των όπλων και θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη αδικία σε βάρος των εναγομένων. Που βεβαίως δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, πόσω μάλλον με διαταγή για τα έξοδα. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων - αιτητών. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το δικαστήριο, θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο