← Κύπρος

PACHOMIOU & KAZAMIAS ARCHITECTS ν. DIONE PROPERTIES LIMITED, Αγ. Αρ:. 2361/14, 29/3/2016

PACHOMIOU & KAZAMIAS ARCHITECTS ν. DIONE PROPERTIES LIMITED, Αγ. Αρ:. 2361/14, 29/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Αγ. Αρ:. 2361/14 ΜΕΤΑΞΥ:- PACHOMIOU & KAZAMIAS ARCHITECTS Ενάγουσα - και - DIONE PROPERTIES LIMITED Εναγομένη ---------------------------- Αίτηση ημερ. 14.10.2015 για έκδοση μερικής απόφασης Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2016 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χαραλάμπους Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα. Κούτρα ------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 28/4/2014, οι ενάγοντες, οι οποίοι αφορούν σε συνεταιρισμό αρχιτεκτόνων, καταχώρησαν την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή εναντίον της εναγόμενης, με την οποία απαιτούν €11.900, ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή δυνάμει τιμολογίου και/ή ως εύλογη αμοιβή για προσφερθείσες υπηρεσίες (quantum meruit). Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγοντες, κατόπιν σχετικής ανάθεσης της εναγόμενης, προέβηκαν σε προκαταρτική μελέτη και εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για οικιστική ανάπτυξη και δη ανέγερση κατοικιών επί δυο συγκεκριμένων ακινήτων. Κατά τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, περί τον Οκτώβριο του 2013, και ενώ οι ενάγοντες είχαν ολοκληρώσει την πρώτη φάση των εργασιών που τους ανατέθηκε από την εναγόμενη, η τελευταία ζήτησε από αυτούς να πάψουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, καθότι δεν κατάφερε (η εναγόμενη), να εξεύρει επενδυτές για την υλοποίηση του έργου. Η συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή των εναγόντων για τις, μέχρι εκείνη την στιγμή, προσφερθείσες υπηρεσίες τους, ανήρχετο στις €11.900, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η εναγόμενη, σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης, δεν κατέβαλε οποιονδήποτε ποσό έναντι της οφειλής της, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Στις 14.10.2014, η εναγόμενη, καταχώρησε την Υπεράσπιση της. Σ΄ αυτήν, μεταξύ άλλων, προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες δεν έχουν, ως συνεταιρισμός, εγγραφεί στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ), με αποτέλεσμα, ως αναφέρεται στην Υπεράσπιση, να μην νομιμοποιούνται να απαιτούν οποιανδήποτε αμοιβή. Η δε μεταξύ των μερών γραπτή συμφωνία, χαρακτηρίζεται ως παράνομη. Διαζευκτικά της πιο πάνω υπεράσπισης, η εναγόμενη, στο δικόγραφο της, απορρίπτει τους βασικούς ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και ειδικότερα ότι η σχέση των μερών διέπεται από τους όρους της, ισχυριζόμενης στην Έκθεση Απαίτησης, γραπτής συμφωνίας και προωθεί τη θέση ότι, η εν λόγω γραπτή συμφωνία, τροποποιήθηκε, με νέα προφορική συμφωνία, περί τον Οκτώβριο του έτους 2013. Αποτελεί δε θέση που προβάλλεται στην Υπεράσπιση, ότι σύμφωνα με την τροποποιητική συμφωνία, η ευθύνη των εναγόντων περιορίστηκε ουσιωδώς (σε σχέση με την αρχική συμφωνία) και δη μόνο στο να παραδώσουν στην εναγόμενη προκαταρτικό σχέδιο της προτεινόμενης ανάπτυξης για κάθε τεμάχιο γης (επρόκειτο για ένα μεγάλο και ένα μικρό τεμάχιο γης). Αναφέρεται ακόμα, και τούτο σε συμφωνία με την αιτούμενη θεραπεία των εναγόντων, ότι, η αμοιβή, για όλα τα προκαταρτικά σχέδια που θα ετοίμαζαν οι ενάγοντες με βάση την νέα τροποποιηθείσα συμφωνία, θα ήταν €11.900, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Κατά την εναγόμενη, ως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της, οι ενάγοντες εκτέλεσαν μόνο το ένα μέρος των εργασιών που ανέλαβαν σύμφωνα με την τροποποιημένη συμφωνία, με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιούνται στο να απαιτούν την καταβολή όλης της συμφωνηθείσας αμοιβής. Σύμφωνα με τη Υπεράσπιση (βλέπε, παράγραφος 4(δ)4), μέχρι και την χρονική στιγμή που τερματίστηκαν οι υπηρεσίες τους, οι ενάγοντες εκτέλεσαν την ανατεθείσα σ' αυτούς εργασία, αναφορικά μόνο με την ανάπτυξη στο μικρό τεμάχιο γης. Ως προς την εργασία που ανέλαβαν οι ενάγοντες να εκτελέσουν σε σχέση με τη ανάπτυξη στο μεγάλο τεμάχιο γης, τούτη δεν εκτελέστηκε. Συγκεκριμένα, η σχετική αναφορά στην Υπεράσπιση, είναι η ακόλουθη: «.οι εναγόμενοι προσφέρθησαν να καταβάλουν στους ενάγοντες το 1/3 της αμοιβής η οποία αντιστοιχεί στην αποδεχθείσα και εκτελεσθείσα εργασία του μικρού τεμαχίου αλλά ούτοι ηρνήθησαν». Σε άλλο δε σημείο της Υπεράσπισης (βλέπε, παράγραφο 4(δ)

(6)), πλην όμως πάντα σε σχέση με τη θέση της εναγόμενης ως προς την ισχυριζόμενη εκτελεσθείσα, από τους ενάγοντες, εργασία, προωθείτε ο ισχυρισμός ότι «το υπόλοιπο ποσό των €7.933 (πρόκειται για τα 2/3 του πόσου των €11.900) δεν δύναται να αξιωθεί καθότι η εργασία δεν εξετελέσθη και /ή αποτελεί αξίωση δια εργασία μη εκτελεσθείσα, και/ή δια αιτία λήξασαν». Συνεπεία των δυο πιο πάνω αυτουσίως παρατιθέμενων αναφορών της Υπεράσπισης, οι ενάγοντες (στο εξής «οι αιτητές»), καταχώρησαν, στις 14.10.2015, την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €3.966,67 (1/3 του ποσού των €11.900). Επικαλούνται ακριβώς ότι, οι εν λόγω αναφορές, αποτελούν παραδοχές, επί των οποίων είναι δυνατή και επιτρεπτή η έκδοση της αιτούμενης απόφασης. Η αίτηση, βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.24 θ.6 και Δ.48 θ.θ.1,2,3 και 9(m). Η Εναγομένη (στο εξής «η Καθ' ης η Αίτηση»), καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στη Αίτηση (στο εξής «η ένσταση»), στις 27/1/
  1. Στο σώμα της, αναφέρονται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι: «α) Οι αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση απόφασης στο στάδιο αυτό για το ποσό των €3.466,
  2. β) Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση στην παραγράφους 1+3 της Ε/Υ τους, ισχυρίζονται την σύναψη παράνομης συμφωνίας και ως εκ τούτου θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί η εγκυρότητα της ισχυριζόμενης συμφωνίας. γ) Περαιτέρω θα πρέπει να αποδειχθεί εάν οι αιτητές είναι εγγεγραμμένοι στο ΕΤΕΚ σύμφωνα με τον ισχύοντα Νόμο. δ) Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το κατάλληλο υπόβαθρο ώστε να ικανοποιηθεί η αίτηση.» Η ένσταση βασίζεται επί των Δ.24 θ.6, Δ.27 θ.1 και Δ.48 θθ.4 και 11, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση, εμφαίνονται στην επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση του Κώστα Παναγόπουλου, ο οποίος είναι υπάλληλος της καθ' ης η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωσή του, περιορίζει την οποιαδήποτε ένσταση της καθ' ης η αίτηση, στη θέση ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι πρόωρη, καθότι είναι αδύνατη η έκδοση έστω και μερικής απόφασης προτού το Δικαστήριο αποφανθεί επί του ισχυρισμού της υπεράσπισης περί παρανομίας της, μεταξύ των μερών, σύμβασης, λόγω μη εγγραφής των αιτητών, ως συνεταιρισμός αρχιτεκτόνων, στο Ε.Τ.Ε.Κ. Διεξήλθα τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους, οι οποίες να σημειωθεί ότι ετοιμάστηκαν γραπτώς και δόθηκαν στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος των αιτητών, απαντώντας σε ερώτημα που τέθηκε από το Δικαστήριο, αναφορικά με το πως επηρεάζει την υπό εξέταση αίτηση το γεγονός ότι οι αιτητές με τους ισχυρισμούς τους στις παραγράφους 8 και 10 του δικογράφου της Απάντησης, αρνούνται και απορρίπτουν τις επικαλούμενες παραδοχές της Καθ' ης η Αίτηση ως τούτες προσδιορίζονται στις παραγράφους 4(δ)
(4)και 4(δ)
(6)της Υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι, από την στιγμή που δεν προωθείτε σχετικός λόγος ένστασης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασχοληθεί με το θέμα αυτό. Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση, έχουν απασχολήσει κατά καιρούς τα Δικαστήρια. Αυτό που προκύπτει από την σχετική νομολογία, είναι ότι, για να είναι δυνατή η έκδοση απόφασης η οποία βασίζεται σε παραδοχή γεγονότων σε δικόγραφο, θα πρέπει η εν λόγω παραδοχή να είναι ξεκάθαρη και ανέκκλητη, σε τέτοιο βαθμό που να «κλείνει κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης». Στην υπόθεση Ellis v. Allen 1 Ch.D.904, αναφέρθηκε ότι μια τέτοια απόφαση είναι δυνατό να εκδίδεται «wherever there is a clear admission of facts in the face of which it is impossible for the party making it to succeed». Το κατά πόσο μια αίτηση ως η υπό εξέταση θα επιτύχει, αποτελεί θέμα που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας. Το Δικαστήριο δεν θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της έκδοσης μιας τέτοιας απόφασης, αν στο τέλος, με βάση όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και ιδιαίτερα το περιεχόμενο των δικογράφων (αν το αίτημα βασίζεται αποκλειστικά σε ισχυριζόμενη παραδοχή σε δικόγραφο), θα καταλήξει ότι δεν θα ήταν ορθό να εκδοθεί μια τέτοια απόφαση στα πλαίσια μιας αίτησης. Είναι για αυτό το λόγο, που το Δικαστήριο, κατά την εξέταση μιας αίτησης, ως η υπό εκδίκαση, δεν θα πρέπει να εξετάζει απομονωμένα και αποσπασματικά κάποιες αναφορές ενός δικογράφου, αλλά θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, ως τούτα προβάλουν από το σύνολο των αναφερόμενων ισχυρισμών στα ενώπιον του δικόγραφα. Όπως αναφέρθηκε σχετικά, η «εφεκτικότητα στη χρήση της διάταξης για πρόωρη απόφαση, εκτός φυσικά στη περίπτωση που μια παραδοχή δεν αφήνει περιθώρια υπεράσπισης, υπογραμμίζει εμφαντικά και την ανάγκη για προσεκτική στάθμιση των δεδομένων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης». Τέλος, για να είναι δυνατή η έκδοση απόφασης στα πλαίσια μιας αίτησης που βασίζεται επί παραδοχών σε δικόγραφο, θα πρέπει ο διάδικος που επιδιώκει την έκδοση απόφασης, να αποδέχεται ως ορθές τις δηλώσεις που εμπεριέχονται στις εν λόγω παραδοχές («A party moving upon admissions in a pleading must accept as true the statements contained in it...», βλέπε, Annual Practice 1958 σελ. 737). Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση γενικά επί του θέματος, βλέπε, Sakunov ν. Πλοίου "Kimberly"
(2000)1 Α.Α.Α. 340, Τσιμεντοποιΐα Βασιλικού Λιμιτεδ ν Μακαρίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 370), Sol Ferries Ltd. ν Naoum Shipping Agency Ltd
(1985)1 Α.Α.Δ. 73), Ellis v. Allen (ανωτέρω), Landergan v. Feast 84 W.R. 691, Murphy v. Culhane,
(1977)Q.B. 94, Technistudy Ltd. v. Kelland [1976] 3 All E.R. 632 και United Telephone Co v Donohoe 31 Ch. D. 399. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την αίτηση επί της ουσίας της. Πρέπει από τη αρχή να σημειώσω ότι, ο συνήγορος των αιτητών, δεν διαφωνεί με την θέση της καθ' ης η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης περί παρανομίας της, μεταξύ των μερών, σύμβασης, αποτελούν κάποιο εμπόδιο για την προώθηση της υπό εξέταση αίτησης. Προκρίνει όμως τη θέση ότι, η ρηθείσα υπεράσπιση είναι δυνατό να προβληθεί μόνο σε σχέση με την μία εκ των νομικών βάσεων της αγωγής και συγκεκριμένα της παράβασης συμφωνίας. Κατά τον συνήγορο των αιτητών, και τούτο με παραπομπή σε σχετική νομολογία, το γεγονός ότι μια σύμβαση, επί των όρων της οποίας βασίζεται μια αγωγή, δυνατό να κριθεί παράνομη, δεν οδηγεί μονοδρομικά και σε απόρριψη της αγωγής, αν ο ενάγοντας, αφενός βασίζει την αγωγή του και στη νομική βάση της εύλογης αμοιβής και αφετέρου, κατάφερε να αποδείξει ότι προσέφερε υπηρεσίες για τις οποίες δικαιούται μια τέτοια αμοιβή (βλέπε, Craven-Ellis v Canons Ltd
(1939)55 L. Q. Rev. 54 και Άβιβος Βασιλαράς κ.α. ν Α/φοι Θράσου & Συνεργάτες
(2003)1 Α.Α.Δ. 1754). Με βάση ακριβώς τα όσα αναφέρθηκαν στη μόλις πιο πάνω νομολογία, ο συνήγορος των αιτητών εισηγείται ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση της παρανομίας της σύμβασης, δεν αποτελεί εμπόδιο για την έγκριση της υπό εξέταση αίτησης επί της βάσης της εύλογης αμοιβής, προβάλλοντας επιπροσθέτως την θέση ότι, οι πιο πάνω, αυτουσίως παρατιθέμενες, αναφορές της Υπεράσπισης (παράγραφοι 4(δ)
(4)και 4(δ)
(6)), αποτελούν κρυστάλλινες, καθαρές και ανέκκλητες παραδοχές, που κλείνουν κάθε δρόμο για τη προβολή υπεράσπισης στη αγωγή (ως προς το απαιτούμενο με την υπό εξέταση Αίτηση ποσό) , επί τη βάση της εύλογης αμοιβής, με αποτέλεσμα, η επίδικη Αίτηση να αποτελεί κατάλληλη περίπτωση για να εκδοθεί, από αυτό το στάδιο, η επιζητούμενη απόφαση. Με κάθε σεβασμό προς την πιο πάνω εισήγηση του συνηγόρου των αιτητών, δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί του. Όχι γιατί διαφωνώ με τις προβαλλόμενες νομικές αρχές, αλλά γιατί για να γίνει δεκτή η εισήγηση του, θα πρέπει το Δικαστήριο να αντικρίσει τις εν λόγω αναφορές της υπεράσπισης αποσπασματικά και απομονωμένα. Πράγμα ανεπίτρεπτο. Δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να αντικρίσει τις ρηθείσες αναφορές της Υπεράσπισης ασυνάρτητα με το περιεχόμενο των δικογράφων των αιτητών. Υπενθυμίζω ότι οι εν λόγω αναφορές της υπεράσπισης, προβάλλονται ως μέρος της βασικής γραμμής υπεράσπισης, περί τροποποίησης της σύμβασης των μερών με νέα προφορική συμφωνία, και δη επί ισχυριζόμενων γεγονότων εντελώς διάφορων των όσων ισχυρίζονται οι αιτητές. Η δε πλήρης διαφωνία τους αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η οποιαδήποτε συμβατική τους ή άλλως πως σχέση, που νομιμοποιεί έστω την απαίτηση εύλογης αμοιβής, προκύπτει και από το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 10 του δικογράφου της Απάντησης, σύμφωνα με το οποίο, οι επίδικες αναφορές/παραδοχές της Υπεράσπισης, απορρίπτονται από του αιτητές. Όπως υποδείχθηκε ανωτέρω κατά την παράθεση της νομικής πτυχής που διέπει τα υπό εξέταση ζητήματα, ο διάδικος που επιθυμεί την έκδοση απόφασης στα πλαίσια μια αίτησης, ως η υπό εξέταση, θα πρέπει να αποδέχεται ως ορθές τις δηλώσεις που εμπεριέχονται στις εν λόγω παραδοχές («A party moving upon admissions in a pleading must accept as true the statements contained in it...». Οι αιτητές όμως, ως τούτο ξεκαθαρίζεται με το δικόγραφο της Απάντησης, απορρίπτουν τις ουσιαστικές δηλώσεις που εμπεριέχονται στις εν λόγω παραδοχές και εμμένουν στους συγκρουόμενους με αυτές ισχυρισμούς τους, ως τούτοι προβάλλονται στη Έκθεση Απαίτησης. Στη υπόθεση United Telephone Co v Donohoe (ανωτέρω), σημειώθηκαν από τον Master of the Rolls τα εξής σχετικά: « It seems to me that in the position of things here, the Plaintiffs, having accepted the statement of defence and acted upon that as an admission, must take it as it stands, and that therefore they must take the negative part of it as well as the affirmative. If they take the judgment in this form it must be upon this footing, that there have been only the ten infringements mentioned in the statement of defence, and that there have been no others. With regard to those ten admitted infringements I think they are entitled, if they think right, to go on against the Defendant, and to have an inquiry as to the damages incurred by them in respect of those ten infringements; but I think that if they have that inquiry it must be upon the footing that they have no right to inquire in regard to any other damages, and that, therefore, any questions which might be put to the Defendant tending to show any other infringements would be wholly outside the action, wholly immaterial, and ought not to be allowed by any tribunal. Therefore, if the Plaintiffs think fit to have the judgment altered and to go on against this Defendant for the damages to be paid by him in respect of these ten infringements, I think we must allow them to do so; but it is with a strong (I do not know whether it should be part of the order or not) ruling on our part that they shall have no right to ask the Defendant on that inquiry for the particulars of any other alleged infringement whatever». Η σχετική θέση του Lord Justice Lindley στην ίδια υπόθεση, είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου διαφωτιστική ως προς την ανάγκη ο αιτητής που επιδιώκει απόφαση επί παραδοχών, να αποδέχεται την ορθότητα όλων των δηλώσεων που εμπεριέχονται στις εν λόγω παραδοχές. Ανέφερε, τα εξής: « I consider that upon that the Plaintiffs must stand or fall by the admissions" and all that they are entitled to is that which those specific admissions entitle them to, and if part of the admissions is, "I have sold ten telephones, and I have sold no more," they must take the whole of that in the defence if they choose to proceed by the short cut which has been adopted here». Διαφορετική ενδεχομένως να ήταν η κρίση μου, αν οι αιτητές, τουλάχιστον, αποδέχονταν ότι, όντως η εκτελεσθείσα εργασία και/ή οι παρασχεθείσες από αυτούς υπηρεσίες, αφορούσαν σε προκαταρτικά σχέδια (και όχι προκαταρτική μελέτη και εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων, ως η Έκθεση Απαίτησης αναφέρει) για δύο τεμάχια γης (ένα μεγάλο και ένα μικρό) και ότι η εύλογη αμοιβή για την εν λόγω εργασία και/ή υπηρεσίες, που αφορούσαν στο μικρό τεμάχιο γης, ανέρχεται όντως στο 1/3 του συμφωνηθέντος ποσού των €11900 (περιλαμβανομένου το Φ.Π.Α.), ως δηλαδή ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση στις δηλώσεις της που εμπεριέχονται στις επίδικες παραδοχές της. Και τούτο το σημειώνω, χωρίς να παραγνωρίζω ότι, μέρος των ρηθέντων δηλώσεων της καθ' ης η αίτηση, είναι και ο ισχυρισμός ότι, οι όποιες εκτελεσθείσες από τους αιτητές εργασίες, αναλήφθηκαν και/'η συγκεκριμενοποιήθηκαν στα πλαίσια τροποποίησης της μεταξύ των μερών συμφωνίας, δια νέας προφορικής συμφωνίας που συνομολογήθηκε περί τον Οκτώβριο του έτους 2013, ισχυρισμός, ο οποίος επίσης απορρίπτεται από τους αιτητές. Είμαι δε της γνώμης ότι, το βάρος απόδειξης ότι η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί την κατάλληλη και/ή πρόσφορη διαδικασία για να εκδοθεί η επιζητούμενη απόφαση, το φέρουν οι αιτητές και δεν είναι θέμα που εξετάζεται μόνο αν προωθείται σχετικός λόγος ένστασης. Με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων των αιτητών και τις εκεί αναφορές τους ως προς τις επίδικες παραδοχές της Υπεράσπισης, περιλαμβανομένων και των δηλώσεων της καθ' ης η αίτηση που εμπεριέχονται σ' αυτές, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν αποτελεί πρόσφορη διαδικασία για να εκδοθεί η επιζητούμενη απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο, γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, ως εξάλλου αποτελεί και τη συνήθη πρακτική, με αποτέλεσμα να επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν όμως, στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.