Άνδρος Κυπριανού κ.α. ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2605/14, 17/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2605/14 Μεταξύ:
- Άνδρος Κυπριανού
- ΑΝΟΡΘΩΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΛΑΟΥ (Α.Κ.Ε.Λ) Εναγόντων και
- Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
- Γιάννης Παπαδόπουλος
- Σωτήρης Παρούτης Εναγομένων Αίτηση ημερ. 14.7.15 για διαγραφή παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως Ημερομηνία: 17.3.16 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Γ. Παπαλοίζου, για Κ. Γεωργίου Για τους Ενάγοντες - Καθ ων η αίτηση: κ. Κτωρίδης, για Αρ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επίδικο θέμα της παρούσης αγωγής αποτελεί αποζημιώσεις για δυσφήμιση από δημοσιεύματα στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ. Οι εναγόμενοι με την υπό κρίσιν αίτηση τους επιδιώκουν την διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσας καλή αιτία αγωγής και/ή ως επιπόλαιας, καταχρηστικής, ενοχλητικής και κακόπιστης, ή διαζευκτικά, τη διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως, με κύρια νομική βάση την Δ.19, Θ.4 και 26, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του εναγομένου
- Οι ενάγοντες έφεραν ένσταση στο αίτημα, υποστηριζόμενη υπό μέλους των εναγόντων 2 και μέλους της Κεντρικής Επιτροπής και Γραμματείας του ΑΚΕΛ και δεόντως εξουσιοδοτημένου και υπό των δυο εναγόντων. Η ακρόαση της αίτησης έγινε επί τη βάση των αντιστοίχων ενόρκων δηλώσεων, οι οποίες προωθήθηκαν δια των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων των δυο πλευρών. Και δυο πλευρές αναφέρονται σε νομολογία και συγγράμματα που διέπουν το θέμα της διαγραφής, εστιαζόμενοι επί υποθέσεων δυσφήμισης. Είναι η θέση της κας Γεωργίου για τους αιτητές ότι ο τρόπος δικογράφησης και το περιεχόμενο συγκεκριμένων παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως εκφεύγουν του ορθού τρόπου και προκαλούν στους εναγόμενους αμηχανία, διευρύνουν τα επίδικα θέματα δια της εισαγωγής πολιτικών θέσεων μη δεκτικών απόδειξης, εμπεριέχουν πολιτικές διακηρύξεις άσχετες με το επίδικο θέμα της αγωγής και επιχειρείται η εισαγωγή πολιτικών αναλύσεων και συζητήσεων για τα ποσοστά του Α.Κ.Ε.Λ και της κοινής γνώμης, με τις οποίες σε τελική ανάλυση, κατά την εισήγηση της κας Γεωργίου, εγείρονται πολιτικά και όχι νομικά θέματα σχετιζόμενα είτε με την ιστορία των εναγόντων, είτε στην απήχηση που είχαν τα επίδικα δημοσιεύματα επί των ψηφοφόρων των εναγόντων. Εν κατακλείδι είναι η θέση της ότι δια των επιδιωκόμενων προς διαγραφή παραγράφων περιέχονται υποκειμενικές απόψεις, επιχειρήματα και πολιτικές θέσεις και εν τέλει, θα καταστήσει την αγωγή μια πολιτική δίκη για την ιστορία, την πορεία, τους αγώνες, τους λόγους της ψηλής αποδοχής του Α.Κ.Ε.Λ και της πρόσφατης πτώσης του, για να δικαιωθούν πολιτικά. Θέματα όμως τα οποία, κατά την εισήγηση της, δεν μπορούν να αποτελέσουν έργο δικαστικής κρίσης σε μια δημοκρατία. Πρόκειται για θέματα πολιτικά και τα κόμματα και οι πολιτικοί κρίνονται από την κοινωνία και τους πολίτες μέσα από ένα δημόσιο διάλογο. Στην αντίπερα όχθη, η θέση των εναγόντων δια του δικηγόρου τους είναι ότι, ως κανόνας, το δικαστήριο δεν θα υπαγορεύσει στους διαδίκους τον τρόπο δικογράφησης, νοουμένου ότι δεν εκφεύγουν και δεν παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η έκθεση απαιτήσεως περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία και λεπτομέρειες ώστε η πλευρά των εναγομένων να σχηματίσει σαφή εικόνα για την φύση και την έκταση της υπόθεσης των εναγόντων την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσουν. Είναι επίσης η θέση του ότι όλα όσα επιδιώκεται να διαγραφούν, θέτουν τις ορθές βάσεις και τα γεγονότα για να καταδείξουν το μέγεθος της ζημιάς των εναγόντων λόγω των δημοσιευμάτων των εναγομένων, εξ αυτού δε ακριβώς του λόγου, είναι απολύτως αναγκαία για την υπόθεση των εναγόντων, γιατί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, να βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα συναφή γεγονότα ως προς την επιδίκαση αποζημιώσεων. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι όσα προβάλλονται εκ μέρους των εναγομένων αποτελούν ισχυρισμούς υπεράσπισης επί της ουσίας που θα εξεταστούν κατά το στάδιο της ακρόασης της αγωγής. Το δικαστήριο έχει μελετήσει το σύνολο των εκατέρωθεν εγειρομένων δια των ενόρκων δηλώσεων θεμάτων, σε συνάρτηση με την έκθεση απαιτήσεως, καθώς και όσα οι δικηγόροι των δυο πλευρών εμπεριστατωμένα αναφέρουν στις αγορεύσεις τους. Κατά την κρίση του δικαστηρίου το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης σηματοδοτεί και το αποτέλεσμα της κρινόμενης αίτησης. Εκ του φακέλου της υποθέσεως εξάγεται ότι οι εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση στην αγωγή την 14.5.14 και την επομένη, 15.5.14, υπέβαλαν αίτηση για την διαγραφή της αγωγής και της απαίτησης των εναγόντων ως μη αποκαλύπτουσας καλή και λογική βάση της αγωγής και ως ενοχλητικής, επιπολαίας και καταχρηστικής. Το δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 6.3.15 απέρριψε την βασική εισήγηση των εναγομένων, ότι η αρχή που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, ότι το Κράτος, η Κυβέρνηση και τα όργανα της δεν έχουν δικαίωμα έγερσης αγωγής εναντίον οιουδήποτε για δυσφήμηση, επεκτείνεται και στα πολιτικά κόμματα. Το δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση ανέφερε, υπό τύπον σχολίου, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ πρόωρο στάδιο και πριν καταχωρηθεί η έκθεση απαιτήσεως. Επί του πιο πάνω σχολίου, είναι η θέση της κας Γεωργίου για τους αιτητές, επειδή το θέμα εγείρεται από την πλευρά των εναγόντων υπό την μορφή του δεδικασμένου, ότι η κρινόμενη αίτηση υπεβλήθη μετά την καταχώριση της εκθέσεως απαιτήσεως και δεν μπορεί συνεπώς να εγείρεται θέμα δεδικασμένου. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι το υπό Α αίτημα για απόρριψη της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσας αιτία αγωγής για τους ίδιους ακριβώς λόγους, ότι δηλαδή τα πολιτικά κόμματα δεν μπορούν να εγείρουν αγωγή για δυσφήμηση έχει κριθεί και αποφασιστεί με την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι ένας Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 115, Papademedriou ν. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101 και Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906). Ο μόνος τρόπος αμφισβήτησης πρωτόδικων αποφάσεων είναι η υποβολή έφεσης. Ως προς τις επιδιωκόμενες, υπό το αιτητικό Β προς διαγραφή παραγράφους, είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι όλες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αφορούν και σχετίζονται άμεσα και κυρίως με τους ενάγοντες 2, δηλαδή το πολιτικό κόμμα Α.Κ.Ε.Λ. Το αίτημα εμμέσως πλην σαφώς επιδιώκει να παρακάμψει την ρηθείσα ενδιάμεση απορριπτική απόφαση του δικαστηρίου, δια της απογύμνωσης, τελικά, της εκθέσεως απαιτήσεως σε ότι αφορά τους ενάγοντες 2, αλλά και εμμέσως τον ενάγοντα 1. Είναι θέση της κας Γεωργίου ότι με την έκθεση απαιτήσεως εισάγονται σειρά ζητημάτων άσχετων με τα επίδικα θέματα της αγωγής, εκφράζονται πολιτικές κυρίως θέσεις μη δεκτικές απόδειξης και συνιστούν ζητήματα που μπορεί μεν να είναι αντικείμενο πολιτικής συζήτησης, ή πολιτικής ανάλυσης και ανάλυσης στατιστικολόγων και εταιρειών δημοσκοπήσεων, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής κρίσης. Αντιπροτείνει ο κ. Κτωρίδης ότι οι ενάγοντες δεν επιδιώκουν δικαστική κρίση και απόφαση επί της πολιτικής ιστορίας του Α.Κ.Ε.Λ, αλλά θέτουν το υπόβαθρο των δεδομένων για να καταδειχθεί το μέγεθος της ζημιάς στην φήμη και την υπόληψη των εναγόντων και ως τέτοια είναι απολύτως αναγκαία, ώστε το δικαστήριο να εκτιμήσει την ζημιά που προκάλεσαν τα δημοσιεύματα στους ενάγοντες. Οι αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών, κυρίως όμως των αιτητών, αναδεικνύουν ακριβώς ότι η επιδιωκόμενη διαγραφή των παραγράφων που αφορούν κυρίως τους ενάγοντες 2, ουσιαστικά έχουν ως πραγματικό υπόβαθρο το γεγονός ότι αποτελούν πολιτικό κόμμα. Η έκθεση απαιτήσεως και όσα εκτίθενται σε αυτή, καθόσον αφορά τους ενάγοντες 2, αποτελεί απόρροια της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την θέση των εναγομένων ότι τα πολιτικά κόμματα δεν ενάγουν για δυσφήμηση. Όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γιάννη Παπαδόπουλου ν. Ματσάκη Αρ. Αγωγής 3023/04 ημερ.25.2.05 υπό Ναθαναήλ Π.Ε.Δ, ως ήταν τότε, που παρέπεμψε το δικαστήριο η κα Γεωργίου, που αφορούσε διαγραφή παραγράφων της υπεράσπισης, το παρόν δικαστήριο τα ασπάζεται και τα υιοθετεί πλήρως. Υπεδείχθη ότι: «Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά εάν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (Rossage v. Rossage
(1960)1 All. E.R.600).» Και αυτά, στην γενική θεώρηση ότι η δικογραφία θα πρέπει να συνάδει με την Δ.19, αφού ως υποδεικνύεται στην συνέχεια: «Αυτό συνάδει με την Δ.19 όπου αναφέρεται ότι μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση πάντοτε με τα επίδικα θέματα, τι είναι δε αναγκαίο εξαρτάται από τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης και όπως λέχθηκε στην Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 All.E.R. 294 η λέξη «material» που απαντάται στον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό σημαίνει "necessary for the purpose of formulating a complete statement of claim.» Αναγνωρίζεται βεβαίως η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης όπου ένα πολιτικό κόμμα, ως είναι η παρούσα υπόθεση, ενάγει για δυσφήμηση, αλλά το γεγονός αυτό, εν όψει της προηγηθείσης ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή ολόκληρων των παραγράφων που αναφέρονται σε δεδομένα και γεγονότα που αφορούν το πολιτικό κόμμα, ως το υπόβαθρο για αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, αφού αν επρόκειτο για φυσικό πρόσωπο δεν θα εγείρετο βεβαίως τέτοιο θέμα. Οι ειδικές συνθήκες της υπόθεσης είναι τέτοιες, που αναπόφευκτα εγείρονται δια της εκθέσεως απαιτήσεως γεγονότα που αφορούν τόσο το πολιτικό κόμμα, όσο και άλλα συναφή με αυτό ζητήματα, σχετικά όμως με τα δημοσιεύματα, που κατ' ισχυρισμό αποτελούν δυσφημιστικά για τους ενάγοντες. Η έγκριση του αιτήματος θα απογύμνωνε την έκθεση απαιτήσεως των εναγόντων 2 απλώς και μόνο γιατί πρόκειται για πολιτικό κόμμα. Στην ουσία οι ενάγοντες 2 θα παρέμεναν μεν ως ενάγοντες στον τίτλο της αγωγής, χωρίς όμως υπόβαθρο γεγονότων επί της εκθέσεως απαιτήσεως. Πέραν όμως αυτού και ως συνακόλουθη απόρροια των πιο πάνω, κρίνεται ότι όλα τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αίτηση έχουν εγερθεί ή και καλύπτονται από την εκδοθείσα ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου. Το να τεθούν εκ νέου είτε υπό άλλο μανδύα, είτε δια άλλης οδού, είτε ακόμα για να αποφασιστούν εκ νέου, συνιστά κατάχρηση όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Είναι επίσης νομολογημένο ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, έγινε αναφορά στις αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Υπεδείχθη ότι: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 ΑΑΔ 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρησή τους για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» (Βλ. ακόμα Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 ΑΑΔ 248 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133). Υπό το φως όσων έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί ανωτέρω, η αίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και κρίνεται ως καταχρηστική και απορριπτέα. Απορρίπτεται συνεπώς με έξοδα σε βάρος των εναγομένων - αιτητών και υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση. Αφού υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο