Alpha Bank Cyprus Ltd ν. M.O.B MINISTERING OF BEAUTY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 299/11, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του δικαστηρίου ημερ. 19.5.11 Αρ. Αγωγής: 299/11 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων και
- M.O.B MINISTERING OF BEAUTY LTD
- Ρολάνδος Χαραλάμπους
- A. Vassiades Estate Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Η κ. Θ. Καουτζάνη, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ (Δ.Θ.1). Για τους Εναγόμενους 2 και 3: Ο κ. Ε. Χειμώνας, για Ευάγγελος Χειμώνας (Δ.Θ.209). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 2 και 3: «(α) CHF415.630,16 πλέον συσσωρευμένων τόκων από 29.8.2010 μέχρι 12.9.2010 ύψους CHF1.116,85 πλέον τόκους επί ποσού €411.150,74 από 13.9.2010 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως με επιτόκιο αποτελούμενο από 1 μηνός Libor, πλέον προσαύξηση προς 6% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 5,35% ετησίως και με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. (β) €199.816,69 πλέον τόκους προς 15,35% από 13.9.2010 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους €4.412,01 από 1.7.2010 μέχρι 12.9.2010 και με κεφαλαιοποίηση τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. (γ) Πώληση ενυπόθηκων κτημάτων. (δ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης». Εναντίον των εναγομένων 1, έχει ήδη εκδοθεί ερήμην απόφαση υπέρ των εναγόντων στις 24.11.11, ως το περιεχόμενο του συνταχθέντος κειμένου της απόφασης ημερομηνίας 2.12.11 (που βρίσκεται καταχωρισμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου). Στοιχειωδώς, το γεγονός έκδοσης απόφασης εναντίον των πρώην εναγομένων 1, αποτελεί στοιχείο αδιάφορο σε ό,τι αφορά στην αποδιδόμενη από τους ενάγοντες ευθύνη εναντίον των εναγομένων 2 και 3 στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων πως οι εναγόμενοι 2 και 3, υπέγραψαν ως εγγυητές σε δανειοδοτήσεις που έτυχαν οι πρώην εναγόμενοι 1 από τους ενάγοντες και ότι δεδομένης της παράβασης των συμβατικών καθηκόντων των τελευταίων έναντι των εναγόντων (συμπεριλαμβανομένης της μη καταβολής των οφειλόμενων ποσών), τούτοι καθίστανται υπεύθυνοι για τα αντιστοίχως ισόποσα οφειλόμενα βάσει των συμφωνιών εγγύησης ημερομηνίας 7.6.07 και 21.12.09, καθώς και για την πώληση πλέον των υποθηκευμένων ακινήτων (για περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων), ως τούτα περιγράφονται στην παράγραφο 4 (α)-(δ) της Έκθεσης Απαίτησης. Θέση των εναγομένων 2 και 3 («οι εναγόμενοι»), είναι ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την αξίωση τους, διατεινόμενοι πως η επίδικη εγγύηση εμπεριέχει καταχρηστικές ρήτρες οι οποίες συνιστούν επαχθή όρο για τους εναγόμενους με αποτέλεσμα οι επίδικες συμφωνίες/εγγυήσεις να θεωρούνται και ως άκυρες εξ υπαρχής, ως στερημένες νομικής αξίας. Πέραν τούτου, η προφορική και γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε από μέρους των εναγόντων δεν υπέχει οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας τόσο για ουσιαστικούς όσο και για νομικούς λόγους. Τέλος, λέγουν οι εναγόμενοι, η επιβολή τόκου προς 15,35% ετησίως συνιστά τοκογλυφία, με την εξαίρεση των τραπεζικών ιδρυμάτων από τις ανάλογες πρόνοιες του Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικού) (Αρ 2) Νόμου 72(Ι)/11, να παραβιάζουν το Άρθρο 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας «. που θέλει όλους τους πολίτες να είναι ίσοι έναντι του Νόμου. Και δεν είναι ίσοι με βάση την σχετική διάταξη του Νόμου που εξαιρεί τα τραπεζικά ιδρύματα από την ποινική ευθύνη σε περίπτωση τοκογλυφίας. Επομένως με το να ζητούν τόκο 15,35 % παραβιάζουν τον Ποινικό Κώδικα και δη το άρθρο 314Α όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο Ν72(Ι)/2011» (ως προέταξε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων στη γραπτή του αγόρευση). Για να στοιχειοθετήσουν την αξίωση, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των υπαλλήλων τους Σάββα Άδωνη (ΜΕ1), Λεωνίδα Μαραγκού (ΜΕ2) και Πέτρου Πίλη (ΜΕ3). Οι εναγόμενοι δεν κατέθεσαν κατά τη δίκη μήτε και κάλεσαν μάρτυρες προς επίρρωση των δικογραφημένων υπερασπίσεων - που εμπεδωμένο είναι ότι δεν αποτελούν μαρτυρία στην απουσία αντίστοιχων παραδοχών (βλ. Παπαγεωργίου και Άλλοι ν Κυπριακής Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Β) ΑΑΔ 961, Μαυρομιχάλη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 ΑΑΔ 530) - μια επιλογή, που δικαιωματική ως είναι, δεν θα μπορούσε ποτέ να δικαιολογήσει, δίχως άλλο, την εξαγωγή οιουδήποτε δυσμενούς συμπεράσματος εναντίον τους, με αυτή (την επιλογή), να μην καθιστά αυταπόδεικτη την αξίωση των εναγόντων οι οποίοι εξακολουθούν να βαρύνονται με απόδειξη της υπόθεσης τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου, ΠΕ 91/10, ημ. 3.7.14, Demchenko και Άλλου v Nassar
(2007)1(B) ΑΑΔ 1342, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917). Συνοψίζω με δυο λόγια τη μαρτυρία των καταθεσάντων μαρτύρων, χωρίς βεβαίως να αγνοώ το σύνολο αυτής ως αποτυπώνεται στα πρακτικά. Ο Σάββας Άδωνη (ΜΕ1), κατέθεσε τα Τεκμήρια 1-34, που αφορούν στις διευκολύνσεις που δόθηκαν από τους ενάγοντες στους πρώην εναγόμενους 1, καθώς και στην εγγυοδοσία των υπόλοιπων εναγομένων, υποστηρίζοντας αιτιολογημένα την απαίτηση. Ο Λεωνίδας Μαραγκός (ΜΕ2), περιέγραψε την υπογραφή σειράς τεκμηρίων από τους εναγόμενους 1, αλλά και από τον εναγόμενο 2, ως διευθυντή των τελευταίων και εκ μέρους αυτών. Είπε πως υπέγραψε ως μάρτυς υπογραφών εκ μέρους των εναγόντων στα Τεκμήρια 27-29, περιγράφοντας τη γενικότερη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την υπογραφή κρίσιμων εγγράφων από μέρους των εναγομένων 2 και 3. Ο Πέτρος Πίλης (ΜΕ3), περιέγραψε γεγονότα που αφορούσαν στην υπογραφή διαφόρων εγγράφων/τεκμηρίων σχετιζόμενων με την παρούσα υπόθεση (Τεκμήρια 15-22Α). Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποστήριξαν ότι η μαρτυρία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων που προώθησαν στη βάση των προειρημένων εκδοχών. Διεξήλθα και αποτίμησα την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία στο σύνολο της, έχοντας πάντοτε υπόψη και τη σχετική δικογραφία στην πλήρη έκταση της. Όλες οι περικοπές από τα πρακτικά και τις γραπτές αγορεύσεις των μερών αποτυπώνονται στην παρούσα αυτούσιες χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή αμφότερους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων (στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης τους στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να αντανακλούν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν σταθεροί, σαφείς και συγκεκριμένοι στις απαντήσεις τους, εκτός του ότι το σύνολο της συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν κατά βάσιν θετική. Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των μαρτύρων ως αξιόπιστη. Ως θέμα λογικής τάξης προέχει η απόφανση επί του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας του Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικού) (Αρ 2) Νόμου 72(Ι)/11. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Τούτη, ταξινομείται ως γενικόλογη και οπωσδήποτε απέχει πολύ από το να είναι εμπεριστατωμένη, ως η νομολογία ορίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Παναγή ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 797-798), δεδομένης και της ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας που ενέχουν τα θέματα αυτά ως ζήτημα αρχής (βλ. κατ' αναλογίαν, The Improvement Board of Eylenja ν Constantinou
(1967)1 CLR 167). Η παρούσα αγωγή δεν είναι ποινική υπόθεση, με το ζήτημα της όποιας αντισυνταγματικότητας, ως σχετικώς ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, του άρθρου 314Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (στο οποίο αφορά ο Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικός) (Αρ 2) Νόμος 72(Ι)/11), ποσώς να ενδιαφέρει, τουλάχιστον υπό το πρίσμα των εδώ επίδικων θεμάτων. Αν οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να συζητήσουν την έκφανση αυτή των πραγμάτων, θα μπορούσαν να το έπρατταν, υπό κάποιες προϋποθέσεις, στο κατάλληλο δικονομικό και δικαιοδοτικό πλαίσιο. Όχι εδώ. Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι δεν ανάλυσαν την εισήγηση τους στη βάση της πραγματικής δυνατότητας που είχαν οι ενάγοντες βάσει των επίδικων συμφωνιών αλλά και του ισχύοντος δικαίου να απαιτήσουν τον επίδικο τοκισμό στην παρούσα αγωγή, εκπορευόμενης της νομιμοποιητικής βάσης χρέωσης του τόκου αυτού από τις πρόνοιες του Περί Τόκου Νόμου 2/77 (τώρα καταργηθέντος) και του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ως τροποποιήθηκε (με ισχύ από 1.1.01) και όχι από το άρθρο 314Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η θέση περί αντισυνταγματικότητας απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι, τόσο στην Υπεράσπιση όσο και στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου τους (πλην όμως όχι με τη λεπτομέρεια που θα αναμενόταν), αμφισβήτησαν τον εν γένει τοκισμό των ποσών που αξιώνονται από τους ενάγοντες. Τούτο, αποκτά εδώ σημασία δεδομένων των προνοιών του άρθρου 3(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ως τροποποιήθηκε, οι οποίες εναποθέτουν βάρος στους ώμους των εναγόντων για απόδειξη του αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου σε συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης (όπως η επίδικη). Εξηγώ. Στην Alpha Bank Cyprus Ltd ν Glendinning και Άλλων, Αρ. Αγ. 1934/10, ημ. 12.7.13, ο αδελφός Δικαστής Α. Δαυίδ, ΑΕΔ (όπως ήταν τότε) - με αναφορά και στις Χαραλάμπους και Άλλων ν Liberty Life Insurance Public Company Limited
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1739, Jeancharm Ltd ν Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1(Α) AAΔ 500 και Lordsvale Finance Plc ν Bank of Zambia
(1996)3 All ER 156 - σημείωσε τα εξής απολύτως συναφή με ό,τι τώρα απασχολεί (τα οποία και υιοθετώ): «Είναι εύκολα διακριτό από την πιο πάνω νομολογία, ότι τυχόν όροι καταβολής τόκου υπερημερίας θα πρέπει να διαπιστωθεί, στη βάση πάντα μαρτυρίας η οποία θα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ότι αποτελούν πράγματι προσπάθεια προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία, ζήτημα που εξετάζεται με αναφορά στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι της καθυστέρησης. Σε κάθε περίπτωση ο καθορισμός του τόκου υπερημερίας, συγκρινόμενος με το αρχικό κόστος δανεισμού των χρημάτων θα πρέπει να κινείται σε λογικά επίπεδα. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο σχετικός όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό κάποιου μέρους και προς αποτροπή της παράβασης, αυτός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη». Τούτων δοθέντων και στη βάση της αξιόπιστης ενώπιον μου μαρτυρίας, αποφαίνομαι πως οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση που αφορά στην επιδίκαση τόκου υπερημερίας προς 5,35% ετησίως επί του ποσού των CHF415.630,16 (που σχετίζεται με την αξίωση 10(α) στην Έκθεση Απαίτησης), καθώς και επί του ποσού των €199.816,69 (που αφορά στην αξίωση 10(β) στην Έκθεση Απαίτησης). Η γενικόλογη αναφορά του Σάββα Άδωνη (ΜΕ1), κατά την αντεξέταση (σε υποβολή του κ. Χειμώνα πως τα διατάγματα που ζητούνται με την αγωγή δεν πρέπει να εκδοθούν), πως «. η τράπεζα απαιτεί το λαβείν της, τα λεφτά που έχει δώσει, δυστυχώς δεν τα έχει πάρει τον καιρό που θα έπρεπε να τα πάρει, μας έχετε στερήσει το δικαίωμα να πάρουμε τα λεφτά και να τα ξαναδανείσουμε, που είναι και μέρος της δουλειάς μας, ως επίσης τα διατάγματα ζητούμε βάση των υποθηκών και οτιδήποτε άλλο δεσμεύει αυτή την υπόθεση.», απέχει πολύ από το να ικανοποιήσει, από απόψεως απόδειξης, τα συναφώς οριζόμενα στο άρθρο 3(1β) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ως τροποποιήθηκε. Υπογραμμίζεται επιπροσθέτως, ότι η αναφορά αυτή του Σάββα Άδωνη (ΜΕ1), δεν συνδυάστηκε με το ζήτημα του τοκισμού μηδέ και τού ζητήθηκε να διευκρινίσει τη μνεία του αυτή, στο στάδιο της επανεξέτασης. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο σε σχέση με τον τοκισμό. Τούτο, αφορά στην απαίτηση των εναγόντων για επιδίκαση ποσού προσαύξησης προς 6% ετησίως σε σχέση με την αξίωση για CHF415.630,16. Η προσαύξηση αυτή αποδείχθηκε δεόντως μέχρι ποσοστού 5% και όχι 6% (βλ. Τεκμήριο 16). Δεν δόθηκε βαρύνουσα και αποδεκτή για τους σκοπούς αυτούς μαρτυρία αναφορικά με το υπόλοιπο 1% της εν λόγω προσαύξησης, με τη διατύπωση στην Ειδοποίηση Τερματισμού ημερομηνίας 13.9.10, ως το Τεκμήριο 32(δ) - και παρόλο που τούτη αφορά στους εναγόμενους 1, εναντίον των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση - να εκλαμβάνει ως δεδομένη την προσαύξηση προς 6% (και κακώς), χωρίς την ίδια στιγμή να μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της δικαιϊκής λογικής που προκύπτει από τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, η προσθήκη του ποσοστού αυτού (1%), στο ποσοστό προσαύξησης τη στιγμή του τερματισμού των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων και όχι προηγουμένως ως έπρεπε. Κατά τα άλλα, κρίνονται ως συμβατικώς προσήκουσες και νόμιμες οι υπόλοιπες χρεώσεις τόκου των εναγόντων, έχοντας κατά νουν (και) το περιεχόμενο της σχετικής προς τούτο αξιόπιστης μαρτυρίας. Οι υπόλοιποι λόγοι που προτάχθηκαν από τους εναγόμενους ως φερόμενα καταλυτικοί για την τύχη της αξίωσης και δη οι θέσεις περί εξ υπαρχής ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών και άλλα τινά κρίνονται ως αβάσιμοι. Τίποτε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογούν σύμπλευση με τις θέσεις αυτές. Το περιεχόμενο της παραγράφου 15 του επίδικου εγγράφου εγγύησης που αναφέρει πως τραπεζικό πιστοποιητικό υπογραμμένο από δύο εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των εναγόντων θα θεωρείται ως τελεσίδικη μαρτυρία εναντίον των εναγομένων, με κανένα τρόπο δεν ακυρώνει τη δικαστική συνταγματική εξουσία να επιληφθεί της διαφοράς κατά προσήκοντα τρόπο εξού και το ότι αποφαινόμαστε τώρα, εδώ, περί της αντιδικίας μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία. Το ζήτημα της βαρύτητας της γραπτής αυτής μαρτυρίας (που αποτελεί αποδεκτό αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία βάσει των προνοιών των άρθρων 22 και 35 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9), συνιστά οπωσδήποτε αξιολογήσιμη μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβού και Άλλης ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2192, 2203-2204), δημιουργώντας μάλιστα και μαχητό τεκμήριο περί του αληθούς του περιεχομένου της, με το βάρος μετάθεσης του να το επωμίζονται οι εναγόμενοι, κάτι που απέτυχαν να πράξουν. Απορρίπτεται η εισήγηση. Το ίδιο και εκείνες που καθάπτονται ισχυρισμών περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών λόγω επαχθών όρων και άλλων τινών. Τούτα παρέμειναν μετέωρα υποστηρικτικής μαρτυρίας. Πριν από τη διατύπωση των τελικών ευρημάτων καταγράφεται εν είδει παρενθέσεως ότι οι αναφορές της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόντων σε ύπαρξη κωλύματος λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed) από μέρους των εναγομένων εκπίπτει των δικογραφημένων θέσεων των εναγόντων και δεν μπορεί να αξιολογηθεί, δεδομένης της απουσίας δικογράφησης τους (άμεσα ή έμμεσα) είτε στην Έκθεση Απαίτησης, είτε στην Απάντηση που αν και ήταν εφικτό ποτέ δεν καταχωρίστηκε (βλ. Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 13η εκδ., σελ. 1148). Προχωρώ στα ευρήματα. Οι ενάγοντες αποτελούν τραπεζικό οργανισμό δεόντως και νομίμως εγγεγραμμένο συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεξάγοντες τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Το ίδιο ίσχυε και κατά τους κρίσιμους χρόνους. Οι ενάγοντες παραχώρησαν προς τους πρώην εναγόμενους 1 (νομίμως συσταθείσα εταιρεία, ως το Τεκμήριο 3 (α)), διευκολύνσεις διά συμφωνίας δανείου με αριθμό 208-430001154-3 και συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 208-101-003062-
- Οι διευκολύνσεις αυτές παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες μετά από αίτημα των πρώην εναγομένων 1 και νόμιμης (αρμόδιας) μελέτης και αξιολόγησης του από μέρους των εναγόντων. Πιο συγκεκριμένα, οι πρώην εναγόμενοι 1, με επιστολή ημερομηνίας 7.6.07, ζήτησαν εξέταση της αίτησης τους για την παροχή δανείου και γενικότερα τραπεζικών διευκολύνσεων (βλ. Τεκμήριο 1). Γνωστοποίησαν με επιστολή τους ημερομηνίας 7.6.07, τις αποφάσεις που λήφθηκαν σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου (των πρώην εναγομένων 1), που έγινε στις 7.6.07 (βλ. Τεκμήριο 2). Η απόφαση αφορούσε στο αίτημα τους να συνεχίσουν να απολαμβάνουν πιστωτικές διευκολύνσεις από τους ενάγοντες μέχρι μέγιστου ποσού κεφαλαίου ύψους £150.000 και ποσού κεφαλαίου CHF639.000 (Ελβετικών φράγκων), με την προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2, ενός εκ των διευθυντών και μετόχων των πρώην εναγομένων 1 (βλ. Τεκμήριο 3 (γ-δ)), ο οποίος αποφασίστηκε (από τους πρώην εναγόμενους 1), πως θα υπέγραφε και όλα τα έγγραφα που θα ζητούσαν οι ενάγοντες από καιρού εις καιρόν σχετικώς με την παροχή των διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένης και της οποιασδήποτε δήλωσης για τα περιουσιακά στοιχείων των πρώην εναγομένων
- Οι πρώην εναγόμενοι 1, παρέδωσαν στους ενάγοντες επιστολή ημερομηνίας 30.6.09, με την οποία γνωστοποιήθηκε προς τους ενάγοντες ότι σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου των πρώην εναγομένων 1 (που έγινε στις 30.6.09), αποφασίστηκε όπως οι πρώην εναγόμενοι 1, ζητήσουν από τους ενάγοντες συνέχιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που απολάμβαναν με όρο, ανάμεσα σε άλλους, να εγγράψουν πρώτη υποθήκη για το ποσό των £261,000, πλέον τόκους και δεύτερη υποθήκη για το ποσό των €80.
- Περιπλέον, στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν ότι οι ενάγοντες είχαν παραχωρήσει - και όντως έτσι έγινε - στους πρώην εναγόμενους 1, δάνειο για ποσό ίσο με CHF426.000, πλέον τόκους, με την διά υποθήκης εξασφάλιση των επίδικων ποσών μέσω των υποθηκών Y9715/07 και Y17657/08 (βλ. Τεκμήρια 4-7). Οι πρώην εναγόμενοι 1, παρέδωσαν στους ενάγοντες επιστολή ημερομηνίας 21.12.09, με την οποία τους γνωστοποιούσαν πως σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου των πρώην εναγομένων 1 (που έγινε στις 21.12.09), αποφασίστηκε όπως τούτοι παράσχουν προς τους ενάγοντες ρητή συγκατάθεση και δήλωση αναγνώρισης ενημέρωσης σχετικώς με τη διαβίβαση δεδομένων (βλ. Τεκμήρια 8-9). Στις 21.12.09, οι πρώην εναγόμενοι 1, αποφάσισαν την προσωρινή αύξηση του ανωτάτου ποσού του ορίου υπερανάληψης που είχε παραχωρηθεί σε αυτούς, με την υπογραφή του εναγόμενου 2 (βλ. Τεκμήριο 10). Στις 21.12.09, οι εναγόμενοι 3 αποφάσισαν εν σχέσει με τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις και υπηρεσίες προς τους πρώην εναγόμενους 1, να προτείνουν προς τους ενάγοντες ως εξασφάλιση για τις τραπεζικές αυτές διευκολύνσεις/υπηρεσίες (και ανάμεσα σε άλλα), δεύτερη υποθήκευση των ακινήτων που συναποτελούν αντικείμενο των επίδικων υποθηκών Υ17657/08 και Υ9715/07 (βλ. Τεκμήριο 11). Την ίδια μέρα, σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μελών των εναγομένων 3, αποφασίστηκε όπως τούτοι ζητήσουν από τους ενάγοντες τη συνέχιση παροχής των πιστωτικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 12). Με την εξασφάλιση των υποθηκών Y9715/07 και Y17657/08 (βλ. Τεκμήρια 13 και 14), δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερομηνίας 7.6.07 που έγινε αποδεκτή από τους πρώην εναγόμενους 1 την ίδια ημερομηνία, συμφωνήθηκε να παραχωρήσουν οι ενάγοντες προς τους πρώην εναγόμενους 1, υπό την εγγύηση του εναγόμενου 2, δάνειο εκ CHF 426,000, με αριθμό 209-430-001154-3, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται εκεί (βλ. Τεκμήρια 15-16). Δυνάμει τροποποιητικής συμφωνίας του δανείου αυτού ημερομηνίας 31.3.08, συμφωνήθηκε όπως το υπόλοιπο του δανείου το οποίο κατά την 31.3.08 ανερχόταν σε CHF 419.292,00, πλέον τόκους από 28.3.08, εξοφληθεί με 152 συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις εκ CHF3.575 εκάστης. Η πρώτη μηνιαία δόση θα ήταν πληρωτέα την 30.5.08 και η κάθε επόμενη δόση ένα μήνα μετά την πληρωμή της επόμενης δόσης (βλ. Τεκμήριο 17). Δυνάμει ετέρας τροποποιητικής συμφωνίας του εν λόγω δανείου ημερομηνίας 30.6.09, συμφωνήθηκε όπως η αποπληρωμή του δανείου τροποποιηθεί (βλ. Τεκμήριο 18). Το υπόλοιπο του δανείου στις 30.6.09, ανερχόταν σε CHF 389.358,37 πλέον τόκους από 30.6.
- Τούτο το ποσό, δυνάμει της τροποποίησης, θα εξοφλείτο με 135 συνεχείς μηνιαίες δόσεις εκ CHF3.575 εκάστη, με την πρώτη να είναι πληρωτέα την 30.12.09 και την κάθε επόμενη δόση, ένα μήνα μετά την πληρωμή της προηγούμενης δόσης. Περαιτέρω, δυνάμει απόφασης/έγκρισης που έγινε στην Λευκωσία στις 25.11.08 και η οποία έγινε αποδεκτή από τους πρώην εναγόμενους 1 την 18.12.08, οι ενάγοντες ενέκριναν ξανά (υπό την εγγύηση του εναγόμενου 2), το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού ύψους £100.000 (€170.860) με αριθμό 209-101-003062-0, κατά τρόπο ώστε η αποπληρωμή του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 208-101-003062-0, να είναι συνεχής και τα χρεωστικά υπόλοιπα/δάνεια/πιστώσεις/τραπεζικές διευκολύνσεις να χρεώνονται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά 2,5%. Με βάση τη ρύθμιση αυτή ο τόκος ανέρχεται σήμερα σε βασικό επιτόκιο 5,5% το χρόνο, με προσαύξηση 4,5% το χρόνο και συνολικό τόκο 10% το χρόνο. Ο τόκος κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους (βλ. Τεκμήρια 19-20). Δυνάμει τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 30.6.09, ως το Τεκμήριο 21, συμφωνήθηκε ότι το όριο του τρεχούμενου θα αυξανόταν μέχρι την 10.9.09, στο ποσό των €178.860 και την 10.9.09, θα επανερχόταν στο ποσό των €170.
- Δυνάμει τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 21.12.09, συμφωνήθηκε ότι το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού θα αυξανόταν μέχρι την 2.2.10 στο ποσό των €189.170, ενώ την 3.2.10, θα επανερχόταν στο ποσό των €170.860 (βλ. Τεκμήριο 22). Εγγυητές των πρώην εναγομένων 1 (πρωτοφειλετών), είναι οι εναγόμενοι 2 και
- Δυνάμει συμφωνιών με ημερομηνία 7.6.07 και 21.12.09, ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις των πρώην εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες είτε μελλοντικές είτε κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές είτε κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Ο εναγόμενος 2, ευθύνεται μόνο για ποσά του κεφαλαίου μέχρι €250.000 και €189.170, πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως (βλ. Τεκμήρια 23-24). Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων των πρώην εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι 2 και 3 υποθήκευσαν προς όφελος των εναγόντων σειρά κτημάτων, ως με λεπτομέρεια περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης (το περιεχόμενο της οποίας καθιστώ ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου), αφορούντων των κτημάτων τούτων στις υποθήκες Υ17650/08, Υ17657/08, Υ9709/07 και Υ9715/
- Το μέγιστο ποσό για το οποίο δεσμεύθηκαν τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο θα παραμένει απλήρωτο κατά την ημέρα της εκποίησης εν σχέσει με τις υποχρεώσεις προς εξασφάλιση των οποίων κατατέθηκαν οι υπό αναφορά υποθήκες μέχρι ποσού μη υπερβαίνοντος τις €150.000, €80.000, £25.000 και €261.000, αντιστοίχως, πλέον τόκους και έξοδα (βλ. Τεκμήρια 25-29). Τα προειρημένα δάνεια που δόθηκαν από τους ενάγοντες προς τους πρώην εναγόμενους 1, δεικνύουν υπόλοιπο (οφειλόμενο) ύψους CHF415.630,16, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 29.8.10 μέχρι 12.9.10 ύψους CHF1.116,85, συν τόκους επί ποσού €411.150,74 από 13.9.10, μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης με επιτόκιο αποτελούμενο από ενός μηνός Libor, πλέον προσαύξηση προς 5% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 5.35% ετησίως και κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επιπροσθέτως, δυνάμει του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 209-101-003062-0, οφείλεται ποσό ύψους €199.816,69, πλέον τόκους προς 15,35% από 13.9.10 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους €4.412,01 από 1.7.10 μέχρι 12.9.10 με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους (βλ. Τεκμήριο 31). Οι ενάγοντες ειδοποίησαν επανειλημμένως διά επιστολών τους πρώην εναγόμενους 1, για την οφειλή τους, τις καθυστερήσεις που παρουσίαζαν στους λογαριασμούς τους και την αλλαγή του επιτοκίου και στην απουσία πλήρους συμμόρφωσης, τερμάτισαν τη λειτουργία των λογαριασμών στις 13.9.10 (βλ. Τεκμήριο 32 (δ-ε)). Ομοίως, οι ενάγοντες κάλεσαν νομίμως και κανονικώς τους εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές και ενυπόθηκους οφειλέτες, να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά για τα οποία ευθύνονταν ο καθένας ξεχωριστά δυνάμει της εγγύησης και των σχετικών υποθηκών (βλ. δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 33), πλην όμως τούτοι αμέλησαν να συμμορφωθούν. Από την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία εξάγεται πως οι επιστολές αυτές (που ποτέ δεν επιστράφηκαν προς τους ενάγοντες) παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους (στο βαθμό που αφορά τον καθένα), κατά (μη ανατραπέν) μαχητό τεκμήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1(Α) ΑΑΔ 479, Πιττάκα ν ΓΒ Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1895, Δήμος Αγίου Αθανασίου ν Peter (Pazaraki)
(2004)2 ΑΑΔ 524, Theodorou ν The Abbot of Kykko Monastery and Others
(1965)1 CLR 9). Αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου αποτελεί και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1-33, με τα έγγραφα που υπογράφθηκαν από μέρους/εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3, να έχουν νομίμως και προσηκόντως υπογραφθεί, με αμφότερους τους εναγόμενους 2 και 3 να τα αναγιγνώσκουν και τους ενάγοντες να τα επεξηγούν προς αυτούς. Οι ενάγοντες απέδειξαν επαρκώς την αξίωση τους εναντίον ενός εκάστου των εναγομένων, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2 και 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για ποσό CHF415.630,16, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 29.8.2010 μέχρι 12.9.2010, ύψους CHF1.116,85, πλέον τόκους επί ποσού €411.150,74 από 13.9.2010 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως με επιτόκιο αποτελούμενο από ενός μηνός Libor, πλέον προσαύξηση προς 5% ετησίως και με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους και για ποσό €199.816,69, πλέον τόκους προς 10% από 13.9.2010 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους €4.412,01 από 1.7.2010 μέχρι 12.9.2010 και με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Εκδίδονται επίσης διατάγματα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων ως η παράγραφος 10(γ)-(ζ) της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής, πλέον έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο