ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. REGALIA HOLDINGS AND INVESTMENTS PUBLIC LTD, Αγωγή αρ. 2160/2015, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή αρ. 2160/2015 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και REGALIA HOLDINGS AND INVESTMENTS PUBLIC LTD Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2016 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κα Αντωνία Λουκαρή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κος Νίκος Γεωργίου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 21.9.2015 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Εισαγωγή Στις 8.5.2015 οι ενάγοντες καταχώρησαν επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αγωγή εναντίον των εναγομένων, με την οποία αξιώνουν το ποσό των €4.343,41 ως οφειλόμενα τέλη ή/και ετήσιες εισφορές ή/και επιβαρύνσεις ή/και δυνάμει επιβολής προστίμων ή/και ως αναγνωρισμένη οφειλή ή/και ως οφειλή δυνάμει εκδοθέντος τιμολογίου ή/και ως οφειλή δυνάμει προσφερθείσων υπηρεσιών ή/και άλλως πως, πλέον τόκο και έξοδα. Στις 12.6.2015 οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή. Στις 21.9.2015 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι ενάγοντες-αιτητές αιτούνται: «1. Συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων ως η Έκθεση Απαίτησης στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 8.5.2015 με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, καθ' ότι οι εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. 2. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ 19%, πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1(α) και Δ.48 Θ. 1, 2, 3 και 9, στον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο του 1993 (14(Ι)/1993) με τις συναφείς τροποποιήσεις, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 9, 10, 32, 33, 48, 72, 191Α, στα Μέρη Χ και ΧΙ, στους Κανονισμούς του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου όπως έκαστος τροποποιήθηκε, καθώς επίσης και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Φιλιππίδη, ο οποίος, ως αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων υπό την ιδιότητα του Λειτουργού Λογιστηρίου. Οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου δεν μπορεί να ενάγει από μόνο του, παρά μόνο διά μέσω του Συμβουλίου του και συγκεκριμένα εκπροσωπείται ενώπιον των Δικαστικών Αρχών διά του Προέδρου του και ως εκ τούτου η αγωγή έχει εγερθεί από λανθασμένο νομικό πρόσωπο. (β) Η αγωγή δεν εγείρεται διά μέσω του Προέδρου του Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. (γ) Ο ομνύοντας δεν είναι εξουσιοδοτημένο και κατάλληλο πρόσωπο για να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς την απαίτηση. (δ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (ε) Η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. (στ) Η αγωγή είναι πρόωρη.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ. 1-9, Δ.48 Θ. 1-4 και 9, στον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο του 1993 (Ν. 14(Ι)/1993), άρθρα 10 και 17 με τις συναφείς τροποποιήσεις του και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ρέας Ανδρονίκου η οποία είναι στην υπηρεσία των εναγομένων. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους. Αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω των γραπτών αγορεύσεων θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Κατά την ίδια διαδικασία ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση απέσυρε το λόγο ένστασης (στ), και δήλωσε ότι δεν αμφισβητείται η λήψη των επιστολών, γεγονός επί του οποίου ο εν λόγω λόγος ένστασης βασίζετο. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, η Δ. 18 Θ.1(α), προνοεί τα ακόλουθα: «1. (
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Στην Πολ. Εφ. 27/10, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 4.9.2013, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία[1] ότι σκοπός της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 Θ.1 είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση.[2] Οι αρχές με βάση τις οποίες προσεγγίζεται το αίτημα για συνοπτική απόφαση συνοψίστηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 ΑΑΔ 418, ως ακολούθως: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18. Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να έχει το Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει απόφαση συνοπτικά, είναι οι ακόλουθες:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο,
- Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, και
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή.[3] Μη ικανοποίηση των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων κατά τρόπο σωρευτικό, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.[4] Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα να καταχωρήσει υπεράσπιση.[5] Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (Δ.18 Θ.3(α)). Ως έχει νομολογηθεί όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο εναγόμενος έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, ή εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης το οποίο θα πρέπει να εκδικάζεται, τότε πρέπει να του δίδει το δικαίωμα της υπεράσπισης.[6] Στο Supreme Court Practice του 1999, Τόμος 1, στη σελ. 174, παράγραφο 14/4/9, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Leave to defend must be given unless it is clear that there is no real substantial question to be tried (Codd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, HL); that there is no dispute as to facts or law which raises a reasonable doubt that the plaintiff is entitled to judgment (Jones v. Stone [1894] A.C 122; Thompson v. Marshall [1880] 41 L.T. 720, CA; Jacobs v. Booth's Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262, HL; Lindsay v. Martin [1889] 5 T.L.R. 322).»[7] Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817, 821-822 και αναφορικά με το πότε πρέπει να δίδεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να υπερασπιστεί, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις[8] κατέληξε ως ακολούθως: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9).» Στις υποθέσεις CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.LR. 333, 338 το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην απόφαση του Λόρδου Blackburn στην υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc. of the Mutual Society [1879-80] 5 App. Cas. (H.L.) 685, σελ. 704, ξεκαθάρισε ότι προκειμένου ο εναγόμενος να δείξει ότι υπάρχει θέμα για να δικαστεί, δεν αρκεί να προβεί σε γενική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα ή να περιοριστεί σε αόριστους ισχυρισμούς. Θα πρέπει να παράσχει λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς του («condescend upon particulars»), σε λογική έκταση, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει βάση γι' αυτό που ισχυρίζεται. Στην ίδια γραμμή είναι και οι πιο πρόσφατες αποφάσεις στην Πολ. Εφ. 230/09, Κυριάκου ν. Αναστασίου, ημερ. 22.1.2013, και στην Πολ. Έφ. 102/2011, Α. Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 22.7.2014. Επισημαίνεται επίσης ότι η έγερση ενός δύσκολου νομικού ζητήματος αποτελεί λόγο για να δοθεί άδεια για υπεράσπιση,[9] σε αντίθεση με τις περιπτώσεις όπου ο νόμος είναι καθαρός.[10] Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση, και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση.[11] Νομικά θέματα, λοιπόν, μπορεί να επιλύονται στο στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση, όταν αυτά είναι απλά και όχι δυσεπίλυτα.[12] Όπου καταδεικνύεται από τον εναγόμενο ότι υπάρχει κάποια εύλογη υπεράσπιση, το Δικαστήριο δεν έχει καμία εξουσία να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης κάτω από τη Δ.18.[13] Τέλος, η άδεια για υπεράσπιση μπορεί να δοθεί σε σχέση με το σύνολο της αξίωσης ή μόνο σε σχέση με μέρος αυτής[14] και μπορεί να είναι με ή χωρίς όρους.[15] Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Σύμφωνα με τους δύο πρώτους λόγους ένστασης, το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής το «ΧΑΚ») δεν μπορεί να ενάγει από μόνο του, παρά μόνο διά μέσω του Συμβουλίου του, και, συγκεκριμένα, η αγωγή πρέπει να εγείρεται διά μέσω του Προέδρου του Συμβουλίου του ΧΑΚ. Συνεπώς, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αγωγή εγέρθηκε από λανθασμένο νομικό πρόσωπο. Η εξέταση αυτών των δύο λόγων ένστασης θα πρέπει, θεωρώ, να προηγηθεί, καθότι το ζήτημα που οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν είναι θεμελιακό, αφού αφορά στην ορθότητα κίνησης της όλης νομικής διαδικασίας από το ΧΑΚ. Τόσο η ομνύσασα για τους καθ' ων η αίτηση, όσο και ο συνήγορος τους μέσω της γραπτής του αγόρευσης, παραπέμπουν στο άρθρο 10
(1)και
(2)(α) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, Ν. 14(Ι)/1993(στο εξής «ο Νόμος») προς υποστήριξη της θέσης τους. Είναι η θέση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι το ΧΑΚ αποτελεί νομικό πρόσωπο που ιδρύθηκε με νόμο (statutory corporation), και ο νόμος που το ίδρυσε αναθέτει την αρμοδιότητα δικαστικής εκπροσώπησης του στον Πρόεδρο του Συμβουλίου. Στον αντίποδα, η συνήγορος των αιτητών στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης εισηγείται ότι η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση βασίζεται σε παρερμηνεία του όρου «εκπροσωπεί» στο άρθρο 10
(2)του Νόμου, ο οποίος δεν εξυπακούει την έγερση δικαστικής διαδικασίας, ούτε και σημαίνει ότι το ΧΑΚ ενάγει και ενάγεται μέσω του Συμβουλίου του, αφού το ΧΑΚ αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα. Προσθέτει ότι αν ο νομοθέτης επιθυμούσε να προσδιορίσει ότι το ΧΑΚ ενάγει και ενάγεται από το Συμβούλιο του, θα εισήγαγε στον οικείο νόμο πρόνοια ανάλογη του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. Το άρθρο 3 του Νόμου, προνοεί τα εξής: «3.—
(1)Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, το οποίο καλείται «Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου», στο οποίο καταρτίζονται κατ' αποκλειστικότητα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον παρόντα Νόμο, οι χρηματιστηριακές συναλλαγές επί κινητών αξιών στη Δημοκρατία.
(2)Το Χρηματιστήριο τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους και διοικείται από το Συμβούλιο.» Το άρθρο 10 εδάφια
(1)και 2(α) του Νόμου προνοούν τα ακόλουθα: «10.—
(1)Το Συμβούλιο εφορεύει τις εργασίες του Χρηματιστηρίου και έχει πλήρη εξουσία για τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τα οριζόμενα σε Χρηματιστηριακούς Κανονισμούς.
(2)Το Συμβούλιο ειδικότερα — (α) Εκπροσωπεί διά του Προέδρου του το Χρηματιστήριο ενώπιον των δικαστικών και άλλων αρχών.» Ο Νόμος αναμφίβολα, κατά την κρίση μου, έχει συστήσει, διά του άρθρου 3
(1)αυτού, ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου - το ΧΑΚ,[16] που έχει τους σκοπούς και τις αρμοδιότητες που περιγράφονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Το Συμβούλιο του ΧΑΚ είναι το θεσμοθετημένο όργανο του ΧΑΚ μέσω του οποίου το ΧΑΚ διοικείται και εφαρμόζεται η πολιτική του (άρθρα 3
(2)και 9 του Νόμου). Όμως το ΧΑΚ, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που είναι, κέκτηται νομικής προσωπικότητας και έχει, κατά την άποψη μου, δικαίωμα να ενάγει και να ενάγεται στο όνομα του. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παρ. 241: «241. Corporations. A corporation, whether incorporated by Charter, statute or registration, or a company, whether incorporated by special statute or registered under the Companies Act, must sue and be sued in its corporate title or registered name, as the case may be. A corporation which has ceased to have any juristic existence cannot sue or be sued.» (έμφαση δική μου) Παρόμοια πρόνοια με αυτή του άρθρου 10
(2)(α) του Νόμου στο οποίο οι καθ' ων η αίτηση παραπέμπουν, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αντωνίου κ.α. ν. Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας
(2002)1(Α) ΑΑΔ 204, όπου εξηγήθηκε και το νόημα της. Αποφασίστηκαν στην εν λόγω υπόθεση τα εξής: «Ωστόσο προβλήθηκε προκαταρκτικά ως ένσταση ότι προέκυπτε, από τον ίδιο τον τίτλο της Αίτησης, θεμελιακό ελάττωμα αφού ως αιτητής εμφανιζόταν το Ταμείο ενώ, κατά τους εφεσείοντες, βάσει του άρθρου 14
(2)του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου του 1981 (Ν. 44/81), όπως τροποποιήθηκε, νομιμοποιείται μόνο η Διαχειριστική Επιτροπή. Προβλέπεται στο άρθρο 14
(2)ότι: "
(2)Η Διαχειριστική Επιτροπή εκάστου ταμείου προνοίας επιμελείται των υποθέσεων του ταμείου και αντιπροσωπεύει τούτο δικαστικώς και εξωδίκως". Η άλλη πλευρά επικαλέστηκε το άρθρο 7
(1)βάσει του οποίου: "Το ταμείον προνοίας αποκτά νομικήν προσωπικότητα επί τη εγγραφή του εις το μητρώον, η οποία απόλλυται επί τη διαλύσει του ταμείου." Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση, ημερ. 3 Ιουλίου 1998, απέρριψε την ένσταση. Έκρινε ότι ορθά κινήθηκε η διαδικασία στο όνομα μόνο του Ταμείου ως αυθύπαρκτου νομικού προσώπου. Εξήγησε ότι η πρόνοια περί αντιπροσώπευσης του Ταμείου από τη Διαχειριστική Επιτροπή "δικαστικώς και εξωδίκως" σημαίνει μόνο ότι το Ταμείο ενεργεί μέσω της Διαχειριστικής Επιτροπής για τη διεκπεραίωση πράξεων σε σχέση με είτε δικαστηριακές υποθέσεις είτε άλλες. ............... Συμμεριζόμαστε την πρωτόδικη άποψη αναφορικά με το ζήτημα του τίτλου της Αίτησης. Η έννοια του άρθρου 14
(2)του Νόμου είναι, καθώς μας φαίνεται, πως σε ό,τι δικαστικώς η εξωδίκως χρειάζεται να επιτελεστεί το Ταμείο ενεργεί μέσω της Διαχειριστικής Επιτροπής που το αντιπροσωπεύει. Όμως το Ταμείο, ως νομικό πρόσωπο βάσει του άρθρου 7
(1), νομιμοποιείται να εμφανίζεται με το δικό του όνομα σε δικαστική διαδικασία αλλά και γενικότερα σε έγγραφα που αφορούν τη συμμετοχή του σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία.» (έμφαση δική μου) Όμοιο ήταν το συμπέρασμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1271, 1274 - 1276. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση εισηγείται ότι οι δύο ως άνω υποθέσεις διαφοροποιούνται από την υπό κρίση, επειδή το ΧΑΚ αποτελεί νομικό πρόσωπο που ιδρύθηκε δυνάμει νόμου, με τις εξουσίες του να περιορίζονται από το νόμο που το δημιούργησε. Έχω την άποψη ότι η θέση αυτή παραβλέπει την ουσία του θέματος, που είναι ότι τόσο το ΧΑΚ όσο και τα Ταμεία Προνοίας είναι νομικά πρόσωπα, το μεν πρώτο ιδρυόμενο απευθείας υπό του Νόμου, τα δε δεύτερα άμα τη εγγραφή τους. Και ως τέτοια νομιμοποιούνται να εμφανίζονται σε δικαστική διαδικασία με το δικό τους όνομα. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση παραπέμπει περαιτέρω στη σειρά Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 9, παρ. 124, όπου αναφέρεται ότι νομικά πρόσωπα ιδρυθέντα δυνάμει νόμου (statutory corporations) έχουν τέτοια δικαιώματα και μπορούν να διενεργούν τέτοιες πράξεις ως ήθελαν εξουσιοδοτηθεί άμεσα ή έμμεσα από το νόμο που τα δημιούργησε. Το ότι νομικά πρόσωπα ιδρυθέντα δυνάμει νόμου (statutory corporations) περιορίζονται από τους νόμους που τα δημιούργησαν στις αρμοδιότητες που δύνανται να ασκούν, είναι ορθό. Έτσι το ΧΑΚ δεν θα μπορούσε να ασκήσει αρμοδιότητες και εξουσίες πέραν από αυτές που του χορηγήθηκαν από το Νόμο, καθότι θα ενεργούσε καθ' υπέρβαση (ultra vires) αυτού. Αυτό, όμως, δεν σχετίζεται με το κατά πόσο το ΧΑΚ μπορεί να ενάγει και να ενάγεται με το δικό του όνομα κάτι που, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, μπορεί κατά την κρίση μου να κάνει, δεδομένου και του πραγματικού νοήματος του άρθρου 10
(2)(α) του Νόμου (υπόθεση Αντωνίου, ανωτέρω). Έχοντας απορρίψει τους δύο πρώτους λόγους ένστασης, προχωρώ στην εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων της Δ.18. Η πλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων της Δ.18 δεν αμφισβητείται από τους καθ' ων η αίτηση, αφού η αγωγή έχει αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Αμφισβητείται, όμως, από τους καθ' ων η αίτηση η επάρκεια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αφού, σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ένστασης, ο ομνύοντας για τους αιτητές δεν είναι εξουσιοδοτημένο και κατάλληλο πρόσωπο για να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς την απαίτηση. Η ομνύσασα για τους καθ' ων η αίτηση λέγει ότι ο ομνύσας για τους αιτητές δεν αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από το Συμβούλιο του ΧΑΚ και συγκεκριμένα από τον Πρόεδρο του για να προβεί στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Προσθέτει ότι και να υπήρχε τέτοια εξουσιοδότηση, ο Νόμος σε κάθε περίπτωση είναι περιοριστικός επί τω ότι αναφέρει ότι μόνο ο Πρόεδρος του Συμβουλίου μπορεί να εκπροσωπεί το ΧΑΚ σε διαδικασίες ενώπιον Δικαστηρίου. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση παραπέμπει προς υποστήριξη της θέσης του και πάλι στο άρθρο 10
(2)του Νόμου, καθώς και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α.Ε.2157, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ν. Στυλιανίδη κ.α.
(1996)3 ΑΑΔ 274, για να υποστηρίξει ότι η εκχώρηση εξουσίας που εναποτίθεται με νόμο, δεν επιτρέπεται εκτός αν αυτό επιτρέπεται ρητά από το νόμο. Αρχίζοντας από το τελευταίο σημείο, και την παραπομπή από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση στην υπόθεση Στυλιανίδη, σημειώνω ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε σε άσκηση εξουσίας από αναρμόδιο όργανο. Η αρχή που ενσωματώνει εκφράζεται με τη λατινική φράση «delegatus non potest delegare», η οποία στην Κύπρο έχει πλέον λάβει και νομοθετική ισχύ με το άρθρο 17
(4)[17] του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/99. Κατά την κρίση μου, η εν λόγω νομική αρχή δεν αφορά στη δυνατότητα ή και ικανότητα προσώπου να προσφέρει μαρτυρία σε Δικαστήριο. Το άρθρο 10
(2)το Νόμου παρατέθηκε ανωτέρω. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ερμηνεία που οι καθ' ων η αίτηση αποδίδουν στο εν λόγω άρθρο 10
(2)(α) του Νόμου, ότι, δηλαδή, μόνο ο Πρόεδρος του Συμβουλίου του ΧΑΚ μπορεί να δίδει μαρτυρία σε δικαστικές διαδικασίες (αφού το θέμα εγείρεται αναφορικά με την όμνυση της δήλωσης από πρόσωπο άλλο από τον Πρόεδρο του ΧΑΚ). Καίτοι το Συμβούλιο του ΧΑΚ εφορεύει τις εργασίες του (άρθρο 10
(1)του Νόμου) και ασκεί τις λοιπές αρμοδιότητες που του ανατίθενται με βάση το Νόμο, εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Νόμου η γενική διεύθυνση των εργασιών του ΧΑΚ ανατίθεται στο Διευθυντή του ΧΑΚ ο οποίος συνδράμεται στο έργο του από το λειτουργό συναλλαγών και άλλους υπαλλήλους. Ένας εκ των υπαλλήλων αυτών είναι και ο κ. Γιώργος Φιλιππίδης, που προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Τα νομοθετικά κείμενα εξετάζονται και ερμηνεύονται ως σύνολο, η δε ερμηνεία που δίδεται σε αυτά πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων (Δημοκρατία ν. Αντωνίου κ.α.
(1993)3 ΑΑΔ 325). Και δεν θα ήταν λογικό, κατά την κρίση μου, να ερμηνευθεί το πιο πάνω άρθρο του Νόμου ως άρθρο μέσω του οποίου ο νομοθέτης καθόρισε πως το μόνο πρόσωπο που δικαιούται να δώσει μαρτυρία σε δικαστήριο για οποιοδήποτε θέμα αφορά το ΧΑΚ (ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου), είναι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου του, ανεξάρτητα από του αν γνωρίζει ή όχι το εν λόγω πρόσωπο επί του θέματος για το οποίο απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας. Είναι περαιτέρω η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν διαφαίνεται να έχει ο ομνύοντας για τους αιτητές θετική γνώση της απαίτησης ούτε μπορεί να ορκιστεί θετικά, αφού γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της θέσης που κατέχει και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του, χωρίς να αποκαλύπτεται αν είναι αυτός που ετοίμασε τα έγγραφα ή εξέδωσε τα τιμολόγια ή αν υπολόγισε τα απαιτούμενα ποσά. Είναι η θέση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα περίπτωση δεν διαφέρει από την υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, στην οποία ο ενόρκως δηλών ήταν υπάλληλος των εκεί εναγόντων, ο οποίος αντλούσε τη γνώση του για τα γεγονότα της υπόθεσης από έγγραφα που ευρίσκοντο στην κατοχή του, ο οποίος, όμως, δεν είχε σχέση με τη διακίνηση του λογαριασμού ή με την ετοιμασία της κατάστασης λογαριασμού που προσκομίστηκε προς απόδειξη της απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή εγείρεται από νομικό πρόσωπο, το ΧΑΚ. Σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται από άλλους και πιστεύει.[18] Απλή δε δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή. Το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.[19] Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από τον κ. Γιώργο Φιλιππίδη, ο οποίος ρητώς αναφέρει ότι βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η εν λόγω δήλωση του ομνύσαντος η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο από τους καθ' ων η αίτηση, (ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του ομνύσαντος[20]), δεν αφήνει, κατά την κρίση μου, αμφιβολία ως προς τη δέουσα εξουσιοδότηση του ομνύσαντος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο κ. Φιλιππίδης, ως αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών υπό την ιδιότητα του Λειτουργού Λογιστηρίου. Γνωρίζει, λέγει, πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, λόγω της θέσης του και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του, τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Ο ομνύσας αναφέρεται στο νόμο που διέπει τη λειτουργία του ΧΑΚ και σε ορισμένες εκ των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του ΧΑΚ. Αναφέρει περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι είναι δημόσια εταιρεία με μετοχές η οποία διεξάγει εργασίες στην Κυπριακή Δημοκρατία, και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή αποτελούσε εισηγμένο εκδότη στο ΧΑΚ, το δε ΧΑΚ προσέφερε στους εναγόμενους υπηρεσίες για τις εταιρικές δραστηριότητες του εκδότη. Οι οφειλόμενες εισφορές του εκδότη προς το ΧΑΚ ανέρχονται, λέγει, με βάση τη χρηματιστηριακή νομοθεσία, στο συνολικό ποσό των €4.343,31, το οποίο προκύπτει ως εξής: (α) τιμολόγιο SI 13000123 με ημερ. έκδοσης 30.1.2013 για το ποσό των €4.271, το οποίο αφορούσε χρέωση για την τήρηση του μητρώου εκδότη για το 2013 και το τέλος ηλεκτρονικής σύνδεσης εκδότη για το
- Ως ημερομηνία αποπληρωμής του τιμολογίου ορίστηκε η 26.2.
- Το τιμολόγιο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Φιλιππίδη, (β) τιμολόγιο SI 12001333 με ημερ. έκδοσης 28.12.2012 για το ποσό των €429,65 το οποίο αφορούσε την ετήσια εισφορά εκδοτών και το τέλος συναλλαγής εκδοτών για το τέταρτο τρίμηνο του
- Ως ημερομηνία αποπληρωμής του τιμολογίου ορίστηκε η 6.2.
- Το τιμολόγιο πληρώθηκε και εκκρεμούν τόκοι ύψους €39,
- Το τιμολόγιο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Φιλιππίδη, και (γ) τιμολόγιο SI 13000425 με ημερ. έκδοσης 29.3.2013 για το ποσό των €421,30 το οποίο αφορούσε την ετήσια εισφορά εκδοτών για την περίοδο 1.1.2013 - 31.3.
- Ως ημερομηνία αποπληρωμής του τιμολογίου ορίστηκε η 10.5.
- Το τιμολόγιο πληρώθηκε και εκκρεμούν τόκοι ύψους €33,
- Το τιμολόγιο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του κ. Φιλιππίδη. Ως περαιτέρω αναφέρει ο κ. Φιλιππίδης οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν για όλες τις πιο πάνω αποφάσεις του ΧΑΚ και κλήθηκαν να καταβάλουν τα οφειλόμενα υπ' αυτούς ποσά, αλλά μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ανταπόκριση. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένορκη δήλωση έγινε από τον κ. Γιώργο Φιλιππίδη που είναι στην υπηρεσία των αιτητών υπό την ιδιότητα του Λειτουργού Λογιστηρίου και ο οποίος διατυπώνει την πολύ καλή γνώση του για τα γεγονότα της παρούσας αγωγής.[21] Δεν μένει, όμως, εκεί. Τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ομνύσαντος, αποδεικνύουν, κατά την κρίση μου, και τη θετικότητα της γνώσης του για τα γεγονότα, και τη διαφοροποίηση της παρούσας υπόθεσης από την υπόθεση Δημητρίου την οποία οι καθ΄ ων η αίτηση επικαλούνται. Από τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 στην ένορκη δήλωση του κ. Φιλιππίδη, προκύπτει ότι οι 6 επιστολές που στάληκαν από τους αιτητές στους καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τα τρία τιμολόγια που αποτελούν τη βάση της απαίτησης των αιτητών (δύο επιστολές σε σχέση με κάθε τιμολόγιο), υπογράφονται όλες από τον ίδιο τον ομνύσαντα, για Γενικό Διευθυντή, και επιπλέον ο ομνύσας, όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των αιτητών, αλλά και όπως προκύπτει από τα ίδια τα τιμολόγια, είναι το πρόσωπο που υπογράφει τα τρία τιμολόγια «εκ μέρους Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου» πάνω από το όνομα του οποίου έχει τεθεί η σχετική σφραγίδα του ΧΑΚ. Με βάση τα ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι ο ομνύσας για τους αιτητές έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Επιπλέον, ο κ. Φιλιππίδης, επιβεβαιώνει την απαίτηση των αιτητών με αναφορά στα γεγονότα που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και δηλώνει ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν τα απαιτούμενα ποσά και ότι στερούνται υπεράσπισης.[22] Η αξίωση, λοιπόν, επιβεβαιώνεται από τον ομνύσαντα για τους αιτητές. Υπό το φως των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις και το βάρος έχει μετατοπιστεί στους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι θα πρέπει να δείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να δείξουν άλλους λόγους που είναι ικανοί να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Ως ο ομνύσας για τους αιτητές αναφέρει η επιβολή των διεκδικούμενων με την αγωγή ποσών και/ή η έκδοση των ως άνω τιμολογίων έγινε με βάση το νόμο και/ή τη δευτερογενή νομοθεσία του ΧΑΚ και/ή με αποφάσεις του Συμβουλίου που συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις ο έλεγχος της νομιμότητας των οποίων υπόκειται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου,[23] στο οποίο οι εναγόμενοι δεν προσέφυγαν με Προσφυγή στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, συνεχίζει ο ομνύσας, οι καθ' ων η αίτηση στερούνται οποιασδήποτε υπεράσπισης. Στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών γίνεται αναφορά στις πρόνοιες της πρωτογενούς και της δευτερογενούς νομοθεσίας επί των οποίων η επιβολή των τελών και χρεώσεων βασίζεται, καθώς και στο άρθρο 191Α του Νόμου[24] που προνοεί ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου υπόκεινται στο ένδικο μέσο της Προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ως ανωτέρω, στα πλαίσια της «νομικής πτυχής» αναφέρθηκε, δεν αρκεί η γενικόλογη δήλωση από μέρους του εναγόμενου ότι έχει καλή υπεράσπιση. Θα πρέπει να παράσχει λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς του, σε λογική έκταση, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει βάση γι' αυτό που ισχυρίζεται. Μετά την απόσυρση του λόγου ένστασης (στ) που σχετιζόταν με το κατ΄ ισχυρισμό πρόωρο της αγωγής επί τω ότι δεν παραλήφθηκαν τα τιμολόγια (που παρενθετικά αναφέρω τα δύο από τα τρία έχουν ήδη πληρωθεί και απομένει μόνο η αποπληρωμή των τόκων ως ο ομνύσας για τους αιτητές αναφέρει), και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αξίωσης, ήτοι την απαίτηση για είσπραξη χρηματικών ποσών που επιβλήθηκαν στους εναγόμενους με αποφάσεις που συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις,[25],[26] κρίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν αποτύχει να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να δείξουν άλλους λόγους που είναι ικανοί να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €4.271 με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €72,31 (χωρίς τόκο[27]), πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παραπέμποντας στις Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818. [2] Πολ. Εφ. 21/12, Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd, ημερ. 17.12.13, στην οποία υιοθετήθηκε σχετικό απόσπασμα από τη απόφαση του Έντιμου Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση S.M. Loizides Agencies Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280. [3] Πολ. Εφ. 27/10, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 4.9.2013, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, 413, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, 824-825. [4] Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 782, 789, Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135. [5] CY.E.M.S. CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333. [6] Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, 413. [7] Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, καθώς και στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ
- [8] Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, 23, Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296, 303 και Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript
- [9] Ως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 264, «Leave to defend should be given where a difficult question of law is raised» [10] Ως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 265, «Where, however, the law was clear, e.g., where the words of the statute under which the action was brought clearly made the defendants liable, leave to defend was refused» [11] Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074. [12] Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ
- [13] Στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 265 αναφέρεται ότι «Once a reasonable ground of defence is shown there is no power under O. 14 " to go into the merits of the case at all "». [14] Δ.18 Θ. 4 και Πολ. Έφ.102/2011, Α. Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 22.7.
- [15] Δ.18 Θ.
- [16] Sharelink Financial Services Ltd v. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου
(2006)4Α ΑΑΔ 178, 181, Υπόθ. Αρ. 81/2001, Sharelink Financial Services Ltd v. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου κ.α. ημερ. 3.10.2003. [17] Το άρθρο 17 του Νόμου 158(Ι)/99 έχει πλαγιότιτλο «αρμοδιότητα οργάνου» και το εδάφιο
(4)αυτού διαλαμβάνει τα εξής: «
(4)Όταν ο νόµος αναθέτει την άσκηση µιας εξουσίας σε ένα όργανο, το όργανο αυτό δεν µπορεί να µεταβιβάσει ολικά ή µερικά την εξουσία του αυτή σε άλλο όργανο, χωρίς να υπάρχει ρητή διάταξη του νόµου που να το επιτρέπει.». Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου «"όργανο" σημαίνει διοικητικό όργανο». [18] Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, 136-138 και Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, 790-794, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818. [19] Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, 793. [20]Βλ., κατ' αναλογία, Παύλου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1051, 1056. [21] Στην υπόθεση Pathè Fréres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253 (η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 138, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, 792, Παύλου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1051, 1055-1056 και Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1113, 1118), ο Δικαστής Buckley L.J. είπε τα εξής: «In the present case the plaintiffs are a company; they cannot swear; somebody must therefore do it for them. The affidavit is made by a clerk in their employ; he describes himself as a clerk of the plaintiffs and in their employ and says that the facts are within his own knowledge; that, in my opinion, brings this affidavit reasonably within the rule. I think the affidavit complies with the requirements of the rule.» [22] Πολ. Εφ. 230/09, Κυριάκου ν. Αναστασίου, ημερ. 22.1.2013. [23] Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι πριν την τροποποίηση του Συντάγματος με τον περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2015, Ν.130(Ι)/2015. [24] Άρθρο 9 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2002, Ν. 87(Ι)/2002. [25] Τσιμεντοποιΐα Βασιλικού Λτδ ν. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου
(2001)3(Β) ΑΑΔ 972, Υπόθ. Αρ. 884/2004, Τρίαινα Επενδύσεις Λτδ ν. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, ημερ. 25.1.2007 [26] Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1847, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1(Α) ΑΑΔ 223, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 408. [27] Δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 9(β) και (γ) και 13(β) και (γ) της ένορκης δήλωσης του κ. Γ. Φιλιππίδη το εν λόγω ποσό αποτελεί τόκο, και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 33
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο