← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα Νίκου Σεργίδη, Αρ. Αγωγής: 1433/2015, 7/

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα Νίκου Σεργίδη, Αρ. Αγωγής: 1433/2015, 7/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1433/2015 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσα και Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα Νίκου Σεργίδη Εναγόμενος Ημερομηνία: 7 Μαρτίου 2016 Για Ενάγοντες: κα Μαθηκολώνη για Γιώτα Μιλτιάδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: Καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή οι Ενάγοντες ζητούν απόφαση εναντίον του Εναγομένου για ποσό ύψους €4.395,35.- πλέον τόκο 11,5% ετησίως από 1.1.2013, κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή λογαριασμού δανείου τακτής προθεσμίας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατά ή περί την 26.9.2002 ο Εναγόμενος υπέγραψε την αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων όψεως η οποία με την υπογραφή της έλαβε τη μορφή συμφωνίας και με την οποία η Ενάγουσα χορήγησε και/ή άνοιξε στον Εναγόμενο λογαριασμό καταθέσεων όψεως με αρ. λογαριασμού 528/516179-

  1. Ο Εναγόμενος κατά παράβαση της εν λόγω Συμφωνίας, καθυστερούσε τη καταβολή των χρεωστικών υπολοίπων του πιο πάνω λογαριασμού μαζί με τους τόκους. Κατά ή περί την 15.7.2005 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή στον Εναγόμενο, με την οποία τον πληροφορούσε ότι δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της Ενάγουσας για τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων σχετικά με τον πιο πάνω λογαριασμό όψεως. Περαιτέρω τον ενημέρωσε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του ανερχόταν σε Λ.Κ.538,46.- (ισάξιο ποσό σε €920,01.-). Ο Εναγόμενος, επιπλέον, ενημερώθηκε ότι εάν εντός 15 ημερών δεν τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του, η Ενάγουσα θα αναγκαστεί να κλείσει τον λογαριασμό του και να τον μεταφέρει στις οριστικές καθυστερήσεις οπόταν και θα επιβαρύνεται με αυξημένο επιτόκιο. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στην πιο πάνω επιστολή, η Ενάγουσα με νέα επιστολή της ημερομηνίας 29.7.2005 προς τον Εναγόμενο, τον ειδοποίησε ότι η οφειλή του θα επιβαρύνεται με αυξημένο επιτόκιο ήτοι 11,50% πέραν των προμηθειών, τραπεζιτικών δικαιωμάτων κ.λ.π. Με την ίδια επιστολή η Ενάγουσα πληροφόρησε τον Εναγόμενο ότι έχει τερματίσει την πιο πάνω Συμφωνία μεταφέροντας το υπόλοιπο στις οριστικές καθυστερήσεις με νέο αριθμό 528/
  2. Επιπλέον, με την ίδια επιστολή τους η Ενάγουσα ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του ανερχόταν σε Λ.Κ.545,70.- (€932,38.-) πλέον τόκοι 11,50% ετησίως από τις 29.7.2005 μέχρι εξοφλήσεως. Παρά ταύτα όμως ο Εναγόμενος ουδέν έπραξε και/ή παρέλειψε και/ή αμέλησε και/ή αρνήθηκε να εξοφλήσει τον εν λόγω λογαριασμό και εξακολουθεί, σύμφωνα με την Ενάγουσα, να οφείλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €4.395,35.- πλέον τόκοι προς 11,50% ετησίως από 1.1.2013 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και με δικαίωμα αναθεώρησης των τόκων. Η αγωγή επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη διαχειριστή της περιουσίας του Νίκου Σεργίδη. Ο Επίσημος Παραλήπτης καταχώρησε εμφάνιση και ακολούθησε η καταχώρηση από τους Ενάγοντες, Αίτησης ημερομηνίας 21.5.2015 για λήψη απόφασης εναντίον του Εναγομένου λόγω παράλειψης του τελευταίου να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης. Ο Επίσημος Παραλήπτης δια της εκπροσώπου του ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ειδοποίησε τον Νίκο Σεργίδη για την εναντίον του υπόθεση και δεν υπήρξε ανταπόκριση από τον τελευταίο. Ως εκ τούτου δεν καταχώρισε υπεράσπιση και έτσι η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων παρουσιάστηκε και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση του Νεάρχου Νεάρχου ο οποίος είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων. Ο Ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει ουσιαστικά το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης όπως αυτό εκτέθηκε πιο πάνω. Παρουσιάζει. μεταξύ άλλων, ως Τεκμήριο 1 την αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων όψεως η οποία, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, με την υπογραφή της έλαβε τη μορφή συμφωνίας (στο εξής αναφερόμενη ως «η Αίτηση»). Παρατηρώντας την εν λόγω αίτηση διαπιστώνω ότι στο σημείο όπου υπάρχει πρόνοια για επιβολή τόκου υπάρχει η εξής φράση (παρατίθεται αυτούσια): «Οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο θα χρεώνεται με τόκο προς ____ % ή με το εκάστοτε από το Νόμο ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο.» Το Δικαστήριο επεσήμανε στην συνήγορο της Ενάγουσας το γεγονός ότι στο σημείο όπου αναγράφεται ποσοστό επιτοκίου υπάρχει κενό. Η συνήγορος ζήτησε και έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρία προκειμένου να εξακριβωθεί ο τρόπος με τον οποίο προκύπτει το επιτόκιο των 11,5% από 1.1.2013 το οποίο ζητείται με την Έκθεση Απαίτησης. Όντως, παρουσιάστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Νεάρχου Νεάρχου σύμφωνα με την οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της Αίτησης για άνοιγμα λογαριασμού (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.12.2015) το εκάστοτε παραμετρικό χρεωστικό επιτόκιο που θα χρεωνόταν ο λογαριασμός καταθέσεων όψεως ανερχόταν στο 10,75%. Τούτο ανακοινώθηκε από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο κατά την υπογραφή της Αίτησης για άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων όψεως και ο Πίνακας των εκάστοτε Παραμετρικών Χρεωστικών Επιτοκίων ήταν αναρτημένος στα καταστήματα της Ενάγουσας σε περίοπτο σημείο. Παρουσιάζει ως τεκμήριο τον εν λόγω Πίνακα ημερομηνίας 24.5.2005 δηλαδή τρία χρόνια μετά την υπογραφή της Αίτησης. Ο Ενόρκως δηλών παρέπεμψε επίσης σε επιστολή ημερομηνίας 29.7.2005 με την οποία ειδοποίησε τον εναγόμενο ότι η Ενάγουσα έχει τερματίσει την συμφωνία και ότι η οφειλή του θα επιβαρύνεται με αυξημένο επιτόκιο ήτοι 11,50% πέραν των προμηθειών, τραπεζιτικών δικαιωμάτων κ.λ.π. Αγορεύοντας η συνήγορος της Ενάγουσας προς υποστήριξη της Αίτησης περιόρισε κατ' αρχήν την αξίωση τόκου σε 10.75% ως το επιτόκιο το οποίο προκύπτει βάσει του Πίνακα Παραμετρικών Χρεωστικών Επιτοκίων. Ανέφερε ότι η πρακτική που ακολουθείτο από τους Ενάγοντες κατά τον χρόνο υπογραφής της Αίτησης ήταν ότι ακολουθείτο ο εν λόγω Πίνακας σε σχέση με τα επιτόκια. Παρέπεμψε με γενικό και αόριστο τρόπο στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (N. 160(I)/1999)χωρίς οποιαδήποτε παραπομπή σε συγκεκριμένα άρθρα ή σε οποιαδήποτε νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles 27η έκδοση, παραγρ.12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Στην υπόθεση Οικονόμου Σολωμός και Άλλη ν Γεωργίου Α Ττοφινή και Άλλης

(1993)1 CLR 436 λέχθηκαν τα εξής: «Το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σκοπό έχει την εισαγωγή στο Νόμο μας του Κανόνα του Κοινοδικαίου, ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ. Τα στοιχεία μιας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας αναφέρονται στην υπόθεση Horrocks v. Forray
(1976)1 All E.R. 737, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Saab and Αnother v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, στη σελ. 514, και είναι τα ακόλουθα: «(α) Η σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης των συμβαλλομένων μερών, και (δ) Πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα που να πηγάζει από την υπόσχεση.» Επομένως η βεβαιότητα ως προς τους βασικούς όρους της σύμβασης αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση δεσμευτικής συμφωνίας. Το κριτήριο για τον προσδιορισμό των όρων της συμφωνίας καθορίστηκε στην υπόθεση Saab and Another (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα εξής: «Whether someone genuinely seeking to discover its meaning, is able to do so.» Στη απόφαση Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(E) ΑΑΔ 170, στη σελ. 176 αναφέρονται τα εξής: «Είναι αξίωμα του δικαίου των συμβάσεων ότι οι όροι της σύμβασης καθορίζονται από τους συμβαλλόμενους, αρχή η οποία πηγάζει από την ελευθερία του συμβάλλεσθαι που στην Κύπρο κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Δεν είναι ευθύνη ή έργο του δικαστηρίου η συμπλήρωση ατελούς σύμβασης. Οι όροι της σύμβασης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα .» Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 2.12.2015, το οποίο σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου περιέχει την συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, δεν προκύπτει με σαφήνεια τι έχουν συμφωνήσει τα μέρη σε σχέση με την επιβολή επιτοκίου. Το σημείο όπου ανέμενε κανείς να τεθεί το ποσοστό επιτοκίου παρέμεινε κενό ενώ η παραπομπή διαζευκτικά στο εκάστοτε ανώτατο επιτρεπόμενο από τον νόμο επιτόκιο δεν θεωρώ ότι προσδίδει την απαιτούμενη σαφήνεια στην σύμβαση. Η ασάφεια που διέπει τις σχέσεις των μερών διαφαίνεται και μέσα από τις ίδιες τις δηλώσεις της συνηγόρου των Εναγόντων. Κατά την τελευταία εμφάνιση προς απόδειξη της αγωγής, η συνήγορος περιόρισε το αιτούμενο επιτόκιο σε 10,75% ως αναφέρεται στον Πίνακα Χρεωστικών Επιτοκίων που όπως ανέφερα είναι μεταγενέστερος της επίδικης συμφωνίας. Δεν προέκυψε όμως από την μαρτυρία ότι υπήρχε συμβατικός όρος μεταξύ των μερών ότι το επιτόκιο θα ήταν 10,75% ή ότι οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα μονομερώς να αυξήσουν το επιτόκιο. Αντίφαση προκύπτει και από τα λεχθέντα του μάρτυρα των Εναγόντων ο οποίος αφενός παραπέμπει στον Πίνακα Παραμετρικών Επιτοκίων για να δικαιολογήσει το επιτόκιο 10.75% ενώ ταυτόχρονα παραπέμπει στην επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 29.7.2005 για να υποστηρίξει επιτόκιο ύψους 11,50%. Παρέμεινε εν τέλει άγνωστο ποιο επιτόκιο εφάρμοζαν οι Ενάγοντες από τον τερματισμό μέχρι και την καταχώριση της αγωγής. Επισημαίνω ότι το οφειλόμενο ποσό κατά τον τερματισμό, ήτοι τον Ιούλιο του 2005 ήταν €932,38 ενώ αυτό που σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατ' ισχυρισμό οφειλόταν την 1.1.2013 είναι €4.395,
  1. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε σε σχέση με το πώς κατέληξε να υπερδιπλασιαστεί το αρχικώς οφειλόμενο ποσό και ποιο είναι το ποσοστό επιτοκίου που χρεωνόταν μέχρι 1.1.
  2. Άγνωστο παρέμεινε επίσης γιατί μετά την 1.1.2013 οι Ενάγοντες μειώνουν την απαίτηση τους σε 10.75% όπως προνοείται στον πίνακα Χρεωστικών Επιτοκίων του
  3. Έστω και εάν δεχόμουν ότι οι Ενάγοντες δικαιούντο σε επιτόκιο ύψους 10.75% και πάλιν δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο ποιο είναι το ποσοστό επιτοκίου που χρεονόταν από τον τερματισμό μέχρι 1.1.
  4. Μέ ένα λογικό συλλογισμό μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι από 29.7.2005 οι ενάγοντες χρέωναν ποσοστό επιτοκίου 11.5% ως αυτό περιλαμβάνεται στην επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 29.7.2005 και ως αυτό που αναφέρεται στην Κατάσταση Δανείου ημερομηνίας 15.7.2014 που παρουσιάζεται ως Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 2.12.
  5. Εάν όμως το σωστό επιτόκιο όπως το εισηγείται η συνήγορος των Εναγόντων είναι 10.75% αντί 11.50%, τότε το οφειλόμενο κατά την 1.1.2013 θα είναι διαφορετικό από αυτό που ζητείται με την αγωγή. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το μόνο ποσό που μπορεί να αποδοθεί με ασφάλεια στους ενάγοντες είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο που αποκρυσταλλώθηκε κατά τον τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στις 29.7.2005, ήτοι το ποσό €932,
  6. Ελλείψει μαρτυρίας για οτιδήποτε άλλο, το ποσό τούτο θα φέρει νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Προτού ολοκληρώσω την παρούσα απόφαση, αναφέρω ότι με έχει απασχολήσει κατά πόσον ο τόκος 10.75% ζητείται ως ειδική ζημιά την οποία έχει υποστεί το αθώο μέρος της σύμβασης. Δεν θα μπορούσα όμως να εξετάσω κάτι τέτοιο καθότι τέτοιος ισχυρισμός θα έπρεπε να δικογραφείται ειδικά και λεπτομερώς και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα. John Brenan v. Anthimos Demetriou Bonded Warehouse Ltd, Πολιτική έφεση 193/2012, ημερομηνίας 16.12.
  7. Ούτως ή άλλως δεν συζητήθηκε σε αυτό το πλαίσιο η απαίτηση των Εναγόντων, ούτε δικογραφικά αλλά ούτε με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία. Η απαίτηση του ποσοστού επιτοκίου βασίστηκε μόνο στην σύμβαση ανάμεσα στα μέρη. Η σύμβαση όμως όπως ανέφερα είναι ασαφής και αόριστη και η απαίτηση επιτοκίου προς 10.75 % δεν υποστηρίζεται από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Ελλείψει επαρκούς μαρτυρίας αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, καθώς και του ισχύοντος συμβατικού επιτοκίου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου μόνο για το ποσό των €932,38 ως το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €292,00 πλέον Φ.Π.Α πλέον €11,00 έξοδα επίδοσης. Σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης η Αίτηση απορρίπτεται. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.