← Κύπρος

S-Z ENGINEERING LIMITED ν. SEAWAVE FISHERIES LIMITED, Αγωγή Αρ. 7402/2013, 18/3/2016

S-Z ENGINEERING LIMITED ν. SEAWAVE FISHERIES LIMITED, Αγωγή Αρ. 7402/2013, 18/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 7402/2013 ΜΕΤΑΞΥ: S-Z ENGINEERING LIMITED Εναγόντων και SEAWAVE FISHERIES LIMITED Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 18 Μαρτίου, 2016 Για τους αιτητές - εναγόμενους: κος Ευρυπίδης Χατζηνέστορος, για Δ. Χατζηνέστορος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κος Ανδρέας Χάσικος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 4.11.2015 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης) Εισαγωγή Η αγωγή αρ. 7402/13 καταχωρήθηκε στις 15.11.2013 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, και με αυτήν οι ενάγοντες ζητούν το ποσό των €33.583 ως υπόλοιπο αξίας εργασίας που εκτέλεσαν προς όφελος και/ή για λογαριασμό των εναγομένων και/ή δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 29.11.2007, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στις 8.9.2014 οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία, αφενός, αρνούνται ότι οφείλουν οποιαδήποτε ποσά στους ενάγοντες, αφετέρου, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν τις εργασίες που ανέλαβαν αμελώς και/ή πλημμελώς και/ή ελαττωματικώς και/ή κακότεχνα και ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν ζημιές συνολικού ύψους €47.000, ποσό το οποίο αξιώνουν ανταπαιτητικώς, πλέον τόκο και έξοδα. Οι ενάγοντες, στην υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση, ισχυρίζονται ότι η ανταπαίτηση και οι απαιτούμενες αποζημιώσεις είναι φανταστικές και/ή ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις 8.12.2014, οπότε και δόθηκαν οδηγίες για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και από τις δύο πλευρές. Οι ένορκες δηλώσεις έγιναν και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 5.11.2015, για να καταχωρηθεί μία μέρα πριν την εν λόγω ημερομηνία, η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης. Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 4.11.2015, οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούν: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της πιο πάνω αγωγής ως ακολούθως: Α. Την προσθήκη μετά από την παράγραφο 8 στην Έκθεση Υπεράσπισης, της ακόλουθης παραγράφου 8Α: 8Α. Κατά την εκτέλεση των εργασιών τους, οι Ενάγοντες κατά παράβαση των όρων των τεχνικών προδιαγραφών και την επιδεξιότητα και τέχνη (workmanship) που έπρεπε να πληρούν, ενήργησαν τόσον αμελώς και/ή εκτέλεσαν τις επίδικες εργασίες πλημμελώς με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιές. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ (α) Παρέλειψαν να εκτελέσουν τις εργασίες τους με την δέουσα φροντίδα και επιμέλεια. Χρησιμοποίησαν ακατάλληλα υλικά για την κατασκευή των εξατμιστών ψυγείου καθώς και στο κέλυφος τους. Οι βίδες σύνδεσης είχαν κατασκευαστεί από βαμμένο χάλυβα ο οποίος είναι ακατάλληλος για τέτοιου είδους εργασίες. (β) Εκτέλεσαν αμελώς τις εργασίες τους αφού χρησιμοποίησαν ελαττωματικές και/ή ακατάλληλες σωλήνες παροχής νερού και/ή δεν σύνδεσαν/ένωσαν με ορθό τρόπο τις χάλκινες σωλήνες παροχής νερού με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές στις τοιχοποιίες και τα ταβάνια. (γ) Σύνδεσαν ελαττωματικές και/ή λανθασμένα τις αντλίες πυρόσβεσης με αποτέλεσμα αυτές να δυσλειτουργούν. (δ) Παρέδωσαν ελαττωματικό και/ή μη λειτουργικό αποσκληραντήρα νερού. (ε) Γενικά οι εργασίες που εκτέλεσαν ήσαν πλημμελείς και/ή κακότεχνες και/ή ελαττωματικές με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιές. Β. Την αντικατάσταση της παραγράφου 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης με την ακόλουθη παράγραφο 11:

  1. Οι εργασίες που είναι ελαττωματικές και/ή ελλιπείς και/ή πλημμελείς και/ή ακατάλληλες και/ή έγιναν κατά παράβαση των τεχνικών όρων και προδιαγραφών με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να πρέπει να ξοδέψουν το ποσό των €22,500 για να τις επιδιορθώσεις. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΖΗΜΙΩΝ (α) Αγορά και εγκατάσταση εξατμιστών από ανοξείδωτα υλικά, stainless steel casing, χάλκινες σωλήνες και fins αλουμινίου 7 εξατμιστές - 1 χ 11,4 [kW], 1 χ 4.7[kW], 2 χ 7,2 [kW], 2 χ 3,8 [kW], 1 χ 1,9 [kW] αξίας €18,
  2. (β) Εγκατάσταση πρόνοια περισυλλογής νερών σε περίπτωση απώλειας νερού από το μηχανοστάσιο αξίας €2,
  3. (γ) Αλλαγή αποσκληραντήρα νερού αξίας €2,500.» Γ. Προσθήκη νέας παραγράφου με αριθμό 11.Α, μετά την παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: «11.Α Επίσης, οι Εναγόμενοι, λόγω των ελαττωματικών και/ή πλημμελών εργασιών των Εναγόντων, αναγκάστηκαν να καταβάλουν το συνολικό ποσό των €3303,50 για επιδιόρθωση μέρους αυτών των εργασιών οι οποίες αφορούσαν την αντικατάσταση και επιδιόρθωση σωλήνων καθώς και την επιδιόρθωση και μπογιάτισμα γυψοσανίδας. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΖΗΜΙΩΝ (α) Αλλαγή σωλήνων, ξοδεύτηκε το ποσό των €600 (β) Επιδιόρθωση σωλήνων, ξοδεύτηκε το ποσό των €300 (γ) Επιδιόρθωση και μπογιάτισμα γυψοσανίδων, ξοδεύτηκε το ποσό των €2,403,50 Δ. Προσθήκη νέων παραγράφων με αριθμούς 13.Α, Β και Γ, μετά την παράγραφο 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: «13.Α Σε περίπτωση που οι Ενάγοντες ήθελαν αποδείξει τη συμφωνία την οποία αναφέρουν στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης τους οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι, ήτο ρητώς και/ή εξυπακουόμενος όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι οι Ενάγοντες θα εκτελούσαν τις εργασίες τους με την δέουσα επιμέλεια και/ή φροντίδα και/ή επιδεξιότητα και/ή τέχνη (workmanship) και/ή θα εγκαθιστούσαν υλικά καλής ποιότητας. 13.Β Κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας οι Ενάγοντες προμήθευσαν και εγκατέστησαν υλικά τα οποία ήταν ελαττωματικά και/ή ακατάλληλα για το σκοπό για τον οποίο τα προμηθεύτηκαν και/ή εγκατέστησαν αυτά αμελώς και/ή εκτέλεσαν πλημμελείς και/ή κακότεχνες εργασίες, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιά. 13.Γ Ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι απαιτούν το ποσό των €22,500 ως ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες θα πρέπει να καταβληθούν για επιδιόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν λόγω της παράβασης της σύμβασης, καθώς και το ποσό των €3,303,50 ως ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες ήδη κατέβαλαν οι Εναγόμενοι. Οι πιο πάνω ζημιές αναφέρονται στις παραγράφους 11 και 11Α της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ε. Αντικατάσταση των παραγράφων 17 μέχρι 19 (συμπεριλαμβανομένων) της Ανταπαίτησης με τις ακόλουθες παραγράφους 17 και 18: «
  4. Λόγω των πιο πάνω ζημιών, οι Εναγόμενοι προέβησαν σε ετοιμασία έκθεσης από πραγματογνώμονα του ΕΤΕΚ για υπολογισμό τους. Για την εν λόγω έκθεση οι Εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των €1576,75 και το οποίο απαιτούν από τους Ενάγοντες με την παρούσα Ανταπαίτηση.
  5. Ως εκ των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημιά και αξιώνουν: Α. Ειδικές αποζημιώσεις λόγω αμέλειας των Εναγόντων ως λεπτομερώς αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης καθώς και τα έξοδα ετοιμασίας της Έκθεσης Εμπειρογνώμονα από το ΕΤΕΚ. Β. Διαζευκτικά, αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης ως λεπτομερώς αυτές αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Γ. Ειδικές αποζημιώσεις ως η παράγραφος 17 της Ανταπαίτησης. Δ. Νόμιμο τόκο.» Στ. Αναρρύθμιση της παραγράφου «20» της Ανταπαίτησης σε παράγραφο «19»». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.4, Δ.9 Θ.1-10, Δ.25 Θ.1-5, Δ.
  6. Θ.1,2,8, και 9, Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Χατζηνέστορος, δικηγόρου, ο οποίος αναφέρει ότι μετά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης περιήλθαν εις γνώση του γεγονότα τα οποία είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Τα εν λόγω γεγονότα είναι, λέγει, το αληθές ύψος της ζημιάς των εναγομένων, η οποία υπολογίστηκε στη βάση έκθεση εμπειρογνώμονα που ετοιμάστηκε το Μάρτιο του
  7. Επίσης ανέμενε, ως αναφέρει, κάποια τιμολόγια από τους εναγόμενους τα οποία μαρτυρούσαν επιπρόσθετη ζημιά, και τα οποία του αποστάληκαν στις 30.9.
  8. Λέγει περαιτέρω ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για να περιληφθούν οι εν λόγω ζημιές στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, για να δικογραφηθεί ορθά ο ισχυρισμός για αμέλεια με την παράθεση σχετικών λεπτομερειών και προκειμένου να δικογραφηθεί ολοκληρωμένα και ορθά η αξίωση των εναγομένων, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Είναι επίσης η θέση του ότι τυχόν έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό ή αδικία στους ενάγοντες, ενώ αν η αίτηση δεν εγκριθεί θα υπάρξει αδικία και δυσμενής επηρεασμός για τους εναγόμενους. Λέγει επίσης ότι η αίτηση γίνεται αμέσως μετά που διαπιστώθηκαν τα πιο πάνω κενά, ελλείψεις και λάθη. Επιπλέον λέγει ότι τα λάθη και/ή οι αβλεψίες και/ή οι ελλείψεις και/ή τα κενά είναι καλόπιστα και ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να επανορθωθούν και να προχωρήσει απρόσκοπτα η υπόθεση στο Δικαστήριο. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
  9. Η Αίτηση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική και άκυρη καθότι δεν πληρεί τις τυπικές δικονομικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται.
  10. Η Αίτηση σκοπεύει στην εισαγωγή υλικού και ισχυρισμών που ήταν σε γνώση των Αιτητών από το 2009 όταν παρέλαβαν προσωρινά το έργο ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και σε κάθε περίπτωση πολύ πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης.
  11. Η Αίτηση καταχωρήθηκε αργά και με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση, ολιγωρία, αμέλεια και αδιαφορία και χωρίς οιανδήποτε προς τούτο επαρκή δικαιολογία.
  12. Με την Αίτηση επιχειρείται η τροποποίηση ισχυρισμών και γεγονότων κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο και παράτυπο.
  13. Οι Αιτητές υιοθετούν ισχυρισμούς και υλικό από την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των Εναγόντων προς υποστήριξη της Αιτήσεως των. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας αλλά εκ των υστέρων προσπάθεια για εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής στην ανταπαίτηση των Εναγομένων.
  14. Η Αίτηση και η αιτουμένη τροποποίηση επιδιώκει την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής της Ανταπαίτησης ήτοι το αστικό αδίκημα της αμέλειας το οποίο έχει παραγραφεί, και νέων ισχυρισμών που συνεπάγεται τον εκτροχιασμό της αγωγής από την αρχική της βάση και τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.
  15. Η Αίτηση και η αιτουμένη τροποποίηση επιδιώκει την εισαγωγή νέας βάσης Ανταπαίτησης εντελώς διαφορετικής από την αρχική που θα έχει ως αποτέλεσμα την διαφοροποίηση της Ανταπαίτησης κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ' ολοκλήρου τον χαρακτήρα της η οποία εν πάση περιπτώσει έχει παραγραφεί.
  16. Η Αίτηση, η εκκρεμοδικία και η αιτούμενη τροποποίηση προκαλούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αδικία και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων - Καθ' ών η Αίτηση και επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα των. Η Αίτηση δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
  17. Η Αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και των Συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένων και πλήττεται ο σκοπός και η επιδίωξη του Νόμου και του Συντάγματος για την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρονικό διάστημα.
  18. Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική, άκυρη και ανύπαρκτη γιατί καταρτίστηκε από τον δικηγόρο Μιχάλη Χατζηνέστορος.
  19. Η ένορκη δήλωση δεν περιέχει κανένα λόγο και καμία εξήγηση ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της από τον δικηγόρο Μιχάλη Χατζηνέστορος και όχι από τους ίδιους τους Εναγόμενους - Αιτητές.
  20. Η ένορκη δήλωση δεν περιέχει κανένα λόγο και καμία εξήγηση που να δικαιολογεί τον καταρτισμό της από τον δικηγόρο Μιχάλη Χατζηνέστορος και όχι από τους ίδιους τους Ενάγοντες- Αιτητές.
  21. Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως για σκοπούς απόδειξης της αιτήσεως είναι ελλιπές και ανεπαρκές και δεν υποστηρίζει την Αίτηση.
  22. Ο ενόρκως δηλών δικηγόρος Μιχάλης Χατζηνέστορος έχει μετατρέψει τον εαυτό του σε μάρτυρα της υπόθεσης παράτυπα και αντικανονικά.
  23. Η δικογραφία και ο φάκελος της διαδικασίας δεν καταδεικνύουν κανένα εμφανή ή δεν καταδεικνύουν κανένα καλό λόγο ο οποίος εμπόδιζε τους Αιτητές να προβούν οι ίδιοι εις την ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της Αιτήσεως.
  24. Ο ενόρκως δηλών δικηγόρος Μιχάλης Χατζηνέστορος δεν παρέχει οιανδήποτε εξήγηση ή λόγο για την επιλογή του να εμφανιστεί ως μάρτυρας.
  25. Ο ενόρκως δηλών δικηγόρος Μιχάλης Χατζηνέστορος δεν δύναται να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως.
  26. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως δεν υποστηρίζει την Αίτηση. Η Αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη.
  27. Η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική, παράτυπη, ανύπαρκτη και άκυρη και δεν μπορεί να ληφθεί υπ' όψιν.
  28. Δεν συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
  29. Η Αίτηση είναι πραγματικά, νομικά και δικονομικά αβάσιμη, λανθασμένη, παράτυπη, αντικανονική και άκυρη.
  30. Δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο, ούτε ορθό να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Αιτητών.» Η ένσταση βασίζεται στο Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ.1-27, Δ.20 Θ. 1-5, Δ.21 Θ.1-15, Δ.25 Θ.1-6, Δ.39 Θ.1-21, Δ.48 Θ.1-12, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και/ή σύμφυτη δικαιοδοσία και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Κωνσταντίνου, ο οποίος είναι διευθυντής των καθ' ων η αίτηση. Ο κ. Κωνσταντίνου λέγει ότι η αίτηση σκοπεύει στην εισαγωγή ισχυρισμών που ήταν σε γνώση των αιτητών ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα, πριν από την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, και ότι δεν καταδεικνύεται σοβαρός ή εύλογος λόγος για τη μη συμπερίληψη των προς εισαγωγή ισχυρισμών στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Είναι επίσης η θέση του ότι η αίτηση καταχωρείται αργά και με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση, ολιγωρία, αμέλεια και αδιαφορία, χωρίς να παρέχεται επαρκής δικαιολογία. Λέγει επίσης ότι οι δικαιολογίες που προβάλλονται από τους αιτητές ως προς το γιατί η αίτηση καταχωρείται τώρα δεν ευσταθούν, αλλά συγκρούονται με τα πραγματικά γεγονότα, επειδή εκκρεμούσης της αγωγής, και συγκεκριμένα στις 16.2.2014, παρέλαβε επιστολή από τον κ. Τρύφωνα Χριστοφόρου, Μηχανολόγο Μηχανικό του ΕΤΕΚ, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους των αιτητών, για συνάντηση με σκοπό τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για προβλήματα και κακοτεχνίες στο συσκευαστήριο των αιτητών για μηχανολογικές εργασίες που εκτέλεσαν και παρέδωσαν στους αιτητές οι καθ' ων η αίτηση περί το
  1. Κατά τον ομνύσαντα, οι τροποποιήσεις εισάγουν νέα αιτία ανταπαίτησης και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις των αιτητών για να δημιουργήσουν υπόβαθρο για την ανταπαίτηση τους. Όλα τα στοιχεία των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή ήταν, λέει, σε γνώση των αιτητών από την αρχή, και, περαιτέρω, οι αιτητές έστω και αργά και καθυστερημένα, αντλούν υλικό και ισχυρισμούς από την Απάντηση των καθ' ων η αίτηση. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι οι αιτητές επιχειρούν με την αίτηση τους να διασώσουν την τύχη της ανταπαίτησης τους, η οποία πιθανότατα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία και απόρριψη. Η αίτηση, κατά τη θέση του κ. Κωνσταντίνου, είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ενώ επιχειρείται με την αίτηση η τροποποίηση ισχυρισμών και γεγονότων κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο και παράτυπο. Η εισαγωγή νέας βάσης ανταπαίτησης και νέων ισχυρισμών συνεπάγεται εκτροχιασμό της αγωγής από την αρχική της βάση και επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Περαιτέρω η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, αδικία και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των καθ' ων η αίτηση, επιπρόσθετα με το γεγονός ότι οι αιτητές εμποδίζονται να εισαγάγουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας ως νέα βάση ανταπαίτησης, λόγω παραγραφής του, επειδή έχουν παρέλθει τα τρία χρόνια από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Επιπλέον, η αίτηση προσλαμβάνει, λέγει, τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και των συνταγματικών δικαιωμάτων των καθ' ων η αίτηση για απονομή δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική, άκυρη και ανύπαρκτη επειδή καταρτίστηκε από το δικηγόρο κ. Μιχάλη Χατζηνέστορος, χωρίς να παρατίθενται οι λόγοι που οδήγησαν στον καταρτισμό της από δικηγόρο και όχι από τους ίδιους τους αιτητές. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
  2. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, αποφασίστηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σύνοψη της νομολογίας[2] έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση εκείνη ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν 23 λόγους ένστασης, οι οποίοι θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως ακολούθως: η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη, αντικανονική, άκυρη και ανύπαρκτη επειδή καταρτίστηκε από δικηγόρο, ο οποίος δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα (λόγοι ένστασης 10, 11, 12, 15, 16, 17, 18 και 20), η αίτηση καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς αυτή να δικαιολογείται επαρκώς (λόγοι ένστασης 2 και 3), το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση είναι ελλιπές και ανεπαρκές και η αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη (λόγοι ένστασης 14 και 19), με την αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση ισχυρισμών και γεγονότων κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο και παράτυπο και η εισαγωγή νέας βάσης ανταπαίτησης, εντελώς διαφορετικής από την αρχική, η οποία έχει παραγραφεί (λόγοι ένστασης 4, 6 και 7), η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (λόγος ένστασης 5), η αίτηση προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση και προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου (λόγοι ένστασης 8 και 9), η αίτηση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική και δεν πληρούνται οι δικονομικές, πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την έγκριση της (λόγοι ένστασης 1, 21, 22 και 23). Ξεκινώντας από τους λόγους ένστασης 10, 11, 12, 15, 16, 17, 18 και 20 που αφορούν στην κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση λόγω του ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο, σημειώνω τα εξής: Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει πράγματι πολλές φορές υποδείξει ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του, καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (μεταξύ άλλων, Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, σελ. 2 - 3 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, σελ. 334 - 335 και Thanos Hotels Ltd v Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, σελ. 1041), η δε ταυτόχρονη ιδιότητα του μάρτυρα και του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση, δυνατό να συνιστά πειθαρχικό αδίκημα (Κεσίδης ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 589, σελ. 592 - 593). Σύνοψη της επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογίας και των σχετικών αρχών έγινε στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v Elena Rybolovleva
(2010)1A ΑΑΔ 82, σελ. 93 - 94, ως ακολούθως: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. ...» Στην Πολ. Έφ. 236/10 Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, ημερ. 13.6.2013 λέχθηκε σχετικά ότι: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82).» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην Πολ. Έφ. 234/2011, Investylia Public Company Ltd v Ιωάννου, ημερ. 7.3.2014. Τέλος, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αγαθοκλέους
(1996)1Β ΑΑΔ 1203, στη σελ. 1206 επισημάνθηκε ότι δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας, επειδή είναι δικηγόρος και ότι το ασυμβίβαστο, όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση. Η υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση έγινε από τη δικηγορική εταιρεία Δ. Χατζηνέστορος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους των εναγομένων - αιτητών, και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Χατζηνέστορος, ο οποίος αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Δ. Χατζηνέστορος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., και ότι γνωρίζει τα γεγονότα λόγω ανάμειξης του στην υπόθεση από τα πρώτα στάδια. Όπως προκύπτει, ο κ. Μιχάλης Χατζηνέστορος που προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, δεν υπογράφει την αίτηση ως δικηγόρος, ούτε και χειρίστηκε αυτήν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία εμφανίστηκε ο κ. Ευρυπίδης Χατζηνέστορος, ο οποίος ετοίμασε και την αγόρευση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Δεν προκύπτει, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση να εγείρεται θέμα ασυμβίβαστου, αφού ο κ. Μιχάλης Χατζηνέστορος, μάρτυρας στην υπό κρίση αίτηση, δεν χειρίστηκε αυτήν ως δικηγόρος. Πέραν όμως των ανωτέρω, σημειώνω ότι ο κ. Μ. Χατζηνέστορος αναφέρει ότι γνωρίζει ο ίδιος τα γεγονότα λόγω ανάμειξης του στην υπόθεση από τα πρώτα στάδια, και εξηγεί στην ένορκη του δήλωση τους λόγους που οδήγησαν στην ανάγκη καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, κάποιοι εκ των οποίων είναι καθαρά νομικοί, όπως η ανάγκη δικογράφησης ζημιών προκειμένου αυτές να μπορούν να αποδοθούν, και η ανάγκη παροχής λεπτομερειών για την ισχυριζόμενη αμέλεια. Τα πιο πάνω τον καθιστούν κατάλληλο πρόσωπο για να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης. Αυτό απαντά και στον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση ότι ο κ. Μ. Χατζηνέστορος δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, με την παράλληλη υπόμνηση ότι και έτσι να είχαν τα πράγματα, τούτο δεν θα μπορούσε να καταστήσει την ένορκη δήλωση αντινομική δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση είναι ενδιάμεση (Δ.39 Θ.2[3] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1858). Στη βάση των ανωτέρω, οι λόγοι ένστασης 10, 11, 12, 15, 16, 17, 18 και 20 δεν μπορούν να επιτύχουν. Με τους λόγους ένστασης 2 και 3 οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι η αίτηση καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση, η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς, αφού με την αίτηση σκοπείται η εισαγωγή υλικού και ισχυρισμών που ήταν εις γνώση των αιτητών από το 2009, ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα και πριν την καταχώρηση της αγωγής. Είναι συγκεκριμένα η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή, αλλά αντίθετα με καθυστέρηση, βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία, επειδή από της καταχωρήσεως της αγωγής (15.11.2013) μέχρι της καταχωρήσεως της παρούσας αιτήσεως (4.11.2015) παρήλθαν δύο χρόνια, επισημαίνοντας ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 8.9.2014 και ότι στις 5.11.2015 η αγωγή ήταν ήδη ορισμένη για πρώτη φορά για ακρόαση. Λέγει επίσης ο κ. Κωνσταντίνου ότι η έκθεση του εμπειρογνώμονα την οποία επικαλούνται οι αιτητές ετοιμάστηκε το Μάρτιο του 2015 και ότι τα τιμολόγια που ο δικηγόρος των αιτητών ανέμενε, τα έλαβε το Σεπτέμβριο του 2015. Αναμφίβολα προκύπτει, ως σταθερή αρχή της νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αποτελεί παράγοντα σχετικό, όχι, όμως, εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ημερ. 20.3.2014, η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας αναφέρθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», ανωτέρω. Υπάρχει επί του θέματος πλήρης ταύτιση με την αρχή της αγγλικής νομολογίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από το δικαστή Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others ν. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, 757, η οποία επικροτήθηκε υπόθεση Nicolaides ν. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, αλλά και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω): «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) ν. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στη σελ. 432 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης είπε ότι η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Είπε επίσης ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Επίσης στην υπόθεση Νικολάου, ανωτέρω, καθόσον αφορά και πάλι στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε στη σελ. 1009 ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης. Το Εφετείο πρόσθεσε ότι «εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους». Παρομοίως, στην υπόθεση Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2138, στη σελ. 2147 λέχθηκε ότι η μερική αδυναμία που συνίστατο στο ότι οι εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης, «εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση καταχωρήθηκε ένα έτος και δύο μήνες μετά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου επιδιώκεται η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κ. Μ. Χατζηνέστορος, περιήλθαν εις γνώση του γεγονότα που είναι αναγκαίο να περιληφθούν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, τα οποία είναι το αληθές ύψος της ζημιάς των αιτητών η οποία υπολογίστηκε στη βάση έκθεσης εμπειρογνώμονα που ετοιμάστηκε το Μάρτιο του
  1. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ανέμενε από τους αιτητές να τον προμηθεύσουν με τιμολόγια που επιμαρτυρούν επιπρόσθετη ζημιά, τα οποία του στάληκαν στις 30.9.
  2. Τέλος, αναφέρει ότι η αίτηση γίνεται αμέσως μετά που διαπιστώθηκαν τα πιο πάνω κενά, ελλείψεις και λάθη. Υπάρχει, πράγματι, πρέπει να λεχθεί, κάποια καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, αλλά αυτή δεν είναι ούτε εντελώς αναιτιολόγητη, όπως εσφαλμένα κατά την κρίση μου ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση, δεδομένου ότι ο ομνύσας για τους αιτητές αναφέρεται στην ένορκη του δήλωση στους λόγους που οδήγησαν στην ανάγκη για τροποποίηση, αλλά ούτε και είναι τέτοιας έκτασης που να μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης για το λόγο αυτό. Ακόμη δε, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε λόγω αμέλειας και/ή λάθους των αιτητών οι οποίοι μπορούσαν να εντοπίσουν ενωρίτερα, τόσο τις λεπτομέρειες αμέλειας όσο και τις ακριβείς ζημιές τους και να τις περιλάβουν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχώρησαν στις 8.9.2014, σημειώνω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τροποποίηση δυνατό να επιτραπεί, ακόμη και αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου, ανωτέρω). Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, λέχθησαν τα εξής: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs.» Η πιο πάνω προσέγγιση είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την αγγλική νομολογία. Το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων δικογράφων παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700, 710-711: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, σελ. 52 στην ίδια δε γραμμή είναι και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 622 στα σχόλια για το αγγλικό O.28 r.1 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.25 Θ.1, κάτω από τον τίτλο «General Principles. When Leave to Amend should be Given». Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση παραπέμπει προς υποστήριξη των θέσεων του στις υποθέσεις Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 CLR 510, και IKOS CIF (ανωτέρω), υποθέσεις που διαφοροποιούνται, όμως, από την παρούσα κατά την κρίση μου. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη, το αίτημα των εκεί εναγομένων για τροποποίηση υποβλήθηκε μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, μετά την προσαγωγή μαρτυρίας 7 μαρτύρων των εναγομένων και μετά την πάροδο πολλών ετών αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση των εναγομένων και η ανταπαίτηση τους, επδιώκοντο ουσιαστικές και εκτεταμένες τροποποιήσεις τόσο στην υπεράσπιση όσο και στην ανταπαίτηση, και ως μόνη δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, προβλήθηκε η αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων, τυχόν δε έγκριση της αίτησης θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση United Sea, και πάλι το αίτημα των εκεί εναγόντων είχε υποβληθεί αφού ακούστηκαν οι μάρτυρες του εναγόμενου (που ήταν το μέρος που προσκόμισε πρώτο μαρτυρία στην υπόθεση εκείνη), και αφού ακούστηκαν οι μισοί περίπου μάρτυρες του ενάγοντα, και ενώ το έγγραφο που έδωσε έναυσμα στο αίτημα για τροποποίηση είχε παραδοθεί στο δικηγόρο των εναγόντων 16 μήνες πριν την υποβολή του αιτήματος και πριν την έναρξη της δίκης, και επειδή τυχόν έγκριση της αίτησης θα έφερνε τον εναγόμενο (που, όπως προαναφέρθηκε είχε ήδη κλείσει την υπόθεση του), αντιμέτωπο με μία εντελώς νέα υπόθεση. Στην υπόθεση IKOS CIF, υπήρχε σε ισχύ απόλυτο προσωρινό διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1 για περίπου 3 χρόνια, με τα γεγονότα που επιχειρείτο να προστεθούν να είναι εις γνώση της ενάγουσας εξ αρχής, και με προβαλλόμενο ως λόγο για την αίτηση την αλλαγή δικηγόρου, αλλαγή που είχε, όμως, γίνει πολλούς μήνες πριν την αίτηση τροποποίησης. Όπως το Εφετείο επισήμανε, στην υπόθεση εκείνη τα ίδια τα δεδομένα της υπόθεσης επιμαρτυρούσαν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην αντίδικη πλευρά. Ούτε και η απόφαση στην Πολ. Έφ. 283/2010, Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd, ημερ. 3.7.2014 την οποία επίσης επικαλείται ο συνήγορος των αιτητών προσφέρεται, πιστεύω, για συγκρίσεις, καθότι αφορούσε σε αίτημα για τροποποίηση των λόγων έφεσης 4 έτη μετά την άσκηση της έφεσης, όπου επενεργούν και άλλοι παράγοντες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει νομολογηθεί, γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560 και υπόθεση Clive Preece, ανωτέρω), με κρίσιμο παράγοντα την ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (υπόθεση IKOS CIF, ανωτέρω), και με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να αποτελούν το δεσπόζοντα παράγοντα στην άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας (υπόθεση Φιλίππου, ανωτέρω). Μέσα στα πλαίσια αυτά θα προχωρήσω να εξετάσω την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και το βαθμό χρησιμότητας αυτής (υποθέσεις Saba & Co, Kayat Trading και IKOS CIF, ανωτέρω). Στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση οι αιτητές ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι οι καθ' ων η αίτηση εκτέλεσαν την εργασία τους αμελώς και/ή πλημμελώς και/ή ελαττωματικώς. Στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, δεν αναφέρονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αμέλειας, ούτε και παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τις ζημιές που οι εναγόμενοι κατ' ισχυρισμό υπέστησαν. Με την αιτούμενη τροποποίηση, οι αιτητές επιδιώκουν, μεταξύ άλλων, την προσθήκη λεπτομερειών αμέλειας και λεπτομερειών των ζημιών που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν, με σκοπό να τις αξιώσουν ανταπαιτητικά. Επιδιώκουν επίσης την προσθήκη ισχυρισμού ότι, εάν ήθελε αποδειχθεί ότι η σύμβαση μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση που επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση στην αγωγή τους υπήρχε, οι καθ' ων η αίτηση εκτέλεσαν τις εργασίες κατά παράβαση ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου αυτής. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι, κατά την κρίση μου, αναγκαίες, αλλά και χρήσιμες και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στο βαθμό στον οποίο με την αίτηση επιδιώκεται η δικογράφηση των ισχυριζόμενων ζημιών που υπέστησαν οι αιτητές (παράγραφοι Β, Γ και Ε (παρ. 17) της αίτησης), σημειώνω ότι δεδομένου ότι οι ειδικές ζημιές παραπέμπουν σε απώλεια που δεν τεκμαίρεται από το νόμο ότι απορρέει από την αδικοπραξία του εναγόμενου, αυτές πρέπει να δικογραφούνται με ακρίβεια και λεπτομέρεια, απουσία δε της δέουσας εξειδίκευσης τους, καθιστά αδύνατη την επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού ως ειδική ζημιά (Πίριλλος v. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β ΑΑΔ 1153, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083). Στο βαθμό στον οποίο με την αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη λεπτομερειών αμέλειας (παράγραφος Α της αίτησης), επισημαίνεται ότι, ως έχει νομολογηθεί, η επίκληση του αστικού αδικήματος της αμέλειας πρέπει να συνοδεύεται από λεπτομέρειες (Petros Koulias v. Ioannis Chr. Polydorides and others
(1969)1 CLR 616). Αν και η μη επίκληση λεπτομερειών αμέλειας, δεν συνεπάγεται πάντοτε αδυναμία του Δικαστηρίου να εξετάσει το θέμα (Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. American Home Assurance Co Ltd κ.α.
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1570, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1Α Α.Α.Δ 44), θεωρώ ότι είναι σίγουρα χρήσιμο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί στους αιτητές να δικογραφήσουν τις σχετικές λεπτομέρειες, ούτως ώστε να γνωρίζουν και οι καθ' ων η αίτηση με πληρότητα τι θα έχουν να αντιμετωπίσουν στη δίκη, και έτσι να μπορέσουν να προετοιμαστούν κατάλληλα για αυτή. Τέλος, στο βαθμό στον οποίο η αίτηση αφορά σε προσθήκη ισχυρισμού περί παράβασης, από μέρους των καθ' ων η αίτηση, της σύμβασης μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση (εάν αυτή ήθελε αποδειχθεί) (παράγραφος Δ της αίτησης), θεωρώ ότι και αυτή είναι αναγκαία, προκειμένου οι αιτητές να θέσουν με σαφήνεια και κατά τρόπο ολοκληρωμένο τη βάση της ανταπαίτησης τους, ούτως ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της. Όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη και των λόγων ένστασης 14 και 19 στα πλαίσια των οποίων οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση είναι ελλιπές και ανεπαρκές και ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη. Οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν επίσης ως λόγο για να μην επιτραπεί η τροποποίηση, τον ισχυρισμό ότι με την αίτηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης ανταπαίτησης, εντελώς διαφορετικής από την αρχική, η οποία έχει παραγραφεί (λόγοι ένστασης 4, 6 και 7). Με την υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι καθ' ων η αίτηση κατά την εκτέλεση της εργασίας τους παρέβηκαν τους όρους των τεχνικών προδιαγραφών και/ή εκτέλεσαν αμελώς και/ή πλημμελώς και/ή ελαττωματικώς και/ή κακότεχνα τις αναληφθείσες από αυτούς εργασίες (παράγραφος 8). Με την αίτηση τροποποίησης, οι αιτητές επιχειρούν την προσθήκη της παραγράφου 8Α στην οποία παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας (παράγραφος Α της αίτησης), και επιχειρούν επίσης την προσθήκη των παραγράφων 13Α και 13Β σύμφωνα με τις οποίες, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η ύπαρξη της συμφωνίας μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση που οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται στην αγωγή τους, ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος αυτής ότι οι καθ' ων η αίτηση θα εκτελούσαν τις εργασίες τους με τη δέουσα επιμέλεια, φροντίδα και επιδεξιότητα και/ή ότι θα εγκαθιστούσαν υλικά καλής ποιότητας, και οι καθ' ων η αίτηση, κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας, προμήθευσαν και εγκατέστησαν υλικά που ήταν ελαττωματικά και/ή ακατάλληλα για τον σκοπό για τον οποίο τα προμηθεύτηκαν και/ή εγκατέστησαν αυτά αμελώς (παράγραφος Δ της αίτησης). Έχω την άποψη ότι με την επιχειρούμενη προσθήκη λεπτομερειών αμέλειας, δεν προστίθεται νέα βάση ανταπαίτησης, εφόσον στην υφιστάμενη ανταπαίτηση ήδη γίνεται αναφορά σε κατ' ισχυρισμό αμελή και/ή πλημμελή εκτέλεση των εργασιών από τους καθ' ων η αίτηση. Συνεπώς με την παράγραφο Α της αίτησης δεν προστίθεται, κατά την κρίση μου, νέα βάση ανταπαίτησης. Περαιτέρω, στην υφιστάμενη ανταπαίτηση γίνεται αναφορά σε ισχυριζόμενη παράβαση από μέρους των καθ' ων η αίτηση των τεχνικών όρων και προδιαγραφών. Με την αίτηση τροποποίησης επιχειρείται, πλέον, η προσθήκη σαφούς ισχυρισμού περί παραβίασης, από μέρους των καθ' ων η αίτηση, ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου συμφωνίας. Δεν είναι καθαρό, ούτε και προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, αν τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο Δ της αίτησης αποτελούσαν μέρος των τεχνικών όρων και προδιαγραφών του έργου. Όμως, ακόμη και αν με την παράγραφο Δ της αίτησης επιχειρείται η προσθήκη νέας βάσης ανταπαίτησης, ήτοι η παράβαση, από μέρους των καθ' ων η αίτηση, της συμφωνίας που οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται στην αγωγή τους, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης των αιτητών. Στην υπόθεση Saba & Co (ανωτέρω), με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω), λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι «η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση». Στην απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κ. Φωτίου (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 541/03, όπου έγινε μια πολύ περιεκτική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων ότι «ένα από τα κριτήρια που συνήθως επενεργεί εναντίον της αίτησης για τροποποίηση είναι κατά πόσο με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής ή υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Αν ναι, τότε η τροποποίηση συνήθως δεν επιτρέπεται παρόλο που και σ' αυτή την περίπτωση δυνατόν να επιτραπεί αν η αλλαγή κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση του ενάγοντα και/ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167) ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα.». Επίσης, στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω) είχε ζητηθεί τροποποίηση της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, ούτως ώστε να συμπεριληφθεί ισχυρισμός περί παραγραφής της ανταπαίτησης, κάτι που αποτελούσε νέα βάση υπεράσπισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει το αίτημα και το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση. Και στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.». Τέλος, στο Annual Practice του 1958, σε σχέση με το εξεταζόμενο θέμα, στη σελ. 627 αναφέρονται τα ακόλουθα: «New Case.- The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42; Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen, [1898] 1 Ch. p. 81; cf. Edevain v. Cohen, 41 Ch. D. p. 567, and Behn v. Bloom
(1911), 132 L.T.J. 87), or where the amendment will still leave the plaintiff without any title to sue at date of writ (Greed v. Greed, [1913] 1 Ir. R. 48); or where the cause of action sought to be introduced by the amendment did not exist at the date of the writ (Eshelby v. Federated European Bank, [1932] 1 K.B. 254; on appeal, ib. 429, C.A.); or where a claim had been abandoned (Harries v. Ashford, [1950] 1 All E.R. 427); or where defendant's position would be prejudiced by allowance of the amendment (Hilton v. Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B. 65, C.A.).» Στην προκειμένη περίπτωση, έχω την άποψη ότι ο ισχυρισμός περί παραβίασης ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων της σύμβασης των αιτητών με τους καθ' ων η αίτηση (εάν αυτή ήθελε αποδειχθεί), συνάδει με την αρχική ανταπαίτηση των αιτητών. Η ουσία της ανταπαίτησης των αιτητών είναι ότι οι καθ' ων η αίτηση εκτέλεσαν κατά τρόπο ελαττωματικό τις εργασίες που ανέλαβαν να εκτελέσουν. Γι αυτό και αξιώνουν ανταπαιτητικώς τις ζημιές που υπέστησαν ένεκα των κατ' ισχυρισμό ελαττωματικών και/ή κατά τρόπο πλημμελή εκτελεσθείσων εργασιών. Με την αίτηση τροποποίησης επιθυμούν να προσθέσουν ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ τους σύμβασης ότι οι ενάγοντες θα εκτελούσαν την εργασία τους με τη δέουσα επιμέλεια και/ή τέχνη (workmanship) και/ή ότι θα εγκαθιστούσαν υλικά καλής ποιότητας, για να αξιώσουν τις ίδιες αποζημιώσεις, διαζευκτικά, λόγω παράβασης σύμβασης. Κρίνω ότι ο χαρακτήρας της ανταπαίτησης δεν αλλάζει σε τέτοιο βαθμό που να έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο μιας νέας αγωγής, ούτως ώστε η αίτηση να πρέπει ν' απορριφθεί, αν κατά τα άλλα η τροποποίηση δεν θα έχει καταλυτικές συνέπειες για τους καθ' ων η αίτηση, θέμα το οποίο θα εξεταστεί πιο κάτω. Έρχομαι τώρα στο θέμα της κατ' ισχυρισμό παραγραφής. Για να υποστηρίξουν τη θέση τους αυτή, οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι με την αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης ανταπαίτησης, ήτοι το αστικό αδίκημα της αμέλειας, το οποίο έχει παραγραφεί. Στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση αναφέρεται ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 καμία αγωγή - ανταπαίτηση δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός αν αυτή εγερθεί εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη. Είναι η θέση του ότι η κατ' ισχυρισμό αιτία αγωγής προέκυψε το 2009, έχει, λοιπόν, ήδη παρέλθει ο χρόνος εκθεμελίωσης του αγώγιμου δικαιώματος των αιτητών. Στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 628, στα πλαίσια ανάλυσης του τότε ισχύοντος αγγλικού O. 28 r.1 που, όπως προαναφέρθηκε, αντιστοιχεί στη δική μας Δ.25 Θ.1 (πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014), διαβάζουμε τα εξής: «Rights Accrued, where. — Amendments which would prejudice the rights of the opposite party existing at date of proposed amendment are not, as a rule, admissible. Thus, a plaintiff will not be allowed to amend by setting up fresh claims in respect of causes of action, which, since the issue of the writ, have become barred by the Statute of Limitations .» (έμφαση δική μου) Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, και στο βαθμό που η ανταπαίτηση βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, δεν επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης ανταπαίτησης. Ως ανωτέρω αναλύθηκε, οι αιτητές στην υφιστάμενη ανταπαίτηση ξεκάθαρα εγείρουν τον ισχυρισμό ότι οι καθ' ων η αίτηση εκτέλεσαν τις εργασίες που ανέλαβαν αμελώς και/ή πλημμελώς και/ή κακότεχνα και/ή ελαττωματικά και γι αυτό αξιώνουν από τους καθ' ων η αίτηση, ανταπαιτητικά, διάφορα ποσά (παράγραφοι 8 - 12 και 17 - 19 της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, χωρίς να εγείρουν θέμα παραγραφής της ανταπαίτησης (άρθρα 20 και 21 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν. 66(Ι)/2012). Υπό τις δοσμένες, λοιπόν, συνθήκες, της παρούσας υπόθεσης, το θέμα που οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν ως προς την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος των αιτητών στο βαθμό που αυτό στηρίζεται σε αμέλεια, δεν θα πρέπει, κατά την κρίση μου, να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας αίτησης, αφού οι αιτητές βασίζουν την υφιστάμενη ανταπαίτηση τους στην κατ' ισχυρισμό αμέλεια των καθ' ων η αίτηση, και ό,τι επιχειρείται με την υπό κρίση αίτηση είναι η προσθήκη των λεπτομερειών της. Άλλωστε, η απόρριψη της αίτησης (και, βέβαια, στο βαθμό που η τροποποίηση αφορά στην προσθήκη λεπτομερειών αμέλειας) για το λόγο αυτό, θα εμπόδιζε μεν την προσθήκη των λεπτομερειών αμέλειας, πλην όμως ο γενικός ισχυρισμός θα παρέμενε, με όλα τα αποτελέσματα που αυτό συνεπάγεται (Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ 973, 981). Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι ούτε οι λόγοι ένστασης 4, 6 και 7 θα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται επίσης ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (λόγος ένστασης 5). Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί ύπαρξης κακοπιστίας βαρύνει το διάδικο που τον επικαλείται. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης (ανωτέρω) «για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα», ενώ «το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία» (Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω), ακόμη και αν η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια (Κώστας Παφίτης, ανωτέρω). Δεν υπάρχει, κατά την κρίση μου, στην παρούσα περίπτωση τέτοια μαρτυρία από την οποία να εξάγεται συμπέρασμα ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται κακόπιστα. Το γεγονός ότι οι αιτητές επιδιώκουν μέσω της αίτησης τροποποίησης να καλύψουν κενά που υπάρχουν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, αφού ακριβώς ο σκοπός της τροποποίησης είναι να δοθεί η δυνατότητα στους διάδικους να δικογραφήσουν κατά τρόπο ορθό και ολοκληρωμένο τις θέσεις τους, ούτως ώστε να οδηγηθεί η υπόθεση σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς τους. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται επίσης ότι η αίτηση προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση και ότι προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου (λόγοι ένστασης 8 και 9). Είναι συγκεκριμένα η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές στην Υπεράσπιση τους προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς τους οποίους οι καθ' ων η αίτηση σχολιάζουν ή παραδέχονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και ότι εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις οι καθ' ων η αίτηση θα περιέλθουν σε εξαιρετική σύγχυση και μειονεξία όσον αφορά την υπόθεση και τη μελλοντική δικογράφηση των θέσεων και ισχυρισμών τους. Είναι καθαρό από τη νομολογία, ότι «ανεπανόρθωτη» θεωρείται η ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Kayat Trading, Χριστοδούλου, Νικολάου, ανωτέρω). Δεν θεωρώ ότι οι επιχειρούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν οποιαδήποτε σύγχυση, αφού οι θέσεις των αιτητών είναι ξεκάθαρες, και δεν διαπιστώνω, επομένως, ότι οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν, ένεκα της τροποποίησης, ανεπανόρθωτη ζημιά, εντός της έννοιας της νομολογίας, δεδομένου ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και δεδομένου ότι θα δοθεί η ευκαιρία στους καθ' ων η αίτηση να απαντήσουν σε όλους τους ισχυρισμούς των αιτητών μέσω καταχώρησης τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Είναι επιπλέον η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των καθ' ων η αίτηση για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, προσθέτοντας ότι αν η αίτηση επιτύχει θα προκληθεί αδικία τους καθ' ων η αίτηση που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος τους για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, έχω την άποψη ότι η όποια καθυστέρηση θα προκύψει λόγω της τροποποίησης και της ανταλλαγής νέων δικογράφων, δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), «εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά . ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης.». Στην παρούσα υπόθεση η καθυστέρηση που θα προκληθεί ένεκα της τροποποίησης δεν θα ήταν ικανή, κατά την κρίση μου, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος, ούτε και θα μπορούσε να υπερφαλαγγίσει το δικαίωμα των αιτητών που κατοχυρώνεται αντίστοιχα από το Άρθρο 30
(2)και
(3)του Συντάγματος για δίκαιη δίκη και για προβολή των ισχυρισμών τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι επίσης η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική και ότι δεν πληρούνται οι δικονομικές, πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την έγκριση της (λόγοι ένστασης 1, 21, 22 και 23). Στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Δεν μπορώ, συνεπώς, να συμφωνήσω με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι αντικανονική ή παράτυπη. Επιπλέον, υπό το φως όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, και ιδιαίτερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς των αιτητών στην υποβολή της αίτησης καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση θα πληγούν ανεπανόρθωτα από την έγκριση της αίτησης και κατά τρόπο που η όποια ζημιά τους δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξη μου ως προς την αναγκαιότητα και χρησιμότητα της αιτούμενης τροποποίησης καθώς και τις συνέπειες που θα έχει για τους αιτητές τυχόν απόρριψη της αίτησης, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και ότι οι καθ' ων η αίτηση θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση ζητήματα, καθώς και την κατάληξη μου ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος δεν φαίνεται να επηρεάζει, από μόνη της και στις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου κατά τρόπο που θα επέβαλλε την απόρριψη του αιτήματος, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης, η οποία είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, και με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο ολοκληρωμένο, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση των εναγομένων - αιτητών ημερομηνίας 4.11.2015 εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε και Στ της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η σύνταξη του οποίου να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 15.11.2013, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014. [2] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις: Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005. [3] «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.