Κωνσταντίνου Παρασκευά κ.α. ν. Γιάννη Πιριπίτση, Αρ. Αγωγής: 56/2013, 16/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A175 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 56/2013 Μεταξύ: 1. Κωνσταντίνου Παρασκευά 2. Γεωργίας Παμπόρη Εναγόντων v. Γιάννη Πιριπίτση Εναγόμενου Αίτηση Εναγόμενου ημ. 3 Μαρτίου 2016 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Μ. Βορκάς με κ. Γ. Νεάρχου για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Π. Αγγελίδης με κ. Θ. Αγγελίδη για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 3.3.16 ο Εναγόμενος (εφεξής «ο Αιτητής») καταχώρισε την υπό κρίση μονομερή Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») με την οποία ζητά: (
- i)Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται αμέσως στους Ενάγοντες και στους αντιπροσώπους τους να προβούν στην πώληση και ή επιβάρυνση και ή δωρεά και ή αποξένωση του ακινήτου που βρίσκεται στο τεμάχιο 442 Φ/Σχ. ΧΧΧ.47.W2, Τμήμα 2, στο χωριό Νήσου της επαρχίας Λευκωσίας (εφεξής «το ακίνητο») μέχρι την ακρόαση της Ανταπαίτησης του Αιτητή και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και (
- ii)Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται αμέσως στους Ενάγοντες και στους αντιπροσώπους και στους υπαλλήλους τους να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο πλην στην οικία που περιγράφεται στο ένταλμα ανάκτησης κατοχής ημ. 24.4.15 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής 3325/11 Ε.Δ. Λευκωσίας, καθώς επίσης να αφαιρέσουν την παροχή ρεύματος σε αυτό μέχρι την ακρόαση της Ανταπαίτησης του Αιτητή και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία βασικά επικαλείται προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δυνάμει της οποίας αυτός θα κατείχε το ακίνητο, θα προέβαινε στην εκτέλεση διαφόρων οικοδομικών εργασιών εντός αυτού με δικά του έξοδα και τελικώς θα το αγόραζε από τους Ενάγοντες σε τιμή που θα καθορίζετο από εγκεκριμένο εκτιμητή. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως προέβη στις εν λόγω εργασίες συνολικής αξίας €692,630.17, ήτοι στην επιχωμάτωση, στην κατασκευή τοίχων αντιστήριξης, στην επέκταση της υφιστάμενης οικίας, στην ανέγερση νέας διώροφης κατοικίας, στην έναρξη κατασκευής υπόγειας υδατοδεξαμενής και μηχανοστασίου, πισίνας και στην κατασκευή πέργολας, καθώς και ότι οι Ενάγοντες υπαναχώρησαν από την εν λόγω συμφωνία, με αποτέλεσμα την προσπάθεια εκδίωξης του από το ακίνητο και τη διευθέτηση κατεδάφισης με εκσκαφέα όλων των υποστατικών εντός αυτού στις 8.3.16. Σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, οι Ενάγοντες προτίθενται να προβούν σε πώληση του ακινήτου. Επικαλούμενος το επείγον του ζητήματος, τη σίγουρη πιθανότητα επιτυχίας του στην Ανταπαίτηση και την πρόκληση σε αυτόν ανεπανόρθωτης ζημιάς εάν πωληθεί το ακίνητο, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση και ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε την Αίτηση μονομερώς και διέταξε την επίδοση αυτής. Οι Ενάγοντες εμφανίστηκαν και ζήτησαν χρόνο για καταχώριση ένστασης. Λόγω της επείγουσας φύσης της Αίτησης και με τη συνεργασία των δικηγόρων των δύο πλευρών, κατέστη δυνατή η εκδίκαση της σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Οι λόγοι ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1. Ο Αιτητής δεν έχει και δεν είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο δικαίωμα έγερσης απαίτησης εναντίον των Εναγόντων καθότι αυτοί ουδεμία συμφωνία, προφορική ή άλλως πως, συνήψαν με τον Αιτητή. 2. Ο Αιτητής απέκρυψε τις διαδικασίες και αποφάσεις του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αγωγής 3325/11 στην προσπάθεια του να παραπλανήσει το παρόν Δικαστήριο. 3. Η μακρά καθυστέρηση στην υποβολή Αίτησης αποκλείει την έκδοση προσωρινού διατάγματος. 4. Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει πως οι Ενάγοντες κατήγγειλαν στην Αστυνομία ότι η καταχώριση της Αγωγής είναι προϊόν πλαστογραφίας. 5. Ο Αιτητής ψευδώς αναφέρει πως κατοικεί μαζί με την οικογένεια του στο ακίνητο καθότι στις 8.3.16 η οικία παραδόθηκε σε Ανώτερο Επιδότη και σε Δικαστικό Επιδότη στην παρουσία Αστυνομίας και οι Ενάγοντες αρνούνται να την παραλάβουν μέχρι την εκτίμηση των ζημιών που προκλήθηκαν σε αυτή. 6. Κατά τον χρόνο έγερσης της Ανταπαίτησης του ο Αιτητής ήταν πτωχεύσας και επομένως νομικά ανίκανος να εγείρει αυτή. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, συζύγου του Ενάγοντος 1, με τον οποίο είναι ιδιοκτήτες εξ ημισείας του ακινήτου. Σε αυτήν η ενόρκως δηλούσα παραθέτει το ιστορικό της Αγωγής 3325/11 και τις δικαστικές αποφάσεις σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται πως η Αίτηση είναι καταχρηστική, παραπλανητική και κακόπιστη. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με κάθε θέμα ξεχωριστά με σειρά την οποίαν το ίδιο κρίνει ορθή και όχι κατ΄ ανάγκην όπως αυτά προβάλλονται μέσω των λόγων ένστασης. Κατά την ενασχόληση με το κάθε ζήτημα θα γίνεται σχετική αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών και στις αγορεύσεις. Ι. Απόκρυψη Ουσιωδών Γεγονότων Αποτελεί βασικό λόγο ένστασης πως ο Αιτητής σκόπιμα απέκρυψε γεγονότα που αφορούν τη διαδικασία στην Αγωγή 3325/11 και στην παρούσα, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε, χωρίς εξέταση της ουσίας του. Αυτή η νομική αρχή δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση Αίτηση, καθότι αυτή δεν εγκρίθηκε μονομερώς αλλά επιδόθηκε στην άλλη πλευρά και εκδικάστηκε αφού οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση και είχαν την ευκαιρία να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και να θέσουν τα γεγονότα εκείνα που θεωρούσαν σκόπιμο να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Έτσι, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της Αίτησης έχοντας ενώπιον του τις ολοκληρωμένες θέσεις όλων των πλευρών. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. ΙΙ. Νομική Πτυχή για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (ανωτέρω). Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». ΙΙΙ. Αγωγή 3325/11 Πριν από οτιδήποτε άλλο, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην Αγωγή 3325/11, στην Ποινική Υπόθεση 1067/11 και στην παρούσα Αγωγή, καθότι αυτές αποτελούν σημαντικό μέρος των ισχυρισμών και των δύο πλευρών και, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχουν τη σημασία τους για τους σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Το ιστορικό της Αγωγής 3325/11 Ε.Δ. Λευκωσίας (εφεξής «η πρώτη Αγωγή») προκύπτει από διάφορα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις στην υπό κρίση Αίτηση είτε και από τις δύο πλευρές είτε μόνο από τη μια πλευρά αλλά χωρίς αμφισβήτηση από την άλλη. Η πρώτη Αγωγή ηγέρθη από τους ίδιους Ενάγοντες όπως στην παρούσα αλλά εναντίον της εταιρείας Y.P. Trade & Service Ltd. Η βάση της (Αγωγής) ήταν ένα ενοικιαστήριο έγγραφο ημ. 4.11.08 που αφορούσε την οικία που βρίσκεται στο ακίνητο και αξιώσεις για (
- i)καθυστερημένα ενοίκια από 4.11.09 μέχρι 31.1.12, (
- ii)ενδιάμεσα οφέλη από 1.2.12 μέχρι την παράδοση της και (iii) διάταγμα παράδοσης της οικίας στους Ενάγοντες - Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης και Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Και οι δύο πλευρές παρουσίασαν το ενοικιαστήριο έγγραφο - Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης και Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, καθώς επίσης και την εκδοθείσα απόφαση ημ. 5.11.12 - Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης και Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Όπως προκύπτει από την απόφαση, η Εναγομένη εταιρεία δεν καταχώρισε εμφάνιση και η απόφαση εκδόθηκε ερήμην ως η απαίτηση των Εναγόντων. Στις 17.12.12 η Εναγομένη καταχώρισε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Το Δικαστήριο με την απόφαση του ημ. 12.6.13, απέρριψε την αίτηση. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, η αίτηση για παραμερισμό συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εναγομένης, Γιάννη Πιριπίτση (Εναγόμενου στην παρούσα), στην οποία παραδεχόταν την υπογραφή του πιο πάνω ενοικιαστηρίου εγγράφου αλλά ισχυρίζετο πως κατά τον Φεβρουάριο του 2009 η συμφωνία ενοικίασης μετατράπηκε σε συμφωνία επένδυσης και, με την ολοκλήρωση της επένδυσης, σε αγορά του ακινήτου από τον ίδιο σε τιμή με βάση εκτίμηση που θα γινόταν τότε. Ισχυρίζετο επίσης πως προέβη στην ανέγερση δύο κατοικιών τόσο στο επίδικο όσο και σε διπλανό τεμάχιο ιδιοκτησίας των ίδιων Εναγόντων, και επειδή δεν εξασφαλίστηκε μερική έγκριση για την κατοικία που ολοκληρώθηκε, ο Έπαρχος Λευκωσίας καταχώρισε ποινική υπόθεση εναντίον του ιδίου και των Εναγόντων. Στις 24.4.15 το Δικαστήριο στα πλαίσια της πρώτης Αγωγής εξέδωσε ένταλμα ανάκτησης κατοχής της οικίας που βρίσκεται στο επίδικο ακίνητο - Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. Στις 28.12.15 το ίδιο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε αίτηση (ημ. 26.6.15) της Εναγομένης εταιρείας για παραμερισμό και ή ακύρωση του εντάλματος κατοχής. Όπως προκύπτει από την απόφαση εκείνη, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, ο διευθυντής της Εναγομένης (Εναγόμενος στην παρούσα) προέβαλε παρόμοιους ισχυρισμούς και επικαλέστηκε την ύπαρξη της παρούσας Αγωγής. Το Δικαστήριο ανέφερε πως ο διευθυντής της Εναγομένης στερείτο δικαιώματος, ως ενδιαφερόμενο μέρος, να διεκδικεί την ακύρωση του εντάλματος και πως με την εξεταζόμενη τότε αίτηση η Εναγομένη επιχειρούσε να παρακάμψει και ανατρέψει την εκδοθείσα τελική απόφαση ημ. 5.11.12. Στηριζόμενος στους ίδιους ισχυρισμούς ο διευθυντής της Εναγομένης (Εναγόμενος στην παρούσα) καταχώρισε και αίτηση για έκδοση ενταλμάτων certiorari και prohibition εναντίον του εντάλματος ανάκτησης κατοχής και της απόφασης ημ. 28.12.15. Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Οικονόμου εξέδωσε απόφαση ημ. 2.2.16, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, με την οποία απέρριψε την αίτηση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η εδώ Ενάγουσα 2, στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα, ισχυρίζεται πως η εκεί Εναγομένη εταιρεία καταχώρισε και την Πολ. Έφεση 171/13 εναντίον της απόφασης ημ. 12.6.13, την οποία (Έφεση) περί τις 15.2.15 απέσυρε ανεπιφύλακτα. Αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε αναντίλεκτος και έτσι γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. Τέλος επισημαίνεται πως ο ισχυρισμός του δικηγόρου των Εναγόντων στα πλαίσια της αγόρευσης του πως εκδόθηκε και δεύτερο ένταλμα ανάκτησης κατοχής δεν αποτελεί μαρτυρία και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΙV. Ποινική Υπόθεση 1067/11 Έχει ήδη γίνει αναφορά σε ποινική υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε από τον Έπαρχο Λευκωσίας. Πρόκειται για την Υπόθεση 1067/11 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αποτελεί το Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης και στρέφεται εναντίον της Εναγομένης στην Αγωγή 3325/11 εταιρείας, του Εναγόμενου στην παρούσα και των Εναγόντων (ως Κατηγορούμενων 1-4 αντίστοιχα). Αυτή περιέχει κατηγορίες εναντίον των δύο πρώτων για ανέγερση, κατοχή και χρήση οικοδομών εντός του ακινήτου χωρίς άδεια και κατηγορίες εναντίον των δύο τελευταίων για ανοχή στην ανέγερση τους. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Αιτητή, οι κατηγορίες αφορούσαν όλες τις προαναφερόμενες οικοδομές που αποτελούν αντικείμενο της ισχυριζόμενης συμφωνίας επένδυσης (και όχι μόνο μια κατοικία) και οι Ενάγοντες παραδέχθηκαν σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Αποτελεί κοινή θέση των δικηγόρων των δύο πλευρών πως τελικώς επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές εναντίον όλων των Κατηγορουμένων και επιπλέον εκδόθηκε και διάταγμα εναντίον της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας για κατεδάφιση των επίδικων υποστατικών. Αποτελεί ισχυρισμό του Αιτητή, ο οποίος δεν αντικρούστηκε από την πλευρά των Εναγόντων, πως η Κατηγορουμένη 1 καταχώρισε έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης. V. Παρούσα Αγωγή Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε στις 4.1.13. Σε αυτή οι Ενάγοντες επικαλούνται προφορική συμφωνία ημ. 1.11.08 μεταξύ των διαδίκων για την ενοικίαση του ½ του ακινήτου και μιας οικίας εντός αυτού, η οποία τερματίστηκε εξ υπαιτιότητος του Εναγόμενου δυνάμει επιστολής ημ. 4.7.12 η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 3.12.12. Ισχυρίζονται επίσης πως ο Εναγόμενος, χωρίς την άδεια τους και αυτής των αρμοδίων αρχών, άρχισε και αποπεράτωσε την ανέγερση επιπρόσθετων οικοδομών, καθώς και ότι κατέβαλε τα ενοίκια μέχρι και την 1.7.12. Αξιώνουν τα καθυστερημένα ενοίκια, ενδιάμεσα οφέλη μέχρι την παράδοση της οικίας και του ακινήτου, καθώς επίσης και διάταγμα για την παράδοση αυτών. Ακολούθησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 στην οποία επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, όπως αυτό καταγράφεται ανωτέρω. Η αίτηση τελικώς απεσύρθη λόγω του ότι στο μεταξύ καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης για τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Ο ίδιος επικαλείται τη γραπτή συμφωνία ημ. 4.11.08 μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας Y.P. Trade & Service Ltd και τη μετατροπή αυτής σε συμφωνία επένδυσης και μετά σε συμφωνία αγοράς του ακινήτου, καθώς και την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, ήτοι επέκταση της υφιστάμενης μεταλλικής κατασκευής από 174 τ.μ. σε 400 τ.μ. μαζί με γκαράζ (η πρώτη κατοικία) και ανέγερση δεύτερης κατοικίας με γκαράζ και πισίνα η οποία επεκτείνεται και σε διπλανά τεμάχια ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Ισχυρίζεται πως ήταν έτοιμος να υλοποιήσει τη συμφωνία, πλην όμως οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να το πράξουν με αποτέλεσμα την αδυναμία του ιδίου να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής και την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης εναντίον όλων των διαδίκων από τον Έπαρχο Λευκωσίας. Ισχυρίζεται ακόμη πως οι Ενάγοντες κωλύονται να αιτούνται την παράδοση του ακινήτου αφού οι ίδιοι συγκατατέθηκαν στην ανέγερση των δύο κατοικιών. Τέλος, αναφέρει πως η κατοικία που ανήγειρε στο ακίνητο ανέρχεται σε αξία στα €700.000 ενώ η επένδυση στα διπλανά τεμάχια με την ανέγερση κατοικίας ανέρχεται στα €2.000.000, τα οποία ανταπαιτεί, καθώς επίσης αξιώνει και αποζημιώσεις λόγω της άρνησης των Εναγόντων να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα και να συγκατατεθούν στην έκδοση αδειών για την ανέγερση των δύο κατοικιών. Μετά την αλλαγή δικηγόρων και από τις δύο πλευρές, ο Εναγόμενος καταχώρισε αίτηση για τροποποίηση της Ανταπαίτησης του με την προσθήκη λεπτομερειών για τις εργασίες στις οποίες προέβη και ισχυρισμών ότι αυτές είναι αξίας €672.630,17 και πως οι Ενάγοντες εμποδίζουν την προώθηση των εργασιών με αποτέλεσμα ο ίδιος να αδυνατεί να εκμεταλλευτεί το ακίνητο ως χώρο διασκέδασης και ή ψυχαγωγίας και ή ως λούνα παρκ, κάτι το οποίο ήταν εν γνώσει των Εναγόντων. Ζητείται επίσης η αντικατάσταση των αξιώσεων στην Ανταπαίτηση με αξιώσεις για το ποσό των €672.630,17 και για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Η εν λόγω αίτηση εκκρεμεί. Κατόπιν νέας αλλαγής δικηγόρου για τους Ενάγοντες, καταχωρίστηκε αίτηση εκ μέρους τους για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό της παρούσας Αγωγής λόγω του ότι τα καταχωρισθέντα διοριστήρια των Εναγόντων είναι πλαστογραφημένα και δεν αποτελούν την πραγματική βούληση τους. Στις ένορκες δηλώσεις τους προς υποστήριξη εκείνης της αίτησης οι Ενάγοντες αναφέρουν πως ουδέποτε υπέγραψαν τα διοριστήρια και πως η παρούσα Αγωγή επ΄ ονόματι τους καταχωρίστηκε εν αγνοία τους με αλλότριο σκοπό. Επισυνάπτεται ακόμη και έκθεση γραφολόγου σύμφωνα με την οποία οι υπογραφές επί των διοριστηρίων δεν ανήκουν στους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στην εν λόγω αίτηση. Ακολούθησε ακόμα μια αίτηση των Εναγόντων αναφορικά με τα έξοδα των προηγούμενων δικηγόρων τους η οποία όμως δεν έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Εκκρεμούσης προς ακρόαση της αίτησης για ακύρωση της Αγωγής, καταχωρίστηκε η παρούσα. VΙ. Εξέταση της παρούσας Αίτησης Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης καθίσταται αναγκαία η αναφορά σε κάποιους επιπρόσθετους ισχυρισμούς του Αιτητή στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Σύμφωνα με τον Αιτητή, πλείστες των εργασιών έγιναν με βάση αρχιτεκτονικά σχέδια και την Πολεοδομική Άδεια την οποία οι Ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει από το 2007 και παρέδωσαν στον Εναγόμενο - Τεκμήριο 2. Η εν λόγω Άδεια αφορά προσθήκες/μετατροπές σε υφιστάμενη κατοικία και ανέγερση νέας κατοικίας. Οι κατασκευαστικές εργασίες γίνονταν στη συχνή παρουσία των Εναγόντων και υπό την επίβλεψη του πολιτικού μηχανικού κ. Ηλία Ρώσου, γαμπρού του Ενάγοντος 1, στον οποίο ο Αιτητής πλήρωσε €10.530 ως αμοιβή. Ο Αιτητής επισυνάπτει φωτογραφίες, Τεκμήριο 4, οι οποίες απεικονίζουν τους Ενάγοντες με μέλη της οικογένειας τους στο ακίνητο, για να καταδείξει τη γνώση τους για τις εργασίες. Σε κάποιο στάδιο ο πολιτικός μηχανικός έπαυσε να ενεργεί για τα εν λόγω έργα. Ο Αιτητής προέβη σε καταγγελία εναντίον του αλλά το Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΕΤΕΚ απάντησε με επιστολή ημ. 30.11.11, Τεκμήριο 5, ότι σε συνεδρία του αποφάσισε πως δεν προκύπτει οποιοδήποτε δεοντολογικό παράπτωμα εκ μέρους του. Ο Αιτητής ισχυρίζεται επίσης πως οι Ενάγοντες απέκρυψαν το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση δανείων τους για ποσό €700.000 περίπου και ότι δεν έλαβαν μέτρα για την έξωση ενοικιαστών μέρους του ακινήτου με αποτέλεσμα την απόρριψη από την Πολεοδομική Αρχή των υποβληθέντων σχεδίων για τις κατασκευές στις οποίες προέβη ο ίδιος. Αντίγραφο της απορριφθείσας αίτησης ημ. 17.12.10 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6. Περί το 2010 οι Ενάγοντες άρχισαν να ζητούν νέα υποθήκευση του ακινήτου για την εξασφάλιση νέου δανείου και βάσει εκτίμησης στην οποίαν προέβησαν προς τούτο η αξία του ανέρχετο στα €3.600.000. Αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7. Στη συνέχεια οι Ενάγοντες προέβησαν σε δόλιες ενέργειες με σκοπό τον εξαναγκασμό του Αιτητή σε αποχώρηση από το ακίνητο, συμπεριλαμβανομένης της καταγγελίας στον Έπαρχο με αποτέλεσμα την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης. Στη βάση του πιο πάνω υποβάθρου γεγονότων θα πρέπει να εξεταστεί η συνδρομή των καθιερωμένων προϋποθέσεων για την έγκρισης μιας τέτοιας αίτησης. VΙ.1 Σοβαρό Ζήτημα προς Εκδίκαση Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Λαμβάνοντας υπόψιν το περιεχόμενο της Ανταπαίτησης το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτή αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, κυρίως εφόσον βασίζεται σε συμφωνία δυνάμει της οποίας ο Εναγόμενος προβάλλει ότι προέβη σε εργασίες, και δη στην ανέγερση κατοικιών, πολύ μεγάλης αξίας. Τα στοιχεία αυτά ενισχύονται και μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση και τα αναφερόμενα σε αυτήν επίσης καταδεικνύουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. VΙ.2 Ορατή Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Η πλευρά των Εναγόντων επικαλείται τη διαδικασία στην πρώτη Αγωγή προς υποστήριξη της θέσης πως ο Αιτητής εμποδίζεται από του να επαναφέρει τους ίδιους ισχυρισμούς. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, καθίσταται σαφές πως αντικείμενο της πρώτης Αγωγής ήταν η γραπτή συμφωνία ενοικίασης ημ. 4.11.08 η οποία αναφέρεται σε ενοικίαση μιας κατοικίας 174 τ.μ. και «τεμαχίου γης» επί του επίδικου ακινήτου, «όπως φαίνεται στο συνημμένο σχέδιο με πράσινο χρώμα». Παρόλο που και οι δύο πλευρές παρουσίασαν την εν λόγω συμφωνία καμιά δεν παρουσίασε το σχέδιο. Στην έκθεση απαίτησης όμως γινόταν ρητή αναφορά στην εν λόγω συμφωνία ως συμφωνία ενοικίασης μιας κατοικίας 174 τ.μ., και κατά συνέπειαν εξυπακούεται ότι τόσο η απόφαση όσο και το ένταλμα ανάκτησης κατοχής αναφέρονται σε αυτήν. Στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, ο Αιτητής επιχειρεί να διαχωρίσει τη φύση της πρώτης Αγωγής από την παρούσα προβάλλοντας τη θέση πως η πρώτη Αγωγή αφορούσε άλλους διαδίκους ως συμβαλλόμενα μέρη και πως είχε διαφορετικό αντικείμενο, ήτοι συμφωνία ενοικίασης αναφορικά μόνο με μιαν κατοικία. Αυτή η θέση του Αιτητή όμως δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα ο ίδιος γενικότερα επικαλείται. Αρχικώς επισημαίνεται πως στα πλαίσια της πρώτης Αγωγής, και ειδικότερα στις αιτήσεις για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και του εντάλματος ανάκτησης κατοχής, είναι η ίδια η εταιρεία και ο Αιτητής, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν παράλληλα και διευθυντής της, που προέβαλαν τον ισχυρισμό περί ύπαρξης της γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημ. 4.11.08 μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας και περί τροποποίησης αυτής από τον Ιανουάριο του 2009 σε συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου προσωπικά υπό τους όρους που ο ίδιος επικαλείται. Βεβαίως οι όποιες προσπάθειες της εταιρείας και του Αιτητή για παραμερισμό απέβησαν άκαρπες μέχρι και τον δεύτερο βαθμό με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον μια τελεσίδικη απόφαση Δικαστηρίου δυνάμει της οποίας εκδόθηκε ένταλμα ανάκτησης κατοχής για την εν λόγω κατοικία των 174 τ.μ. Αν πράγματι η θέση του Αιτητή ήταν πως οι δύο συμφωνίες διαχωρίζονται, τότε δεν γίνεται αντιληπτό γιατί η εταιρεία και ο ίδιος να προέβαλλαν τους πιο πάνω ισχυρισμούς στα πλαίσια της πρώτης Αγωγής. Αυτοί είναι που επέλεξαν και συνέδεσαν την επίδικη συμφωνία ημ. 4.11.08 με άλλη μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ άλλων μερών επιζητώντας ακύρωση της πρώτης απόφασης και του εντάλματος ανάκτησης κατοχής της κατοικίας. Αν ο Αιτητής θεωρούσε πως οι δύο συμφωνίες ήταν ασύνδετες και ανεξάρτητες μεταξύ τους, τότε δεν υπήρχε λόγος είτε η εταιρεία είτε ο ίδιος να επιχειρούν τον παραμερισμό της απόφασης και του εντάλματος ανάκτησης της κατοικίας προβάλλοντας τον ισχυρισμό περί μεταβολής της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης σε άλλη συμφωνία. Θα μπορούσε δηλαδή από τότε να διεκδικήσει τα κατ΄ ισχυρισμόν δικαιώματα του στη βάση της συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι συνήψε υπό την προσωπική του ιδιότητα, μέσω προφανώς ξεχωριστής αγωγής εναντίον των Εναγόντων. Επιπλέον, μια ανάγνωση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην παρούσα υποδηλοί πως ο ίδιος ο Αιτητής ουδόλως διαχωρίζει τις δύο συμφωνίες και το αντικείμενο αυτών. Αντιθέτως, διαπιστώνεται χωρίς δυσκολία πως στην Ανταπαίτηση ο Αιτητής συνδέει τις δύο συμφωνίες εφόσον αναφέρεται στη λήξη της συμφωνίας ημ. 4.11.08 με την αντικατάσταση της με τη νέα συμφωνία του
- Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο Αιτητής ρητώς εισαγάγει την κατοικία των 174 τ.μ., η οποία αποτελούσε το αντικείμενο της συμφωνίας ημ. 4.11.08 και της πρώτης Αγωγής, στη νέα συμφωνία. Συγκεκριμένα στην παρ. 5 της Υπεράσπισης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Επιπλέον ο Εναγόμενος αναφέρει ότι προς υλοποίηση της προαναφερθείσας προφορικής συμφωνίας προχώρησε σε ανέγερση 2 κατοικιών. Η πρώτη κατοικία αφορούσε επέκταση της μεταλλικής κατασκευής που ήταν 174 τ.μ. σε 400 τ.μ. μαζί με γκαράζ επί του τεμαχίου . Η δεύτερη κατοικία αφορούσε σπίτι έκτασης 600 τ.μ. με γκαράζ και πισίνα και το οποίο βρίσκεται στα τελικά στάδια ολοκλήρωσης του ..» Σημειώνεται πως η αίτηση τροποποίησης δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τη συγκεκριμένη παράγραφο. Ρητή αναφορά στην πρώτη κατοικία γίνεται και στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Ειδικότερα στην παρ. 6 (Γ) ο Αιτητής ισχυρίζεται πως μετά την τροποποίηση της συμφωνίας προέβη σε οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο που αφορούσαν μεταξύ άλλων «Την επέκταση της οικίας που στην πραγματικότητα πρόκειται για υφιστάμενη μεταλλική κατασκευή που οι Ενάγοντες 1 και 2 την αποκαλούν κατοικία, με κτίσιμο 200 μέτρων περίπου πρόσθετης οικοδομής στην οποία διαμένω με την σύζυγο μου και τα 8 παιδιά μου.» Ακόμη και η Πολεοδομική Άδεια του 2007 καταδεικνύει ότι αυτή αφορούσε και την εν λόγω κατοικία καθότι αναφέρεται σε προσθήκες-μετατροπές σε υφιστάμενη κατοικία. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, προκύπτει πως ο Αιτητής, στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και διαδικασίας, ουσιαστικά επαναφέρει και παρουσιάζει εκ νέου τα ίδια επιχειρήματα (ως στην πρώτη Αγωγή) τα οποία έχουν έναυσμα και στηρίζονται στη γραπτή συμφωνία ημ. 4.11.08, παραγνωρίζοντας όμως ότι αυτή έχει ήδη αποτελέσει το αντικείμενο άλλης διαδικασίας και τελεσιδικίας. Αυτοί οι ισχυρισμοί καταδεικνύουν προσπάθεια επέμβασης στην προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου και ανατροπής της, καθότι τυχόν επιτυχία του Αιτητή στην Ανταπαίτηση του θα είχε ως αποτέλεσμα, αφενός την ύπαρξη της προγενέστερης απόφασης δυνάμει μιας συμφωνίας μεταξύ των εκεί διαδίκων για καθυστερημένα ενοίκια μέχρι τις 31.1.12 και για οφέλη υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της εταιρείας μέχρι και την παράδοση της κατοικίας (η οποία όπως θα διαφανεί κατωτέρω έλαβε χώρα στις 8.3.16), και αφετέρου ταυτόχρονα και παράλληλα την ύπαρξη μιας νέας απόφασης δυνάμει της ίδιας συμφωνίας η οποία όμως πλέον θα παρουσιαζόταν ότι έπαυσε να ισχύει δια αντικαταστάσεως με νέα από το 2009, η οποία θα αφορούσε και την εν λόγω πρώτη κατοικία, και για την επιδίκαση αποζημιώσεων αυτή τη φορά εναντίον των Εναγόντων και υπέρ του Αιτητή. Με άλλα λόγια, θα υπήρχαν σε ισχύ δύο παράλληλες και αντικρουόμενες μεταξύ τους αποφάσεις με αντικείμενο την ίδια κατοικία, η μεν πρώτη για ενοίκια και για οφέλη υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της εταιρείας από την 1.2.12 μέχρι και τις 8.3.16 λόγω ενοικίασης της κατοικίας από την τελευταία από τις 4.11.08, η δε δεύτερη για αποζημιώσεις υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων λόγω κατάργησης της συμφωνίας ενοικίασης και κατοχής και ανάπτυξης, με σκοπό την αγορά, και της εν λόγω κατοικίας από τον Εναγόμενο από το
- Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η Ανταπαίτηση ηγέρθη εξ αφορμής της έγερσης της παρούσας Αγωγής. Είναι αξιοσημείωτο δε πως στην έκθεση απαίτησης της παρούσας Αγωγής οι Ενάγοντες φέρονται να επικαλούνται άλλη (προφορική) συμφωνία ημ. 1.11.08, μεταξύ των διαδίκων για μέρος του ακινήτου και για μια κατοικία. Έχει ήδη διαφανεί πως ενώ οι ίδιοι οι Ενάγοντες φαίνεται να στηρίζουν την απαίτηση τους σε άλλη ξεχωριστή συμφωνία, ο Εναγόμενος φέρνει στο προσκήνιο τη γραπτή συμφωνία ημ. 4.11.08 και την πρώτη κατοικία στην οποία εκείνη αφορούσε. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψιν ότι ο Ενάγων 1 φέρεται να επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης σε ένορκη του δήλωση ημ. 5.2.12 στα πλαίσια αίτησης για απόφαση. Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί να απομονώσει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος 1, αλλά οφείλει να λάβει επίσης υπόψιν και το γεγονός πως πολύ πιο πρόσφατα, το 2015, και οι δύο Ενάγοντες προέβησαν σε ένορκες δηλώσεις στις οποίες αναφέρουν ότι η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε εν αγνοία τους με πλαστογραφημένα διοριστήρια, προέβησαν σε σχετική καταγγελία στο ΤΑΕ Αρχηγείου και γι΄ αυτό καταχώρισαν αίτηση για ακύρωση της Αγωγής. Σημειώνεται πως ο Αιτητής, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην έγερση της Αγωγής και στην καταχώριση της ένορκης δήλωσης εκ μέρους του Ενάγοντος 1 χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά στη μεταγενέστερη θέση των Εναγόντων αναφορικά με τις συνθήκες έγερσης της Αγωγής. Μόνο κατά το στάδιο της αγόρευσης του ο δικηγόρος του εισηγήθηκε πως αυτή η θέση αποτελεί εφεύρεση των Εναγόντων και εκ των υστέρων σκέψεις εκ μέρους τους. Έχει ήδη λεχθεί πως θέσεις δικηγόρων κατά τις αγορεύσεις δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο. Ο δικηγόρος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο να προβληματιστεί στο τι θα συνέβαινε αν τελικώς εκδίδετο απόφαση με βάση την εν λόγω ένορκη δήλωση, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσον οι Ενάγοντες θα εξακολουθούσαν να ισχυρίζονται πως η παρούσα Αγωγή είναι προϊόν πλαστογραφίας. Επί τούτου το Δικαστήριο περιορίζεται να αναφέρει πως αυτό το ερώτημα παραμένει θεωρητικό και εικασία, και πως εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες πιθανόν να προέβαιναν σε άλλα διαβήματα στην περίπτωση που τελικώς αποδεικνύετο πως αυτοί ουδέποτε καταχώρισαν την παρούσα Αγωγή και να έδιναν εξηγήσεις αναφορικά όχι μόνο με την έγερση της Αγωγής αλλά και με υπογραφή της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου το γεγονός ότι οι Ενάγοντες θα αντιμετώπιζαν σοβαρές συνέπειες σε περίπτωση που αυτοί επέμεναν στην ύπαρξη και εκτέλεση της απόφασης ενώ τελικώς διαφαινόταν πως η όλη διαδικασία ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Στο παρόν στάδιο βεβαίως το Δικαστήριο επισημαίνει πως λαμβάνει υπόψιν και συνεκτιμά όλα τα ενώπιον του δεδομένα, όπως αυτά αναφέρονται ανωτέρω χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε αξιολόγηση αυτών ή σε τελικά συμπεράσματα. Ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, στο παρόν στάδιο και με βάση το περιεχόμενο της Ανταπαίτησης το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την πιθανότητα κατάληξης περί ύπαρξης κάποιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ως οι ισχυρισμοί του Αιτητή πλην της κατοικίας που αποτελεί το αντικείμενο της συμφωνίας ημ. 4.11.08 και της προγενέστερης απόφασης στην πρώτη Αγωγή. Άλλωστε με το δεύτερο αιτητικό της παρούσας Αίτησης διαφαίνεται πως ο Αιτητής αναγνωρίζει το δικαίωμα απόλυτης κατοχής της εν λόγω κατοικίας από τους Ενάγοντες. Όμως, υπάρχει ακόμη ένα ουσιώδες στοιχείο το οποίο πρέπει να συνεκτιμηθεί για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, ήτοι η Ποινική Υπόθεση 1067/11 και το αποτέλεσμα αυτής. Ο Αιτητής, στην ένορκη του δήλωση, σχολιάζει τη στάση των Εναγόντων, ότι δηλαδή αυτοί ενήργησαν εσκεμμένα και πέτυχαν τη μη εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών για τις επίδικες οικοδομές, κατήγγειλαν τον Ενάγοντα ενώ μετέπειτα παραδέχθηκαν την ανοχή στην ανέγερση αυτών (των οικοδομών). Παραμένει όμως αδιαμφισβήτητο το γεγονός πως οι Ενάγοντες παραδέχθηκαν τις εκεί κατηγορίες. Στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για τη διαδικασία της Ποινικής Υπόθεσης, το Δικαστήριο επισημαίνει μόνο πως η παραδοχή στις κατηγορίες για ανοχή ανέγερσης των οικοδομών δεν αποκαλύπτει αφ΄ εαυτής τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ειδικότερα δεν συνεπάγεται αυτόματα τη ρητή συγκατάθεση ή συναίνεση των Εναγόντων για την ανέγερση τους, ιδιαίτερα στην απουσία μαρτυρίας για τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου. Είναι επίσης γεγονός πως και εναντίον της εταιρείας και του Αιτητή επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές. Πολύ πιο σημαντικό όμως είναι πως εναντίον της εταιρείας εκδόθηκε διάταγμα κατεδάφισης. Με βάση τη θέση του ίδιου του Αιτητή, το διάταγμα κατεδάφισης αφορά όλες τις οικοδομές οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν του αποτελούν το αντικείμενο της νέας συμφωνίας του 2009 μεταξύ των Εναγόντων και του Αιτητή. Όπως ορθώς επισήμανε ο δικηγόρος των Εναγόντων, η καταχώριση έφεσης αφ΄ εαυτής ουδόλως αναστέλλει την ισχύ του διατάγματος κατεδάφισης. Επομένως, τυχόν έκδοση των αιτούμενων στην παρούσα διαταγμάτων θα αποτελούσε παρέμβαση στην ισχύ και αποτελεσματικότητα του διατάγματος κατεδάφισης το οποίο μάλιστα αφορά ξεχωριστό πρόσωπο, ήτοι την εταιρεία. Με την τελευταία διαπίστωση δημιουργείται επίσης η εύλογη απορία γιατί η εταιρεία να εμπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο στις κατηγορίες που αφορούν τις οικοδομές (πλην ενδεχομένως της πρώτης κατοικίας, αντικείμενο της γραπτής συμφωνίας ημ. 4.11.08) από τη στιγμή που ο Αιτητής ισχυρίζεται και εμμένει ότι αυτές αποτελούν το αντικείμενο της νέας συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και του ιδίου, χωρίς δηλαδή περαιτέρω ανάμειξη της εταιρείας. Εκείνο που κατ΄ ουσίαν επιζητεί ο Αιτητής είναι την κατάργηση του διατάγματος κατεδάφισης εναντίον τρίτου προσώπου και συνάμα τη διεκδίκηση δικαιωμάτων επί των συγκεκριμένων οικοδομών μέσω της παρούσας διαδικασίας, κάτι το οποίο δεν μπορεί να επιτραπεί. Τέλος, το Δικαστήριο επιθυμεί να αναφερθεί στον ισχυρισμό του Αιτητή πως αυτός και η πολυμελής οικογένεια του διαμένουν στην κατοικία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της γραπτής συμφωνίας ημ. 4.11.
- Παρά την προβολή αυτού του ισχυρισμού επαναλαμβάνω πως με το δεύτερο αιτητικό ο Αιτητής αναγνωρίζει το δικαίωμα ανάκτησης κατοχής της εν λόγω κατοικίας ενόψει της προγενέστερης απόφασης του Δικαστηρίου και του εντάλματος ανάκτησης κατοχής της. Εν πάση περιπτώσει αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται επαρκώς από τους Ενάγοντες μέσω του αδιαμφισβήτητου ισχυρισμού της Ενάγουσας 2 πως η εν λόγω κατοικία παραδόθηκε στις 8.3.16 και πως ο Αιτητής με την οικογένεια του δεν διέμεναν εκεί για τους τελευταίους έξη μήνες. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε τελική απόφαση επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων της παρούσας Αγωγής, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Έχοντας υπόψιν τη βάση της Ανταπαίτησης του Αιτητή, τους ισχυρισμούς στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης, την ύπαρξη και τις συνέπειες των αποφάσεων στην Αγωγή 3325/11 και στην Ποινική Υπόθεση 1067/11, και γενικά όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ανταπαίτησης του. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, καθιστά αχρείαστη την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.1980, στην οποία λέχθηκε ότι από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Επομένως, θεωρώ ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν. VIΙ. Κατάληξη Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο