THE CYPRUS INVESTMENT & SECURITIES CORPORATION LTD ν. ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΑΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 659/08, 17/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A182 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 659/08 Μεταξύ: THE CYPRUS INVESTMENT & SECURITIES CORPORATION LTD Εναγόντων και ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΑΥΛΟΥ Εναγομένου και ΜΑΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ Τριτοδιάδικο 17 Μαρτίου 2016 Για τους ενάγοντες: κα Ι. Μαλέκου Για τον εναγόμενο: κος Κ. Καμένος Για τον τριτοδιάδικο: κος Ε. Χειμώνας ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια η ιδιαιτερότητα της υπό κρίση υπόθεσης δεν οφείλεται σε αυτό το επίδικο ζήτημα, αλλά στη δικονομική ανάπτυξη τούτης. Και εξηγώ· η διαφορά των μερών, και βεβαίως η δικογραφία η οποία την προσδιορίζει, δεν περιορίζεται μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου. Προστίθεται εδώ και δεύτερη διαφορά, ήτοι αυτή του εναγομένου με την τριτοδιάδικο. Αυτό είναι ένα δικονομικό γεγονός που περιπλέκει την όλη κατάσταση, εφόσον στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ακούγονται δύο διαφορετικές αξιώσεις. Η πρώτη είναι αυτή του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου και η δεύτερη, η οποία τελεί υπό την αίρεση απόδειξης της πρώτης, αυτή του εναγομένου εναντίον της τριτοδιαδίκου. Εν τούτοις έχει νομολογηθεί πως καίτοι οι δύο αξιώσεις συνεκδικάζονται δεν χάνουν την αυτοτέλειά τους, υπό την έννοια ότι η μαρτυρία που προσφέρεται στο πλαίσιο της πρώτης αξίωσης διακρίνεται από εκείνη της άλλης, όπως βεβαίως και το αντίστροφο (βλ. Νικήτα ν. Medcon Construction Limited κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 643). Κάθε πλευρά καλείται να αποδείξει την υπόθεση που δικογραφεί και προς τούτο υπόψιν λαμβάνεται η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αξίωσης, όχι όμως και η μαρτυρία που προσφέρθηκε στο πλαίσιο της άλλης αξίωσης, είτε τούτη είναι η αγωγή είτε η αξίωση του εναγομένου εναντίον του τριτοδιαδίκου. Τέλος, απόφανση του κατά πόσο ο τριτοδιάδικος έχει οιανδήποτε ευθύνη, προϋποθέτει ότι ο εναγόμενος έχει ήδη κριθεί υπεύθυνος. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Γεωργίου ν. Φιλιστίδη και Μανώλη, Πολ. Έφ. 281/09, 01/03/2013· «αν ο εναγόμενος δεν έχει ευθύνη, το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να καθορίσει τις υποχρεώσεις του τριτοδιαδίκου έναντι της ενάγουσας, εφόσον δεν υφίσταται μεταξύ τους η απαιτούμενη άμεση δικονομική σχέση». Με γνώμονα όλα τα ανωτέρω στρέφομαι στο πρώτο και κύριο ερώτημα της υπόθεσης, ήτοι· περί τίνος πρόκειται. Η δικογραφία αποτελεί το πλαίσιο των ισχυρισμών και συνεπώς φανερώνει το ζητούμενο. Ως εκ τούτου σπεύδω να συνοψίσω ό,τι εκεί αναφέρεται. Διευκρινίζω ότι σε αυτό το στάδιο θα παρατεθεί το σύνολο των δικογράφων, ώστε να βοηθηθεί ο αναγνώστης να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα του συνόλου των ισχυρισμών της υπόθεσης. Η ίδια τακτική θα ακολουθηθεί και στη σύνοψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Στη συνέχεια όμως, δηλαδή στο στάδιο ανάλυσης και αξιολόγησης της μαρτυρίας, η κάθε υπόθεση θα εξεταστεί ξεχωριστά βάσει των αρχών που πιο πάνω αναφέρονται, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς εναγομένου αντιδιαστέλλεται με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε τόσο από τον ενάγοντα όσο και από την τριτοδιάδικο. Αυτό γιατί η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά του εναγομένου έχει διττό χαρακτήρα και εξυπηρετεί τόσο ως υπεράσπιση έναντι της αξίωσης του ενάγοντα, όσο και ως αξίωση έναντι της τριτοδιαδίκου. Οι ενάγοντες (στη συνέχεια η CISCO) αναφέρουν ότι είναι εταιρεία η οποία διεξάγει επενδυτικές και/ή χρηματιστηριακές εργασίες. Είναι δε η θέση τους ότι την 21.12.1999 ο εναγόμενος τους διόρισε πληρεξούσιους αντιπρόσωπους ώστε εξ ονόματος και για λογαριασμό του να υπογράφουν κάθε αναγκαίο έγγραφο με σκοπό τη μεταβίβαση μετοχών και δικαιωμάτων, είτε προτίμησης για αγορά μετοχών (rights) είτε για αγορά μετοχών (warrants), αλλά και οιονδήποτε άλλων αξιών. Υποστηρίζουν ακόμη ότι μεταξύ Ιουλίου 1999 μέχρι και 18 Νοεμβρίου 1999 διαπραγματεύτηκαν δια λογαριασμό του εναγομένου αριθμό μετοχών. Αυτές μάλιστα οι υπηρεσίες της CISCO απέφεραν στον εναγόμενο κέρδος, εξ ου και εξέδωσαν επ' ονόματί του τέσσερις επιταγές ως εξής· £12790,08 (31.08.1999), £5000 (31.08.1999), £3392,50 (13.10.1999) και £5000 (13.10.1999). Αναφέρουν δε ότι και ο εναγόμενος προέβηκε σε διάφορες πληρωμές, δηλαδή κατέβαλε στη CISCO τα ακόλουθα ποσά· £5000 (06.08.1999), £5000 (02.10.1999), £10392,50 (01.12.1999) και £81,34 (21.04.2000). Καταλήγουν ότι το υπόλοιπο του εναγομένου εξοφλήθηκε την 21.04.2000 με καταβολή ποσού £81,
- Εν τούτοις οι συναλλαγές του εναγομένου δεν τερματίστηκαν άμα την εξόφληση του λογαριασμού. Η CISCO διατείνεται πως μεταξύ 10.12.1999 και 22.12.2000 ο εναγόμενος προέβη σε νέο κύκλο αγοραπωλησιών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί οφειλή ανερχόμενη σε £43119,
- Μάλιστα, αναφέρει η CISCO, ο εναγόμενος αναγνώρισε την εν λόγω οφειλή και δια τούτο την 29.08.2000 υπέγραψε συμφωνία αναγνώρισης χρέους για ποσό £
- Παράλληλα υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων με το οποίο τους εξουσιοδότησε να αγοράζουν, πωλούν και μεταβιβάζουν οποιεσδήποτε κινητές αξίες. Λόγω του ότι ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με τα αναφερόμενα στη συμφωνία αναγνώρισης χρέους, η CISCO έκανε χρήση των προνοιών του πληρεξουσίου εγγράφου και πώλησε αριθμό αξιών. Πέραν τούτου η CISCO από κοινού με την υπηρεσία recoveries της Τράπεζας Κύπρου είχε δύο συναντήσεις με τον εναγόμενο. Τούτες έλαβαν χώρα την 21.07.2001 και 03.07.
- Είναι η θέση της CISCO ότι σε αυτές τις συναντήσεις ο εναγόμενος παραδέχθηκε την οφειλή του στους ενάγοντες. Εν τούτοις, ουδέν ποσό κατέβαλε, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να οφείλει το ποσό που αναφέρεται στην αγωγή, δηλαδή €91700,
- Από πλευράς εναγομένου γίνεται παραδοχή, τουλάχιστον εμμέσως, ότι ήταν πελάτης της CISCO, όχι όμως κατά τον τρόπο που η τελευταία διατείνεται. Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι παν έγγραφο που υπέγραψε και/ή συμφωνία που είχε μετά των εναγόντων και/ή κάποια υπάλληλο τούτων, ονόματι Μαρία Χριστοδουλίδου, είναι προϊόν ψυχικής πίεσης και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Αναφέρει εν προκειμένω ότι κατά ή περί τον Ιούλιο του 1999 τον προσέγγισε η προμνησθείσα Μαρία Χριστοδουλίδου (στη συνέχεια η τριτοδιάδικος), την οποία γνώριζε μέσω του συζύγου της με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, και προσφέρθηκε να τον βοηθήσει οικονομικά, δηλαδή προβαίνοντας σε αγορά μετοχών δια λογαριασμό του μέσω των εναγόντων. Επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη δέχτηκε και αφότου έλαβε δάνειο για το ποσό των £5000, της έδωσε τούτο το ποσό με τη συμφωνία και/ή ρητή οδηγία και/ή εντολή ότι η όποια αγορά μετοχών θα περιοριζόταν μέχρι του εν λόγω ποσού και ουδέν άλλου. Είναι δε η θέση του εναγομένου ότι οι ενέργειες της τριτοδιαδίκου του απέφεραν κέρδος. Την 31.08.1999, αναφέρει, κλήθηκε από την τριτοδιάδικο να παραλάβει μια επιταγή ύψους £12790,08, ενώ την ίδια ώρα του λέχθηκε ότι στο λογαριασμό του παρέμενε και το αρχικό ποσό των £5000, με το οποίο θα προχωρούσε σε νέες αγορές μετοχών. Προσθέτει ο εναγόμενος ότι σε κατοπινό στάδιο αύξησε το αρχικό κεφάλαιο των £5000, προσθέτοντας ακόμα £
- Υποστηρίζει όμως ότι η τριτοδιάδικος ενήργησε κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας και συγκεκριμένα καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που της έδειξε. Αυτό γιατί άρχισε να ενεργεί κατά το δοκούν χρεώνοντας το λογαριασμό του με υπέρογκα ποσά, γεγονός που πληροφορήθηκε πολύ αργότερα και όλως τυχαίως. Είναι δε η θέση του ότι αυτές οι ενέργειες της τριτοδιαδίκου ήταν σε γνώση και/ή με την ανοχή της CISCO. Αρνείται ότι υπέγραψε οιανδήποτε συμφωνία αναγνώρισης χρέους, ενώ διαζευκτικά αναφέρει πως η υπογραφή τέτοιου εγγράφου ήταν αποτέλεσμα εξαπάτησης και/ή ψευδών παραστάσεων της τριτοδιαδίκου. Τέλος, δέχεται ότι είχε δύο συναντήσεις με τη CISCO και την υπηρεσία recoveries της Τράπεζας Κύπρου, αρνείται όμως ότι παραδέχθηκε οιονδήποτε ποσό. Καταλήγει συνεπώς ότι υπόλογος για το επίδικο ποσό είναι η τριτοδιάδικος. Στο ίδιο μήκος κύματος κυμαίνεται και η έκθεση απαιτήσεως του εναγομένου εναντίον της τριτοδιαδίκου και ως εκ τούτου παραλείπω σύνοψη των εκεί αναφερομένων. Τώρα, το περιεχόμενο της υπεράσπισης της τριτοδιαδίκου μπορεί να χαρακτηριστεί και ως απέριττο. Δέχεται εν προκειμένω ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στη CISCO. Διατείνεται εν τούτοις ότι δεν χειριζόταν καθ' οιονδήποτε τρόπο το λογαριασμό του εναγομένου και ούτε είχε οιανδήποτε επαγγελματική επαφή μαζί του, πλην μόνο της περιπτώσεως που συνεπεία των καθηκόντων που είχε στους ενάγοντες, κάλεσε αρκετούς πελάτες τούτων, μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος, να προσέλθουν στα γραφεία της CISCO και να υπογράψουν έγγραφα αναγνώρισης χρέους για ποσά που όφειλαν. Κατά τα λοιπά η τριτοδιάδικος απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών του εναγομένου, ως επίσης και την αξίωσή του εναντίον της. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι οι θέσεις των διαδίκων δεν είναι ολωσδιόλου αντίθετες, εφόσον σε κάποια ζητήματα φαίνεται να συμπίπτουν. Ποια είναι τούτα τα γεγονότα που οι διάδικοι αποδέχονται, θα εξεταστεί για κάθε υπόθεση ξεχωριστά. Ας δούμε τώρα τους μάρτυρες που κλήθηκαν. Από πλευράς CISCO κλήθηκαν τρεις μάρτυρες. Τούτοι είναι· ο Σταύρος Αγρότης, ΜΕ1, (στη συνέχεια ο Αγρότης), ο Πανίκος Χριστοφόρου (στη συνέχεια ΜΕ2) και η Ελευθερία Κουμουλή (στη συνέχεια ΜΕ3). Από πλευράς υπεράσπισης κλήθηκαν ο εναγόμενος, ο Παντελής Νικολαΐδης (στη συνέχεια ΜΥ2), η Σπυρούλλα Πισκοπίδου (στη συνέχεια ΜΥ3) και, η Ευθυμία Καλομοίρη (στη συνέχεια ΜΥ4). Για την τριτοδιάδικο ενόρκως κατέθεσε μόνο η ίδια. Προτού συνοψίσω την προσφερθείσα μαρτυρία, παραθέτω καθετί αναμφισβήτητο ή παραδεχτό μεταξύ CISCO και εναγομένου. Η νομική υπόσταση της CISCO, καθώς επίσης το πεδίο δραστηριότητάς της, ήτοι χρηματιστηριακή εταιρεία, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ CISCO και εναγομένου. Επιπλέον αναμφισβήτητο είναι και το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο η τριτοδιάδικος εργαζόταν στη CISCO. Αναφέρεται τούτο εδώ εφόσον η εμπλοκή της τριτοδιαδίκου στην όλη υπόθεση αποτελεί βασικό πυλώνα της υπεράσπισης του εναγομένου. Πέραν των πιο πάνω η υπεράσπιση δέχεται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος ήταν πελάτης της CISCO. Άλλωστε ο εναγόμενος δέχεται ότι τον Ιούλιο του 1999 κατέβαλε το ποσό των £5000 και αργότερα πρόσθεσε άλλες £
- Δέχεται ακόμη ότι έλαβε και μια επιταγή για το ποσό των £12790,
- Τούτη η επιταγή είναι το τεκμήριο 3 στο δικαστήριο. Αναμφισβήτητο είναι και το τεκμήριο 8 στο δικαστήριο. Είναι τούτο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 21.12.1999 που υπέγραψε ο εναγόμενος και με το οποίο κατέστησε τη CISCO πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Περιπλέον, αναμφισβήτητο είναι ότι ο εναγόμενος υπέγραψε και το τεκμήριο 14, δηλαδή τη συμφωνία αναγνώρισης χρέους. Τέλος, ο εναγόμενος δέχεται ότι τα τεκμήρια 30Α μέχρι και 30Ε, συγκεκριμένα το έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών», φέρει την υπογραφή του στη δεύτερη σελίδα, δηλαδή υπογράφηκε από τον ίδιο. Εν κατακλείδι τα τεκμήρια 31Α και 31Β κατατέθηκαν εκ συμφώνου και σε σχέση με αυτά δηλώθηκε ότι· «Δηλώνουμε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι συναντήσεις που είχε ο Εναγόμενος με την Υπηρεσία 'Recoveries' ήταν δύο: Η πρώτη ήταν την 23.7.2001 και η δεύτερη ήταν 4.7.
- Τα αποτελέσματα των συναντήσεων έλαβαν γραπτή μορφή και είναι τα δύο έγγραφα που παρουσιάζουμε στο Δικαστήριο ώστε να κατατεθούν ως τεκμήρια. Δηλώνουμε περαιτέρω ως παραδεκτό γεγονός ότι η χειρόγραφη σημείωση στο τεκμήριο 31(Α) τέθηκε από τον κο Μάριο Χριστοφόρου 4.7.2002, και περαιτέρω συντάκτης της χειρόγραφης σημείωσης στο τεκμήριο 31(Β) είναι ο Πανίκος Μηνά, αμφότεροι Λειτουργοί της Υπηρεσίας Recoveries.» Εφόσον όλα τα πιο πάνω αποτελούν παραδεχτή ή αναμφισβήτητη μαρτυρία, υιοθετούνται και καθίστανται διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Ο Σταύρος Αγρότης είναι ο κυριότερος, ίσως, μάρτυρας για τη CISCO. Παρ' ότι δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της CISCO κατά το χρόνο που μαρτυρούσε, η σημασία της μαρτυρίας του έγκειται στο ότι από το έτος 2000 ήταν διευθυντής του χρηματιστηριακού τμήματος και συνεπώς γνώριζε τις διαδικασίες, τον τρόπο λειτουργίας και βεβαίως τα έγγραφα που χρησιμοποιούσε η CISCO. Υπό αυτή την ιδιότητα ο μάρτυρας κατέθεσε στο δικαστήριο το μεγαλύτερο μέρος των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί και επεξήγησε τον τρόπο κατάρτισης και τη σημασία τούτων. Τονίζεται εν τούτοις ότι ο Αγρότης ρητά ανέφερε ότι δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αναδεικνύονται στα διάφορα έγγραφα. Τα τεκμήρια που ο Αγρότης παρουσίασε στο δικαστήριο σκιαγραφούν και το πλαίσιο της μαρτυρίας του. Το τεκμήριο 1 είναι κατάσταση λογαριασμού (statement of account). Ο μάρτυρας επεξήγησε τις διάφορες στήλες του εγγράφου λέγοντας ότι αποκαλύπτουν την ημερομηνία που έγιναν οι διάφορες πράξεις. Κάτω από τη στήλη REF/No καταγράφονται οι αριθμοί των πινακιδίων συναλλαγής (contract notes), ως επίσης αριθμοί των εκδοθέντων επιταγών, ενώ η επόμενη στήλη (3η στήλη) δεικνύει τον όγκο των αξιών. Το αντικείμενο της συναλλαγής αναφέρεται στην 4η στήλη. Οι τρεις τελευταίες στήλες δεικνύουν τις αυξομειώσεις στο λογαριασμό του επενδυτή. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αγρότης ανέφερε ότι το τεκμήριο 1 φανερώνει πως ο εναγόμενος προέβη σε καταθέσεις διαφόρων χρηματικών ποσών και περαιτέρω, σε αναλήψεις κερδών. Πέραν της επιταγής τεκμήριο 3, ημερομηνίας 31.08.1999 και ποσό £12790,08, που ο εναγόμενος δέχεται ότι εξαργύρωσε, ο Αγρότης παρουσίασε άλλες τρεις επιταγές, τεκμήρια 2, 4 και 5, για το ποσό των £5000, £3392,50 και £5000 αντίστοιχα. Η πρώτη εκ των τριών εκδόθηκε την 31.08.1999, ενώ οι άλλες δύο την 13.10.
- Το δε τεκμήριο 10, ανέφερε ο Αγρότης, είναι απόδειξη κατάθεσης χρημάτων στο λογαριασμό του τεκμηρίου 1 το ποσό που κατατέθηκε είναι £10392,50 και στην κατάθεση προέβη, σύμφωνα με τον Αγρότη, ο εναγόμενος την 27.10.
- Ανάλογο με το τεκμήριο 1 είναι, σύμφωνα με τον Αγρότη, και το τεκμήριο
- Η δε δέσμη τεκμηρίων 6Α έως 6ΚΓ, 9Α έως 9ΜΑ και 13Α έως 13ΚΒ, είναι τα πινακίδια συναλλαγών των διαφόρων αγοραπωλησιών αξιών στις οποίες προέβη ο εναγόμενος. Ο Αγρότης ανέδειξε και τη σημασία του τεκμήριου 7, δηλαδή του File of Customer. Το περιεχόμενο τούτου του τεκμηρίου, σύμφωνα πάντα με τον Αγρότη, λαμβάνεται από τον επενδυτή και ο κωδικός που ακολούθως δίδει η CISCO, εδώ ο αριθμός 0748202, αναγράφεται στα διάφορα πινακίδια συναλλαγής. Ήταν η θέση του Αγρότη ότι τα διάφορα contract notes αποστέλλονταν στους επενδυτές, στη δοσμένη όμως περίπτωση, ανέφερε, λόγω του ότι η αδελφή του εναγομένου εργαζόταν στη CISCO, πιθανό είναι να ελάμβανε η ίδια τούτα τα contract notes. Ο Αγρότης επεξήγησε και τον τρόπο υποβολής εντολών κατά τον επίδικο χρόνο. Αφενός επικαλέστηκε το πληρεξούσιο (τεκμήριο 8) που ο εναγόμενος δέχεται ότι υπέγραψε, ώστε να αναφέρει ότι το εν λόγω έγγραφο παρείχε δυνατότητα υπογραφής των εγγράφων όχι όμως και αγοράς ή πώλησης μετοχών. Οι εντολές, ανέφερε, μπορούσαν να είναι· προφορικές, τηλεφωνικές, γραπτές ή με τηλεομοιότυπο. Στην προκείμενη περίπτωση έψαξε και εντόπισε εντολές του εναγομένου, δηλαδή το τεκμήριο 11Α έως 11Θ. Ο Αγρότης ανέφερε ακόμη ότι οι αγορές γίνονταν με αέρα. Επεξήγησε ότι με αυτό εννοούσε πως αγοράζονταν οι μετοχές χωρίς να προπληρωθεί ο χρηματιστής δηλαδή χωρίς ο επενδυτής να καταβάλει οιονδήποτε ποσό. Σύμφωνα με το μάρτυρα, επειδή ο εναγόμενος δεν ξόφλησε τα αναφερόμενα στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1), κλήθηκε και υπέγραψε συμφωνία αναγνώρισης χρέους (τεκμήριο 14) και νέο πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 15), ώστε η CISCO να δικαιούται να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές. Τα τεκμήρια 16Α έως 16Γ και 17Α έως 17Γ, φανερώνουν κάποιες από αυτές τις ενεχυριάσεις, ενώ τα τεκμήρια 18, 19 και 20, είναι πινακίδια συναλλαγών που διενεργήθηκαν βάσει του δεύτερου πληρεξουσίου εγγράφου που χορήγησε ο εναγόμενος και των οποίων το προϊόν χρησιμοποιήθηκε για μείωση του οφειλόμενου ποσού. Τα τεκμήρια 21 έως 24 είναι διάφορες επιστολές που η CISCO απέστειλε στον εναγόμενο. Τέλος, το τεκμήριο 25 είναι συγκεντρωτική κατάσταση των συναλλαγών του εναγομένου. Και η ΜΕ3, Ελευθερία Κουμουλή, κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στη CISCO. Ούτε αυτή έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν τον εναγόμενο, είχε όμως σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της CISCO και αυτόν είναι που κλήθηκε να επεξηγήσει. Η ίδια εργαζόταν στο back office της CISCO, ενώ προηγουμένως συμμετείχε στην εφαρμογή του clients ledger. Επεξήγησε ότι το clients ledger ήταν η δημιουργία της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 1). Πριν τούτη την εφαρμογή οι πελάτες όφειλαν να εξοφλούν κάθε contract note, ενώ στη συνέχεια τηρείτο κατάσταση λογαριασμού. Αυτό το πρόγραμμα άρχισε τον Ιούλιο του 1999 και η ΜΕ3 ανέλαβε τη συμφιλίωση των contract notes κάθε πελάτη με την κατάσταση λογαριασμού. Όπως ο Αγρότης έτσι και η ΜΕ3 ανέφερε ότι τότε οι εντολές ήταν είτε γραπτώς, είτε τηλεφωνικώς, είτε ακόμα αυτοπροσώπως στο πάτωμα. Ανέφερε όμως ότι όταν λάμβαναν τις εντολές των πελατών λάμβαναν και τον αριθμό δελτίου ταυτότητος ή εγγραφής εταιρείας, ώστε να μην αμφισβητείται η κυριότητα των αξιών. Παράλληλα υπέδειξε ότι με το άνοιγμα λογαριασμού ο κάθε επενδυτής λάμβανε αύξων αριθμό ο οποίος ήταν αναγνωρίσιμος βάση της ταυτότητας και έτσι όταν στη συνέχεια το back office της CISCO λάμβανε τα contract notes, αυτομάτως το σύστημα πάντρευε τις συναλλαγές με το λογαριασμό του επενδυτή που αντιστοιχούσαν. Η ΜΕ3 επεξήγησε ότι η αναφορά στο file of customer (τεκμήριο 7) του εναγομένου, σε ΡΟΑ, σημαίνει power of attorney. Αυτό το πληρεξούσιο, που ως τέτοιο αναγνώρισε το τεκμήριο 8, εξυπηρετούσε τη διαδικασία πώλησης αξιών, εφόσον επέτρεπε στη CISCO να υπογράψει ως αντιπρόσωπος. Πριν το πληρεξούσιο, ανέφερε η ΜΕ3, υπέγραφε ο επενδυτής. Προς τούτο προσκόμισε τα τεκμήρια 30Α έως 30Ε, τα οποία ανέκτησε εκκρεμούσης της διαδικασίας μετά από επικοινωνία που είχε με τις εκεί αναφερόμενες εταιρείες. Επαναλαμβάνεται εδώ ότι η υπεράσπιση δέχεται πως ο εναγόμενος υπέγραψε μέρος του τεκμηρίου 30Α έως 30Ε, δηλαδή το Έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών. Τέλος, ήταν η θέση της ΜΕ3 ότι οι σχετικοί τίτλοι ταχυδρομούνταν στη διεύθυνση του επενδυτή. Ο Πανίκος Χριστοφόρου, ΜΕ2, ανέφερε ότι εργάζεται στο ΧΑΚ. Σκοπός δια τον οποίο κλήθηκε ήταν να παρουσιάσει το χαρτοφυλάκιο αξιών του εναγομένου. Η συγκεντρωτική κατάσταση των αξιών του εναγομένου τη δεδομένη στιγμή, δηλαδή ενόσω κατέθετε ο ΜΕ2, αποδίδεται στο τεκμήριο
- Οι πράξεις όμως που διενήργησε ο εναγόμενος από 01.10.1999 μέχρι 31.12.2003, αποτυπώνονται στο τεκμήριο
- Ο ΜΕ2 επεξήγησε τούτο το έγγραφο και τόνισε ότι στην 4η στήλη τούτου, κάτω από τον τίτλο «Trade», αναγράφεται ένας αριθμός. Τούτος ο αριθμός είναι μοναδικός, είπε ο μάρτυρας και διδόταν από το ΧΑΚ. Αποκάλεσε τούτον τον αριθμό ως Stock Exchange (SE) και υπέδειξε ότι αναγραφόταν και στα πινακίδια συναλλαγών, δηλαδή τα contract notes. Επιπλέον, ο ΜΕ2 παρουσίασε και το τεκμήριο 29, δηλαδή συγκεντρωτική κατάσταση που ετοίμασε το ΧΑΚ σε σχέση με τον εναγόμενο, την οποία και απέστειλε στον τελευταίο την 27.02.
- Μάλιστα επεξήγησε και τη μεθοδολογία του ΧΑΚ δια ταχυδρόμηση επιστολών, καταλήγοντας ότι εφόσον η επιστολή δεν επιστράφηκε σημαίνει ότι παρελήφθη. Όπως οι ΜΕ1 και ΜΕ3, έτσι και ο ΜΕ2 εξήγησε τους τρόπους υποβολής εντολής, ενώ και αυτός ανέφερε ότι η αγορά αξιών με αέρα, δηλαδή χωρίς προκαταβολή του αντιτίμου, ήταν σύνηθες και νόμιμο φαινόμενο. Τέλος, ο λειτουργός του ΧΑΚ ανέφερε ότι η ηχογράφηση των εντολών κατέστη υποχρεωτική τον Απρίλιο του
- Πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο εναγόμενος. Όπως ανέφερε, μέχρι τον Ιούλιο του 1999 δεν είχε καμία σχέση με το χρηματιστήριο. Τότε όμως η τριτοδιάδικος και ο σύζυγός της, τους οποίους γνώριζε από το 1997, του πρότειναν να τον βοηθήσει η τριτοδιάδικος να καλυτερεύσει την οικονομική του κατάσταση που ήταν άσχημη λόγω διαζυγίου. Συμφώνησε και εφόσον λίγες ημέρες προηγουμένως είχε δανειστεί το ποσό των £7000, έδωσε στο σύζυγο της τριτοδιαδίκου το ποσό των £
- Την επομένη συναντήθηκε και με την τριτοδιάδικο η οποία του ζήτησε να μην αναφέρει σε κανένα οτιδήποτε και επιπλέον, του ανέφερε ότι παλαιότερα βοηθούσε κάποιους φίλους της που όμως την ενοχλούσαν συνεχώς και γι' αυτό σταμάτησε να τους βοηθά. Απ' αυτό το τελευταίο ο εναγόμενος συμπέρανε, καθώς ισχυρίστηκε, ότι η τριτοδιάδικος δεν επιθυμούσε να την ενοχλεί και γι' αυτό δεν την ρωτούσε οτιδήποτε. Μοναδική όμως επισήμανση του εναγομένου προς την τριτοδιάδικο ήταν ότι δεν είχε άλλα χρήματα πέραν των £5000 που είχε δανειστεί. Λίγο αργότερα, συγκεκριμένα Σεπτέμβριο 1999, η τριτοδιάδικος του τηλεφώνησε και του ζήτησε να μεταβεί στην οικία της, όπου εκεί του έδωσε μια επιταγή ύψους £12790, δηλαδή το τεκμήριο
- Ο εναγόμενος δέχεται ότι εξαργύρωσε την επιταγή και ότι έλαβε το ποσό που εκεί αναφέρεται. Μάλιστα είναι η θέση του ότι σε εκείνη τη συνάντηση η τριτοδιάδικος του ανέφερε ότι το ποσό των £5000 που είχε δώσει εξακολουθούσε να υφίστανται και θα επενδυόταν εκ νέου. Μετά από αυτό, ανέφερε ο εναγόμενος, η εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο της τριτοδιαδίκου εδραιώθηκε, εφόσον μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να αυξήσει τις £5000 σε £
- Ως εκ τούτου συνέχισε να μην την ενοχλεί, δηλαδή να ρωτά οτιδήποτε και αυτό παρ' ότι συναντιόντουσαν συχνά, λόγω φιλικών σχέσεων που είχαν αναπτύξει οι δυο οικογένειες, δηλαδή το ζεύγος Χριστοδουλίδη με τον εναγόμενο και τη νυν σύζυγό του που τότε ήταν σύντροφός του. Συνεπεία τούτης της εμπιστοσύνης όταν τον Οκτώβριο του 1999 εξοικονόμησε περαιτέρω £2000, εκ των οποίων οι £1000 ήταν της συντρόφου και νυν συζύγου, τις έδωσε στην τριτοδιάδικο ευελπιστώντας ότι θα κατάφερνε να τις πολλαπλασιάσει. Τις δύο αυτές επιταγές αναγνώρισε ως εκείνες που αναφέρονται στο τεκμήριο 10, παρ' ότι όμως υποστήριξε ότι δεν είναι ο ίδιος που προέβη στην εν λόγω κατάθεση. Η υπόσχεση δια εχεμύθεια συνέχισε να τηρείται, ανέφερε ο εναγόμενος και παρ' ότι η αδερφή του εργαζόταν στη CISCO ουδέποτε της ανέφερε οτιδήποτε και ούτε εκείνη τον εφοδίασε με οιονδήποτε έγγραφο. Μοναδική επικοινωνία που είχε με την αδελφή του ήταν τον Ιούνιο του 2000, όταν του τηλεφώνησε για να του πει ότι έπεσε στα χέρια της ένας κατάλογος με χρεώστες της CISCO και τότε είδε ότι αναφέρεται και ο ίδιος δια ποσό £
- Έκπληκτος ο εναγόμενος επικοινώνησε με την τριτοδιάδικο που απουσίαζε στο εξωτερικό. Συναντήθηκαν εν τέλει στην οικία της μετά που επέστρεψε, παρουσία και του συζύγου της. Εκεί η τριτοδιάδικος προσπάθησε να τον καθησυχάσει και άφησε να νοηθεί ότι θα προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Ακολούθως, την 29.08.2000, σύμφωνα με τον εναγόμενο, η τριτοδιάδικος του τηλεφώνησε και του ζήτησε να συναντηθούν σπίτι της. Ούτω και έπραξε. Την επισκέφθηκε η ώρα 17:00 μαζί με τη νυν σύζυγό του και εκεί η τριτοδιάδικος του έδωσε το τεκμήριο 14, δηλαδή τη συμφωνία αναγνώρισης χρέους, λέγοντάς του ότι το χρειαζόταν η CISCO ώστε να είναι σίγουροι ότι δεν θα πωλούσε τις μετοχές μέσω άλλου χρηματιστή και ότι θα τις πωλούσε η CISCO για να μηδενιστεί το χρέος. Το έγγραφο δεν έφερε παραρτήματα και ούτε ήταν συμπληρωμένο. Απλώς αναγραφόταν σε αυτό το όνομά του. Δείχνοντας πίστη στα λεγόμενα της τριτοδιαδίκου υπέγραψε το έγγραφο στην οικία της, παρουσία της νυν συζύγου του και βεβαίως όχι παρουσία μαρτύρων όπως αναγράφεται στο έγγραφο. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι περιστάσεις γύρω από την υπογραφή του τεκμηρίου 14, δηλαδή της αναγνώρισης χρέους, είναι η μια πτυχή της μαρτυρίας της ΜΥ4, δηλαδή της Ευθυμίας Καλομοίρη, τότε συντρόφου και σήμερα συζύγου του εναγομένου. Σύμφωνα λοιπόν με τη ΜΥ4, η οποία μάλιστα δεν αντεξετάστηκε από πλευράς CISCO, αφότου ο εναγόμενος πληροφορήθηκε από την αδελφή του ότι το όνομά του αναγραφόταν σε κατάλογο χρεωστών της CISCO, η τριτοδιάδικος τηλεφώνησε στον εναγόμενο και του ζήτησε να συναντηθούν στην οικία της. Ο εναγόμενος ανέφερε τούτο στη ΜΥ4 και έτσι τον συνόδευσε στην οικία της τριτοδιαδίκου. Εκεί η τριτοδιάδικος τους καθησύχασε ότι «δεν θα γίνει κάτι με τούτο που άκουσε η αδελφή του» και ότι απλώς ήθελε τον εναγόμενο να υπογράψει ένα έγγραφο ότι δεν θα δικαιούται να πωλήσει τις μετοχές που τον είχαν χρεώσει. Αφότου οι τρεις τους τελείωσαν τον καφέ τους και ενόσω εναγόμενος και ΜΥ4 ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν, εκείνη τη στιγμή η τριτοδιάδικος παρουσίασε το έγγραφο. Η ΜΥ4 δεν είδε το έγγραφο αλλά είδε ότι ο εναγόμενος δεν διάβασε τούτο και απλώς έθεσε την υπογραφή του. Η άλλη πτυχή της μαρτυρίας της ΜΥ4 είναι πως διατηρούσαν οικογενειακές σχέσεις με την τριτοδιάδικο και το σύζυγό της. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο εναγόμενος και εκείνη πέρασαν παραμονή πρωτοχρονιάς μαζί με το ζεύγος Χριστοδουλίδη, δηλαδή την τριτοδιάδικο, και συχνά βρίσκονταν είτε για φαγητό είτε για καφέ. Επανέρχομαι όμως στη μαρτυρία του εναγομένου. Υποστήριξε τούτος ότι ουδέποτε έδωσε οιανδήποτε εντολή για αγορά ή πώληση μετοχών. Του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 11Α έως και 11Θ για τα οποία ανέφερε ότι δεν έχει καμία σχέση. Ανέφερε ότι δεν ήταν σε γνώση του πως αγοράζονταν μετοχές με αέρα, καθώς ότι αν το γνώριζε δεν θα έδινε τα χρήματά του στην τριτοδιάδικο. Επιπλέον, αρνήθηκε ότι μετέβη ποτέ στη CISCO, πλην μια φορά και αυτό για να υπογράψει το πληρεξούσιο, τεκμήριο 8, έγγραφο που του υποδείχθηκε και το αναγνώρισε. Ανέφερε όμως ότι κατά το χρόνο υπογραφής τούτου δεν βρίσκονταν μάρτυρες όπως ούτε πιστοποιών υπάλληλος. Επίσης ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι έλαβε ή εξαργύρωσε οιανδήποτε από τις επιταγές τεκμήρια 2, 4 και 5, καθώς ότι έλαβε οιανδήποτε επιστολή της CISCO. Άρνηση και άγνοια εξέφρασε και για τα υπόλοιπα τεκμήρια πλην της επιστολής, τεκμήριο
- Η ΜΥ3, Σπυρούλλα Πισκοπίδου, είναι αδελφή του εναγομένου. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στη CISCO και συγκεκριμένα στα margin accounts. Γνώριζε την τριτοδιάδικο, η οποία εργαζόταν στο back office και είχαν φιλικές σχέσεις. Ανέφερε ότι είδε το όνομα του εναγομένου να φιγουράρει σε λίστα χρεωστών της CISCO και παραξενεύτηκε. Τότε του τηλεφώνησε να τον ενημερώσει και αντιλήφθηκε ότι εκπλάγηκε. Μάλιστα της είπε ότι έδωσε £7000 στη Μαρία, δηλαδή την τριτοδιάδικο, ώστε να του επενδύσει και διερωτήθηκε πώς γίνεται να χρωστά τόσα λεφτά. Επιπλέον της ανέφερε ότι θα τηλεφωνούσε της τριτοδιάδικου για να ξεκαθαρίσει το θέμα. Η ΜΥ3 ανέφερε περαιτέρω ότι η CISCO έστελνε στους επενδυτές τα διάφορα πινακίδια συναλλαγών. Ήταν όμως η θέση της ότι λόγω ακριβώς του όγκου εργασίας οι πελάτες δεν ενημερώνονταν ανελλιπώς. Τέλος, ήταν η θέση της ότι ενίοτε, τόσο η ίδια όσο και άλλοι συνάδελφοί της, υπέγραφαν ως μάρτυρες σε διάφορες συμφωνίες στην απουσία όμως των πελατών. Ως δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ2) κλήθηκε ο Παντελής Νικολαΐδης. Ό,τι ανέφερε ο μάρτυρας είναι πως το καλοκαίρι του 2002 παρευρέθηκε σε συνάντηση που είχε ο εναγόμενος στα γραφεία της τράπεζας Κύπρου. Ο ΜΥ2 παρέστη στη συνάντηση υπό την ιδιότητα του γενικού γραμματέα του ΠΑΣΕΧΑ, δηλαδή του Παγκύπριου Συνδέσμου Επενδυτών. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι ο εν λόγω σύνδεσμος συστάθηκε μετά τα γεγονότα του χρηματιστηρίου. Για ό,τι αφορά την επίδικη περίπτωση ανέφερε ότι γνώριζε τον εναγόμενο, καθ' ότι και οι δύο είναι εκπαιδευτικοί. Ο εναγόμενος αποτάθηκε κοντά του και του ανέφερε ότι τον χρέωσαν με πράξεις δια τις οποίες ουδέποτε έδωσε εντολές. Ως εκ τούτου ο ΜΥ2, λειτουργώντας υπό την ιδιότητα του γενικού γραμματέα του συνδέσμου, διευθέτησε συνάντηση στα γραφεία της τράπεζας Κύπρου. Η συνάντηση δεν αφορούσε μόνο τον εναγόμενο αλλά και άλλους δυο με τρεις επενδυτές, απλώς διενεργήθηκαν ξεχωριστές συναντήσεις την ίδια ημέρα. Ερωτηθείς ο ΜΥ2 κατά πόσο στη συνάντηση τέθηκε ζήτημα αναγνώρισης του χρέους από τον εναγόμενο, απάντησε αρνητικά και επιπλέον ανέφερε ότι ο εναγόμενος αρνείτο ότι υπέγραψε οτιδήποτε και πως εξέφρασε τη θέση ότι εάν η CISCO κατείχε τέτοιο έγγραφο, τότε αυτό θα ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Από πλευράς τριτοδιαδίκου κατέθεσε μόνο η ίδια. Όπως ανέφερε η σχέση της με τον εναγόμενο δεν ήταν αυτή που υποστηρίχθηκε από τον ίδιο και τη σύζυγό του. Δεν ήταν οικογενειακοί φίλοι, ανέφερε, και ούτε έβγαιναν για καφέ ή φαγητό. Δέχεται όμως η τριτοδιάδικος ότι γνώρισε τον εναγόμενο μέσω του συζύγου της, καθ' ότι εγκατέστησε στην οικία τους την ηλεκτρική θέρμανση. Επιπλέον δέχεται ότι η ίδια είναι που σύστησε τον εναγόμενο στη CISCO, γι' αυτό και στο τεκμήριο 7 (File of customer) καταγράφηκε η αγγλική συντομογραφία c/o M/C, δηλαδή φροντίδι Μ.Χ. (Μαρίας Χριστοδουλίδου). Εν τούτοις η τριτοδιάδικος υποστήριξε ότι ουδεμία ανάμειξη είχε με αγοραπωλησία μετοχών ή ακόμη με παράδοση επιταγών. Αρνήθηκε συναφώς ότι εκείνη είναι που παρέδωσε την επιταγή των £12790,08 (τεκμήριο 3) στον εναγόμενο, καθώς ότι του ανέφερε πως στο λογαριασμό παρέμεινε το ποσό των £
- Ουδέποτε είδε τα τεκμήρια 1, 2, 3, 4,5 και 10, όπως ούτε τα πινακίδια συναλλαγών, δηλαδή τα τεκμήρια 6Α έως 6ΚΓ, 9Α έως 9ΜΑ, 13Α έως 13ΚΒ, 18Α και 18Β, 19 και 20Α και 20Β. Ομοίως, ουδεμία σχέση είχε με την κατάρτιση των εντολών, δηλαδή των τεκμηρίων 11Α έως και 11Θ. Η τριτοδιάδικος αρνήθηκε ότι συναντούσε τον εναγόμενο στην οικία της και ανέφερε ότι το τεκμήριο 8, δηλαδή το πληρεξούσιο, υπογράφτηκε στα γραφεία της CISCO. Το ίδιο υποστήριξε για τα τεκμήρια 30Α έως και 30Ε. Σε σχέση με το τεκμήριο 14, δηλαδή τη συμφωνία αναγνώρισης χρέους, υποστήριξε ότι υπογράφηκε στα γραφεία της CISCO. Ανέφερε ότι καθηκόντως κάλεσε τον εναγόμενο ο οποίος προσήλθε στα γραφεία της CISCO, όπου χωρίς άσκηση ψυχικής πίεσης, απάτης ή ψευδής παράστασης, από την ίδια ή τους ενάγοντες, υπέγραψε το έγγραφο. Μάλιστα ανέφερε ότι οι οδηγίες που είχε από τους ενάγοντες ήταν ότι οι επενδυτές μπορούσαν, εάν επιθυμούσαν, να μην υπογράψουν το έγγραφο. Τέλος, η τριτοδιάδικος ανέφερε ότι ανάλογο έγγραφο υπέγραψε και η ίδια. Παρακολούθησα το σύνολο των μαρτύρων κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Επαναλαμβάνεται εδώ, ενδεχομένως εκ του περισσού, ότι η μαρτυρία της τριτοδιαδίκου δεν λήφθηκε υπόψιν κατά την αξιολόγηση της υπόθεσης των εναγόντων, ακολουθώντας το σκεπτικό (ratio) της πρόσφατης υπόθεσης S. Pavlou & Sons Constructions Ltd κ.α. ν. Θεοδώρου, Πολ. Έφ. 119/10, ημερομηνίας 06.07.2015, όπου λέχθηκε ότι· « Είναι ορθή η αρχή που καθορίζει η νομολογία ότι, η μαρτυρία του τριτοδιαδίκου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όσο ευνοϊκή και αν ήταν, για ν' αποδείξει την υπόθεση του ο ενάγων, εναντίον του εναγομένου.» Οι μάρτυρες των εναγόντων άφησαν θετικότατες εντυπώσεις. Τα πυρά της υπεράσπισης επικεντρώθηκαν στον Αγρότη, σε σημείο μάλιστα που δέχθηκε ανοίκεια, αν όχι χυδαία, επίθεση. Έγινε εν προκειμένω προσπάθεια να πληγεί ακόμη και αυτή η οικογενειακή αξιοπρέπειά του, αφήνοντας υπαινιγμούς για ερωτική σχέση τούτου με την τριτοδιάδικο. Κατηγορίες παντελώς ανυπόστατες όμως οι οποίες απλώς περιορίστηκαν σε επίπεδο υποβολών που προδήλως στόχο είχαν μόνο να μειώσουν και ακολούθως να εκνευρίσουν το μάρτυρα, ώστε να επηρεάσουν τη μαρτυρία του. Εν τούτοις, ο ίδιος στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και με αξιομνημόνευτο επαγγελματισμό επεξήγησε το σύνολο των διαδικασιών. Άλλωστε περί αυτού ήταν η μαρτυρία του, δηλαδή των διαδικασιών που ακολουθούνταν στη CISCO, δοθέντος ότι ρητά και απερίφραστα δήλωσε πως δεν έχει προσωπική γνώση όσων αφορούν τον εναγόμενο. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη και το γεγονός ότι όπου προέβαινε σε εικασία ή πιθανολόγηση, όπως στην περίπτωση κατάθεσης των επιταγών τεκμήρια 2, 4 και 5 ή παραλαβής των πινακιδίων συναλλαγής, τεκμήρια 6, 9 και 13, δεν παρέλειπε να αναφέρει ότι πιθανολογούσε, γεγονός που αναδεικνύει τον ακριβοδίκαιο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε την όλη υπόθεση και πρόσφερε τη μαρτυρία του. Από την άλλη, ενόσω μαρτυρούσε ουδεμία σχέση είχε με τη CISCO, υπό την έννοια ότι ουδεμία πίεση ένιωθε να υποστηρίξει τη θέση των τέως εργοδοτών του. Κοντολογίς, ουδεμία πτυχή της μαρτυρίας του και δη της εξονυχιστικής αντεξέτασης, φανερώνει ίχνος μεροληψίας ή εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού. Κρίνω πως η μαρτυρία του ήταν γνήσια και ανεπιτήδευτη. Ανάλογη είναι η εκτίμησή μου και για την άλλη εργαζόμενη στη CISCO, δηλαδή τη ΜΕ3 (Ελ. Κουμουλή). Εν πρώτοις η μαρτυρία της ταυτίζεται με εκείνη του Αγρότη και εφόσον ουδεμία εξ αυτών πλήγηκε, αναδεικνύεται ειλικρίνεια και γνησιότητα. Επιπλέον, η μαρτυρία της σκοπούσε στην προσκόμιση των τεκμηρίων 30Α έως και 30Ε και δη ότι το έντυπο που φέρει τον τίτλο «Έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών» υπογράφτηκε από τον εναγόμενο. Η υπογραφή στο περί ου ο λόγος έγγραφο είναι αποδεχτή από τον εναγόμενο, γεγονός που επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της ΜΕ
- Κατά τα λοιπά και η ΜΕ3 εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της CISCO και πρόσθεσε ότι δεν έχει προσωπική γνώση των εντολών που αφορούν τον εναγόμενο. Ο δε ΜΕ2 (Π. Χριστοφόρου), ο λειτουργός του Χ.Α.Κ., ουδέν συμφέρον έχει να εξυπηρετήσει και η μαρτυρία του απλώς αποδίδει εκείνο που αναφέρεται στα αρχεία του ΧΑΚ. Ουδεμία αμφιβολία έχω ότι τα τεκμήρια 27, 28 και 29 που παρουσίασε, είναι πραγματικά και γνήσια, καθώς ότι το τεκμήριο 29 ταχυδρομήθηκε στον εναγόμενο και δεν επιστράφηκε πίσω στο Χ.Α.Κ.. Στον αντίποδα ο εναγόμενος μου έκανε χείριστη εντύπωση. Μπορεί το άψυχο πρακτικό της διαδικασίας να μην αποδίδει πλήρως τη διστακτικότητά του να απαντήσει, όπως ούτε το αδικαιολόγητο μειδίασμα στις ερωτήσεις των συνηγόρων είτε της CISCO είτε της τριτοδιάδικου. Εν τούτοις εμπεριέχει τις απαντήσεις εκτός θέματος, τον πλατειασμό, αλλά και τη μόνιμη επωδό ότι η υπόθεσή του ομοιάζει με εκείνη της Ευδοκίας Φιλίππου και πως το μεγαλύτερο μέρος των τεκμηρίων της CISCO είναι προϊόν πλαστογραφίας, όπως στην υπόθεση της Ευδ. Φιλίππου και γι' αυτό αναμένει το δικαστήριο να δώσει οδηγίες δια εξέταση τούτων. Εν τούτοις όλα τα πιο πάνω άνευ κόστους και χωρίς πραγματική υποστήριξη, εφόσον ο ίδιος, μοναδικός υπεύθυνος δια τον τρόπο που θα προωθείτο η υπόθεσή του, ούτε καν επιχείρησε να προσκομίσει μαρτυρία που να ομιλεί για πλαστογραφία των τεκμηρίων δια τα οποία κόπτεται ότι είναι πλαστογραφημένα. Τα πιο πάνω σκιαγραφούν την εικόνα του εναγομένου εντός δικαστηρίου. Η μαρτυρία του όμως έτι περισσότερο αποκαλύπτει ψεύδος και επιτηδειότητα. Και εξηγώ· η μαρτυρία του εδράζεται επί τω ότι η τριτοδιάδικος προσφέρθηκε να τον βοηθήσει, αλλά την ίδια ώρα του ζήτησε να μην την ενοχλεί και περαιτέρω, να μην αποκαλύψει το ότι τον βοηθά. Είμαι της γνώμης ότι το σύνολο της μαρτυρίας του εναγομένου εδράζεται σε σαθρό υπόβαθρο. Κατ' αρχάς, γιατί η τριτοδιάδικος να προσεγγίσει τον εναγόμενο τη στιγμή που δεδομένο είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο επικρατούσε φρενίτιδα σε σχέση με το Χ.Α.Κ. και τα πρόσωπα που ασχολούνταν με αυτό είχαν υπερβολική εργασία σε βαθμό, όπως υπέδειξε ο Αγρότης, που έδιωχναν κόσμο. Γιατί λοιπόν να προσεγγιστεί ο εναγόμενος κατά αυτό τον τρόπο δεν κατανοώ. Επιπλέον, προς τι η μυστικότητα και πάλιν δεν αντιλαμβάνομαι. Ερωτηματικά βεβαίως γεννά η απάντηση του εναγομένου όταν ερωτηθείς από τη συνήγορο της CISCO κατά πόσο θεώρησε ότι οι συναλλαγές αυτές, νοείται με την τριτοδιάδικο, ήταν μυστικές, απάντησε αρνητικά. Αφού δεν ήταν, τι εξυπηρετούσε τότε αυτή η μυστικότητα; Είμαι της γνώμης πως το μόνο που εξυπηρετεί η μυστικότητα είναι το επιτηδευμένο αλλά συν τω χρόνω σαθρό υπόβαθρο της υπεράσπισης, ότι αυτός είναι ο λόγος που ο εναγόμενος δεν φρόντισε να μάθει οτιδήποτε, ώστε να μην αθετήσει την υπόσχεση που δήθεν έδωσε στην τριτοδιάδικο. Ομολογώ ότι εκπλήσσομαι εφόσον η σχετική θέση απάδει της λογικής και αφήνει εκτεθειμένη ακόμη και αυτή τη γραμμή της υπεράσπισης. Ο λόγος οφείλεται στο ότι η πιο πάνω θέση συναρτάται και με την άλλη απαίτηση της τριτοδιαδίκου να μην την ενοχλεί. Πώς όμως δικαιολογείται τούτο στη κοινή λογική αλλά και στα δεδομένα του εναγομένου; Ο εναγόμενος υποστήριξε ότι επέστησε την προσοχή της τριτοδιαδίκου ότι δεν είχε άλλα χρήματα πέραν από τις £5000, τις οποίες μάλιστα δανείστηκε. Εν τούτοις προσπαθεί να πείσει ότι αφήνει ολόκληρη την περιουσία του στην τριτοδιάδικο, κατά τρόπο που ουδείς λογικός άνθρωπος θα λειτουργούσε. Δεν συμπλήρωσαν κανένα αποδεικτικό έγγραφο δια την καταβολή των £5000, δεν έλαβε καμία απόδειξη και συν τοις άλλοις, του ζητήθηκε να μην ενοχλεί και να μην αποκαλύψει τούτη τη σχέση τους. Έχω την εντύπωση πως ουδείς λογικός άνθρωπος θα έπραττε κάτι τέτοιο για την περιουσία του και από αυτό και μόνο καταρρίπτεται η θέση του εναγομένου ότι έδωσε στην τριτοδιάδικο εν λευκώ δικαίωμα να χειριστεί τα περί αγοραπωλησιών, αλλά πάντα μέχρι ποσού £
- Παρεμβάλλω όμως ότι δέχομαι τη θέση του εναγομένου πως κάποιας μορφής φιλικές σχέσεις είχε με την τριτοδιάδικο. Αφενός είναι κοινός τόπος ότι αυτός είναι που εγκατέστησε τη θέρμανση της οικίας της, αφετέρου δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι εγγυήθηκε το σύζυγό της Ρένο. Αυτά τα δεδομένα δείχνουν κάποια προχωρημένη οικειότητα. Πέραν των πιο πάνω, πλείστα τόσα έγγραφα της CISCO φέρουν τα διακριτικά στοιχεία MC. Αν οι δυο τους δεν είχαν κάποια σχέση, προς τι τότε η τριτοδιάδικος να αποδεχτεί αυτούς τους χαρακτηρισμούς από τους εργοδότες της. Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι ο εναγόμενος και το ζεύγος Χριστοδουλίδη είχαν κάποια οικογενειακή σχέση. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του εναγομένου παρατηρώ ότι βολική φαίνεται να είναι για τον εναγόμενο και η θέση ότι λίγο πριν τη συνομιλία του με το σύζυγο της τριτοδιαδίκου είχε μόλις εγκριθεί ένα δάνειο για £7000 και έτσι έδωσε τις £
- Ποιος ο λόγος πάλι δεν κατανοώ. Αν ορθά σκέπτομαι, πρόσωπο αιτείται να δανειστεί το ποσό, ή έστω πολύ κοντά στο ποσό, που χρειάζεται για κάποιο σκοπό, φερ' ειπείν για το σπίτι ή για αγορά οχήματος ή κάτι άλλο. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, πώς εδώ ο εναγόμενος έδωσε στην τριτοδιάδικο τα ¾ του δανείου που όλως τυχαίως είχε μόλις εγκριθεί και κράτησε μόνο τις £2000, αν όχι επειδή το δάνειο το έκανε για να παίξει στο χρηματιστήριο; Αν χρειαζόταν ολόκληρο το ποσό που δανείστηκε, τότε τι έκανε με την ανάγκη που είχε; Η κοινή λογική θέλει τον εναγόμενο να ψεύδεται καθ' ότι δεν νοείται δανεισμός δια εξυπηρέτηση ανάγκης, που εν τέλει καταλήγει σε επένδυση και αγνοεί την ανάγκη. Παρ' ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι προτού δώσει τις £5000 είχε σχέση με τις πράξεις που φαίνονται στο τεκμήριο 1, άλλο είναι που αποκαλύπτει η σχετική κατάσταση. Επί του προκειμένου υποδεικνύονται τα εξής· ο εναγόμενος αναγνωρίζει ως δική του την πληρωμή των £5000, που στο τεκμήριο 1 φαίνεται να διενεργήθηκε την 06.08.
- Μάλιστα συνεχώς επαναλαμβάνει ότι αν ήξερε πως μέχρι εκείνη τη στιγμή χρωστούσε £53728, δεν θα έδινε τα χρήματά του. Δέχεται όμως ότι την 31.08.1999 έλαβε το ποσό των £12790,08 (τεκμήριο 3), καθώς επίσης ότι η υπογραφή στο «Έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών», των τεκμηρίων 30Α έως και 30Ε, είναι δική του. Το τεκμήριο 1 φανερώνει ότι την 06.08.1999, δηλαδή ημερομηνία κατάθεσης των £5000 του εναγομένου, έγιναν έξι πράξεις για δύο διαφορετικές αξίες. Αυτό σημαίνει ότι με την παράδοση της επιταγής των £5000, ή ενωρίτερα, του ζητήθηκε να υπογράψει και έντυπο πώλησης μετοχών (ως αυτό των τεκμηρίων 30Α έως 30Ε), αλλιώς δεν εξηγείται η πώληση της ίδιας ημερομηνίας. Έστω ότι λέει την αλήθεια πως υπέγραψε κενά έντυπα και τα έδωσε στην τριτοδιάδικο, ούτε τότε διερωτήθηκε τι συνέβαινε; Τι θα πωλούσε η τριτοδιάδικος, εκείνο που ουδέποτε αγόρασε. Είμαι της γνώμης πως τα πράγματα δεν έχουν όπως ο εναγόμενος προσπάθησε να εξηγήσει. Βεβαίως και γνώριζε για τις αξίες που πωλήθηκαν πριν την 21.12.1999, ημερομηνία που υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 8) που επέτρεπε στη CISCO να υπογράφει τα έντυπα πώλησης εκ μέρους του, εφόσον ο ίδιος είναι που υπέγραψε τα έντυπα μεταβίβασης (τεκμήρια 30Α έως 30Ε). Απλώς το τεκμήριο 1 ήταν το αποτέλεσμα του clients ledger, όπως εξήγησε η ΜΕ3, ενώ προηγουμένως δεν τηρείτο κατάσταση λογαριασμού καθ' ότι οι επενδυτές καλούνταν να πληρώσουν τις συναλλαγές της ημέρας. Τέλος, σαθρή είναι η θέση του εναγομένου και για την υπογραφή του τεκμηρίου
- Δέχεται ο εναγόμενος ότι υπέγραψε το σχετικό έγγραφο, επικαλείται όμως και πάλι την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο της τριτοδιαδίκου και γι' αυτό δεν το ανέγνωσε. Και ερωτώ· ποια εμπιστοσύνη εννοεί ο εναγόμενος; Λίγες ημέρες προηγουμένως, σύμφωνα πάντα με τη γραμμή της υπεράσπισης, είχε πληροφορηθεί από την αδελφή του, δηλαδή τρίτο πρόσωπο και όχι την τριτοδιάδικο που εμπιστευόταν, ότι είδε το όνομά του να φιγουράρει σε κατάλογο χρεωστών δια το υπέρογκο ποσό των £
- Είναι λογικό ότι τουλάχιστον σε εκείνο το στάδιο ο καθένας θα έχανε την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπο που αντί να τον βοηθήσει οικονομικά, όπως του υποσχέθηκε, τον έριξε στα Τάρταρα. Αυτό βεβαίως αν έτσι όντως είχαν τα πράγματα. Αλλιώς αν ο εναγόμενος είχε γνώση των διαδικασιών, είναι αντιληπτό ότι θα είχε γνώση και των αποτελεσμάτων των αγορών του καθώς και όσων ακολούθησαν και συνεπώς δεν θα είχε λόγο να κατηγορήσει οιονδήποτε τρίτο. Άρα δεν τίθετο θέμα εμπιστοσύνης προς οιονδήποτε, εφόσον είχε ιδίαν γνώση και πλήρη αντίληψη των αγοραπωλησιών. Εν κατακλείδι δεν μπορεί να μην αναφερθεί εδώ και το εξής, ως προέκυψε κατά την αντεξέταση του εναγομένου από την τριτοδιάδικο. Ερωτηθείς δέχθηκε ότι μετά το συμβάν και μετά τις συναντήσεις που είχε με τη CISCO και την υπηρεσία Recoveries της Τράπεζας Κύπρου, συγκεκριμένα περί το 2006, ο σύζυγος της τριτοδιαδίκου τον κάλεσε και ακολούθως πήγε στην οικία τους και επιδιόρθωσε τη θέρμανση. Ο λόγος γι' αυτό, σύμφωνα με τον εναγόμενο, είναι γιατί είναι καλός άνθρωπος και δεν κρατάει κακία, καθώς ότι επειδή πέρασαν τα χρόνια και δεν είχε προσαχθεί στο δικαστήριο, έτσι πίστεψε ότι μάλλον δεν θα γινόταν κάτι. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά ώστε να καταδειχθεί το ψεύδος του εναγομένου. Αρκεί μια πρόχειρη ματιά στο πρακτικό της διαδικασίας ώστε να διαπιστώσει κανείς το μένος με το οποίο καταφέρθηκε κατά της τριτοδιαδίκου. Καταρρίπτει τούτο τα περί καλοσύνης, ενώ προσθέτω ότι θα ήταν και λογικό να νιώθει έχθρα ή τουλάχιστον ότι τον πνίγει το δίκιο, αν η μαρτυρία του ήταν ορθή και ειλικρινής. Αυτά όμως τα στοιχεία, έχθρα λόγω αδικίας, δεν συνάδουν με την επίσκεψη στην οικία της τριτοδιαδίκου το 2006, μετά τη δήλωσή του στην υπηρεσία Recoveries ότι η υπογραφή στο έντυπο αναγνώρισης χρέους αποσπάστηκε με ψευδή παράσταση. Είναι αλλοπρόσαλλη και άλογη ενέργεια το γεγονός ότι επισκέφθηκε την τριτοδιάδικο το
- Για μόνο λόγο ότι δέχεται πως επισκέφθηκε το πρόσωπο που είχε ήδη κατηγορήσει ότι τον εξαπάτησε, αποκαλύπτεται πως όσα ανέφερε στο δικαστήριο δεν είναι τίποτα άλλο από μυθοπλασία, ήτοι· επιτηδευμένη και υστερόβουλη υπεράσπιση που στόχο έχει μόνο την απαλλαγή του και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Τέλος, αντίφαση αναδεικνύει και το περιεχόμενο της δήλωσης του εναγομένου στην υπηρεσία Recoveries (Τεκμήριο 31Α), το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι ήταν με την εντύπωση πως κατείχε χαρτοφυλάκιο αξίας £
- Πώς το γνώριζε αυτό αφού δεν είχε ο ίδιος σχέση με τις αγορές και ήταν ευθύνη της τριτοδιαδίκου; Περαιτέρω, από ποιον το πληροφορήθηκε αφού δεν ενοχλούσε την τριτοδιάδικο καθ' ότι του το είχε ζητήσει; Είναι πλέον αντιληπτό ότι η μαρτυρία του εναγομένου είναι διάτρητη και ως τέτοια ανίκανη να συγκρατήσει την αλήθεια. Συναφώς, η μαρτυρία του εναγομένου κρίνεται παντελώς αναξιόπιστη και από αυτήν απλώς κρατώ τις παραδοχές του σε σχέση με την επιταγή (τεκμήριο 3), το πληρεξούσιο (τεκμήριο 8), τη συμφωνία αναγνώρισης χρέους (τεκμήριο 14), την υπογραφή των τεκμηρίων 30Α έως και 30Ε, ότι τον Οκτώβριο του 1999 πρόσθεσε περαιτέρω £2000 δια επένδυση και τέλος, ότι είχε οικογενειακή σχέση με το ζεύγος Χριστοδουλίδη. Για το ΜΥ2 δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Η εμπάθεια του έναντι των χρηματιστών, της CISCO ιδιαίτερα, καθώς επίσης των τραπεζών, αλλά και του ευρύτερου οικονομικού συστήματος, αναδύεται από απλή και μόνο ανάγνωση του πρακτικού. Εν τούτοις δεν αμφισβητήθηκε για όσα ανέφερε σε σχέση με τη συνάντηση ημερομηνίας 23.07.2001 στην υπηρεσία Recoveries και επιπλέον, επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 31Α και τα σχετικά παραδεκτά γεγονότα. Ως εκ τούτου αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του υιοθετείται ως ορθή και αληθής. Πρόδηλη ήταν η προθυμία της ΜΥ3 (Σπ. Πισκοπίδου), αδελφής του εναγομένου, να προστατεύσει τον αδελφό της. Το αλλοπρόσαλλο όμως της μαρτυρίας της αναδεικνύει και το μύχιο σκοπό της, ήτοι συγκάλυψη του αδελφού της. Αναφέρει ότι η ίδια ήταν σε άλλο τμήμα απ' εκείνο της τριτοδιαδίκου. Αίφνης όμως παρουσιάζεται να γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια που αφορά το back office, καθ' ότι μιλούσε με συναδέλφους της, όπως ότι λόγω φόρτου εργασίας δεν ταχυδρομούσαν τα contract notes. Όταν όμως της υποδεικνύεται ότι με το πάτημα ενός κουμπιού μπορούσε να πληροφορηθεί το υπόλοιπο του αδελφού της, καθώς ότι τον είδε στα γραφεία της CISCO, επικαλείται ότι δεν είχε σχέση και παρουσιάζει τον εαυτό της αποκομμένο από τους άλλους στη CISCO. Αργότερα διατυπώνει νέα θέση, όπως ότι ήταν σε άλλο τμήμα και δούλευαν με διαφορετικό τρόπο και δεν θυμάται πολλά πράγματα, για να το αναιρέσει όμως και αυτό κατά την αντεξέταση. Η δε τυχαία ανακάλυψη του ονόματος του αδελφού της στη λίστα χρεωστών, βρίθει αντιφάσεων και αοριστολογίας. Δεν θυμάται πως περιήλθε στα χέρια της, όπως ούτε οιανδήποτε άλλη λεπτομέρεια. Περαιτέρω, ενώ κόπτεται να τηλεφωνήσει του αδελφού της ώστε να το βοηθήσει, η αντεξέταση φανερώνει ότι δεν τον ρώτησε αν έπαιρνε πινακίδια συναλλαγών ή τίτλους μετοχών, γιατί απλώς υποθέτει ότι παραχώρησε πληρεξούσιο. Από την άλλη, ενώ διατείνεται ότι γνώριζε πως η τριτοδιάδικος έμπλεξε και άλλους και ότι αυτό ήταν γνωστό στη CISCO, δεν συμβουλεύει τον αδελφό της ανάλογα και εφησυχάζει με εκείνο που της λέει, δηλαδή ότι θα το ξεκαθαρίσει με την τριτοδιάδικο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μαρτυρία της ΜΥ3 είναι επίπλαστη και μοναδικό σκοπό είχε να παρουσιάσει εικόνα άλλη από την πραγματική. Τη μαρτυρία τούτης την απορρίπτω εντελώς. Η ΜΥ4 (Ευθ. Καλομοίρη), είναι σύζυγος του εναγομένου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι όμως μόνο αυτή η ιδιαίτερη σχέση που προβληματίζει, αλλά και η ίδια η μαρτυρία τούτης. Κατ' αρχάς η μαρτυρία της αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας αναγνώρισης χρέους (τεκμήριο 14), διαφέρει από εκείνη του εναγομένου. Σύμφωνα με τον εναγόμενο· από τη στιγμή που ενημερώθηκε από την αδελφή του για το χρέος, οι ενέργειες του διακρίνονται σε τρία στάδια. Πρώτα τηλεφώνησε της τριτοδιαδίκου και απουσίαζε στο εξωτερικό, έπειτα, αφότου επέστρεψε, συναντήθηκε μαζί της παρουσία του Ρένου, δηλαδή του συζύγου της, όπου και τον καθησύχασε και μετά, σε νέα συνάντηση, συναντήθηκαν παρουσία της συζύγου του, ΜΥ4, για να υπογράψουν το τεκμήριο
- Μάλιστα γι' αυτή την τελευταία συνάντηση ο εναγόμενος δεν κάνει λόγο για προσπάθεια της τριτοδιαδίκου να τον καθησυχάσει. Από την άλλη η ΜΥ4, διακρίνει την ίδια περίοδο σε δύο στάδια. Με τη μαρτυρία της αφήνει να νοηθεί ότι άμα την επιστροφή της τριτοδιαδίκου από την αλλοδαπή, επικοινώνησε με τον εναγόμενο και του ζήτησε να συναντηθούν, συνάντηση στην οποία ήθελε να παρευρεθεί και η ίδια για να πληροφορηθεί τα τεκταινόμενα και εκεί αντιλήφθηκε την τριτοδιάδικο να προσπαθεί να τους καθησυχάσει. Δεν είναι όμως αυτό που λέει ο εναγόμενος. Η δε αντίφαση αναδεικνύει το κατασκευασμένο της μαρτυρίας εφόσον διερωτάται κανείς, αν η ΜΥ4 ανησυχούσε τόσο πολύ γιατί δεν συνόδευσε τον εναγόμενο στην προηγηθείσα συνάντηση, δηλαδή αμέσως μετά που επέστρεψε η τριτοδιάδικος από το ταξίδι. Επιπλέον, αφού ήθελε να βεβαιωθεί για όσα θα άκουγε, γιατί δεν ανέγνωσε το έγγραφο. Και επί τούτου όμως παρατηρείται αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας των δύο, εναγομένου και ΜΥ
- Ο μεν πρώτος επικαλείται την εμπιστοσύνη που είχε στην τριτοδιάδικο ως το λόγο που δεν ανέγνωσε το τεκμήριο 14, η δε ΜΥ4 αφήνει να νοηθεί ότι αν και συζήτησαν για το λόγο που η CISCO χρειαζόταν το έγγραφο, αυτούσιο παρουσιάστηκε όταν ιστάμενοι πλέον ετοιμάζονταν να φύγουν. Ποιο όμως είναι εκείνο που ισχύει, ήταν βιαστικοί ή έδειξαν εμπιστοσύνη στην τριτοδιάδικο; Περαιτέρω, γιατί δεν ώθησε τον εναγόμενο να το διαβάσει, άλλωστε σκοπός της εκεί παρουσίας της ήταν για να πληροφορηθεί από πρώτο χέρι την όλη κατάσταση, προσπαθώντας έτσι να βοηθήσει το σύντροφό της. Η μαρτυρία της όμως άλλο συμπέρασμα αφήνει και αυτό γιατί είναι υστερόβουλη και κατασκευασμένη. Από τη μαρτυρία της ΜΥ4 κρατώ μόνο το ότι είχαν φιλικές σχέσεις με το ζεύγος Χριστοδουλίδη, για τους ίδιους λόγους που ανέφερα σε σχέση με τη μαρτυρία του εναγομένου. Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από τη CISCO και τον εναγόμενο, κρίνω σκόπιμο πριν οτιδήποτε άλλο να πραγματευτώ τη δικανική πτυχή της υπόθεσης και στη συνέχεια να καταγράψω τις διαπιστώσεις μου. Δικαίως εν προκειμένω η πλευρά της CISCO επικαλείται την υπόθεση Δια του Επίσημου Παραλήπτη και Διαχειριστή της Περιουσίας του Κώστα Λούλλα ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A637, Πολ. Έφ. 275/09, ημερομηνίας 03.09.2014, η οποία υιοθετήθηκε στην Κρασάρης ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A515, Πολ. Έφ. 95/10, ημερομηνίας 10.07.
- Σε αυτή την τελευταία απόφαση λέχθηκε ότι· «Κατ΄ αρχάς σημειώνουμε ότι είναι αποδεκτό ότι η βάση της αξίωσης των εφεσιβλήτων είναι ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού και όχι παραδεδειγμένου λογαριασμού (account stated) και ως τέτοιο απαιτείται θετική μαρτυρία, με την οποία να τεκμηριώνεται ότι όλες οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού βρίσκουν αντιστοιχία σε ανάλογες πράξεις.» Σχετική είναι και η πολύ πρόσφατη Αριστοτέλους ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A11, Πολ. Έφ. 380/10, ημερομηνίας 12.01.
- Συνάγεται λοιπόν ότι η νομική βάση της αξίωσης της CISCO είναι χρεωστικό υπόλοιπο, γεγονός που φανερώνει ότι οι ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν καθετί το οποίο αναφέρεται στο σχετικό λογαριασμό (βλ. Μάρσελ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1858, 1867). Αν χρειάζεται να διευκρινιστεί κάτι ακόμα, είναι πως συμφωνία αναγνώρισης χρέους, δηλαδή έγγραφο ως το τεκμήριο 14, δεν συνιστά αιτία αγωγής, παρά μόνο μέσο τεκμηρίωσης άλλου συναφούς ισχυρισμού (βλ. Νικόλας και Χρήστος Ιγνατίου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου κ.α. ν. Ν. Λεμονάρη
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1562, 1566). Τώρα, τι είναι εκείνο που δεικνύουν οι καταχωρίσεις στον επίδικο λογαριασμό; Είναι αντιληπτό πως η CISCO θέλει τούτες τις καταχωρίσεις να είναι το αποτέλεσμα των επενδύσεων του εναγομένου, δηλαδή αγοραπωλησίες μετοχών. Ό,τι πρέπει λοιπόν να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι ενάγοντες απέδειξαν ότι ο εναγόμενος είναι εκείνος που προέβη στις πράξεις που αναφέρονται στο τεκμήριο
- Προς τούτο η CISCO προσκόμισε τα τεκμήρια 11Α έως και 11Θ. Εκ πρώτης όψεως τούτα τα έγγραφα φαίνονται να είναι οι εντολές που δόθηκαν. Παρ' όλα αυτά, είμαι της γνώμης ότι η αποδεικτική αξία των εν λόγω εγγράφων (τεκμήρια 11Α έως 11Θ), είναι μηδενική. Πρόκειται για έγγραφα που ουδείς γνωρίζει ποιος τα έχει συμπληρώσει, από ποιον έλαβε τις εντολές που εκεί αναφέρονται, ή ακόμη αν η συμπλήρωση έγινε ταυτόχρονα με τη λήψη των εντολών ή σε κατοπινό στάδιο και από ποιον πρόσωπο, το λήπτη των εντολών ή τρίτο πρόσωπο. Είναι φανερό ότι τα τεκμήρια 11Α έως 11Θ συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία αγνώστου βαθμού και δεν αποδεικνύουν το χρόνο που συντάχθηκαν. Καθοδηγούμενος λοιπόν από τα αναφερόμενα στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 11Α έως και 11Θ. Πέραν των πιο πάνω παρατηρώ ότι το εναπομείναν αξιόπιστο μαρτυρικό υλικό αποκαλύπτει τα εξής· τα τεκμήρια 1 και 12 είναι η κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου, τα δε τεκμήρια 6Α έως 6ΚΓ, 9Α έως 9ΜΑ και 13Α έως 13ΚΒ, φανερώνουν τις πράξεις, αγοραπωλησίες μετοχών, που έγιναν σε σχέση με το λογαριασμό του εναγομένου. Το σύνολο των τεκμηρίων 6, 9 και 13 παντρεύεται με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, καθώς και με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Η σημασία αυτού του τελευταίου τεκμηρίου
(28), έγκειται στο ότι αποδεικνύει πως οι μετοχές που αγοράστηκαν ή πωλήθηκαν μέσω των τεκμηρίων 6, 9 και 13, και ακολούθως χρεώθηκαν ή πιστώθηκαν στο λογαριασμό του εναγομένου, ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι του τελευταίου. Ανάλογο συμπέρασμα φανερώνουν και τα τεκμήρια 30Α έως και 30Ε, εφόσον δέχεται ο εναγόμενος ότι η υπογραφή στο έντυπο «Έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών» είναι δική του. Συνεπώς πριν την 21.12.1999, ημερομηνία που καταρτίστηκε το πληρεξούσιο τεκμήριο 8, ο εναγόμενος υπέγραψε κάθε σχετικό έντυπο δια μεταβίβαση των μετοχών που θα πωλούσε, διαδικασία που φανερώνει ότι είχε γνώση των μετοχών που αγόραζε και ακολούθως των τίτλων που πωλούσε. Όλα τα πιο πάνω συνάδουν και με τις επεξηγήσεις του Αγρότη και της ΜΕ3 (Κουμουλή), ότι τα διάφορα τμήματα της CISCO ήταν ανεξάρτητα, ώστε να αποτρέπονται οι διαπλοκές, λόγου χάριν αγορά μετοχών επ' ονόματι πελάτη άνευ των οδηγιών και συγκατάθεσης τούτου. Επιβεβαιώνεται αυτό από το ότι οι χρηματιστές έκαναν τις πράξεις, το back office ετοίμαζε τα έγγραφα και το λογιστήριο αναλάμβανε τις πληρωμές, ενώ την ίδια στιγμή οι μετοχές εγγράφονταν επ' ονόματι του επενδυτή και ακολούθως χρεοπιστώνετο ο λογαριασμός του. Δεν παραγνωρίζω ότι μια κάποια ασάφεια διέπει τα τεκμήρια 2, 4, 5 και
- Η ασάφεια εν προκειμένω έγκειται στο ότι ο εναγόμενος αμφισβήτησε ότι έλαβε τούτα τα τεκμήρια και η πλευρά της CISCO δεν προσκόμισε οιανδήποτε μαρτυρία όπως· ποιος παρέλαβε τις σχετικές επιταγές (τεκμήρια 2, 4 και 5) και ποιος προέβη στην κατάθεση του τεκμηρίου
- Εν τούτοις, ένα γεγονός το οποίο διαπιστώνεται ξεκάθαρα και αφορά τα εν λόγω τεκμήρια (2, 4 και 5), είναι ότι κατατέθηκαν, εν προκειμένω πιστώθηκαν, στο λογαριασμό του εναγομένου. Αυτό διαπιστώνεται από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 1 αφού στις καταχωρίσεις των ημερομηνιών 31.08.1999 και 13.10.1999, αναφέρεται ο αριθμός καθεμίας από τις εν λόγω επιταγές και φαίνεται ότι πιστώθηκαν στο αντίστοιχο υπόλοιπο. Μάλιστα, είναι η κατάθεση αυτών των επιταγών που είχε ως αποτέλεσμα να μηδενιστεί το υπόλοιπο του λογαριασμού. Όλα τα πιο πάνω συνυπολογίζονται με τα αναμφισβήτητα γεγονότα, δηλαδή πως ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των £5000, χορήγησε το πληρεξούσιο τεκμήριο 8, υπέγραψε τα έντυπα πώλησης μετοχών, τεκμήρια 30Α έως και 30Ε, και τέλος έλαβε το ποσό των £12790,08 (τεκμήριο 3) ως κέρδος από την πώληση μετοχών. Προσθέτω εδώ και την αναμφισβήτητη υπογραφή του τεκμηρίου
- Επαναλαμβάνεται ότι ο εναγόμενος κρίθηκε αναξιόπιστος και συνεπώς η εκδοχή του σε ό,τι αφορά το τεκμήριο 14 κρίνεται αναληθής και επίπλαστη. Εν τούτοις ούτε και η πλευρά των εναγόντων προσκόμισε θετική μαρτυρία που να επεξηγεί τις περιστάσεις που αφορούν την υπογραφή του τεκμηρίου 14 ή του τεκμηρίου 15 που ο εναγόμενος αρνείται ότι υπέγραψε. Περιττό να επαναληφθεί ότι· η μαρτυρία της τριτοδιαδίκου όσο ευνοϊκή και αν είναι για τον ενάγοντα δεν λαμβάνεται υπόψη (βλ. S. Pavlou & Sons Constructions Ltd, πιο πάνω). Παρ' όλα αυτά, με δεδομένη τη γνησιότητα της υπογραφής του τεκμηρίου 14, εφόσον ο εναγόμενος δέχεται ότι είναι η υπογραφή του, ακόμη και εν τη απουσία των περιστάσεων που επεξηγούν την υπογραφή τούτου, το συμπέρασμα που εύλογα προκύπτει είναι πως ο υπογράφων, εν προκειμένω ο εναγόμενος, δέχθηκε ότι οφείλει στη CISCO το ποσό των £
- Σε όλα τα πιο πάνω προστίθενται και τα τεκμήρια 16Α έως 16Γ και 17Α έως 17Γ, ενεχυριάσεις μετοχών, καθώς επίσης τα πινακίδια συναλλαγών τεκμήρια 18, 19 και 20, πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν από τη CISCO με σκοπό τη μείωση του υπολοίπου στο λογαριασμό του εναγομένου. Και αυτών των πράξεων η πίστωση στο λογαριασμό του εναγομένου επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και
- Τέλος, από το παραδεχτό περιεχόμενο των τεκμηρίων 31Α και 31Β, σημειώνω την αναφορά του εναγομένου ότι ήταν με την εντύπωση ότι ήταν κάτοχος χαρτοφυλακίου αξίας £
- Είμαι της γνώμης ότι το σύνολο των πιο πάνω απαντά το ερώτημα· κατά πόσο ο εναγόμενος είναι εκείνος που έδωσε εντολές για αγοραπωλησία των μετοχών που φαίνονται στο τεκμήριο
- Οι διαπιστώσεις της υπό κρίση υπόθεσης ομοιάζουν με εκείνες της υπόθεσης Κώστα Λούλλα, πιο πάνω, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι· «Καταρχάς θα πρέπει να πούμε πως η αβεβαιότητα η οποία, όπως έχουμε διαπιστώσει από τις εφέσεις που κατά καιρούς έχουμε εκδικάσει, χαρακτηρίζει τις πρωτόδικες αποφάσεις, σε υποθέσεις χρηματιστηριακής φύσης σε σχέση με την απουσία από το εδώλιο του μάρτυρα του εμπλεκόμενου στις χρηματιστηριακές πράξεις χρηματιστηριακού γραφείου ή χρηματιστή, και τις συνέπειες από μια τέτοια απουσία, για την υπόθεση του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, είναι αδικαιολόγητη. Η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα, στη βάση του συνόλου της αποδεκτής μαρτυρίας, της απουσίας από το εδώλιο του μάρτυρα του εμπλεκόμενου χρηματιστή να καθίσταται άνευ ουσιαστικά αποχρώσας σημασίας, εφόσον η προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία, αξιολογούμενη στο σύνολο της, κρίνεται ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων.» Το σύνολο των πιο πάνω, είτε πρόκειται για τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου είτε για τα αναμφισβήτητα και παραδεχτά γεγονότα, οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα· ήτοι πως η αξιόπιστη θέση των εναγόντων είναι πολύ πιο πιθανή παρά το αντίθετο. Καταλήγω συνεπώς ότι ο εναγόμενος είναι εκείνος που έδωσε τις εντολές για αγορά του συνόλου των μετοχών που φαίνονται στο τεκμήριο 1 και 12, εξ ου και οι τίτλοι εκδόθηκαν επ' ονόματί του (βλ. τεκμήριο 28) και ο ίδιος έλαβε κέρδος από την πώληση μετοχών (τεκμήριο 3). Γι' αυτό το λόγο αναγνώρισε και το χρέος (τεκμήριο 14) και γι' αυτό το λόγο παραδέχτηκε ότι ήταν με την εντύπωση πως κατείχε μετοχές αξίας £
- Περιπλέον, τα πιο πάνω με οδηγούν σε άλλο ένα συμπέρασμα. Αυτό είναι πως ο εναγόμενος δεν πλήρωσε οιονδήποτε ποσό και παρά τις ενέργειες της CISCO να πωλήσει ενεχυριασμένες μετοχές, εξακολουθεί να παραμένει υπόλοιπο ύψους €91700,
- Οι ενάγοντες διεκδικούν και τόκο προς 8% από 01.01.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Εν τούτοις καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού δεικνύει ότι μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε όπως τυχόν υπόλοιπο είναι τοκοφόρο. Καταλήγω συνεπώς ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται οτιδήποτε πέραν νόμιμου τόκου από την καταχώριση της αγωγής. Προτού ολοκληρώσω σημειώνω και το εξής· ο εναγόμενος υπέβαλε ότι η αξίωση της CISCO έχει παραγραφεί και συνεπώς δεν δικαιούται σε απόφαση. Διεξήλθα των δικογράφων επισταμένα με την προσοχή να επικεντρώνεται στο κατά πόσο δικογραφήθηκε τούτη η θέση. Ο λόγος δια αυτό δεν είναι άλλος από το νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και ως εκ τούτου επιβάλλεται να δικογραφείται με το δέοντα τρόπο (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities And Financial Services Ltd
(2012)1Α Α.Α.Δ. 636). Διαπιστώνω ότι τέτοια εισήγηση δεν έχει δικογραφηθεί στην υπεράσπιση και ως εκ τούτου δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1360, 1367). Για όλους τους πιο πάνω λόγους υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €91700,45 πλέον νόμιμο τόκο από 08.02.2008, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Μέχρι στιγμής πρέπει να έχει καταστεί αντιληπτό ότι η διερεύνηση της υπόθεσης δεν τελματώνεται εδώ. Παραμένει να αποφασιστεί η απαίτηση του εναγομένου έναντι της τριτοδιαδίκου. Έχουν συνοψισθεί ήδη οι έγγραφες προτάσεις, ενώ έχει παρατεθεί και η μαρτυρία της πλευράς τόσο του εναγομένου όσο και της τριτοδιαδίκου. Ό,τι απομένει είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της τριτοδιαδίκου, που όπως προανέφερα αντιδιαστέλλεται με αυτή της πλευράς του εναγομένου, δεν προβληματίζει. Παρακολούθησα με πολύ προσοχή την εξονυχιστική μέχρι εξουθενωτική αντεξέταση από την πλευρά του εναγομένου. Και σε αυτή την περίπτωση επιχειρήθηκε μείωση της αξιοπρέπειας της μάρτυρος και προσπάθεια ανάδειξης υποτιθέμενης εξωσυζυγικής σχέσης με τον Αγρότη, το χρηματιστή της CISCO. Ανεπιτυχώς όμως, εφόσον η μάρτυρας απάντησε χωρίς φόβο και πάθος, κατά τρόπο που ουδέν μεμπτό αναδεικνύεται. Πέραν όμως των πιο πάνω η μαρτυρία της τριτοδιαδίκου, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εναγομένου, διαπνέεται από λογική. Και εξηγώ· η θέση της τριτοδιαδίκου, δηλαδή πως εργαζόταν στο back office του οποίου η λειτουργία ήταν ανεξάρτητη από τα άλλα τμήματα, υπό την έννοια ότι δεν είχε σχέση με εκτέλεση εντολών, αγοραπωλησία μετοχών ή είσπραξη χρημάτων, δεν έγινε κατορθωτό να πληγεί. Το γεγονός και μόνο ότι λόγω της φρενίτιδας που επικρατούσε το back office, μεταξύ αυτών και η τριτοδιάδικος, δέχονταν εντολές, τις οποίες ακολούθως μεταβίβαζαν στους χρηματιστές για εκτέλεση, δεν αποδεικνύει οτιδήποτε. Η τριτοδιάδικος δεν δίστασε να αναγνωρίσει κάθε έγγραφο στο οποίο έθεσε την υπογραφή της και να δώσει λογικές εξηγήσεις δια αυτό. Από την άλλη, ποιο ήταν το όφελος της τριτοδιαδίκου να προβεί σε όλες αυτές τις πράξεις, ως ο εναγόμενος διατείνεται; Η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι δεν είχε κανένα όφελος ή καλύτερα δυνατότητα οφέλους, εφόσον οι μετοχές εγγράφονταν επ' ονόματι του εναγομένου και τα κέρδη είτε εισπράττονταν από τον ίδιο, είτε κατατίθεντο στο λογαριασμό του. Συνεπώς η τριτοδιάδικος ουδέν όφελος είχε να εκμεταλλευτεί τον εναγόμενο, ως ο ίδιος υποστηρίζει. Τέλος, το γεγονός και μόνο ότι η τριτοδιάδικος αρνήθηκε ότι είχε φιλικές σχέσεις με τον εναγόμενο, ενώ αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του εναγομένου κρίθηκε ορθή, δεν σημαίνει οτιδήποτε. Η τριτοδιάδικος δεν απέκρυψε ότι εκείνη είναι που σύστησε τον εναγόμενο στη CISCO, εξ ου και η αναφορά c/o M/C στα διάφορα έγγραφα. Αυτό είναι το μείζων και όχι η υποκειμενική κρίση της σχέσης της με τον εναγόμενο και τη σύζυγό του. Πέραν όμως των πιο πάνω, αξίζει να υποδειχθεί ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την υπεράσπιση έχει ήδη κριθεί αναξιόπιστη για λόγους που αφορούν την ίδια την εκδοχή. Η ιδιαιτερότητα της όλης υπόθεσης έγκειται στο ότι η υπεράσπιση του εναγομένου έναντι της αξίωσης της CISCO και η αξίωση τούτου έναντι της τριτοδιαδίκου, έχουν κοινή πραγματική βάση, δηλαδή ότι εξαπατήθηκε σε σχέση με την υπογραφή των εγγράφων και πως οι εντολές των πράξεων ήταν προϊόν των ενεργειών της τριτοδιαδίκου. Αυτό όμως το πραγματικό υπόβαθρο έχει ήδη απορριφθεί στο πλαίσιο διερεύνησης της αξίωσης των εναγόντων έναντι του εναγομένου, λόγω εγγενούς αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του τελευταίου. Οι σχετικοί λόγοι αναφέρθηκαν πιο πάνω και για αποφυγή πολλαπλότητας δεν επαναλαμβάνονται. Συνεπώς, ανεξαρτήτως της όποιας αξιολόγησης της τριτοδιαδίκου, που ούτως ή άλλως είναι θετική, η αξίωση του εναγομένου δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον δεν υποστηρίζεται από αξιόπιστη μαρτυρία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα σε σχέση με τη διαδικασία τριτοδιαδίκου, έχουν ακριβώς όπως τα περιέγραψε η τριτοδιάδικος. Οι πράξεις των τεκμηρίων 6, 9 και 13 δεν είναι αποτέλεσμα δικών της εντολών. Το δε τεκμήριο 14 δεν υπογράφηκε στην οικία της, αλλά στη CISCO. Μάλιστα ο εναγόμενος πρώτα διάβασε το τεκμήριο 14 και ακολούθως το υπέγραψε οικειοθελώς. Η τριτοδιάδικος ουδέποτε κατέβαλε στον εναγόμενο οιανδήποτε επιταγή και ούτε βεβαίως προέβηκε σε χρηματιστηριακές πράξεις εξ ονόματος και/ή δια λογαριασμό του. Εν όψει των πιο πάνω διαπιστώσεων είναι αντιληπτό ότι η αξίωση του εναγομένου έναντι της τριτοδιαδίκου παρέμεινε μετέωρη και ως τέτοια υποκείμενη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η απαίτηση του εναγομένου εναντίον της τριτοδιαδίκου απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της τριτοδιαδίκου και εναντίον του εναγομένου. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο