← Κύπρος

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ (ΚΡΙΣ) ΙΑΚΩΒΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του ΛΑΜΠΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3692/13, 31/3/201

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ (ΚΡΙΣ) ΙΑΚΩΒΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του ΛΑΜΠΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3692/13, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3692/13 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και

  1. ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
  2. ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26/5/15 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και
  3. ΧΡΙΣΤΑΚΗ (ΚΡΙΣ) ΙΑΚΩΒΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του ΛΑΜΠΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
  4. ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαρτίου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Οι κ.κ. Λ. Παπαχαραλάμπους και Λ. Χαβιαράς, για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ (Δ.Θ.122). Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Οι κ.κ. Κ. Δημοσθένους και Χ. Γκούντρας, για Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ (Δ.Θ.295). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες - ως περιόρισαν την απαίτηση τους κατά την ακροαματική διαδικασία - απαιτούν από τους εναγόμενους ποσό €471.394 «. δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή εγγράφων συμφωνιών και/ή δανείων και/ή άλλως πως πλέον τόκο προς 1,25% μηνιαίως από 30/05/2013 μέχρι εξοφλήσεως», καθώς και έκδοση διατάγματος πώλησης με πλειστηριασμό «. για κάλυψη των ως άνω οφειλομένων ποσών πλέον τόκους και έξοδα της παρούσας αγωγής .» εννέα ακινήτων (περιουσίας της εναγόμενης 2), «. δυνάμει Εγγράφου Υποθήκης ημερομηνίας 29/06/10 και Υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας με αριθμό Υ9943/10 ημερομηνίας 02/07/2010 και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί έναντι ή προς εξόφληση των υποχρεώσεων του Λάμπρου Χριστοφή προς την ενάγουσα, μετά την αφαίρεση οποιωνδήποτε εξόδων, τελών, φόρων, προμηθειών και αναφερόμενων εξόδων». Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων πως δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 29.6.10 («το γραμμάτιο»), μεταξύ των εναγόντων και του Λάμπρου Χριστοφή (εναγόμενου 1), ο τελευταίος έλαβε ποσό €500.000 από τους ενάγοντες το οποίο ανέλαβε να αποπληρώσει μέχρι και την 29.12.10, με τους αναλογούντες τόκους. Οι ενάγοντες άνοιξαν και διατηρούσαν προς τούτο στο όνομα του Λάμπρου Χριστοφή εμπορικό λογαριασμό στον οποίο και καταχωρούνταν οι σχετικές χρεοπιστώσεις. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος του υπό αναφορά γραμματίου ότι το τελευταίο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό αμέσως απαιτητό και πληρωτέο μετά τόκων (μέχρι τελείας εξοφλήσεως), παρελθούσης της 29.12.
  6. Η εναγόμενη 2 υπέγραψε ως εγγυήτρια την από μέρους του Λάμπρου Χριστοφή πιστή τήρηση των όρων του γραμματίου, αναλαμβάνοντας την αποπληρωμή όλου ή οποιουδήποτε άλλου σχετιζόμενου ποσού οφειλόμενου από αυτόν προς τους ενάγοντες. Ως πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του Λάμπρου Χριστοφή προς τους ενάγοντες, η εναγόμενη 2 στις 2.7.10, υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων (διά Εγγράφου Υποθήκης και Συμβάσεως/Δηλώσεως Υποθήκης Υ9942/10 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας), εννέα συνολικώς ακίνητα ευρισκόμενα στην Επαρχία Λευκωσίας. Περαιτέρω, η εναγόμενη 2 στις 29.6.10, κατέστησε τον διευθύνοντα σύμβουλο των εναγόντων ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της, εξουσιοδοτώντας τον όπως πωλήσει την υπό αναφορά ακίνητη περιουσία (που περιγράφεται με λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης), με ιδιωτική πώληση σε περίπτωση καθυστέρησης των ως εκ της συμβάσεως οφειλόμενων πληρωμών από μέρους του Λάμπρου Χριστοφή. Ο Λάμπρος Χριστοφή κατά παράβαση των όρων του γραμματίου - και έχοντας πληρώσει έναντι του χρέους του ποσό ύψους €170.000 μόνο - παρέλειψε και/ή αμέλησε να αποπληρώσει το σύνολο του επίδικου ποσού παρ' όλες τις γραπτές και προφορικές οχλήσεις των εναγόντων, με επακόλουθο τον τερματισμό του γραμματίου από τους ενάγοντες και την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Είναι εκδοχή των εναγομένων ότι η επίδικη απαίτηση, ως τελικώς προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εκπίπτει των δικογραφημένων ισχυρισμών στην Έκθεση Απαίτησης, με αποτέλεσμα τούτη να καθίσταται απορριπτέα, πέραν του ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από μέρους των εναγόντων ποσώς στοιχειοθετεί τα όσα εν πάση περιπτώσει οι τελευταίοι σταχυολογούν ως βάση της αγωγής τους. Έτσι κι αλλιώς, λέγουν οι εναγόμενοι, το γραμμάτιο δεν ικανοποιεί τα νομοθετικώς προαπαιτούμενα ώστε να ταξινομείται ως γραμμάτιο συνήθους τύπου βάσει του άρθρου 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, με συνεπακόλουθο το αδήριτο απόρριψης της αγωγής δίχως άλλο. Για να στοιχειοθετήσουν την αξίωση, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των Αιμίλιου Έλληνα (ΜΕ1) και Κωνσταντίνου Σέρβου (ΜΕ2). Οι εναγόμενοι δεν κατέθεσαν ως μάρτυρες μήτε και κάλεσαν μάρτυρες προς επίρρωση των υπερασπίσεων τους, μια επιλογή, που δικαιωματική ως είναι, δεν θα μπορούσε ποτέ να δικαιολογήσει, δίχως άλλο, την εξαγωγή οιουδήποτε δυσμενούς συμπεράσματος εναντίον τους, με αυτή (την επιλογή), να μην καθιστά αυταπόδεικτη την αξίωση των εναγόντων, οι οποίοι και εξακολουθούν να βαρύνονται με απόδειξη της υπόθεσης τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου, ΠΕ 91/10, ημ. 3.7.14, Demchenko και Άλλου v Nassar

(2007)1(B) ΑΑΔ 1342, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917). Συνοψίζω με δυο λόγια τη μαρτυρία των καταθεσάντων μαρτύρων, χωρίς βεβαίως να αγνοώ το σύνολο αυτής ως αποτυπώθηκε στα πρακτικά. Ο Αιμίλιος Έλληνας (ΜΕ1), έδωσε μαρτυρία ως ο διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων, εξηγώντας τις περιστάσεις και συνθήκες που οδήγησαν στην υπογραφή του γραμματίου και τα όσα άλλα επακολούθησαν τούτου, συμπεριλαμβανομένης της υποθήκευσης σειράς ακινήτων της εναγόμενης 2 (ως τα περιέγραψε ο μάρτυς κατ' αντιστοιχίαν τού περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης), καταλήγοντας, με αναφορά στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού-Τεκμήριο 10, στο οφειλόμενο σήμερα ποσό. Ο Κωνσταντίνος Σέρβος (ΜΕ2), αναφέρθηκε σε πτυχές που αφορούν στον υπολογισμό των επιτοκίων αναφοράς (με παραπομπή σε έγγραφο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως το Τεκμήριο 17) και στην παρουσία του ως μάρτυρα επί του γραμματίου. Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποστήριξαν ότι η μαρτυρία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων που προώθησαν στη βάση των προειρημένων εκδοχών. Διεξήλθα και αποτίμησα την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία, έχοντας πάντοτε υπόψη τη σχετική δικογραφία στην πλήρη έκταση της. Όλες οι περικοπές από τα πρακτικά και τις γραπτές αγορεύσεις των μερών αποτυπώνονται στην παρούσα αυτούσιες χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή αμφότερους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων (στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης τους στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), δεδομένου ότι δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να αντανακλούν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν σταθεροί, σαφείς και συγκεκριμένοι στις απαντήσεις τους, εκτός του ότι το σύνολο της συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν κατά βάσιν θετική. Πρέπει - εντός της εξεταζόμενης θεματικής περί αξιοπιστίας μαρτύρων - να αναδειχθεί (και το έθιξε τούτο ο κ. Παπαχαραλάμπους στην αγόρευση του), πως ουδείς των μαρτύρων αντεξετάστηκε επί οποιουδήποτε ουσιώδους ζητήματος που αφορά στα επίδικα θέματα ούτε και υποβλήθηκαν σε αυτούς οι θέσεις, έστω, που αποτυπώνονται είτε στην Υπεράσπιση του εναγόμενου 1 (Λάμπρου Χριστοφή), είτε στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση της εναγόμενης 2. Η διαπίστωση αυτή δεν ισοδυναμεί εν προκειμένω με παραδοχή της αξίωσης ή των εκδοχών των εναγόντων, παρά μόνο εξασθενίζει έτι περισσότερον την πειστικότητα των προτασσόμενων από μέρους τους υπερασπιστικών (ή ανταπαιτητικών) εκδοχών (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291). Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων ως αξιόπιστη. Απορρίπτω την εκδοχή του καθενός εναγόμενου ως ανυποστήρικτη από αξιόπιστη και κατάλληλη μαρτυρία. Στη βάση των πιο πάνω, βρίσκω ότι οι ενάγοντες αποτελούν δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομοτύπως εγγεγραμμένη συμφώνως του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με τις μετοχές της να είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Συνιστούν χρηματοδοτικό οργανισμό που παρέχει σε πελάτες δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς όπως ενοικιαγορές, επενδυτικά σχέδια και προεξόφληση επιταγών. Στις 29.12.10, ο Λάμπρος Χριστοφή (εναγόμενος 1), υπέγραψε έγγραφο τιτλοφορούμενο Γραμμάτιο Σε Διαταγή με το οποίο υποσχέθηκε να πληρώσει προς τους ενάγοντες ποσό ύψους €500.000 (με την αξία να λαμβάνεται σε μετρητά), πλέον τόκο προς 1,25% μηνιαίως ή μέρος του μηνός συν έξοδα από την 30.12.10, μέχρι τελείας εξοφλήσεως (βλ. Τεκμήριο 2, που αποτελεί αντίγραφο του περί ου ο λόγος Γραμματίου Σε Διαταγή εφόσον το πρωτότυπο απωλέσθη). Το αντάλλαγμα για την υπογραφή του γραμματίου ήταν η παραχώρηση δανείου ύψους €500.000, που ο Λάμπρος Χριστοφή έλαβε από τους ενάγοντες μετά την υποβολή σχετικής αίτησης στις 29.6.10, ως το Τεκμήριο 1. Το ποσό αυτό παραλήφθηκε από τον Λάμπρο Χριστοφή (και τούτο προκύπτει, εκτός από την αξιόπιστη μαρτυρία του Αιμίλιου Έλληνα (ΜΕ1) και το αναμφισβήτητο περιεχόμενο επιστολής του Λάμπρου Χριστοφή προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 6.8.11, ως το Τεκμήριο 12). Ουδέποτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες των εναγόντων στην αντεξέταση ότι το επίδικο ποσό δεν πληρώθηκε από τους ενάγοντες και πως δεν παραλήφθηκε από τον Λάμπρο Χριστοφή, ή ότι τούτο δεν είναι οφειλόμενο. Ούτε αμφισβητήθηκε η υπογραφή του Λάμπρου Χριστοφή επί του γραμματίου (Τεκμήριο 2), μήτε και εκείνη της εναγόμενης 2 που υπέγραψε την αναγραφόμενη επί του εν λόγω γραμματίου Εγγύηση (βλ. Τεκμήριο 2). Είναι γεγονός ότι από τη δοθείσα μαρτυρία δεν απορρέει με την απαραίτητη αυστηρότητα που ο νόμος ορίζει και η νομολογία αναγνωρίζει ότι το γραμμάτιο αποτελεί Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και είναι αρκετό προς τούτο να καταγραφεί πως απουσιάζει η συγκεκριμένη εκείνη μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε να εξαχθεί με την απαραίτητη ασφάλεια συμπέρασμα ότι η άλλη των μαρτύρων (Μαρία Φλουρή), που υπέγραψε ως μάρτυρας επί του γραμματίου (Τεκμήριο 2) - επιπροσθέτως του Κωνσταντίνου Σέρβου (ΜΕ2) - βρίσκονταν ταυτοχρόνως παρόντες κατά την υπογραφή του γραμματίου από τον Λάμπρο Χριστοφή (βλ. κατ' αναλογίαν, Σαλαχώρη ν Παναγιωτίδου, ΠΕ 257/10, ημ. 1.3.16, Papastratis ν Economou
(1970)1 CLR 11, 14-16), ανεξαρτήτως του ότι (που χωρίς δεύτερη σκέψη παραδέχθηκε ο κ. Παπαχαραλάμπους στην αγόρευση του), πως το αναφερόμενο στο γραμμάτιο επιτόκιο (συνολικού ύψους 15%), υπερβαίνει το ύψος του τοκισμού που προβλέπεται ως κατ' ανώτατο όριο επιτρεπτό σε τέτοιες περιπτώσεις (9%) στο άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Η κατάληξη αυτή δεν εξανδραποδίζει την αξίωση. Απεναντίας. Το γραμμάτιο αποτελεί μια καθόλα ολοκληρωμένη και νόμιμη γραπτή σύμβαση μεταξύ των εναγόντων και του Λάμπρου Χριστοφή, ως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Το ίδιο και η σύμβαση εγγύησης που αφορά στην εναγόμενη 2, με βάση τα προνοούμενα στο άρθρο 86 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, οι πρόνοιες μάλιστα της οποίας σαφώς είναι που ενεργοποιήθηκαν ένεκα των παραβάσεων ρητών και εξυπακουόμενων όρων της γραπτής σύμβασης μεταξύ εναγόντων και Λάμπρου Χριστοφή, ως τούτη αντανακλάται στο γραμμάτιο (Τεκμήριο 2). Συναφή επί τούτω - με τη διατύπωση τώρα ανάλογου ευρήματος ως προς το περιεχόμενο τους - είναι και τα Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 7 και
  3. Περιττό να τονιστεί πως ο ισχυρισμός των εναγόντων περί «. εγγράφων συμφωνιών και/ή δανείων .», δικογραφείται ρητώς και σαφώς στην Έκθεση Απαίτησης. Σε ό,τι αφορά στο πραγματικώς οφειλόμενο υπόλοιπο, (εκπορευόμενο τούτο από το γραμμάτιο και τη συνοδευτική εγγύηση), αυτό αναγράφεται με ακρίβεια και λεπτομέρεια στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 10). Με βάση το γραμμάτιο (Τεκμήριο 2), η εναγόμενη 2 υπέγραψε στις 29.6.10, ως εγγυήτρια, Υπεύθυνη Δήλωση Εγγυητή, ως το Τεκμήριο 3, αλλά και επιστολή ίδιας ημερομηνίας που είχε αποσταλεί προς αυτήν και επιστραφεί προς τους ενάγοντες δηλώνοντας (η εναγόμενη 2), ότι είχε αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο των όρων της εγγύησης που θα υπέγραφε (βλ. Τεκμήριο 4). Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του Λάμπρου Χριστοφή προς τους ενάγοντες, η εναγόμενη 2 υποθήκευσε στις 2.7.10 (με την Υποθήκη Υ9943/10 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας), προς όφελος των εναγόντων, τα ακίνητα (δικής της ιδιοκτησίας), με αριθμούς εγγραφής 0/7259, 0/7470, 0/6084, 0/7469, 0/7304, 0/7256, 0/7260, 0/5321 και 0/5322, τα οποία βρίσκονται στην Επαρχία Λευκωσίας (βλ. Τεκμήρια 5, 6, 7). Στις 29.6.10, η εναγόμενη 2 (διά πληρεξουσίου εγγράφου ίδιας ημερομηνίας, ως το Τεκμήριο 8), κατέστησε τον Αιμίλιο Έλληνα (ΜΕ1), ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της εξουσιοδοτώντας τον όπως προχωρήσει στην πώληση της υπό αναφορά ακίνητης περιουσίας της σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του (οφειλόμενου) ποσού τού γραμματίου ή μέρος αυτού από τον Λάμπρο Χριστοφή. Με την υπογραφή του γραμματίου, οι ενάγοντες, ως περιγράφεται στο Τεκμήριο 9 (που αφορά στην περίοδο 2.7.10 - 31.12.10), άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα του Λάμπρου Χριστοφή με αριθμό CHRI02, στον οποίο καταχωρούνταν οι σχετικές με το γραμμάτιο χρεοπιστώσεις (Τεκμήριο 2). Αποτυπώνεται στο λογαριασμό αυτό (Τεκμήριο 9) - και εκφράζει την πραγματικότητα την οποία και καθιστώ ως συνακόλουθα εύρημα - πως το ποσό των €500.000, εκταμιεύθηκε στις 2.7.10, με τραπεζική επιταγή (bankers' draft) ύψους €316.600, με δύο έτερες επιταγές ύψους €33.000 και €150.000 (αντιστοίχως) και μια τελευταία (επιταγή), ύψους €
  4. Περαιτέρω, προκύπτει (και τούτο ως γεγονός μετατρεπόμενο σε εύρημα), ότι ο Λάμπρος Χριστοφή εξόφλησε στις 2.7.10, συνολικό ποσό ύψους €3.651,01, που αντιστοιχούσε σε χρεώσεις χαρτοσήμων, εξόδων πιστοποιούντος υπαλλήλου και άλλα συναφή με τη γραπτή σύμβαση έξοδα. Επιπροσθέτως, ο υπό αναφορά λογαριασμός χρεώθηκε στις 5.7.10, με το συμφωνηθέντα τόκο για την περίοδο 29.6.10-29.12.10, ύψους €33.000, ο οποίος καταβλήθηκε αυθημερόν. Έκτοτε, η μόνη πληρωμή που κατατέθηκε έναντι του οφειλόμενου ποσού αφορούσε σε ποσό ύψους €170.000, ως ήδη λέχθηκε. Μέχρι και την 30.6.11, το επιτόκιο που χρέωναν οι ενάγοντες ήταν ύψους 1,25%, κατά τα προβλεπόμενα στο γραμμάτιο (Τεκμήριο 2), ενώ από την 1.7.11 μέχρι την 30.4.13, το ποσοστό του επιτοκίου υπολογιζόταν με βάση το επιτόκιο αναφοράς, ως τούτο καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου βάσει του Τεκμηρίου 17). Δεν υπήρξε κεφαλαιοποίηση τόκου. Ο Λάμπρος Χριστοφή κατά παράβαση των όρων της επίδικης σύμβασης (γραμματίου) παρέλειψε να καταβάλει το ποσό των €500.000, στις 29.12.10 και αυτό παρά τις οχλήσεις των εναγόντων ως τούτες αποτυπώνονται στη δέσμη εγγράφων (Τεκμήριο 11) και οι οποίες έλαβαν χώραν διά συστημένων επιστολών ημερομηνίας 18.11.10 (προς Λάμπρο Χριστοφή), 1.8.11 (προς αμφότερους τους εναγόμενους), 5.8.11 και 1.9.11 (προς Λάμπρο Χριστοφή) και 15.3.12 (και στους δύο εναγόμενους). Καμιά από τις επιστολές αυτές επιστράφηκε προς τους ενάγοντες, με αποτέλεσμα - και με κατά νουν το σύνολο της ενώπιον μου αξιόπιστης μαρτυρίας - να δικαιολογείται εδώ η διατύπωση ευρήματος πως οι επιστολές παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους (στο βαθμό που τους αφορά), κατά (μη ανατραπέν) μαχητό τεκμήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1(Α) ΑΑΔ 479, Πιττάκα ν ΓΒ Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1895, Δήμος Αγίου Αθανασίου ν Peter (Pazaraki)
(2004)2 ΑΑΔ 524, Theodorou ν The Abbot of Kykko Monastery and Others
(1965)1 CLR 9). Στις 17.7.12, εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Λάμπρου Χριστοφή στην αίτηση με αριθμό 284/11, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενώ ακολούθως στις 26.9.13, εκδόθηκε και διάταγμα πτώχευσης εναντίον του με συνακόλουθο το διορισμό (ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της περιουσίας του), τον Χριστάκη (Κρις) Ιακωβίδη (το όνομα του οποίου προστέθηκε κατόπιν σχετικού διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 26.5.15, στον τίτλο της αγωγής). Στις 16.5.14, στο πλαίσιο αίτησης με αριθμό 284/11, εξασφαλίστηκε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο επιτρεπόταν η συνέχιση της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. Οι ενάγοντες απέδειξαν επαρκώς την αξίωση τους εναντίον ενός εκάστου των εναγομένων, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή επιτυγχάνει. Η εναγόμενη 2 απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων, επειδή η ανταξίωση αυτή παρέμεινε αίολη αξιόπιστης μαρτυριακής θεμελίωσης. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για ποσό €481.936,25, πλέον τόκο επί του ποσού αυτού ίσο προς το εκάστοτε ανώτατο επιτόκιο αναφοράς από 1.5.13, μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον, εκδίδεται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 2, διάταγμα ως το αιτητικό (Β) στην Έκθεση Απαίτησης (με τις κατάλληλες αναπροσαρμογές ως προς το τελικώς επιδικασθέν ποσό). Τα έξοδα της αγωγής, πλέον έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα που αντιστοιχεί στο ποσό της απόφασης. Ενόψει της τελικής τούτης κατάληξης, δεν κρίνεται εύλογη η επιδίκαση εξόδων υπέρ των εναγόντων για την απόρριψη της Ανταπαίτησης. (Υπ.) ................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.