Γεώργιος Κάζανος ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 207/2015, 22/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 207/2015 Μεταξύ: Γεώργιος Κάζανος Ενάγοντος -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Άντρη Αντωνιάδου ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένων ------------------------- Αίτηση από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ημερ. 27.11.2015 για παρέμβαση Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ραπτοπούλου για κ. Α. Ευαγγέλου Για τον Ενάγοντα/Καθ'ου η Αίτηση: κ. Κ. Χ' Ιωάννου Για τους Εναγόμενους: κ. Κλ. Στυλιανού -------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρισε ο Ενάγων στις 21.01.2015, διεκδικεί από την Εναγόμενη ποσό €1.283.886,69 το οποίο απομειώθηκε, με βάση τις πρόνοιες του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.17
(1)/2013) στη συνέχεια («Ο Περί Εξυγίανσης Νόμος») και των διαταγμάτων που ακολούθησαν (Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013). Ο Ενάγων, αμφισβητώντας το δικαίωμα της Εναγόμενης 1 να κατακρατά το πιο πάνω υπόλοιπο της κατάθεσης του, έδωσε οδηγίες για τη μεταφορά του σε άλλη Τράπεζα. Όταν η Εναγόμενη αρνήθηκε να εκτελέσει τις οδηγίες του, καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή διεκδικώντας το πιστωτικό υπόλοιπο που παρουσίαζαν οι λογαριασμοί του, μετά από συμψηφισμό με τα δάνεια του και τα χρεωστικά υπόλοιπα που υπήρχαν σε άλλους λογαριασμούς. Αφαιρέθηκε, επίσης ποσό €100.00, το οποίο κατατέθηκε προς όφελος του στην Τράπεζα Κύπρου. Η Ενάγουσα αρνήθηκε την αξίωση του, υποστηρίζοντας πως μετά τα γνωστά γεγονότα του Μαρτίου 2013 που οδήγησαν στην ψήφιση του Περί Εξυγίανσης Νόμου και στην έκδοση των αναφερθέντων διαταγμάτων, η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της, δυνάμει των όρων των συμφωνιών που είχε συνάψει με τους καταθέτες και τους δανειστές της, έχει καταστεί αδύνατη. Με την Υπεράσπιση της, δεν αρνείται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο λογαριασμός του Ενάγοντα παρουσίαζε το πιστωτικό υπόλοιπο που διεκδικεί με την αγωγή του. Υποστηρίζει, όμως, πως τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης, επειδή κρίθηκε από την Κεντρική Τράπεζα ως μη βιώσιμο ίδρυμα. Έκτοτε τελεί υπό διαχείριση και δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή, προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία εξυγίανσης. Οποιαδήποτε πληρωμή, προσθέτει, θα είναι αντικανονική και παράνομη γιατί θα αποβεί εις βάρος όλων των άλλων πιστωτών και καταθετών της. Επικαλείται προς τούτο τις πρόνοιες των Κ.Δ.Π. 94/2013 και 104/2013 που εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης, ήτοι την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (Αιτήτρια). Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, ο Ενάγων υποστηρίζει ότι το καθεστώς εξυγίανσης δεν συνιστά εμπόδιο για την επιτυχία της αξίωσης του, ούτε εμποδίζει την Εναγόμενη να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τους καταθέτες της. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι οι Κ.Δ.Π. που εκδόθηκαν από την Αιτήτρια, τις οποίες επικαλείται η Εναγόμενη 1 για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, είναι άκυρες, παράνομες και αντισυνταγματικές, για τους λόγους που προβάλλει εκτενώς στο υπό αναφοράν δικόγραφο του. Όταν η υπόθεση προγραμματίστηκε για οδηγίες, ο Ενάγων εξέδωσε κλήση, γνωστή ως Subroena duces tecum, προς τη διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας ή δεόντως εξουσιοδοτημένο υπάλληλο, να παρουσιαστεί κατά την προγραμματισθείσα από το Δικαστήριο ημερομηνία οδηγιών, ήτοι την 3η Δεκεμβρίου, 2015, για να καταθέσει πιστά αντίγραφα των πρακτικών της Αρχής Εξυγίανσης, δυνάμει των οποίων αποφασίστηκε ή έκδοση των Διαταγμάτων που σχετίζονται με τις αποφάσεις που λήφθηκαν για να τεθεί η Εναγόμενη 1 υπό καθεστώς εξυγίανσης. Αμέσως μετά την επίδοση της πιο πάνω κλήσης, η Αιτήτρια αντέδρασε με την καταχώριση της εξεταζόμενης αίτησης, με την οποία επιδιώκει να προστεθεί ως Εναγόμενη 3 στην αγωγή, ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί, εφόσον, όπως υποστηρίζει, η τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί, πιθανό να επηρεάσει τα δικαιώματα της που σχετίζονται με τα διατάγματα που έχει εκδώσει, ενεργώντας ως Αρχή Εξυγίανσης. Την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, υπογράφει η νομική λειτουργός της Αιτήτριας Μαρία Κέττηρου. Αφού παραθέτει τα γεγονότα που οδήγησαν στην ανάγκη λήψης αποφάσεων για διάσωση της Κυπριακής οικονομίας, υποστηρίζει πως όλες οι αποφάσεις και τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί, συνάδουν με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και με τους Νόμους και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεδομένου, αναφέρει, ότι ο Ενάγων αμφισβητεί τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εξέδωσε η Αιτήτρια, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και να συνενωθεί ως Εναγόμενη, προκειμένου να υπερασπιστεί για όσα ο Ενάγων της καταλογίζει με το δικόγραφο του. Ο Ενάγων καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι με την αγωγή δεν προωθείται οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της Αιτήτριας, ώστε να δικαιολογείται το αίτημα της για παρέμβαση. Εναντίον της Αιτήτριας, υποστηρίζει, έχει άλλη, ανεξάρτητη απαίτηση πέραν των €2,5 εκ., για παραβίαση των δικαιωμάτων του με βάση τον Περί Εξυγίανσης Νόμο. Τυχόν προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγόμενης, καταλήγει, θα περιπλέξει τα θέματα, με την προσθήκη νέας αιτίας αγωγής. Οι Εναγόμενοι δεν καταχώρισαν ένσταση, αφήνοντας το ζήτημα στην κρίση του Δικαστηρίου. Με την αγόρευση της, η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε πως είναι δικαιολογημένη η αίτηση, δεδομένου ότι επιδιώκεται να προσφερθεί μαρτυρία από τον Ενάγοντα, αναφορικά με τη νομιμότητα και συνταγματικότητα των Διαταγμάτων που εξέδωσε η Αιτήτρια, ως η Αρχή Εξυγίανσης. Ενόψει τούτου, εισηγήθηκε, ενδέχεται να επηρεαστούν τα νομικά δικαιώματα της ή και τα οικονομικά της συμφέροντα. Αναπτύσσοντας το επιχείρημα της, η συνήγορος επεσήμανε ότι ο Ενάγων με την Απάντηση στην Υπεράσπιση εγείρει ευθέως ζήτημα εγκυρότητας των Διαταγμάτων που εξέδωσε η Αιτήτρια, γεγονός που την καθιστά αναγκαίο διάδικο, ώστε να έχει την ευκαιρία να υποστηρίξει τη νομιμότητα και εγκυρότητα των Διαταγμάτων που η ίδια εξέδωσε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, αντέτεινε, πως δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία από την Αρχή Εξυγίανσης ούτε προβάλλεται ισχυρισμός ότι οφείλει να πληρώσει το αξιούμενο ποσό από την Εναγόμενη. Ο Ενάγων επεσήμανε δεν επιθυμεί τη συνένωση της Αιτήτριας εναντίον της οποίας δεν προβάλλεται οποιαδήποτε αιτία αγωγής. Το γεγονός ότι θα κληθεί το Δικαστήριο να εξετάσει θέματα Συνταγματικότητας του Νόμου και των Διαταγμάτων, δεν καθιστά την Αιτήτρια αναγκαίο ή χρήσιμο διάδικο. Οι δύο συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο στη νομολογία που διέπει το υπό εκδίκαση ζήτημα. Η προσθήκη διαδίκου ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βασικό κριτήριο για την προσθήκη διαδίκου, αποτελεί το κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα. Ιδιαίτερα, όταν αμφισβητούνται ή επηρεάζονται τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα, το Δικαστήριο, εξετάζοντας τα δεδομένα της περίπτωσης, αποφασίζει κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι αναγκαίος διάδικος υπό την έννοια ότι με την προσθήκη του θα καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων. (βλ. Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ.1213). Η απόφαση εάν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου συναρτάται προς τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα (βλ. επίσης, Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372). Έχω εξετάσει την αίτηση, υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας λάβει δεόντως υπόψη τις θέσεις των διαδίκων καθώς και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Με την αγωγή ο Ενάγων διεκδικεί από την Εναγόμενη Τράπεζα τα υπόλοιπα των καταθετικών του λογαριασμών. Αιτία αγωγής είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού που παρουσίαζαν οι καταθέσεις του στην Τράπεζα, το οποίο κατ' ισχυρισμόν έχει καταστεί απαιτητό. Η Εναγόμενη 1 δεν αρνείται ότι οι καταθετικοί λογαριασμοί του Ενάγοντα παρουσιάζουν το αξιούμενο υπόλοιπο. Με την Υπεράσπιση της εγείρει αδυναμία πληρωμής του αξιούμενου υπολοίπου λόγω της έκδοσης των Διαταγμάτων από την Αιτήτρια. Υποστηρίζει πως εμποδίζεται να το εξοφλήσει, επειδή ευρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης, μετά από την έκδοση των υπό αναφοράν Διαταγμάτων. Ο Ενάγων αρνήθηκε με την Απάντηση του την προβληθείσα αδυναμία, υποστηρίζοντας ότι ο Περί Εξυγίανσης Νόμος και τα εκδοθέντα από την Αιτήτρια Διατάγματα (Κ.Δ.Π. 93/2013, 104/2013 κ.α.) είναι παράνομα, ανίσχυρα και αντισυνταγματικά. Εφόσον, εγείρεται με την Υπεράσπιση αδυναμία εξόφλησης, λόγω, ακριβώς, της έκδοσης των υπό αναφοράν Διαταγμάτων, η εγκυρότητα των οποίων αμφισβητείται, η Αιτήτρια καθίσταται αναγκαίος διάδικος. Δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο για την Αιτήτρια να αποφασιστεί, στην απουσία της, η νομιμότητα ή και τυχόν αντισυνταγματικότητα των Διαταγμάτων που εξέδωσε, ως Αρχή Εξυγίανσης, χωρίς να της δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί. Υποδεικνύεται πως με βάση την κλήση Subroena duces tecum που εξέδωσε ο Ενάγων, καλείται η διοικήτρια της Αιτήτριας να καταθέσει, ανάμεσα σε άλλα: «Πιστά αντίγραφα των πρακτικών.(στα οποία να φαίνεται ποιοι ήταν παρόντες)», δέκα Διαταγμάτων που έχει εκδώσει καθώς και «πρακτικά της από κοινού απόφασης της Αρχής Εξυγίανσης με τον Υπουργό Οικονομικών ημερ. 25.3.2013 με την οποία αποφασίστηκε να τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης η Εναγόμενη 1 που δεν δημοσιεύθηκε στα οποία να φαίνεται ποιοι ήταν παρόντες». Με την ίδια κλήση καλείται να προσκομίσει βεβαίωση με την οποία να επιβεβαιώνει κατά πόσο τηρήθηκαν πρακτικά ή δεν έγινε σχετική συνεδρία για τα πιο πάνω. Είναι συνεπώς φανερό, ότι ο Ενάγων θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των Διαταγμάτων και των διαδικασιών που προηγήθηκαν, ή των αποφάσεων που σχετίζονται με την έκδοση των υπό αναφοράν Διαταγμάτων. Εγείρεται βέβαια ζήτημα κατά πόσο τα ανωτέρω αποτελούν επίδικα θέματα, εφόσον δεν εγείρεται ζήτημα εγκυρότητας ή αντισυνταγματικότητας του Περί Εξυγίανσης Νόμου και των αναφερθέντων Διαταγμάτων με την Έκθεση Απαίτησης. Όπως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, το ζήτημα συναρτάται με τα επίδικα θέματα, όπως προκύπτουν μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Έχει κατ΄ επανάληψη υποδειχθεί ότι με την Απάντηση δεν είναι δυνατό να εισαχθεί νέα αιτία αγωγής (βλ. Alkhani v. Προδρόμου
(2012)1 Α.Α.Δ. 657 και Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Π.Ε. Αρ. 348/2007, ημερ. 17.10.2014). Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Αντώνη Σαλαχώρη ν. Αντρούλλα Παναγιωτίδου Π.Ε. Αρ. 257/2010, ημερ. 1.3.
- Yποδείχθηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι «η απάντηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθής και εξ' αρχής δικογραφημένης απαίτησης». Στην εξεταζόμενη υπόθεση, δεν εγείρεται οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Αιτήτριας σε σχέση με την ιδιότητα και τις ενέργειες της ως Αρχή Εξυγίανσης. Την επικαλείται, όμως, η Εναγόμενη 1, ισχυριζόμενη ότι τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί από την Αιτήτρια δεν της επιτρέπουν να πληρώσει τον Ενάγοντα. Η εγκυρότητα, συνεπώς, των Διαταγμάτων έχει καταστεί επίδικο ζήτημα από τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης
- Εφόσον επικαλείται αδυναμία πληρωμής, λόγω της έκδοσης Διαταγμάτων από την Αιτήτρια, η νομιμότητα και εγκυρότητα τους είναι επίδικο ζήτημα, αφού έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι η άρνηση της να πληρώσει το πιστωτικό υπόλοιπο που διεκδικεί ο Ενάγων, έχει έγκυρο έρεισμα. Υποδεικνύεται ότι ο Ενάγων αρνείται τους λόγους που προβάλλονται με την Έκθεση Υπεράσπισης. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στην υπόθεση, που καθιστά αναγκαία την προσθήκη της Αιτήτριας. Τυχόν αποδοχή των θέσεων του Ενάγοντα θα έχει ευρύτερες επιπτώσεις, αφού όπως είναι γνωστό, τα υπό αναφοράν Διατάγματα ρυθμίζουν και επηρεάζουν τα δικαιώματα χιλιάδων καταθετών και πιστωτών της Εναγόμενης, η οποία έχει τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης. Δεν θα ήταν επομένως ορθό να μην επιτραπεί στην Αιτήτρια, ως το άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο για το καθεστώς εξυγίανσης στο οποίο βρέθηκε και εξακολουθεί να βρίσκεται η Εναγόμενη 1, να ακουστεί για τα ζητήματα εγκυρότητας της διαδικασίας που σχετίζεται με την έκδοση των υπό αναφοράν Διαταγμάτων, ή για τα άλλα θέματα παρανομίας και αντισυνταγματικότητας που πιθανό να εγερθούν. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως το γεγονός της καθυστέρησης που θα προκληθεί από την προσθήκη της Αίτητριας, ενόψει και της ανάγκης για επαναπροσδιορισμό και προσαρμογή της Έκθεσης Απαίτησης με τυχόν αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον της. Κρίνεται, ωστόσο, ότι η προσθήκη της Αιτήτριας θα βοηθήσει και ως προς την αποτελεσματική εκδίκαση όλου του φάσματος των διαφορών και απαιτήσεων του Ενάγοντα, δεδομένου ότι έχει εκφράσει την πρόθεση του να εγείρει αξίωση εναντίον της Αιτήτριας για το ρόλο που διαδραμάτισε για να τεθεί η Εναγόμενη 1 υπό καθεστώς εξυγίανσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο και Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι πρόνοιες των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Σε σχέση με τα έξοδα, κρίνεται ορθό όπως ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. Όσα όμως έξοδα απωλεσθούν συνεπεία της προσθήκης της Αιτήτριας ως Εναγόμενης και της συνεπαγόμενης Τροποποίησης του Κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης, θα βαρύνουν την Αιτήτρια και θα είναι προς όφελος του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο