Παντελίτσα Αντωνίου ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ, Αρ. Εφέσεως - Αιτήσεως: 2658/13, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A218 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Εφέσεως - Αιτήσεως: 2658/13 Επί τοις αφορώσι τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και συναφών τροποποιήσεων αυτού. Μεταξύ: Παντελίτσα Αντωνίου Εφεσείουσα-Αιτήτρια Και Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ Εφεσίβλητων-Καθ'ων η αίτηση Αίτηση ημερ. 16.10.2015 για Τροποποίηση Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εφεσείουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Δημητρίου Για τους Εφεσίβλητους- Καθ' ων η αίτηση: κ. Λ. Χ'' Πέτρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 30.12.2013 η εφεσείουσα καταχώρησε Έφεση-Αίτηση με την οποία ζητά ακύρωση ή παραμερισμό της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 6.11.2013 στην διαιτητική υπόθεση 3/2012 και ακύρωση ή παραμερισμό της εξ' αποφάσεως οφειλής της προς τους εφεσίβλητους συμφώνως της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 6.11.2013 στην διαιτητική υπόθεση 4/
- Με την υπό κρίση αίτηση η Εφεσείουσα - Αιτήτρια ζητά τροποποίηση της Έφεσης-Αίτησης με την προσθήκη νέων παραγράφων ως λόγων έφεσης 9,10,11,12,13 και 14 με το ακόλουθο λεκτικό: «
- Η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα και ή είναι άκυρη και ή παράτυπη και ή ο διαιτητής διορίστηκε αντικανονικά και ή δεν έγινε ορθός και νόμιμος διορισμός του διαιτητή με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματα της Εφεσείουσας -Αίτηριας.» «
- Ο διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του και η απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας.» «
- Ο διαιτητής απέκρυψε την ιδιότητα του και ή ότι ήταν πρόσωπο ακατάλληλο να διεξάγει την διαιτησία ή και απέκρυψε το γεγονός ότι ήταν πρώην μέλος και ή υπάλληλος του Συνεργατισμού και ή δεν ήταν πρόσωπο ανεξάρτητο και ή ουδέτερο.» «
- Ο διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και ενήργησε αντιδικαστικώς και ή ενήργησε με πλάνη ως προς τον νόμο και λανθασμένα μετέθεσε το βάρος απόδειξης της υπόθεσης στους ώμους της Εφεσείουσας - Αιτήτριας.» «
- Ο διαιτητής λανθασμένα εξέδωσε απόφαση για το συγκεκριμένο ποσό καθότι ουδέποτε παρουσιάστηκε επαρκής ή και η εκ του νόμου απαραίτητη μαρτυρία για να αποδειχθεί το εν λόγω ποσό και οι Καθ ων η αίτηση ουδέποτε απόδειξαν το ύψος της οφειλής.» «
- Η επίδικη απόφαση εκ της ιδίας της όψεως σε συνδυασμό με τα πρακτικά της διαιτησίας δεν αποτελεί απόφαση εν τη έννοια του Νόμου ή και απόφαση έγκυρη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Στην εν λόγω απόφαση δεν υπάρχει καμία ανάλυση μαρτυρίας ούτε ένδειξη ότι προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία. Δεν υπάρχουν στην απόφαση συγκεκριμένα ή οποιαδήποτε ευρήματα ούτε τέλος υπάρχει καθαρή δικαστική απόφαση που να καταδεικνύει το αποτέλεσμα της εκδίκασης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1 και 5 και Δ.48 Θ1-9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στηρίζεται δε στην ένορκη δήλωση της Άντριας Γεωργίου, δικηγόρου η οποία αναφέρει ότι για την παρούσα υπόθεση κατέστη αναγκαίο όπως λάβουν τα πρακτικά της διαδικασίας της διαιτησίας ούτως ώστε να έχουν ολοκληρωμένη εικόνα και να μπορούν όσο το καλύτερο δυνατό να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της Εφεσείουσας - Αιτήτριας. Κατόπιν επικοινωνίας τους με τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών όπου κρατούνται ή και αρχειοθετούνται τα πρακτικά των διαιτησιών τους αναφέρθηκε ότι είναι αδύνατο να λάβουν τα πρακτικά και μπορεί να γίνει μόνο προφορική μελέτη αυτών. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της Έφεσης της Εφεσείουσας δια να προστεθούν λόγοι οι οποίοι προκύπτουν από την μελέτη των πρακτικών της διαδικασίας της διαιτησίας. και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ορθότερα και πιο ολοκληρωμένα οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας - Αιτήτριας. Η ομνύουσα αναφέρει ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και για σκοπούς δίκαιης δίκης και η τροποποίηση η οποία σκοπείται να γίνει δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των Καθ ων η αίτηση αφού στην ουσία πρόκειται για πρόσθεση λόγων έφεσης οι οποίοι είναι αναγκαίοι και η τροποποίηση γίνεται σε πολύ σύντομο στάδιο πριν από την ακρόαση της Έφεσης και οι λόγοι που προστίθενται προέκυψαν μετά από την μελέτη των πρακτικών. Υποστηρίζει ότι η πλευρά της Εφεσείουσας θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν της επιτραπεί να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς της. Περαιτέρω η Εφεσείουσα κατά την διαδικασία της διαιτησίας εκπροσωπείτο από άλλο Δικηγορικό Γραφείο και δεν κρατούνταν πρακτικά και η ίδια δεν παρουσιαζόταν σε όλες τις δικάσιμους. Η ομνύουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση από τον χρόνο που έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα της τροποποίησης και το περιεχόμενο της Αίτησης Έφεσης που καταχωρίστηκε δεν ανταποκρίνετο επαρκώς προς τα ζητήματα που προκύπτουν από τα πρακτικά. Υποστηρίζει ότι η Έφεση βρίσκεται ακόμα στα αρχικά στάδια πριν από το στάδιο της Ακρόασης. Αναφέρει επίσης αυτό που προκύπτει και από τον ίδιο τον φάκελο του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή στις 10.9.2014 καταχωρήθηκε άλλη πανομοιότυπη αίτηση τροποποίησης στην οποία κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας εκδόθηκε απόφαση με την οποία επετράπηκε η τροποποίηση εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Η ομνύουσα αναφέρει ότι εκ λάθους ή και αβλεψίας ή και καλόπιστου λάθους η υπόθεση παρέπεσε και δεν περάστηκε στα ημερολόγια η προθεσμία καταχώρισης της τροποποιημένης Αίτησης Έφεσης και σε συνδυασμό με το ότι το Δικαστήριο δεν όρισε την υπόθεση σε συγκεκριμένη ημερομηνία, χάθηκε η ημερομηνία καταχώρισης της τροποποιημένης Έφεσης Αίτησης και να καταστεί αναγκαία η παρούσα Αίτηση. Είναι τέλος η θέση της ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση και οι καθ ων η αίτηση να αποζημιωθούν με έξοδα αφού δεν θα υποστούν οποιανδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά και περαιτέρω υπάρχει η δυνατότητα απάντησης στους λόγους που θα προστεθούν. Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία βασίστηκε στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, άρθρο 52
(4), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, Θ.4 και Δ.25 και στη Σύμφυτη Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (i) Η έγκριση του διατάγματος τροποποίησης ουσιαστικά παρατείνει το χρόνο καταχώρισης της έφεσης κατά παράβαση του άρθρου 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/
- (ii) Η Αίτηση είναι καταχρηστική (iii) Η αιτούμενη θεραπεία αποτελεί δεδικασμένο. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν μέσω των αγορεύσεων τους τις αντίστοιχες τους θέσεις τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στη συνέχεια της απόφασής μου. Το πλέον σημαντικό στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είναι, κατά την κρίση μου το γεγονός, ότι είναι η δεύτερη στην σειρά Αίτηση που καταχωρείται με το ίδιο αιτητικό. Το παράδοξο είναι ότι στην πρώτη εκ των αιτήσεων τροποποίησης που είχε καταχωρηθεί στις 10.9.2014 είχε εκδοθεί διάταγμα που επέτρεπε την ίδια τροποποίηση που επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση. Συγκεκριμένα κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και παρά την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση το Δικαστήριο είχε εκδώσει διάταγμα για τροποποίηση της Έφεσης - Αίτησης ως η Αίτηση εντός 25 ημερών από της έκδοσης του διατάγματος εκείνου ήτοι από 10.12.
- Προφανώς ο λόγος της παρούσας αίτησης είναι ότι παρήλθε ο χρόνος που προέβλεπε το προηγούμενο διάταγμα χωρίς η πλευρά της Εφεσείουσας - Αιτήτριας να συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα. Εκπλήσσει δε το γεγονός ότι ο συνήγορος της Εφεσείουσας - Αιτήτριας δεν κάνει ουδεμία αναφορά στην αγόρευση του σε σχέση με τα πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει, σε σχέση με την διαδικασία που ακολούθησε η Εφεσείουσα - Αιτήτρια πρέπει εξ αρχής να σημειωθεί ότι ορθά δεν ζητείται με την υπό κρίση Αίτηση παράταση του χρόνου που είχε δοθεί με το αρχικό διάταγμα για καταχώριση της τροποποιημένης Έφεσης - Αίτησης. Σχετική είναι η πολύ πρόσφατη απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκος Κ. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε21/2013, 11/11/2015 όπου επαναλήφθηκε αυτό που ήταν ήδη καλά αποσαφηνισμένο στη νομολογία, ότι δηλαδή η παράλειψη συμμόρφωσης με το χρόνο που καθόρισε το Δικαστήριο για την τροποποίηση του δικογράφου καθιστά το διάταγμα ipso facto άκυρο, όπως ρητά αναφέρεται στο διαδικαστικό κανονισμό Δ.25 Θ.2 .Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο. Η παράταση του καθορισμένου από το Δικαστήριο ή τους θεσμούς χρόνου θα πρέπει να γίνει πριν την εκπνοή του. Μετά την εκπνοή του χρόνου το διάταγμα είναι άκυρο και δεν χωρεί η αναβίωση του. (βλ. επίσης Σακκούλα κ.ά. ν. Αρέστη
(1989)1 ΑΑΔ 355). Στην προκειμένη περίπτωση όπως ήδη αναφέρθηκε η προθεσμία των 25 ημερών που δόθηκε από το Δικαστήριο για να γίνει συμμόρφωση με το διάταγμα είχε παρέλθει αρκετά πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Επομένως το διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 10.12.2014 έχει καταστεί άκυρο και δεν τίθεται ζήτημα αναβίωσης του και συνακόλουθα παράτασης χρόνου συμμόρφωσης προς αυτό. Έχει εξαφανιστεί η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση του δικογράφου (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) ανωτέρω). Συνεπώς η μόνη θεραπεία που απομένει στην Εφεσείουσα - Αιτήτρια προκειμένου να προωθήσει τις τροποποιήσεις τις οποίες επιθυμεί είναι η καταχώριση νέας Αίτησης τροποποίησης. Παρατηρώ ότι οι διάφοροι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην παρούσα σε σχέση με την αναγκαιότητα της τροποποίησης καθώς και οι λόγοι για τους οποίους όσα επιχειρείται να εισαχθούν δεν ήταν δυνατόν να προβληθούν όταν καταχωρείτο αρχικά η Έφεση - Αίτηση είναι οι ίδιοι και έχουν ουσιαστικά εξεταστεί στα πλαίσια της προηγούμενης Αίτησης. Το μόνο που προστίθεται σε σχέση με όσα έχουν ήδη εξεταστεί είναι η προσπάθεια να δικαιολογηθεί η παράλειψη της Εφεσείουσας - Αιτήτριας να συμμορφωθεί με το προηγούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου. Αποδίδει δε αυτή την παράλειψη σε αβλεψία και παράλειψη των συνηγόρων της. Επαναλαμβάνω ότι εκτός από μια αποσπασματική αναφορά στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση (παράγραφος 10) δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε σχετικό από τον συνήγορο της Εφεσείουσας - Αιτήτριας κατά το στάδιο ακρόασης της Αίτησης. Ένας από τους λόγους Ένστασης που εγείρουν οι Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί δεδικασμένο. Σε κάποιο βαθμό με βρίσκει σύμφωνο η εν λόγω εισήγηση. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να εξεταστεί το αίτημα της Εφεσείουσας - Αιτήτριας υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί, ότι δηλαδή έχει παρέλθει η αρχική προθεσμία που είχε τεθεί και το αρχικό διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 10.12.2014 έχει καταστεί άκυρο. Υπάρχει όντως δεδικασμένο σε σχέση με την εισήγηση των Εναγομένων - Αιτητών ότι η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης ισοδυναμεί με παράταση του χρόνου καταχώρησης της έφεσης κατά παράβαση του άρθρου 52
(4)(Λόγος Ένστασης i). Τούτη η εισήγηση είχε εγερθεί και απορριφτεί στα πλαίσια προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης και δεν παρουσιάζεται οτιδήποτε νέο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ώστε να υπάρξει διαφοροποίηση της προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου. Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με την νομολογία οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16.4.2014. Στην παρούσα περίπτωση δεν παρουσιάζονται πραγματικά δεδομένα διαφορετικά από όσα ήταν ενώπιον του δικαστηρίου όταν αποφάσιζε την Αίτηση ημερομηνίας 10.9.2014 σε σχέση με το ζήτημα που εγείρουν εκ νέου οι Εφεσίβλητοι - Καθ' ων η Αίτηση, ότι δηλαδή η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης ισοδυναμεί με παράταση του χρόνου καταχώρησης της έφεσης κατά παράβαση του άρθρου 52
(4). Τούτο έχει αποφασιστεί με τελεσίδικο τρόπο με την απόφαση ημερομηνίας 10.12.2014 και το Δικαστήριο δεν θα το εξετάσει εκ νέου στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Αυτό που πρέπει όντως να εξεταστεί είναι ο έτερος λόγος Ένστασης που εγείρουν οι Εφεσίβλητοι - Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική. Στην απόφαση Παπαδόπουλος Βασίλης ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 2091 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση τροποποίησης Υπεράσπισης διότι αυτή είχε υποβληθεί σε προχωρημένο στάδιο και με μεγάλη καθυστέρηση από την αρχική ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης, ενώ τα γεγονότα που θα δικαιολογούσαν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στον Εναγόμενο από πολύ πριν. Περαιτέρω, αποφασίστηκε ότι η τρίτη στη σειρά αίτηση τροποποίησης που είχε καταχωρηθεί από τον Εναγόμενο, συνιστούσε και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού παρόμοιο αίτημα είχε υποβληθεί και απορρίφθηκε στα πλαίσια προηγούμενης αίτησης τροποποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο παρόμοιο αλλά το ίδιο ακριβώς αίτημα είχε εγκριθεί στα πλαίσια προηγούμενης Αίτησης και δεν έχει αξιοποιηθεί. Αν και σκιαγραφείται κάποια δικαιολογία για την μη αξιοποίηση του διατάγματος που είχε εκδοθεί παλαιότερα και δη με αναφορά στο ότι δεν εσημειώθηκε στο ημερολόγιο των δικηγόρων της Ενάγουσας - Αιτήτριας η προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να γίνει η τροποποίηση, εντούτοις δεν παρέχεται κάποια εξήγηση ως προς το πότε περιήλθε στην αντίληψη των συνηγόρων της Εφεσείουσας - Αιτήτριας η εν λόγω αβλεψία. Υπενθυμίζω ότι το προηγούμενο διάταγμα είχε εκδοθεί στις 10.12.2014 και ο χρόνος που καθορίστηκε για να καταχώρισης της τροποποιμένης Έφεσης - Αίτησης έληξε 25 ημέρες μετά ήτοι 4.1.2015. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 16.10.2015 ήτοι σχεδόν 10 μήνες μετά. Στο μεσοδιάστημα μεσολάβησε η καταχώρηση αίτησης ορισμού από τους Εφεσίβλητους - Καθ' ων η Αίτηση ως αποτέλεσμα της οποίας η υπόθεση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες στις 7.7.2015. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε 3 μήνες μετά την πρώτη εμφάνιση για οδηγίες. Κατ' αρχήν, διερωτάται κάποιος γιατί η Εφεσείουσα - Αιτήτρια δεν είχε την επιμέλεια να προωθήσει η ίδια την υπόθεσή της με αίτηση ορισμού. Περαιτέρω η αναφορά στην Ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση από τον χρόνο που έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα της τροποποίησης εξ αντικειμένου στερείται πραγματικού ερείσματος καθώς όπως ήδη λέχθηκε η αναγκαιότητα ήταν ήδη γνωστή από το 2014 όταν καταχωρήθηκε η πρώτη Αίτηση τροποποίησης. Στην Agini Latouf Anna ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος AE,
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 είχε ζητηθεί αναβολή της αγωγής με προοπτική καταχώρησης αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης αίτημα το οποίο εγκρίθηκε. Η Αίτηση δεν υποβλήθηκε και έγινε μάλιστα δήλωση ότι δεν θα καταχωρηθεί. Ενώ η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση τότε καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε με τον ισχυρισμό ότι γίνονταν διαβουλεύσεις προς εξεύρεση εξώδικου συμβιβασμού. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε αδιέξοδο οπότε αναβίωσε και πάλι η ανάγκη για τροποποίηση της υπεράσπισης Καταχωρήθηκε νέα Αίτηση τροποποίησης η οποία απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικροτώντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Τα γεγονότα της υπόθεσης αποκαλύπτουν κατά τη γνώμη μας, πρόθεση της εφεσείουσας για κωλυσιεργεία η οποία δεόντως έπρεπε να αντιμετωπισθεί από το δικαστήριο. Συνακόλουθα, κρίνεται ως ορθό, και εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, το συμπέρασμα ότι η αίτηση εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης της λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις.» Στην υπόθεση Pelekanos CA Associates Ltd ν. Ανδρέα Πελεκάνου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075 το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ότι δεν δικαιολογήθηκε η καθυστέρηση που μεσολάβησε από τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή των Αιτητών νέα έγγραφα και σε γνώση τους τα νέα στοιχεία που επικαλούνταν μέχρι την υποβολή της Αίτησης. Όπως ανέφερε στο Ανώτατο Δικαστήριο η καθυστέρηση δεν μπορούσε ούτως η άλλως να δικαιολογηθεί. Λέχθηκαν τα εξής: «Έχουμε, με εκτίμηση, την άποψη πως οι εφεσείοντες εξάντλησαν κάθε περιθώριο και πως για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης προβάλλει εδώ ως ιδιαίτερα επιτακτική και υπερέχει η αναγκαιότητα για την όσο το δυνατό πιο σύντομη λήξη της αντιδικίας.» Επίσης στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, λέχθηκε ότι: «Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί αν υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων, στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. » Εν όψει των περιστατικών που εξέθεσα πιο πάνω, κρίνω ότι βρισκόμαστε προ της εμφανούς κωλυσιεργίας της Εφεσείουσας - Αιτήτριας. Δεν είναι μόνο θέμα κατά πόσον οι Εφεσίβλητοι μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα. Είναι πρωτίστως θέμα διαφύλαξης των δικαιωμάτων τους για δίκαιη και σύντομη απονομή της δικαιοσύνης. Ένεκα της παράλειψης παροχής ικανοποιητικών εξηγήσεων για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτηση θεωρώ ότι η συμπεριφορά της Εφεσείουσας - Αιτήτριας συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η οποία δεν πρόκειται να επικροτηθεί από το Δικαστήριο. Θεωρώ ότι η έγκριση της αίτησης εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις. Διαφορετική ενδεχομένως θα ήταν η αντιμετώπιση εάν η καθυστέρηση δεν ήταν τόσο μακρά και δικαιολογείτο επαρκώς. Κάτω όμως από το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω πεισθεί για το καλόπιστο του Αιτήματος της Εφεσείουσας - Αιτήτριας. Εν όψει των πιο πάνω η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εφεσίβλητων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εφεσείουσας - Αιτήτριας. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο