Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της MATERCON CONSTRUCTION LTD, Αίτηση αρ.: 248/14, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A219 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 248/14 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφάλαιο 4 και Επί τοις αφορώσι τη Διαιτησία μεταξύ MASTERCON CONSTRUCTION LTD και ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΟΥΚΟΥΜΑ και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της MATERCON CONSTRUCTION LTD 31 Μαρτίου 2016 Για τους αιτητές: κος Μιχαηλίδης Για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 - διαιτητές: κος Μακρίδης Για την καθ' ης η αίτηση 3: κος Χριστοφίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της επίδικης αίτησης είναι η έκδοση διατάγματος που να δηλώνει ότι η απόφαση των διαιτητών Ιορδάνη Χιδίρογλου και Χρήστου Κουππαρή, απόφαση ημερομηνίας 10.02.2014, είναι άκυρη και/ή εστερημένη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Διαζευκτικά οι αιτητές αιτούνται παραμερισμό της προμνησθείσας διαιτητικής απόφασης. Η επίδικη αίτηση φαίνεται να εδράζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και συγκεκριμένα στα άρθρα 2, 9, 10, 13, 16, 17, 20 και 26· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 κκ1 έως 4 και 7 έως 9 και Δ.49· στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30· στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρο 36· και στην πρακτική και συμφυή εξουσία του δικαστηρίου, ως επίσης στις γενικές αρχές του νόμου και της νομολογίας. Εφόσον η αίτηση δεν πλήττει απλώς την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης αλλά βάλλει και κατά των δύο διαιτητών, επικαλούμενη λόγους που άπτονται του κύρους και της αμεροληψίας τους, ορθά κατέστησε τούτους διάδικους (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Limited
(1998)1Δ ΑΑΔ 1978, 1984). Ως εκ τούτου η αίτηση επιδόθηκε στους διαιτητές, οι οποίοι εμφανίστηκαν και συμμετείχαν στη διαδικασία. Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι οι διαιτητές εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο συνήγορο και καταχώρισαν κοινή ένσταση. Ας δούμε τώρα τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Σύγκειται τούτη σε τέσσερις ένορκες δηλώσεις. Ο Γιάννης Πατσαλοσαββής, διευθυντής και μέτοχος των αιτητών, προέβη σε δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη συνοδεύει την αίτηση, ενώ η δεύτερη καταχωρίστηκε μετά από άδεια του δικαστηρίου ως συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στη συνέχεια, όπου παραστεί ανάγκη αναφοράς σε αυτή τη μαρτυρία, θα καλείται δήλωση αιτητών. Η επόμενη ένορκη δήλωση είναι εκείνη που συνοδεύει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, δηλαδή της Κατερίνας Κουκουμά (στη συνέχεια η καθ' ης η αίτηση). Διευκρινίζω ότι αιτητές και καθ' ης η αίτηση είναι τα δύο μέρη που συμφώνησαν να λύσουν τις διαφορές τους σε διαιτησία. Το πώς κατέληξαν σε αυτή την απόφαση, τί ενέργειες έκαναν και καθετί σχετικό, εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα αρκεί να λεχθεί ότι οι δυο τους είναι οι διάδικοι της διαιτησίας που οδήγησε στην απόφαση που εγκαλείται. Τέλος, το μαρτυρικό υλικό συμπληρώνει η ένορκη δήλωση του Χρήστου Κουππαρή, δηλαδή ενός εκ των δύο διαιτητών της διαιτησίας που ενδιαφέρει. Επισημαίνω ότι από τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση Κουππαρή προκύπτει ότι η σχετική δήλωση προωθείται εκ μέρους και με εξουσιοδότηση από τον έτερο διαιτητή, δηλαδή τον Δρ Ιορδάνη Χιδίρογλου. Στη συνέχεια όπου παραστεί ανάγκη αναφοράς στην ένορκη δήλωση Κουππαρή, αυτή θα καλείται ως η δήλωση του διαιτητή. Δυο λόγια πρέπει να ειπωθούν και για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, εφόσον αυτή αναδεικνύει τι πραγματικά αμφισβητήθηκε και προσδιορίζει τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Υποδεικνύω ότι ουδεμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και τα μέρη περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Επαναλαμβάνω εν τούτοις ότι μετά την καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης από μέρους τόσο της καθ' ης η αίτηση όσο και των διαιτητών, οι αιτητές ζήτησαν και έλαβαν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Είναι τούτη η δήλωση Πατσαλοσαββή, ημερομηνίας 15.05.2015. Διεξήλθα του μαρτυρικού υλικού με μεγάλη προσοχή. Είμαι της γνώμης ότι το πραγματικό πλαίσιο δεν αμφισβητείται. Εκεί όπου τα μέρη φαίνεται να διαφωνούν είναι η εκτίμηση των γεγονότων και όχι τα γεγονότα αφ' εαυτών. Ως εκ των πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι με ασφάλεια μπορεί κανείς να αναφέρει ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση έχουν ως ακολούθως· Την 18.10.2010 οι αιτητές και η καθ' ης η αίτηση συνομολόγησαν συμφωνία όπως οι πρώτοι ανεγείρουν μια κατοικία δια όφελος της δεύτερης. Η εν λόγω συμφωνία είναι το τεκμήριο 1 στη δήλωση της καθ' ης η αίτηση. Στην εν λόγω συμφωνία αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι τυχόν διαφορά των μερών παραπέμπεται σε διαιτησία. Λόγω του ότι με τη συμπλήρωση των εργασιών τα μέρη, και με αυτό εννοώ οι αιτητές και η καθ' ης η αίτηση, διαφώνησαν στον τελικό λογαριασμό του έργου, αμφότεροι ενεργοποίησαν τις πρόνοιες της συμφωνίας δια παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Η μαρτυρία φανερώνει ότι δεν κατέστη δυνατό να συμφωνήσουν οι διάδικοι σε πρόσωπο κοινής αποδοχής, ώστε να διοριστεί διαιτητής και γι' αυτό το λόγο έκαστος προέβη σε υπόδειξη ενός προσώπου, όπως προνοείται στο άρθρο 36
(5)του τεκμηρίου 1 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Αρχικά ούτε σε αυτή τη διαδικασία φάνηκε να συμφωνούν τα μέρη και αυτό γιατί η καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε το Χρήστο Κουππαρή (βλ. τεκμήριο 2 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση), ο οποίος αμφισβητήθηκε από τους αιτητές δια το λόγο ότι ήταν εμπλεκόμενος, όπως ανέφεραν, με το έργο, ως το πρόσωπο που είχε ετοιμάσει τα δελτία ποσοτήτων. Η αμφισβήτηση των αιτητών αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 06.02.2013, τεκμήριο 3 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Προφανώς οι όποιες ανησυχίες των αιτητών διασκεδάστηκαν, εφόσον εν τέλει συγκατάνευσαν στο διορισμό του Χρήστου Κουππαρή. Τι είναι εκείνο που έκανε τους αιτητές να συγκατανεύσουν δεν αποκαλύπτεται από το μαρτυρικό υλικό. Γεγονός όμως είναι ότι την 02.04.2013 οι δύο διαιτητές - Χρήστος Κουππαρή και Ιορδάνης Χιδίρογλου - απέστειλαν στα μέρη επιστολή με την οποία τους καλούσαν σε συνάντηση την 09.04.2013, στα γραφεία του Χρήστου Κουππαρή. Η σχετική επιστολή είναι τεκμήριο 5 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση και τεκμήριο 1 στην ένσταση των διαιτητών. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε και το πρακτικό τούτης είναι το τεκμήριο 6 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Ακολούθως, την 09.05.2013 οι αιτητές απέστειλαν στους διαιτητές επιστολή ότι αποδέχονται τους όρους της συμφωνίας για διαιτησία και γι' αυτό τους καλούσαν να ορίσουν ημερομηνία συνάντησης για υπογραφή τούτης (βλ. τεκμήριο 8 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση). Οι διαιτητές ούτω και έπραξαν, εξ ου και την 16.05.2013 απέστειλαν στα μέρη επιστολή με την οποία τα καλούσαν σε συνάντηση την 17.05.2013 (βλ. τεκμήριο 7 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση). Η κορύφωση των ανωτέρω και η μετουσίωση των λόγων σε έργα, οδήγησε τα μέρη σε συνομολόγηση συμφωνίας διαιτησίας. Η εν λόγω συμφωνία, ημερομηνίας 17.05.2013, είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση και το τεκμήριο 9 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια η συμφωνία διαιτησίας). Τι διαλαμβάνει η σχετική συμφωνία εξετάζεται πιο κάτω. Μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας διαιτησίας τα μέρη προχώρησαν σε ανταλλαγή δικογράφων. Καίτοι τούτα τα δικόγραφα δεν προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, η αλληλογραφία που αντάλλαξαν τα μέρη (βλ. τεκμήριο 3 στην ένσταση των διαιτητών), επιμαρτυρεί ότι έλαβαν από τους διαιτητές σχετικές οδηγίες, με τις οποίες και συμμορφώθηκαν. Την 12.11.2013 ακολούθησε επιστολή των διαιτητών προς τα μέρη και ενημέρωση τούτων ότι επιθυμία τους ήταν να επισκεφθούν το έργο (βλ. τεκμήριο 12 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση). Εν τέλει νέα επιστολή, αυτή τη φορά ημερομηνίας 13.11.2013, πληροφόρησε τα μέρη ότι η σχετική επίσκεψη θα λάβει χώρα την 18.11.2013 (βλ. τεκμήριο 13 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση). Ούτω και έγινε, οι διαιτητές επισκέφθηκαν το έργο παρουσία των μερών και εκεί υπέβαλαν αριθμό ερωτήσεων και έλαβαν απαντήσεις (βλ. παράγραφο 11 ενόρκου δηλώσεως διαιτητή). Μετά την εν λόγω επίσκεψη και συγκεκριμένα την 09.01.2014, οι διαιτητές απέστειλαν ενημερωτική επιστολή στα μέρη με την οποία τα πληροφορούσαν ότι επεξεργάζονταν τα διάφορα έγγραφα με σκοπό να εκδώσουν την απόφασή τους (βλ. τεκμήριο 7 στην ένσταση των διαιτητών και τεκμήριο 14 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση). Ανάλογη είναι και η επιστολή ημερομηνίας 05.02.2014 που οι διαιτητές απέστειλαν στα μέρη (βλ. τεκμήριο 15 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση). Είναι γεγονός ότι οι διαιτητές δεν ζήτησαν και εν τέλει δεν έλαβαν προφορική μαρτυρία. Άλλωστε αυτό ρητά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του διαιτητή (βλ. παράγραφο 13 σχετικής ενόρκου δηλώσεως). Εν τέλει, την 10.02.2014 οι διαιτητές ειδοποίησαν τα μέρη ότι η απόφαση ήταν έτοιμη και μπορούσαν, άμα την τακτοποίηση της οικονομικής οφειλής προς τους διαιτητές, να την παραλάβουν (βλ. τεκμήριο 10 (α) στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση και τεκμήριο 5 στην ένσταση των διαιτητών). Η εκδοθείσα απόφαση επισυνάπτεται σε όλα τα δικόγραφα (αίτηση και ενστάσεις). Υποδεικνύεται εν τούτοις ότι ουδεμία πλευρά αμφισβήτησε τη θέση των διαιτητών ότι το τεκμήριο 6 στην ένσταση των τελευταίων είναι αντίγραφο της πρωτότυπης απόφασης. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν αδιαμφισβήτητα και αναντίλεκτα γεγονότα και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται διαπιστώσεις τούτου. Τώρα, εφόσον η επίδικη αίτηση έχει χαρακτήρα ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν αυτούσιοι οι λόγοι που οι αιτητές υποστηρίζουν ότι δικαιολογούν έκδοση τέτοιου διατάγματος, εφόσον αυτοί είναι που διαγράφουν το επίδικο ζήτημα. Τούτοι οι λόγοι εντοπίζονται στο πρόσωπο της αίτησης και έχουν ως ακολούθως· «
- Η απόφαση των Διαιτητών εκδόθηκε παράτυπα.
- Η Διαιτησία διεξήχθηκε παράτυπα.
- Οι Διαιτητές χειρίστηκαν κακώς την υπόθεση.
- Η απόφαση των Διαιτητών είναι ανυπόγραφη.
- Η απόφαση των Διαιτητών δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/η πάσχη από έλλειψη αιτιολογίας και/η στερείται επαρκούς αιτιολογίας.
- Οι Διαιτητές παρέλειψαν να εξετάσουν την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και/η να εξετάσουν δίκαια.
- Η απόφαση των Διαιτητών εκδόθηκε χωρίς τη διεξαγωγή δίκης και/η χωρίς προσαγωγή μαρτυρίας.
- Οι Αιτητές αποστερήθηκαν του δικαιώματος να εκπροσωπηθούν από Δικηγόρο.
- Οι Αιτητές δεν ενημερώθηκαν για το θάνατο του Επιδιαιτητή και δεν διορίσθηκε άλλος Επιδιαιτητής από τους Διαιτητές.
- Ο ένας εκ των Διαιτητών ήτο προκατειλημμένος αφού ήτο και ο Επιμετρητής του Έργου.» Τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι κάποιοι από τους λόγους που οι αιτητές επικαλούνται ομιλούν αφ' εαυτών και δεν χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση. Λόγου χάριν ο 4ος λόγος ότι η απόφαση των διαιτητών είναι ανυπόγραφη, ή ο 9ος λόγος ότι ο επιδιαιτητής που προκαθορίστηκε απεβίωσε εκκρεμούσης της διαιτησίας και τα μέρη δεν ενημερώθηκαν σχετικά, ενώ οι διαιτητές δεν διόρισαν άλλο επιδιαιτητή. Οι υπόλοιποι λόγοι θεωρώ ότι διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη άπτεται της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης (5ος λόγος). Προστίθεται όμως, δηλαδή πέραν της αιτιολόγησης που ρητά αναφέρεται στον 5ο λόγο, και εκείνο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δηλαδή πως οι διαιτητές παρέλειψαν να αξιολογήσουν επαρκώς και επακριβώς τις θέσεις των αιτητών και ότι λανθασμένα απεφάσισαν ότι η έλλειψη αρχικού χρονοδιαγράμματος εργασιών ήταν καθοριστικός παράγοντας για την εξέταση των απαιτήσεων των αιτητών (βλ. παράγραφο 10(ε) και (ζ) στην ένορκη δήλωση των αιτητών). Η δεύτερη κατηγορία στοχοποιεί ένα εκ των διαιτητών, εν προκειμένω το διαιτητή Κουππαρή και υποστηρίζει ότι ήταν προκατειλημμένος, αφού ήταν ο επιμετρητής του έργου (10ος λόγος). Η τελευταία κατηγορία άπτεται της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τους διαιτητές και θέλει τούτη να αντίκειται στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και επιπλέον, ότι διεξήχθηκε παράτυπα και πως οι διαιτητές χειρίστηκαν την υπόθεση κακώς (1ος, 2ος, 3ος, 6ος, 7ος και 8ος λόγος). Κρίνω σκόπιμο η εξέταση να αρχίσει από αυτή την τελευταία κατηγορία, εφόσον τούτη φαίνεται να είναι η κύρια αιτία δια την οποία οι αιτητές εγκαλούν την επίδικη διαιτητική απόφαση. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ποιος είναι ο κατάλληλος τρόπος διεξαγωγής μιας διαιτησίας και ακολούθως, κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση ακολουθήθηκε ή παραβιάστηκε. Περιττό να υποδειχθεί πως η νομοθεσία που διέπει το ζήτημα είναι ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, καθώς ότι, όπως έχει νομολογηθεί, οι διατάξεις του σχετικού νόμου (Κεφ. 4) ανταποκρίνονται σε εκείνες του αντίστοιχου αγγλικού νόμου του 1950 (Arbitration Act) και συνεπώς αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα είναι άκρως βοηθητικά (βλ. Ψηλογένης ν. ΣΠΕ Πλατρών
(2004)1Α ΑΑΔ 243, 251). Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τις θέσεις των αιτητών στο πλαίσιο αυτής της κατηγορίας, υποστηρίζεται πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους διαιτητές ήταν εσφαλμένη και αυτό είναι που την καθιστά παράτυπη. Ως εκ τούτου προτού υπεισέλθω σε διερεύνηση της κατηγορίας αφ' εαυτής, αρμόζει να υποδείξω ότι η έννοια του όρου κακή συμπεριφορά, αγγλιστί misconduct, στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4, έχει λεχθεί ότι δεν περιορίζεται απλώς στην εντιμότητα και αμεροληψία του διαιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα διαδικασίας, άμα ήθελε φανεί ότι λόγω της πορείας που ακολουθήθηκε πλήγηκαν οι αρχές φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687, 697 και Russell On The Law of Arbitration, 19η έκδοση, σελίδα 460). Ας δούμε λοιπόν τίνι τρόπω διεξάγεται μια διαιτησία. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, 2ος τόμος, σελίδα 5, αναφέρεται ότι «Arbitration is a reference of a dispute for hearing in a judicial manner». Από αυτό διαπιστώνεται ότι η διαιτητική διαδικασία είθισται να διεξάγεται με τους κανόνες που ακολουθούν τα δικαστήρια κατά την εκδίκαση δικαστικών υποθέσεων. Υπογραμμίζω τη φράση είθισται εφόσον τα πάρα πάνω δεν συνιστούν επιτακτική υποχρέωση. Όπως περαιτέρω αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's, πιο πάνω, στον καθορισμό της διαιτητικής διαδικασίας κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζουν τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία (συνυποσχετικό) των μερών για παραπομπή σε διαιτησία, η οποία δυνατό να προσδιορίζει τη διαδικασία κατά τρόπο που αποκλίνει από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας, φερ' ειπείν ότι η μαρτυρία δεν θα προσφερθεί viva voce αλλά δια ενόρκων δηλώσεων (βλ. σελίδα 35 κάτω από τον τίτλο Conduct of Proceedings). Στην προκείμενη περίπτωση επισημαίνεται ότι η συμφωνία των μερών δια παραπομπή σε διαιτησία (τεκμήριο 1 στην αίτηση), πραγματεύεται σε έκταση τη διαδικασία της διαιτησίας (βλ. άρθρα 2 έως και 6), ενώ παραπέμπει και στο Κεφ. 4 (βλ. άρθρο 13). Η σημασία της παραπομπής στο Κεφ. 4 έγκειται στο ότι στο Πρώτο Παράρτημα του νόμου εξειδικεύεται η διαδικασία που αρμόζει να ακολουθείται, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως πως (βλ. άρθρο 6 του Κεφ. 4). Επιπλέον, η συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία φανερώνει ότι τα μέρη έχουν συμφωνήσει τη διαδικασία, εν προκειμένω ότι· θα ακολουθήσει, «κατά το δυνατόν», τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 3)· τα μέρη θα έχουν δικαίωμα εκπροσώπησης από συνήγορο (άρθρο 4)· οι διαιτητές δεν θα δεσμεύονται από τους κανόνες απόδειξης αλλά θα ακολουθούν τούτους κατά το δυνατόν, καθώς και τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης (άρθρο 6)· και τέλος, οι διαιτητές θα έχουν δικαίωμα να καθορίσουν την ακολουθητέα διαδικασία (άρθρα 1 και 5). Μέχρι στιγμής διαπιστώνεται ότι αυτή είναι η διαδικασία που συμφωνήθηκε από τα μέρη, δηλαδή αιτητές και καθ' ης η αίτηση και επιπλέον, ότι η συμφωνηθείσα αυτή διαδικασία βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με ό,τι προβλέπεται στο σχετικό νόμο, Κεφ. 4 και εξυπηρετεί τις υψηλές αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Εν τούτοις πέραν των πιο πάνω τα ακόλουθα τεκμήρια, που ως επί το πλείστον παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο από την καθ' ης η αίτηση, ανακτούν μια κάποια ιδιαίτερη σημασία, εφόσον αναδεικνύουν έτι περαιτέρω τι πραγματικά συμφωνήθηκε και ποιες ήταν οι προθέσεις των μερών κατά το χρόνο εκδίκασης της διαιτησίας. Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει το τεκμήριο 6 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση, εφόσον είναι τούτο το πρακτικό της πρώτης συνάντησης των μερών με τους διαιτητές, όπου δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση δικογράφων σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Σε ό,τι αφορά την ακροαματική διαδικασία λέχθηκε πως· «Αν κριθεί αναγκαία η διεξαγωγή Ακροαματικών Συνεδριάσεων αυτές θα γίνουν. Οι Ακροαματικές Συνεδριάσεις θα διεξάγονται όποτε οι Διαιτητές πιστεύουν ή οποιοδήποτε από τα Μέρη πιστεύει, ότι απαιτείται προφορική μαρτυρία για τη διευκρίνιση της γραπτής μαρτυρίας.» Δεν παραγνωρίζω ότι το πιο πάνω πρακτικό (τεκμήριο 6 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση), προηγείται χρονικά της ημερομηνίας διορισμού των διαιτητών, δηλαδή της 17.05.2013. Εν τούτοις η αλληλογραφία που ακολούθησε φανερώνει ότι οι διάδικοι στη διαιτησία στηρίχθηκαν στο προμνησθέν πρακτικό. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται το τεκμήριο 3 στην ένσταση των διαιτητών, δηλαδή οι επιστολές που αντάλλαξαν τα μέρη με τους διαιτητές σε μια προσπάθεια να αιτηθούν παράταση του χρόνου καταχώρισης του δικογράφου τους. Περαιτέρω, η αγόρευση των αιτητών αποκαλύπτει ότι δέχονται πως τούτο το πρακτικό συναρτάται με τη συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία. Πλέον αποκαλυπτικές είναι οι επιστολές των διαιτητών προς τα μέρη, ημερομηνίας 09.01.2014 και 05.02.2014, τεκμήρια 14 και 15, αντίστοιχα, στην ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση. Η σημασία των εν λόγω επιστολών έγκειται στο ότι στάληκαν εις απάντηση επιστολών των αιτητών. Στην πρώτη (τεκμήριο 14), οι αιτητές ζητούσαν να πληροφορηθούν το στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία μετά την επιτόπια εξέταση και η απάντηση που έλαβαν ήταν πως· «. αναφορικά με το πιο κάτω ηλεκτρονικό μήνυμα, σας ενημερώνουμε ότι οι Διαιτητές εξετάζουν τα Έγγραφα που έχετε παραδόσει για να καταλήξουν στην απόφαση τους.» Ακολούθως οι αιτητές επανήλθαν ζητώντας να πληροφορηθούν τυχόν χρονοδιάγραμμα των διαιτητών, για να πάρουν όμως την απάντηση του τεκμηρίου 15, δηλαδή πως· «. αναφορικά με το πιο κάτω ηλεκτρονικό μήνυμα, σας ενημερώνουμε ότι οι Διαιτητές εξετάζουν τα Έγγραφα που έχετε παραδόσει για να καταλήξουν στην απόφαση τους. Αυτή αναμένετε να εκδοθεί, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, πριν τις 28/2/2014.» Με δεδομένο ότι τα μέρη κλήθηκαν να καταχωρίσουν δικόγραφα και συμμορφώθηκαν, ακολούθως παρέστησαν σε επιτόπια εξέταση και εκεί κλήθηκαν να επεξηγήσουν διάφορα ζητήματα και τέλος, σε δύο περιπτώσεις ενημερώθηκαν ότι οι διαιτητές ήταν στο στάδιο συγγραφής της απόφασής τους (τεκμήρια 14 και 15 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση) χωρίς να ακούσουν μαρτυρία, κάτι που ούτως ή άλλως συμπεριλήφθηκε στο πρακτικό που συμφώνησαν τα μέρη (τεκμήριο 6), είναι άξιο απορίας ότι οι αιτητές βάλλουν σήμερα κατά της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Διερωτάται κανείς· αν επιθυμούσαν αντεξέταση ή κάτι άλλο, γιατί δεν έσπευσαν μόλις έλαβαν το τεκμήριο 14 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση, να αποταθούν στους διαιτητές και να ζητήσουν τούτη την αντεξέταση ή άλλως πως και αν η θέση τους ήθελε απορριφθεί να αποταθούν στο δικαστήριο και να ζητήσουν οδηγίες και εξαναγκασμό των διαιτητών (άρθρα 17 και 27, Κεφ. 4). Η θέση των διαιτητών στα τεκμήρια 14 και 15 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση δεν χωρούσε διαζευκτικών ερμηνειών. Πρόθεση τούτων ήταν να εκδώσουν απόφαση χωρίς να λάβουν μαρτυρία, νοείται άλλη από την έγγραφη και την επιτόπια εξέταση. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί, αυτή η απόφαση δεν είναι αντίθετη προς τη διαδικασία που συνήθως ακολουθείται σε διαιτησίες, αλλά ούτε και προς τη διαδικασία που συμφώνησαν τα μέρη. Επαναλαμβάνω ότι η συμφωνία των μερών δεν καθιστούσε επιβεβλημένη τη λήψη προφορικής μαρτυρίας (βλ. συνδυασμένη ανάγνωση τεκμηρίων 6 και 9 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση, δηλαδή το πρακτικό που προηγήθηκε της συμφωνίας και τη συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία). Αυτή δε η συμφωνηθείσα διαδικασία είναι καθ' όλα νομότυπη και εν πάση περιπτώσει δεν αντίκειται στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης. Αν τυχόν αντιπαραβολή με δικαστική διαδικασία προσδίδει ασφάλεια και καταδεικνύει πως περιορισμός σε έγγραφη μαρτυρία δεν αντίκειται των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, αρκεί τότε να υποδείξω ότι και στις δικαστικές διαδικασίες ο περιορισμός στους ισχυρισμούς των δικογράφων είναι, ενίοτε, η ακολουθητέα οδός (βλ. κ.7(i) της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Από την άλλη ενδιάμεσες αιτήσεις αποφασίζονται, κατά κανόνα, με έγγραφη μόνο μαρτυρία (Δ.48), ενώ σήμερα αξιώσεις μέχρι €3.000 επίσης αποφασίζονται στη βάση ενόρκων δηλώσεων (Δ.30 κ.6). Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο λόγος που οι αιτητές σε κανένα στάδιο δεν ζήτησαν να προσκομίσουν άλλη μαρτυρία ή να αντεξετάσουν μάρτυρες ή να εκπροσωπηθούν από συνήγορο, ούτε ακόμη μετά τις επιστολές τεκμήρια 14 και 15 πιο πάνω, είναι γιατί εξ αρχής συμφώνησαν άλλως πως, δηλαδή όπως αναφέρεται στο πρακτικό ημερομηνίας 09.04.2013 (τεκμήριο 6 την ένσταση της καθ' ης η αίτηση) και ήταν κοινή αντίληψη όλων των εμπλεκομένων - αιτητών, καθ' ης η αίτηση και διαιτητών - πως δεν θα προσκόμιζαν προφορική μαρτυρία. Η σημασία όλων των πιο πάνω και δη της συμπεριφοράς των αιτητών, αναδεικνύεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου ν. Τυλλή
(2007)1Β Α.Α.Δ.
- Το κρίσιμο απόσπασμα από τη σελίδα 1175 φανερώνει τα γεγονότα καθώς και το σκεπτικό (ratio) της υπόθεσης. Λέχθηκε εκεί ότι· «Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, προκύπτει ότι στις 5.11.2001 οι εργολάβοι υπέβαλαν γραπτώς την απαίτησή τους προς τους διαιτητές με επισυνημμένα έγγραφα προς απόδειξη της απαίτησης τους. Το ίδιο έπραξαν και οι ιδιοκτήτες οι οποίοι υπέβαλαν γραπτώς τη δική τους θέση και ανταπαίτηση με επισυνημμένα έγγραφα. Ο κύκλος υποβολής των εγγράφων προς τους διαιτητές έκλεισε στις 9.1.
- Η απόφαση των διαιτητών εκδόθηκε στις 18.4.
- Κατά το μεγάλο χρονικό αυτό διάστημα μεταξύ 8.1.2002 μέχρι 18.4.2003 δεν φαίνεται να είχε ζητηθεί από τη μια ή την άλλη πλευρά η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας ούτε προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες διαμαρτυρήθηκαν για ό,τι είχε σχέση με τη νομιμότητα της διαδικασίας της διαιτησίας. Σαφώς συνάγεται ότι μετά την υποβολή των εκατέρωθεν θέσεων και του μαρτυρικού υλικού, οι διάδικοι άφησαν το θέμα της επίλυσης της διαφοράς στους διαιτητές, αναμένοντας την απόφασή τους στη βάση του υλικού που προσκόμισαν. Συνάγεται επίσης από τη συμπεριφορά των ιδιοκτητών ότι γι' αυτούς ήταν αρκετό όπως η διαιτησία διεξαχθεί με βάση αυτό και μόνο το υλικό που προσκόμισαν χωρίς την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Έχουμε τη γνώμη ότι το περί του αντιθέτου συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι λανθασμένο καθότι αφίσταται από τη λογική των ίδιων των γεγονότων όπως εξ αντικειμένου εμφανίζονται. Το λάθος εντοπίζεται στο ότι το συμπέρασμα του δικαστηρίου έχει ως αφετηρία τη διαπίστωση ότι εφόσον δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στη διαιτητική απόφαση για συμφωνημένη διαδικασία, η διαδικασία έπρεπε να είχε διεξαχθεί σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, μια από τις οποίες είναι ότι η διαιτησία διεξάγεται υπό μορφή προφορικής ακρόασης εκτός αν οι διάδικοι συμφωνήσουν διαφορετικά. Με βάση τα λεχθέντα, οι διάδικοι ουσιαστικά συμφώνησαν διαφορετικά επιλέγοντας την υποβολή γραπτών στοιχείων για θεμελίωση των αντίστοιχων ισχυρισμών και απαιτήσεων τους θεωρώντας αχρείαστη την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας.» Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι η διαδικασία δυνατό να καθοριστεί ή μεταβληθεί, από τη συμπεριφορά των διαδίκων. Έτσι και εδώ, η συμπεριφορά των αιτητών, πλήρως εναρμονισμένη με ό,τι είχαν συμφωνήσει, δεν τους επιτρέπει προώθηση της υστερόβουλης και επιτηδευμένης θέσης ότι παραβιάστηκε η αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και τα δικαιώματα που είχαν στη διαδικασία. Αφενός τούτα τα δικαιώματα ουδέποτε τους στερήθηκαν καθ' ότι ανέκαθεν υφίσταντο και διείπον τη διαιτητική διαδικασία. Απλώς τα μέρη, μεταξύ αυτών και οι αιτητές, δεν τα άσκησαν ιδία βουλήσει. Αφετέρου, καίτοι οι αιτητές έλαβαν γνώση ότι οι διαιτητές δεν θεωρούσαν αναγκαίο να ακούσουν προφορική μαρτυρία, σχετικά είναι τα τεκμήρια 14 και 15 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση, δεν ζήτησαν το αντίθετο και ούτε επιχείρησαν να εξαναγκάσουν τους διαιτητές. Από αυτό συμπεραίνει κανείς ότι οι αιτητές συγκατάνευσαν, είτε εξ αρχής είτε στην πορεία, όπως η διαιτησία διεξαχθεί άνευ αντεξετάσεως και προφορικής μαρτυρίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν βλέπω πώς οι διαιτητές παραβίασαν την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και πώς στέρησαν τους αιτητές των δικαιωμάτων τους. Συναφώς η σχετική πτυχή της αίτησης κρίνεται ανυπόστατη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Το επόμενο που εξετάζεται είναι ο 10ος λόγος ένστασης και δη οι κατηγορίες που οι αιτητές εξαπολύουν κατά του διαιτητή Κουππαρή. Επικαλούνται οι αιτητές τη σχέση του διαιτητή με το έργο, λόγω του ότι αυτός ήταν ο επιμετρητής ποσοτήτων. Ας σημειωθεί πως ο σχετικός ισχυρισμός, δηλαδή το γεγονός της εμπλοκής του διαιτητή Κουππαρή με το έργο, έστω εμμέσως, δηλαδή μέσω τρίτης εταιρείας, δεν φαίνεται να αμφισβητείται από το σύνολο των καθ' ων η αίτηση. Εκλαμβάνω λοιπόν ως δεδομένο ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο διαιτητής Κουππαρής είχε σχέση με την επιμέτρηση των ποσοτήτων του έργου. Ποια όμως η αντίδραση της νομολογίας σε αυτό, διαπιστώνεται από το ακόλουθο απόσπασμα στο σύγγραμμα Russell On The Law of Arbitration, 19η έκδοση, σελίδα 116, κάτω από τον τίτλο Dishonesty, Partiality and Interest. Αναφέρεται εκεί ότι· «There is universal agreement amongst jurists of all countries that it is of the first importance that judicial tribunals should be honest, impartial and disinterested. This rule applies in full force to arbitral tribunals, subject only to this exception, that parties who are free to choose their own tribunal may, provided they act with full knowledge, choose dishonest, partial or interested arbitrators (though this exception is in its turn subject to a statutory exception which gives parties who have so chosen a locus poenitentiae in certain circumstances).» Αξίζει να υποδειχθεί ότι η αναφορά statutory exception, πιο πάνω, παραπέμπει στο αγγλικό άρθρο 24 του Arbitration Act του
- Το λεκτικό τούτου είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 9 του Κεφ. 4, όπου στο εδάφιο
(1)αναφέρεται ότι· «9.-
(1)Όταν μια συμφωνία μεταξύ συμβαλλόμενων προβλέπει ότι oι διαφορές που δυνατό vα προκύψουν μεταξύ τους στο μέλλον θα παραπέμπονται σε διαιτητή o οποίος κατονομάζεται ή προσδιορίζεται στη συμφωνία και στη συνέχεια ενώ έχει προκύψει διαφορά, oπoιoσδήπoτε από τoυς αντισυμβαλλόμενους, προβάλλοντας ως λόγο ότι o κατovoμαζόμεvoς ή πρoσδιoριζόμεvoς διατητής δεv είναι ή δεv δύναται vα είvαι αμερόληπτος, αποτείνεται στo Δικαστήριο για άδεια ακύρωσης συvυπoσχετικoύ ή για απαγορευτικό διάταγμα πoυ vα παρεμποδίζει oπoιoδήπoτε άλλο από τoυς συμβαλλόμεvoυς ή τov διαιτητή vα προχωρήσει με τη διαιτησία, δεv αποτελεί λόγo για απόρριψη της αιτήσεως τo ότι o εv λόγω συμβαλλόμεvoς γνώριζε ή όφειλε vα γνωρίζει κατά το χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας ότι o διαιτητής, λόγω της σχέσης του με oπoιoδήπoτε από τoυς συμβαλλόμεvoυς ή της σχέσης τoυ με τo ζήτημα πoυ παραπέμπεται, δυνατό vα μηv ήταν σε θέση vα παραμείνει αμερόληπτος.» Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι διάδικος σε διαιτησία που πρόκειται να διεξαχθεί, έχει το δικαίωμα να ζητήσει αποκλεισμό συγκεκριμένου προσώπου από διορισμό τούτου ως διαιτητή, επί τω ότι είναι εμπλεκόμενος και φαινομενικά όχι ανεξάρτητος και/ή αμερόληπτος. Ακόμη και αν το όνομα του διαιτητή είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων εφαρμογής τυγχάνει η αρχή locus poenitentiae (opportunity of repentance), η οποία επιτρέπει στο διάδικο που εκ των υστέρων κατέστη κοινωνός συγκεκριμένων γεγονότων που πλήττουν την ανεξαρτησία του εν λόγω προσώπου, να αποσύρει τη συγκατάθεσή του για διορισμό τούτου ως διαιτητή. Την ίδια όμως στιγμή που το άρθρο 9
(1)εξοπλίζει το διάδικο με τέτοιο δικαίωμα, τον επιφορτίζει και με υποχρέωση ότι αν ήθελε παραλείψει προώθηση τούτου του μέτρου, εκλαμβάνεται ότι συναινεί στο διορισμό του προσώπου αυτού παρ' ότι γνωρίζει την εμπλοκή του ή οτιδήποτε άλλο μεμπτό. Επί του προκειμένου σχετική είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Russell, πιο πάνω, στη σελίδα 117 ότι· «The more important question in arbitration tends to be what procedure is open to an aggrieved party when he discovers the arbitrator' s interest. If he knew about it before appointment, then subject to the above-mentioned statutory exception, he can do nothing.» Στην προκείμενη περίπτωση πρόδηλο είναι ότι οι αιτητές εξ αρχής γνώριζαν την όποια εμπλοκή του διαιτητή Κουππαρή. Αποδεικτικό τούτου είναι η αρχική διαμαρτυρία τους στην καθ' ης η αίτηση με την επιστολή ημερομηνίας 06.02.2013 (βλ. τεκμήριο 3 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση). Εν τούτοις όπως έχω ήδη αναφέρει, στην πορεία οι αιτητές συγκατάνευσαν. Άγνωστο είναι το γιατί, αλλά δεδομένο είναι πως συγκατάνευσαν εφόσον κλήθηκαν και παρέστησαν σε σχετική συνάντηση, όπου συμφωνήθηκε η παραπομπή σε διαιτησία στους δύο αυτούς διαιτητές, ένας εκ των οποίων ο Χρ. Κουππαρής (βλ. τεκμήρια 5 έως και 9 στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση). Αυτή λοιπόν η συγκατάνευση των αιτητών στο διορισμό του διαιτητή Κουππαρή και περαιτέρω, η παράλειψή τους να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 4, δεν επιτρέπει σήμερα ευόδωση των αιτιάσεων τους στη βάση εμπλοκής του εν λόγω διαιτητή. Χαρακτηριστική και καθοριστική είναι η θέση στον Russell, πιο πάνω, ότι τα μέρη είναι ελεύθερα να διαλέξουν το δικαστήριο τους, έστω και αν αυτό οδηγήσει σε επιλογή εμπλεκόμενου και ανέντιμου προσώπου, φτάνει μόνο να έχουν πλήρη γνώση. Στην υπό κρίση περίπτωση η γνώση της εμπλοκής Κουππαρή ήταν δεδομένη. Συνακόλουθα ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Διατείνονται οι αιτητές ότι η διαιτητική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί δια το λόγο ότι δεν υπογράφεται από τους διαιτητές (4ος λόγος στην αίτηση). Το πρώτο που οφείλω να αναφέρω είναι πως οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου άλλο είναι που φανερώνουν. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί το τεκμήριο 6 στην ένσταση των διαιτητών είναι το αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης. Το εν λόγω έγγραφο φέρει υπογραφές και οι αιτητές δεν έχουν αμφισβητήσει αυτό το δεδομένο. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να οδηγήσει τον 4ο λόγο σε απόρριψη. Παρ' όλα αυτά, υποδεικνύω ότι ούτε η δικανική πτυχή του θέματος εξυπηρετεί το επιχείρημα των αιτητών. Στο Russell, πιο πάνω, στη σελίδα 328, αναφέρεται ότι· «A parol award is good, unless the submission otherwise requires.» Στην προκείμενη περίπτωση διεξήλθα με ιδιαίτερη ενδελέχεια τη συμφωνία δια παραπομπή σε διαιτησία και διαπιστώνω ότι πουθενά αναφέρεται πως η διαιτητική απόφαση πρέπει να είναι γραπτή. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι διαιτητές δεν ανέλαβαν υποχρέωση να θέσουν την απόφασή τους σε έντυπη μορφή. Περαιτέρω, σχετική είναι και η αναφορά στην επόμενη σελίδα του συγγράμματος Russell, σελίδα 329, ότι· «If the submission requires the award to be in writing, it is not necessary for the award to be signed.» Αποκαλύπτεται λοιπόν ότι η εθιμοτυπική υποχρέωση υπογραφής μιας απόφασης, δεν βαρύνει τους διαιτητές και εν πάση περιπτώσει δεν είναι ικανή να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση. Συνεπώς ο 4ος λόγος απορρίπτεται. Οι αιτητές προσβάλλουν την υπό κρίση απόφαση και δια το λόγο ότι ο επιδιαιτητής που διορίστηκε από τους δύο διαιτητές απεβίωσε εκκρεμούσης της διαδικασίας και τα μέρη δεν ενημερώθηκαν σχετικά, ενώ οι διαιτητές δεν διόρισαν νέο επιδιαιτητή (βλ. 9ο λόγο). Το πρώτο που αρμόζει να υποδειχθεί είναι πως ο σχετικός ισχυρισμός των αιτητών δεν αμφισβητήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση. Τουναντίον, τα λεγόμενά τους, καθώς επίσης οι αγορεύσεις τους, φανερώνουν ότι έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα. Ως εκ τούτου δέχομαι ότι η θέση των αιτητών ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Αυτό βεβαίως δεν προκαθορίζει και το αποτέλεσμα. Απομένει να διερευνηθεί ποια η τυχόν επίπτωση στη διαιτητική απόφαση από το μη διορισμό νέου επιδιαιτητή. Επί του προκειμένου ορθή κρίνεται η θέση των καθ' ων η αίτηση και δη των διαιτητών, με παραπομπή στο σύγγραμμα Russell. Η θέση τους επιβεβαιώνεται και από νεότερη έκδοση του ιδίου συγγράμματος, εν προκειμένω τη 19η έκδοση, όπου στη σελίδα 251 αναφέρεται ότι· «Unless the arbitration agreement provides for an umpire to take an active part in the reference from the beginning, his duties do not arise (in the absence of intervention by the court) until the arbitrators disagree. Further, unless the agreement expresses a contrary intention, the umpire's authority commences when the arbitrators give written notice, either to him or to a party to the agreement, that they cannot agree. The umpire may then "enter upon the reference in lieu of the arbitrators," and if he fails to do this within a reasonable time he may be removed by the court.» Αποκαλύπτεται λοιπόν ότι εκεί όπου ο επιδιαιτητής δεν λαμβάνει μέρος στη διαιτησία μαζί με τους άλλους δύο διαιτητές, τότε ο ρόλος και τα καθήκοντά του τίθενται σε εφαρμογή άμα τη διαπίστωση ότι οι διαιτητές διαφωνούν. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή αν οι διαιτητές συμφωνούν, ο διορισμός επιδιαιτητή αποτελεί εφεδρεία που δεν ενεργοποιείται. Αυτή η τελευταία περίπτωση είναι που διέπει και την υπό κρίση περίπτωση. Εδώ οι διαιτητές δεν διαφώνησαν. Τουναντίον η απόφασή τους, η οποία δεσμεύει τα μέρη, ήταν ομόφωνη. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα καταφυγής στον επιδιαιτητή. Δικαίως η καθ' ης η αίτηση παραπέμπει και στο σύγγραμμα Commercial Arbitration των Sir Michael J. Mustill και Stewart C. Boyd, εφόσον τα αναφερόμενα στη σελίδα 156 τη δικαιώνουν. Αναφέρεται εκεί ότι· «The arbitrators may appoint the umpire at any time and must do so forthwith if they cannot agree. The arbitration agreement may require the arbitrators to appoint an umpire before disagreement; but failure to do so does not vitiate a joint award by them.» Ως εκ των πιο πάνω το γεγονός ότι δεν διορίστηκε επιδιαιτητής, νοείται μετά το θάνατο του πρώτου που είχε διοριστεί, δεν βλέπω πως επηρεάζει την ομόφωνη και δεσμευτική απόφαση των δύο διαιτητών. Κρίνω συνεπώς ότι ο 9ος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος και γι' αυτό απορρίπτεται. Η τελευταία θέση των αιτητών αφορά μέρος αυτών των διαπιστώσεων της απόφασης των διαιτητών, οι οποίες, διατείνονται οι αιτητές, είναι αναιτιολόγητες και αποτέλεσμα μη επαρκούς αξιολόγησης. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί εδώ είναι πως διαιτητική απόφαση η οποία δεν αποκαλύπτει σφάλμα στην όψη της και εννοώ είτε νομικό είτε πραγματικό (error of law or of fact), τεκμαίρεται ότι εκδόθηκε ορθά και νομότυπα. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι στον Russell, πιο πάνω, σελίδα 447 και 448, αναφέρεται ότι· «Where an arbitrator makes a mistake either in law or in fact in determining the matters referred, but such mistake does not appear on the face of the award, the award is good notwithstanding the mistake, and will not be remitted or set aside. ... Where an award is good on the face, it will be presumed, in the absence of evidence to the contrary, that everything has been rightly and regularly performed.» Κατ' επέκταση, μόνο εκεί όπου το σφάλμα διαπιστώνεται στην όψη της διαιτητικής απόφασης είναι ικανό να ακυρώσει τούτην. Τώρα, τι σημαίνει σφάλμα, επίσης εξηγείται στο Russell, πιο πάνω, όπου στη σελίδα 447 αναφέρεται η γενική αρχή, καθώς ότι· «The general rule is that, as the parties choose their own arbitrator to be the judge in the disputes between them, they cannot, when the award is good on its face, object to his decision, either upon the law or the facts. In this respect the courts do not recognise any distinction between the awards of legal and of lay arbitrators. "An error of law on the face of the award means . that you can find in the award or a document actually incorporated thereto, as, for instance, a note appended by the arbitrator stating the reason for his judgment, some legal proposition which is the basis of the award and which you can then say is erroneous." "Unless upon the face of the award we can distinctly collect what the arbitrator intended to decide, and that we can see that he has decided wrongly, the court will not interfere.» Στην υπό κρίση περίπτωση διεξήλθα με προσοχή τη διαιτητική απόφαση (τεκμήριο 1 στην αίτηση). Δεν εντοπίζω οτιδήποτε που να εμπίπτει σε κάποια από τις αναγνωρισμένες κατηγορίες σφάλματος, νομικό ή πραγματικό. Οι αιτιάσεις των αιτητών που έχουν να κάνουν με ανεπαρκή αξιολόγηση, δεν είναι ικανές να ακυρώσουν τη διαιτητική απόφαση. Αυτά τα ζητήματα εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των διαιτητών και όπως αναφέρθηκε από το Lord Denning στην υπόθεση G.K.N. v. Matbro
(1976)2 Lloyd's Rep. 555. 575· «The weight of evidence and the inferences from it are essentially matters for the arbitrator. I do not think that the awards of arbitrators should be challenged or upset on the ground that there was not sufficient evidence or that it was too tenuous or the like.» Επιπλέον, στο Russell, πιο πάνω, αναφέρεται ότι· «Finding a fact without adequate evidence is not misconduct in any event. It is merely, even if proved, an error of law not on the face of the award. But care must be taken before asserting that the arbitrators had no adequate evidence.» Καταλήγω συναφώς ότι τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο, οι αιτητές δεν κατόρθωσαν να πλήξουν τη διαιτητική απόφαση. Η επάρκεια αιτιολόγησης της διαιτητικής απόφασης δεν συνιστά κακό χειρισμό της διαιτησίας. Περιπλέον, στη δοσμένη περίπτωση εξέτασα τη διαιτητική απόφαση σε σχέση με αυτό το ζήτημα και δεν εντόπισα οιονδήποτε σφάλμα στην όψη της. Συνεπώς, ούτε ο 5ος λόγος ευσταθεί και έτσι απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση των αιτητών απορρίπτεται με έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ της καθ' ης η αίτηση και των διαιτητών και εις βάρος των αιτητών. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο