Αίτηση της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) ν. Αναφορικά με την εταιρεία Koultis Holdings Limited, Εκκαθ. Εταιρείας: 905/2011, 9/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Εκκαθ. Εταιρείας: 905/2011 Αναφορικά με την εταιρεία Koultis Holdings Limited και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αίτηση της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company), από τη Ρωσία Αίτηση ημ. 23 Οκτωβρίου 2013 για Πρόσθετη Ένορκη Δήλωση προς Υποστήριξη της Ένστασης Ημερομηνία: 9 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Koultis Holdings Ltd - Αιτήτρια: κα Α. Στυλιανού για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ε. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την κυρίως Αίτηση ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας Koultis Holdings Limited λόγω ισχυριζόμενης παράλειψης πληρωμής χρέους της προς την Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) κατόπιν επίδοσης στην εταιρεία απαίτησης δυνάμει του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Η εταιρεία καταχώρισε ένσταση στην κυρίως Αίτηση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση. Με την παρούσα ενδιάμεση Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») η εταιρεία Koultis Holdings Limited (εφεξής «η Αιτήτρια») ζητά: (
- i)Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώριση πρόσθετης ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, και (
- ii)Διάταγμα παρατείνον τον χρόνο για καταχώριση πρόσθετης ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, για περίοδο 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.25, Δ.39 θ.1, Δ.48 θ.1-4 και Δ.54 θ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 37, 203, 209, 211, 212(α)-(γ), 213 και 214 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στον Κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών, στους Καν. 3 και 4 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στον Καν. 36
(1)των Αγγλικών Companies and Winding Up Rules, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στην ακολουθητέα στην Αγγλία πρακτική. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Φιλιππίδη, Γενικού Διευθυντή της Oneworld Ltd η οποία διαχειρίζεται την Αιτήτρια. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως από την καταχώριση της ένστασης μέχρι και την καταχώριση της παρούσας μεσολάβησαν γεγονότα τα οποία έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα της Αίτησης εκκαθάρισης. Αυτά ουσιαστικά περιστρέφονται γύρω από τρεις άξονες, ως ακολούθως: · Την έγερση από την Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) (εφεξής «η Καθ΄ ης») των αγωγών 1832/12 και 6029/12 Ε.Δ. Λευκωσίας. Στην πρώτη εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης στοιχείων και εγγράφων αναφορικά με τα δάνεια που συνήφθησαν από την Καθ΄ ης σε σχέση με Κυπριακές εταιρείες. Αποτελεί ήδη ισχυρισμό της Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση της ένστασης πως το επίδικο δάνειο αποτελεί ένα εκ των 52 συνολικά δανείων τα οποία παραχωρήθηκαν από την Καθ΄ ης σε Κυπριακές εταιρείες. Στα πλαίσια και των δύο αγωγών η Καθ΄ ης προέβαλε πως τα δάνεια χορηγήθηκαν δόλια και είναι παράνομα. · Την εξασφάλιση από τη ΜΟ.Κ.Α.Σ. στις 10.4.12 διατάγματος εναντίον διαφόρων τραπεζών για να παραδώσουν στοιχεία σε σχέση με τραπεζικούς λογαριασμούς, που αφορούν Κυπριακές εταιρείες οι οποίες συνήψαν δάνεια με την Καθ΄ ης, συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας. Στα πλαίσια της σχετικής αίτησης η ΜΟ.Κ.Α.Σ. έκρινε, σύμφωνα με πληροφορία των Ρωσικών Αρχών, ότι τα δάνεια είναι αποτέλεσμα παράνομων ενεργειών. · Την εξόφληση του επίδικου δανείου και την αμφισβήτηση ύπαρξης του επίδικου χρέους. Η πρώτη επήλθε με τη μεταβίβαση στις 14.5.12 στην Καθ΄ ης όλων των περιουσιακών στοιχείων, ήτοι μετοχών σε Ρωσικές εταιρείες οι οποίες αποκτήθηκαν με τα δάνεια που δόθηκαν στις Κυπριακές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας. Η δεύτερη προκύπτει από τη μεταβίβαση τον Ιούνιο του 2013 από την Αιτήτρια στην Καθ΄ ης της διαχείρισης των Ρωσικών εταιρειών στις οποίες ανήκουν τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν με τα δάνεια τα οποία δόθηκαν στις Κυπριακές εταιρείες, καθότι έτσι η Καθ΄ ης απέκτησε τον έλεγχο και τη διαχείριση των εταιρειών με περιουσιακά στοιχεία τα οποία υπερκαλύπτουν τα δάνεια, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου. Ο κ. Φιλιππίδης ισχυρίζεται πως θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση πρόσθετης ένορκης δήλωσης ούτως ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στην Αιτήτρια να προσκομίσει όλη την απαραίτητη μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης της. Η προτεινόμενη πρόσθετη ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του. Η Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση, η οποία έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη της Δ.48 θ.5-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι λόγοι ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση συνιστά καταφρόνηση και ή κατάχρηση της διαδικασίας και υποβάλλεται καθυστερημένα και ή κακόπιστα και ή χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης και ή προσβολής των δικαιωμάτων της Καθ΄ ης για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου. 2) Η Αιτήτρια κωλύεται να αιτείται τα αιτούμενα διατάγματα καθότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει τελεσίδικα επί αυτών σε προγενέστερη παρόμοια Αίτηση της ημ. 27.6.12. 3) Το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 3.5.13 έχει αποφασίσει επί της διαδικασίας της ακρόασης της κυρίως Αίτησης και ειδικότερα ότι δεν χωρεί διαδικαστικό διάβημα για την προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας όπως επιχειρείται με την παρούσα Αίτηση. 4) Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύνανται να εκδοθούν λόγω δεδικασμένου (res judicata) και ή issue estoppel. 5) Με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται από το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την προγενέστερη απόφαση του και ή να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του. 6) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 7) Η Αίτηση είναι αντικανονική και ή παράτυπη και ή βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. 8) Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία δεν συνάδουν με την ακολουθητέα διαδικασία και ή με το αποδεικτικό δίκαιο που ισχύει σε αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας. 9) Η μαρτυρία και ή οι ισχυρισμοί τους οποίους η Αιτήτρια επιθυμεί να εισαγάγει με την πρόσθετη ένορκη δήλωση είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα της κυρίως Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Ιωάννου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ΄ ης. Ο ενόρκως δηλών βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, καθώς επίσης απορρίπτει ως αναληθή κάποια από τα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο κ. Φιλιππίδης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και αναγνωρίζεται από τις δύο πλευρές, η Αιτήτρια καταχώρισε και παλαιότερα Αίτηση ημ. 27.6.12 (εφεξής «η προγενέστερη Αίτηση»), με την οποία ζητούσε διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένσταση στην κυρίως Αίτηση. Η Καθ΄ ης είχε καταχωρίσει ένσταση. Η Δικαστής, ενώπιον της οποίας είχε αρχικώς τεθεί η κυρίως Αίτηση, εκδίκασε την προγενέστερη Αίτηση και την απέρριψε με ενδιάμεση απόφαση της ημ. 3.7.13 (προφανώς η αναφορά στις «3.5.13» στην ένσταση είναι λανθασμένη). Στην απόφαση της η Δικαστής αναφέρει πως η κυρίως Αίτηση είναι εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση και πως η ακρόαση της δεν περιορίζεται από τα όσα η Δ.48 θ.4
(2)διαλαμβάνει για την ακρόαση ενδιάμεσων αιτήσεων. Στη βάση αυτή αποφάσισε πως «η ακρόαση μιας εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης ακολουθεί το πρότυπο της ακροαματικής διαδικασίας σε αγωγή και δεν χωρεί διαδικαστικό διάβημα για την προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας με τη μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης». Με δεδομένο το πιο πάνω ιστορικό όντως το πρωταρχικό ερώτημα που εγείρεται αφορά τη σημασία και τις συνέπειες από την ύπαρξη της προγενέστερης αίτησης και αντίστοιχα της παλαιότερης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση). Η πραγματικότητα είναι πως με βάση το άρθρο 25
(1)του περί Δικαστηρίων Ν. 14/60, κάθε ενδιάμεση απόφαση ή διαταγή Δικαστηρίου πολιτικής δικαιοδοσίας, (η οποία, ας σημειωθεί, περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασία πλην ποινικής), υπόκειται σε έφεση αμέσως μετά την έκδοση της εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, αλλά περαιτέρω και με βάση την επιφύλαξη του ιδίου εδαφίου, ο ενδιαφερόμενος διάδικος, που δεν άσκησε τέτοια έφεση, διατηρεί και το δικαίωμα « . να εγείρει στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης ζητήματα που αφορούν την ενδιάμεση απόφαση». Στην παρούσα περίπτωση ούτε από τον φάκελο ούτε από οποιανδήποτε αναφορά των δύο πλευρών προκύπτει ότι ασκήθηκε έφεση από την Αιτήτρια μετά την έκδοση της προγενέστερης απόφασης. Αντιθέτως στην αγόρευση της η δικηγόρος της Καθ΄ ης αναφέρει πως δεν ασκήθηκε έφεση. Στη βάση δε των πιο πάνω προνοιών του άρθρου 25 δεν μπορεί να γίνεται βάσιμα λόγος για τελεσίδικη ενδιάμεση απόφαση δεδομένου ότι δύνανται να εγερθούν ζητήματα σε σχέση με αυτή σε τυχόν μεταγενέστερη έφεση. Τα πιο πάνω συνάδουν και με τα λεχθέντα στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημ. 16.4.14, όπου κρίθηκε πως «οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία». Από τη στιγμή που η παλαιότερη απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 3.7.13 δεν είναι τελεσίδικη, τότε δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου - βλ. Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684 και Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και πάλι στην υπόθεση Recnex (ανωτέρω) στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων.» Ενόψει λοιπόν και της πιο πάνω νομολογίας, το ειδικότερο ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσον στην παρούσα υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια νέα στοιχεία τα οποία θα επέβαλλαν όπως η δικαστική διακριτική ευχέρεια ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της δεύτερης αίτησης. Στα πλαίσια εξέτασης του εν λόγω ερωτήματος, το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι πως η προγενέστερη Αίτηση συνοδευόταν και πάλι από ένορκη δήλωση του κ. Φιλιππίδη, η οποία έχει ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση πλην των αναφορών στην αγωγή 6029/12 και στη μεταβίβαση του Ιουνίου του 2013, οι οποίες (αναφορές) παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην ένορκη δήλωση της παρούσας Αίτησης. Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση στα πλαίσια της προγενέστερης Αίτησης η οποία είναι ουσιαστικά η ίδια με σημαντικό μέρος της προτεινόμενης πρόσθετης ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Η τελευταία ένορκη δήλωση διαφοροποιείται μόνον ως προς το ότι περιέχει επίσης τις πιο πάνω επιπρόσθετες αναφορές. Στην προκειμένη περίπτωση είναι εμφανές ότι και οι δύο Αιτήσεις είναι ενδιάμεσες. Η Αιτήτρια επιχειρεί να διαχωρίσει τη φύση των δύο Αιτήσεων με παραπομπή στο αιτητικό αυτών και στη νομική τους βάση. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως η προγενέστερη Αίτηση αφορούσε αίτημα για καταχώριση «συμπληρωματικής» ένορκης δήλωσης, ενώ η Αίτηση αφορά αίτημα για «πρόσθετη» ένορκη δήλωση με σκοπό την παρουσίαση πρόσθετης μαρτυρίας προς υποστήριξη της ένστασης της στην εκκαθάριση. Η δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως η κυρίως Αίτηση αποτελεί εναρκτήρια Αίτηση και πως η εκδίκαση της γίνεται στη βάση των γεγονότων επί των ενόρκων δηλώσεων. Έτσι η κυρίως Αίτηση και η ένσταση με τις συνημμένες ένορκες δηλώσεις αποτελούν τα δικόγραφα βάσει των οποίων θα διεξαχθεί η ακροαματική διαδικασία. Γι΄ αυτό ήταν η θέση της πως η Αίτηση αφορά τροποποίηση δικογράφου και στηρίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Καθ΄ ης εισηγείται πως, ασχέτως αιτητικού, ο σκοπός των δύο Αιτήσεων είναι ο ίδιος και τα αιτούμενα διατάγματα επιδίωκαν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα. Ήταν η θέση της ακόμη πως ο χαρακτηρισμός της ένορκης δήλωσης ως «συμπληρωματικής» ή «πρόσθετης» δεν ενέχει σημασία όπως επίσης ούτε και η επίκληση της Δ.25 διαφοροποιεί την κατάσταση καθότι η Αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να συμπεριλάβει και στηρίξει την προγενέστερη Αίτηση και στην εν λόγω Διαταγή. Για ό,τι αξίζει σημειώνεται ακόμη πως είναι η θέση της Καθ΄ ης πως η ακρόαση της κυρίως Αίτησης διεξάγεται με προφορική μαρτυρία και επομένως η Αιτήτρια θα μπορέσει να προσφέρει την επιπλέον μαρτυρία την οποία επιθυμεί να παρουσιάσει μέσω της πρόσθετης ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της ακρόασης, νοουμένου πως αυτή κριθεί σχετική με τα επίδικα θέματα της κυρίως Αίτησης. Αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου πως το αντικείμενο των δύο Αιτήσεων είναι όντως ταυτόσημο. Και στις δύο περιπτώσεις η Αιτήτρια επιθυμεί να παρουσιάσει επιπρόσθετη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Μάλιστα η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της προγενέστερης Αίτησης αποτελεί αυτούσια το μεγαλύτερο μέρος της προτεινόμενης πρόσθετης ένορκης δήλωσης της παρούσας. Είναι γεγονός πως η μεταγενέστερη προτεινόμενη ένορκη δήλωση περιλαμβάνει νέα πρόσθετα στοιχεία, όμως το ουσιώδες κριτήριο για τον καθορισμό της φύσης του αιτήματος είναι το ίδιο το αίτημα και όχι η μαρτυρία που επιχειρείται να προσκομιστεί. Το γεγονός πως στις δύο Αιτήσεις χρησιμοποιείται διαφορετική περιγραφή της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης, ήτοι «συμπληρωματική» και «πρόσθετη», δεν ενέχει σημασία ούτε και διαφοροποιεί την ουσία και τον σκοπό της αιτούμενης τροποποίησης. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η απλή αλλαγή στο λεκτικό του αιτητικού δεν παρέχει δικαίωμα επαναφοράς του ιδίου αιτήματος υπό άλλη μορφή και όνομα. Αυτό εξακολουθεί να παραμένει το ίδιο και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού, ήτοι στην προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. Ούτε και η προσθήκη και επίκληση της Δ.25 η οποία δεν περιλαμβανόταν στη νομική βάση της προγενέστερης Αίτησης επηρεάζει τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Είναι πέραν από προφανές πως η Αιτήτρια επιδιώκει να επαναφέρει το ίδιο αίτημα υπό τον μανδύα άλλης ονομασίας, περιγραφής και νομικής βάσης με την ελπίδα να ανατρέψει την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου. Τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης προσομοιάζουν με αυτά της υπόθεσης Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Ηλιάδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1745. Σε εκείνη την υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση του ενάγοντος σε αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας για (μεταφορά και) συνεκδίκαση της αγωγής με άλλη αγωγή του Ε.Δ. Αμμοχώστου στην οποίαν ήταν εναγόμενος και εξ ανταπαιτήσεως ενάγων και στην οποίαν προηγουμένως ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 3 είχε επιτύχει σε αίτηση του τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης εναντίον του και διαγραφή του ονόματος από τον τίτλο, εξ ου και συμπεριελήφθη αργότερα ως εναγόμενος στην αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας. Βασικά ο εναγόμενος δεν εφεσίβαλε την πρώτη απόφαση αλλά καταχώρισε ξεχωριστή αγωγή στο Ε.Δ. Λευκωσίας με τις ίδιες αξιώσεις ως η ανταπαίτηση του στην αγωγή Ε.Δ. Αμμοχώστου και ακολούθως καταχώρισε αίτηση για μεταφορά της στο Ε.Δ. Αμμοχώστου και συνεκδίκαση τους ή το αντίστροφο. Στην έφεση του κατά της δεύτερης απόφασης το Εφετείο ανέφερε τα εξής: «Με την παρούσα του αίτηση ο αιτητής στοχεύει, τελικά, στο να επιτύχει διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο θα μεταφερθεί η μία εκ των δύο αγωγών, για συνένωση και συνεκδίκασή τους. Δηλαδή, στην ουσία, με αυτό τον τρόπο ζητά να παραμερίσει και να καταστήσει ανενεργή την πρωτόδικη απόφαση, την οποία, όπως παρατηρήσαμε, δεν έχει εφεσιβάλει. Τούτο θα ήταν καθόλα ανεπίτρεπτο. Περαιτέρω, ο αιτητής θεωρεί ως δεδομένο πως, εάν μεταφερθεί η μία από τις δύο αγωγές, το δικαστήριο θα εγκρίνει συνεκδίκασή τους. Κάτι τέτοιο, κατά την άποψη μας, είναι εκ προοιμίου καταδικασμένο να αποτύχει, αφού θα σήμαινε ουσιαστικά, ανατροπή της απόφασης ενός Επαρχιακού Δικαστηρίου από άλλο.» Κάτι αντίστοιχο επιχειρεί η Αιτήτρια στην υπό κρίση περίπτωση. Εδώ, με την προγενέστερη απόφαση το Δικαστήριο αποφάσισε ακριβώς επί της ουσίας του τεθέντος ζητήματος και καθόρισε τη διαδικασία της ακρόασης της κυρίως Αίτησης. Αυτό που ουσιαστικά επιθυμεί η Αιτήτρια είναι να υπερπηδήσει και παραγκωνίσει την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου με την έκδοση νέας διαφορετικής απόφασης επί του ίδιου ζητήματος από το ίδιο Δικαστήριο, ενόψει προφανώς της αλλαγής σύνθεσης του. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η Αιτήτρια στηρίζει την Αίτηση και στη Δ.48 η οποία αποτέλεσε τη νομική βάση της προγενέστερης Αίτησης. Αυτό το γεγονός καταδεικνύει σαφέστατα ότι πρόκειται για την υποβολή του ίδιου ακριβώς αιτήματος και μάλιστα στην ίδια νομική βάση. Από τη στιγμή που το όλο θέμα έχει ήδη αποφασιστεί από ομόβαθμο Δικαστήριο, ήτοι Επαρχιακό στην ενάσκηση πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του, τότε δεν είναι δυνατόν για το παρόν Δικαστήριο να επιληφθεί εκ νέου του ίδιου θέματος καθότι δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε νέα στοιχεία που ενδεχομένως να δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επανεξετάσει το ζήτημα και πολύ περισσότερο να εγκρίνει το αίτημα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κυριάκου κ.ά. v. Ταμείου δια Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, «κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αναθεώρηση από ομοβάθμιο Δικαστήριο απόφασης άλλου Δικαστηρίου σε άλλη διαδικασία, πράγμα το οποίο είναι εκτός της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Ματθαίου v. Σολομώντος κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1201, στην οποία τονίστηκε η πάγια αρχή πως πρωτόδικος Δικαστής δεν μπορεί να ενεργεί ως εφέτης του εαυτού του ή ομόβαθμου Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια επικαλέστηκε επίσης την υπόθεση Μαργαρίτα Πετρίδου v. Alpha Bank Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 929. Το Δικαστήριο θεωρεί πως εκείνη η υπόθεση δεν προσφέρει καθοδήγηση καθότι αφορά άλλο ζήτημα, ήτοι το κώλυμα του ίδιου Δικαστή, ο οποίος εξέδωσε απόφαση, να επιληφθεί υπόθεσης μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων στην οποία εγείρεται το ίδιο νομικό ζήτημα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο καταλήγει ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Αυτή η διαπίστωση καθορίζει και την πορεία της Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο