Finsbury Trust Corporation Ltd, ως εμπιστευματοδόχος του The Gertner No. 1 Settlement κ.α. ν. Magnus Europe Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6767/2011, 16/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6767/2011 Μεταξύ: 1. Finsbury Trust Corporation Ltd, Γιβραλτάρ, ως εμπιστευματοδόχος του The Gertner No. 1 Settlement 2. Metal Wolrdwide Corporation Ltd, Γιβραλτάρ 3. Pecan Properties Ltd, Γιβραλτάρ 4. Broomsleigh Properties Ltd, Γιβραλτάρ 5. Neilston Investments Ltd, Γιβραλτάρ 6. Moises Gertner, Λονδίνο 7. Mendi Gertner, Λονδίνο 8. Yehuda Gertner, Φλόριδα, Η.Π.Α. 9. Minaris Investments Ltd, Γιβραλτάρ 10. Worldgate Holdings Ltd, Λευκωσία Εναγόντων v. 1. Magnus Europe Ltd, Λευκωσία 2. Magnus Group SP. ZO.O,Βαρσοβία 3. Zalmar Stambler, Ισραήλ 4. Meir Stambler, Ισραήλ 5. Eliza Wachowiec, Βαρσοβία 6. Mar Invest 1 Sp. zo.o, Πολωνία 7. Mar Invest 2 Sp. zo.o, Πολωνία 8. Mar Invest 3 Sp. zo.o, Πολωνία 9. MΕΜ Sp. zo.o, Πολωνία 10. Batra Sp. zo.o, Πολωνία 11. Wilamar Sp. zo.o, Πολωνία Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 22.5.12 Μεταξύ: 1. Finsbury Trust Corporation Ltd, Γιβραλτάρ, ως εμπιστευματοδόχος του The Gertner No. 1 Settlement 2. Metal Wolrdwide Corporation Ltd, Γιβραλτάρ 3. Pecan Properties Ltd, Γιβραλτάρ 4. Broomsleigh Properties Ltd, Γιβραλτάρ 5. Neilston Investments Ltd, Γιβραλτάρ 6. Moises Gertner, Λονδίνο 7. Mendi Gertner, Λονδίνο 8. Yehuda Gertner, Φλόριδα, Η.Π.Α. 9. Minaris Investments Ltd, Γιβραλτάρ 10. Worldgate Holdings Ltd, Λευκωσία Εναγόντων v. 1. Magnus Europe Ltd, Λευκωσία 2. Magnus Group SP. ZO.O,Βαρσοβία 3. Zalmar Stambler, Ισραήλ 4. Meir Stambler, Ισραήλ 5. Eliza Wachowiec, Βαρσοβία 6. Mar Invest 1 Sp. zo.o, Πολωνία 7. Mar Invest 2 Sp. zo.o, Πολωνία 8. Mar Invest 3 Sp. zo.o, Πολωνία 9. MΕΜ Sp. zo.o, Πολωνία 10. Batra Sp. zo.o, Πολωνία 11. Wilamar Sp. zo.o, Πολωνία 12. MB Construction Sp. zo.o, Πολωνία 13. Magdalena Labecka, Πολωνία 14. Shalom Dov Ben Stambler, Πολωνία 15. Zapol Sp. zo.o, Πολωνία Εναγομένων Αίτηση Eναγομένων ημ. 13 Μαρτίου 2015 για παραμερισμό κλητηρίου εντάλματος και αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Η. Καραβιώτου για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα A. Χ΄΄Αδάμου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν: (
- i)Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα και ή η αγωγή και ή οποιαδήποτε διαδικασία σε αυτήν λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ή λόγω παράβασης των προνοιών του ΕΚ 44/01, και (
- ii)Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και ή να παραμερίζεται και ή να ακυρώνεται το κλητήριο ένταλμα και ή η αγωγή και ή η διαδικασία λόγω μη καταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την αγωγή (forum non conveniens). Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Ανδρέου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους - Αιτητές. Σε αυτήν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία και δεν είναι τα κατάλληλα για να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. Παραπέμπει επίσης σε ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ημ. 28.9.12 στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για οριστικοποίηση προσωρινού διατάγματος στην οποία, όπως ισχυρίζεται, έγινε δεκτή η θέση περί έλλειψης δικαιοδοσίας και το Δικαστήριο ακύρωσε το διάταγμα. Οι βασικοί λόγοι ένστασης είναι οι εξής: 1. Οι Αιτητές κωλύονται από του να εγείρουν την υπό κρίση Αίτηση καθότι έχουν υποβάλει εαυτούς στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. 2. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και υποβάλλεται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αντικανονική. 4. Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και νομικά και πραγματικά αβάσιμη. 5. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. 6. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 22
(3)του ΕΚ 44/
- Η αρχή της καταλληλότητας (forum non conveniens) δεν εφαρμόζεται από τη στιγμή που ισχύει ο ΕΚ 44/
- Η αρχή της καταλληλότητας (forum non conveniens) εγείρεται επικουρικά και όχι διαζευκτικά και αυτό αποτελεί λόγο απόρριψης της Αίτησης.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι το πλέον κατάλληλο forum για την εκδίκαση της αγωγής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γεώργιου Κύρου, διευθυντή της Ionics Directors Ltd η οποία είναι η διευθύντρια της Ενάγουσας
- Σε αυτήν ο κ. Κύρου ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης κάνοντας εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης προς υποστήριξη της θέσης περί ύπαρξης δικαιοδοσίας και καταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων προς εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Ι. Νομότυπο Ένορκης Δήλωσης Αίτησης Σύμφωνα με τη νομολογία, είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι που εκπροσωπούν διάδικο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ. 82, εάν ο ομνύων δικηγόρος επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος και όχι ο πελάτης του στην ένορκη δήλωση, τότε η ένορκη δήλωση θεωρείται νομότυπη. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Ανδρέου αναφέρει πως λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 3-5 δεν ήταν εφικτό να έρθουν στην Κύπρο και να προβούν σε ένορκη δήλωση, στην οποία εν πάση περιπτώσει «εγείρονται κυρίως νομικά θέματα», εξ ου και ο ίδιος έλαβε οδηγίες όπως προβεί σε αυτή για λογαριασμό των Εναγομένων. Επομένως είναι πρόδηλο πως ο ενόρκως δηλών προβάλλει λόγο για τον οποίο προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση. Καταρχάς προκύπτει από τον τίτλο της αγωγής και δεν αμφισβητήθηκε πως όλοι οι Εναγόμενοι πλην της Εναγομένης 1 έχουν την έδρα τους ή βρίσκονται στο εξωτερικό. Προφανώς η αναφορά του κ. Ανδρέου μόνο στους Εναγόμενους 3-5 γίνεται λόγω του ότι πρόκειται για φυσικά πρόσωπα και κυρίως λόγω του πρωταρχικού ρόλου που αποδίδεται από τους Ενάγοντες σε αυτούς, και ειδικότερα στον Εναγόμενο 3, αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Ο ισχυρισμός του κ. Ανδρέου περί αδυναμίας τους λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων να έρθουν στην Κύπρο για σκοπούς υπογραφής της ένορκης δήλωσης δεν αμφισβητήθηκε και επομένως κρίνεται βάσιμος. Αυτός ο ισχυρισμός καθώς επίσης το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 2-15 βρίσκονται στο εξωτερικό κρίνονται ικανοποιητικοί λόγοι ως προς το γιατί η ένορκη δήλωση δεν έγινε από τους συγκεκριμένους Εναγόμενους αλλά από δικηγόρο. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva (ανωτέρω) στην οποία αναγνωρίστηκε ότι «μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος». Όσον αφορά την αναγκαιότητα παροχής εξήγησης για το ότι ομνύων είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος, το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό/ και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών..» Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός πως η ένορκη δήλωση αφορά εξ ολοκλήρου νομικά θέματα και ισχυρισμούς, και όχι γεγονότα για τα οποία όντως αναμένεται όπως ορκιστεί ο διάδικος. Σχετική είναι η υπόθεση Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 1045/05, ημ. 27.10.
- Σημειώνεται δε ότι ο κ. Ανδρέου δεν είναι ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την Αίτηση αυτή και επομένως δεν τίθεται οποιοδήποτε κώλυμα στο να είναι ο ενόρκως δηλών. Ως εκ τούτου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, εντούτοις κρίνεται πως αυτό το γεγονός δεν καθιστά αφ΄ εαυτού την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέου ανεπίτρεπτη και αντικανονική και επομένως αυτή δύναται να ληφθεί υπόψιν. ΙΙ. Κώλυμα Υποβολής Αίτησης - Αποδοχή Δικαιοδοσίας Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, στις 7.12.11 οι Εναγόμενοι υπέβαλαν μονομερή αίτηση για άδεια για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Το Δικαστήριο ενέκρινε και τα δύο αιτητικά αυτής, ήτοι αφενός έδωσε άδεια για εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και αφετέρου έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος καταχωριστεί μέχρι τις 30.12.11, καθορίζοντας παράλληλα ότι σε περίπτωση μη καταχώρισης αίτησης τότε το σημείωμα εμφάνισης θα καθίστατο άνευ όρων. Η ερμηνεία και οι συνέπειες της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αναφέρονται ξεκάθαρα στο Annual Practice 1958, και στα ακόλουθα αποσπάσματα από τις σελ. 198 και 199 αντίστοιχα: «The term "conditional appearance" means an appearance in qualified terms reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid for lack of jurisdiction.. A conditional appearance or appearance under protest is a complete appearance to the action for all purposes, subject only to the right reserved by the defendant to apply to set aside the writ or the service thereof, on any ground which he can sustain.» Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 29.12.11 και την επομένη, 30.12.11, αίτηση για παραμερισμό με ακριβώς τα ίδια αιτητικά ως η παρούσα. Στις 14.3.12 ο δικηγόρος των Εναγομένων ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο να αποσύρει την αίτηση άνευ βλάβης. Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 14.3.12, καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες αίτηση τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, η οποία εγκρίθηκε στις 22.5.12 κατόπιν εμφάνισης και ρητής συγκατάθεσης των Εναγομένων. Εν τω μεταξύ, την ημέρα καταχώρισης της Αγωγής είχε καταχωριστεί και μονομερής αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα. Κατόπιν εκδίκασης της αίτησης, στις 28.9.12 εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση με την οποία το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε. Τόσο στην ένορκη δήλωση της Αίτησης όσο και σε αυτή της ένστασης αναφέρεται πως εναντίον της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε έφεση, ενώ στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των Εναγομένων (κ. Σ. Κώστα) αναφέρει πως η έφεση έχει αποσυρθεί. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε στις 13.3.
- Οι Ενάγοντες καταχώρισαν έκθεση απαίτησης στις 19.3.15 και ένσταση στην Αίτηση στις 7.7.
- Είναι γεγονός λοιπόν πως οι Εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση για τον παραμερισμό του κλητηρίου και της αγωγής εντός της καθορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας στα πλαίσια έγκρισης της αίτησης ημ. 7.12.
- Η εν λόγω αίτηση όμως αποσύρθηκε κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου των Εναγομένων. Επισημαίνεται πως ενώ το αίτημα του δικηγόρου αφορούσε την απόσυρση της αίτησης άνευ βλάβης το Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της χωρίς επιφύλαξη ενός τέτοιου δικαιώματος. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η απόρριψη της παλαιότερης αίτησης με τον τρόπο που έγινε δεν εμπεριέχει αναγνώριση στους Εναγόμενους δικαιώματος να επανέλθουν με νέα αίτηση και έτσι δημιουργεί δεδικασμένο. Σχετική είναι η υπόθεση Πατσαλίδης v. Σπύρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 17. Ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να καταχωρίσουν εκ νέου την ίδια αίτηση η οποία πρέπει και εξ αυτού του λόγου και μόνο να απορριφθεί. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, εκείνο το οποίο αναμφίβολα προκύπτει από την όλη διαδικασία είναι πως τελικώς η πρώτη αίτηση για παραμερισμό δεν προωθήθηκε από την πλευρά των Εναγομένων. Βεβαίως η απόσυρση, και ακόμη η απόρριψη, της αίτησης δεν εμποδίζει την πλευρά των Εναγομένων να εγείρει το θέμα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής. Άλλωστε το θέμα της δικαιοδοσίας μπορεί να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως από το ίδιο το Δικαστήριο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 729 και Panayiotis Stella v. Constantinos Sayias
(1983)1(A) C.L.R. 186. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου και η νομική αρχή πως, παρόλο που το ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις είναι ορθό να επιλύεται το συντομότερο δυνατόν. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 και Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 C.L.R. 566. Για σκοπούς υποβολής αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της αγωγής, το Δικαστήριο θεωρεί πως, ανεξαρτήτως της φύσης του αιτήματος απόσυρσης και της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου, η μη προώθηση της αίτησης κατέστησε την εμφάνιση των Εναγομένων άνευ όρων. Η πρακτική η οποία ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι με τη λήψη άδειας για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και με τον καθορισμό του χρόνου υποβολής αίτησης για παραμερισμό της αγωγής, αναγνωρίζεται στο Annual Practice 1958, σελ. 198, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «. The purpose of the leave given ex parte by a Master is to prevent such qualified appearances being entered for the mere purpose of delay, and to limit a time on the expiration of which, if the defendant fails to apply to the Court to enforce his alleged objection, the appearance shall stand unconditional, and the action proceed accordingly.» Μάλιστα στη σελ. 199 αναφέρεται πως με τη λήξη της προθεσμίας εάν δεν καταχωρίστηκε αίτηση ή αυτή έγινε αλλά απερρίφθη, τότε ο ενάγων δικαιούται να προχωρήσει με την αγωγή του όπως σε περίπτωση που δεν είχε καταχωριστεί εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «At the expiration of the time fixed . if no application is made by the defendant, or if made has been dismissed, the plaintiff may proceed with the action as if an unconditional appearance has been made.» Αυτή η πρακτική συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία. Ειδικότερα η Δ.16 θ.9 προβλέπει πως «ένας εναγόμενος πριν καταχωρήσει εμφάνιση είναι ελεύθερος χωρίς να πάρει οποιοδήποτε διάταγμα να καταχωρήσει, ή καταχωρώντας εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση» - βλ. Γεωργιάδης v. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, η πιο πάνω δικονομική διάταξη και η νομολογία «αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο». Στην τελευταία υπόθεση η εναγομένη καταχώρισε εμφάνιση υπό αίρεση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και έξι μήνες αργότερα καταχώρισε αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίστηκε πως λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για ακύρωση η εναγομένη είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το Εφετείο απέρριψε την εισήγηση της εναγομένης πως εδικαιούτο να καταχωρίσει την αίτηση επειδή δεν είχε προβεί σε άλλο διάβημα στα πλαίσια της αγωγής πριν την καταχώριση της (αίτησης), τονίζοντας πως τέτοια εισήγηση θα απέληγε σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του η καταχωρισθείσα αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω νομικών αρχών διαφαίνεται πως τόσο το αιτητικό της αίτησης ημ. 7.12.11 όσο και οι οδηγίες του Δικαστηρίου αποσκοπούσαν ακριβώς στον περιορισμό του χρόνου εντός του οποίου οι Εναγόμενοι θα είχαν δικαίωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και κυρίως του χρόνου προς υποβολή αιτήματος παραμερισμού της αγωγής λόγω ισχυριζόμενης έλλειψης δικαιοδοσίας. Έτσι, με βάση τις οδηγίες του Δικαστηρίου εκείνο το οποίο είχε σημασία δεν ήταν η καταχώριση αφ΄ εαυτής της αίτησης αλλά κυρίως η προώθηση και εκδίκαση της. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα απέληγε στη δυνατότητα των Εναγομένων να επανέρχονται με αίτηση για παραμερισμό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και μετά από μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμούσης της αγωγής, κάτι το οποίο σαφώς θα καταστρατηγούσε τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην προωθήσουν την αίτηση και ζήτησαν άδεια για απόσυρση της, τότε έπαυσαν να εμφανίζονται υπό διαμαρτυρία και αποδέχθηκαν τη συνέχιση της αγωγής. Η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων πως η αίτηση αποσύρθηκε όταν το Δικαστήριο υπέδειξε ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα εξεταζόταν στα πλαίσια του προσωρινού διατάγματος δεν επιβεβαιώνεται από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει πως είναι καλά καθιερωμένη η αρχή πως σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Ως εκ τούτου δεν ήταν εύλογο ούτε και αναμενόμενο πως με την όποια απόφαση του επί της αίτησης για το προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο θα αποφάσιζε τελικώς και οριστικά το θέμα της δικαιοδοσίας. Επομένως, η εισήγηση του δικηγόρου για τον λόγο απόσυρσης δεν κρίνεται βάσιμη αλλά ούτε και ικανή να διαφοροποιήσει τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου όσον αφορά τις συνέπειες της απόσυρσης της αίτησης. Επίσης ο δικηγόρος των Εναγομένων προβάλλει ως λόγο για τη μη καταχώριση της παρούσας Αίτησης νωρίτερα την αντίληψη που είχαν και οι δύο πλευρές ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορούσε να ασχοληθεί με την αγωγή εκτός αν η ενδιάμεση απόφαση ανατρεπόταν, μέχρι την υπόδειξη του Εφετείου στα πλαίσια της έφεσης πως η απόφαση για τη δικαιοδοσία ήταν ενδιάμεση και δεν ισοδυναμούσε με απόρριψη της αγωγής. Ενόψει της φύσης της διαδικασίας για προσωρινό διάταγμα και με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω αυτή η αντίληψη των Εναγομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη και να αποτελεί λόγο για την επαναφορά του αιτήματος για παραμερισμό. Στο σημείο αυτό και πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, επισημαίνεται πως η ενδιάμεση απόφαση ημ. 28.9.12 εκδόθηκε πριν την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και πως με αυτή (την απόφαση) το Δικαστήριο ουδόλως αποφάσισε επί της ουσίας του ζητήματος της δικαιοδοσίας αλλά η κρίση του επί αυτού περιορίστηκε στα πλαίσια και για τους σκοπούς της ενώπιον του διαδικασίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελ. 17 και 18 είναι διαφωτιστικό: «Επομένως, με εξαίρεση το γεγονός της συμπερίληψης της ενάγουσας 10 εταιρείας και της εναγόμενης 1 εταιρείας ως διαδίκων στην παρούσα αγωγή, κανένας άλλος διάδικος έχει την έδρα του στην Κύπρο και καμία συναλλαγή ή αστικό αδίκημα ή άδικος πλουτισμός, τα οποία ισχυρίζονται οι ενάγοντες, έχουν λάβει χώρα σε βάρος τους επί κυπριακού εδάφους. Ενώ όπως προκύπτει από τη συζήτηση η οποία έχει προηγηθεί, βασιζόμενη αποκλειστικά στη μαρτυρία και τις τοποθετήσεις σχετικά των ίδιων των εναγόντων, καμία σχέση δεν φαίνεται να έχουν οι προαναφερθείσες δύο εταιρείες με τα επίδικα θέματα. Ειδικά, δεν υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία η ενάγουσα 10 εταιρεία να διεκδικεί οποιοδήποτε δικαίωμα ή θεραπεία στα πλαίσια των εν προκειμένω επίδικων διαφορών μεταξύ των μερών και, ανεξαρτήτως αυτών, οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αποδίδει οποιαδήποτε ευθύνη στην εναγομένη εταιρεία συναφώς. Επομένως, το Δικαστήριο τούτο, αλλά και γενικά τα δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, για τους λόγους ανωτέρω φαίνεται να στερούνται, από ότι διαπιστώνεται τουλάχιστο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, με βάση τα όσα έχουν διαπιστωθεί, δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις προϋπόθεσες που θέτει το άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για να δικαιολογείται η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Και είτε σε σχέση με τις ισχυριζόμενες από τους ενάγοντες συμφωνίες και τον άδικο πλουτισμό, . είτε σε σχέση με τα, κατ΄ ισχυρισμόν, διαπραχθέντα από τους εναγόμενους 2 και 3 αστικά αδικήματα. .» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τέλος, υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο καταδεικνύει χωρίς άλλο ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν διατηρεί πλέον διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία. Και αυτό είναι η λήψη νέου διαβήματος από τους Εναγόμενους στα πλαίσια της αγωγής μετά την απόσυρση της αίτησης, ήτοι η εμφάνιση στα πλαίσια της αίτησης για τροποποίηση του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος με την προσθήκη Εναγομένων και τη συγκατάθεση τους σε αυτήν. Όπως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί, η λήψη νέου διαβήματος αποκλείει τους Εναγόμενους από του να ζητούν αναστολή της διαδικασίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία v. Κουρουκλίδη
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1374 και Vector Onega A.G. v. Πλοίου Μ/V Girvas κ.ά.
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 1. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρώτη υπόθεση, η οποία παραπέμπει στη δεύτερη, είναι διαφωτιστικό: «Στην υπόθεση Vector Onega A.G. v. Του πλοίου M/V Grivas κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, λόγω ρήτρας διαιτησίας που περιείχετο σε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, απλώς και μόνο γιατί η αίτηση έγινε μετά τη διενέργεια νέων βημάτων στη διαδικασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία όταν ο εναγόμενος αφήσει την αγωγή να προχωρήσει (βλέπε επίσης Russel on Arbitration, 20η Έκδοση, σελ. 163-178).» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως οι Εναγόμενοι, με τη συμπεριφορά τους, έχουν αφήσει την αγωγή να προχωρήσει και επομένως δεν δύνανται να υποβάλλουν εκ νέου την υπό κρίση Αίτηση για παραμερισμό. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου καθορίζει την πορεία της Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τα υπόλοιπα θέματα τα οποία εγείρονται στα πλαίσια της Αίτησης. ΙΙΙ. Κατάληξη Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο