Δήμος Έγκωμης ν. Mona Lisa Ltd, Αρ. Αγωγής: 1656/11, 30/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A205 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλος, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1656/11 Μεταξύ: Δήμος Έγκωμης Εναγόντων και Mona Lisa Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα M. Χαραλαμπίδου με κα Τσιαννή για Χαραλαμπίδου - Τσιαννή - Χριστοδουλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Βραχίμης Χατζηχάννας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο Δήμος Έγκωμης αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €1658,53, που αντιστοιχεί σε τέλη αποκομιδής σκυβάλων, τέλη άδειας λειτουργίας και τέλη επαγγελματικής άδειας για τα έτη 2002, 2003 και
- Επιπλέον, οι Ενάγοντες αξιώνουν νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού, καθώς επίσης τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής πλέον ΦΠΑ. Απoτέλεσε κοινό έδαφος ότι οι Ενάγοντες δυνάμει της κείμενης νομοθεσία αποτελούν την αρμόδια αρχή, έχουσα εξουσία επιβολής διαφόρων ειδών φόρων σε πρόσωπα που κατοικούν και/ή έχουν ακίνητη περιουσία και/ή ασκούν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες εντός των ορίων του Δήμου Έγκωμης. Έχουν επίσης εξουσία σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής των πιο πάνω φόρων να επιβάλλουν πρόσθετες επιβαρύνσεις ποσοστού 10%. Όσον αφορά τις αντικρουόμενες θέσεις, από την μια οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε βιοτεχνία ρούχων εντός των ορίων του Δήμου Έγκωμης. Η Εναγομένη από την άλλη ισχυρίζεται ότι δεν διατηρούσε γραφείο ούτε κατείχε ακίνητη ιδιοκτησία ούτε ασκούσε οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα εντός των πιο πάνω ορίων καθότι τερμάτισε τις εμπορικές της δραστηριότητες το έτος
- Το εν λόγω υποστατικό ενοικιάστηκε σε τρίτα πρόσωπα τα οποία διατήρησαν την ταμπέλα Mona Lisa για ευκολία εντοπισμού τους. Απαντώντας οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι η Εναγομένη μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2011 διαφήμιζε εκκαθάριση του στοκ της και έκπτωση στο εργοστάσιο της που βρίσκεται εντός των ορίων της περιοχής του Δήμου Έγκωμης. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι όχλησαν επανειλημμένως την Εναγομένη σε σχέση με τις επίδικες οφειλές. Απέστειλαν επίσης επιστολή ημερομηνίας 12.7.2010 καλώντας την Εναγομένη να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό πλην όμως η τελευταία παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να το πράξει. Η Εναγομένη παραδέχεται την λήψη της εν λόγω επιστολής αρνείται όμως ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό και επαναλαμβάνει τις πιο πάνω θέσεις. Απαντώντας οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη εμποδίζεται να προβάλλει ισχυρισμό ότι δεν οφείλει τις φορολογίες που της επιβλήθηκαν αφού δεν προσέβαλε τις πράξεις επιβολής της φορολογίας με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερομηνίας 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε ο Λοΐζος Κυριάκου και για την πλευρά των Εναγομένων ο Λουκής Παπαχριστοφόρου. Μ.Ε. Λοΐζος Κυριάκου Ο Λοΐζος Κυριάκου ανέφερε ότι είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων ως βοηθός γραμματειακού λειτουργού στο Τμήμα Φορολογιών του Δήμου Έγκωμης από το 1997 μέχρι και σήμερα και μεταξύ των καθηκόντων του είναι η καταγραφή επαγγελματικών υποστατικών στα όρια της περιοχής του Δήμου Έγκωμης, καθώς και η έκδοση φορολογιών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία κατοικούν ή ασκούν επαγγελματικές δραστηριότητες στα όρια της περιοχής του Δήμου Έγκωμης. Ανέφερε ότι η Εναγόμενη είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λευκωσία η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ασκούσε τις επαγγελματικές της δραστηριότητες (βιοτεχνία ρούχων) στα όρια της περιοχής του Δήμου Έγκωμης. Στην Εναγόμενη επιβλήθηκαν από τους Ενάγοντες για τα έτη 2002,2003 και 2004 τέλη αποκομιδής σκυβάλων, τέλη άδειας λειτουργίας και τέλη επαγγελματικής άδειας ως ακολούθως: α. Τέλη αποκομιδής σκυβάλων για το έτος 2002 Λ.Κ. £117,00 ήτοι €199,91 β. Τέλη άδειας λειτουργίας για το έτος 2002 Λ.Κ. £ 45,00 ήτοι € 76,89 γ. Τέλη επαγγελματικής άδειας για το έτος 2002 Λ.Κ. £119,00 ήτοι €203,32 δ. Τέλη αποκομιδής σκυβάλων για το έτος 2003 Λ.Κ. £126,00 ήτοι €215,2 ε. Τέλη άδειας λειτουργίας για το έτος 2003 Λ.Κ. £ 45,00 ήτοι € 76,89 στ. Τέλη επαγγελματικής άδειας για το έτος 2003 Λ.Κ. £124,00 ήτοι €211,87 ζ. Τέλη αποκομιδής σκυβάλων για το έτος 2004 Λ.Κ. £132,00 ήτοι €225,54 η. Τέλη άδειας λειτουργίας για το έτος 2004 Λ.Κ. £47,00 ήτοι €80,30 θ. Τέλη επαγγελματικής άδειας για το έτος 2004 Λ.Κ. £130,00 ήτοι €222,
- Λόγω του ότι οι πιο πάνω φορολογίες δεν πληρώθηκαν μέχρι την ημέρα που ήταν πληρωτέες ήτοι τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων μέχρι τις 30/9, τα τέλη άδειας λειτουργίας μέχρι τις 30/4 και τα τέλη επαγγελματικής άδειας μέχρι τις 31/12 επιβαρύνονται με πρόσθετη επιβάρυνση την οποία παρέθεσε λεπτομερώς στην μαρτυρία του. Έτσι το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανήλθε στα €1658,
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα η Εναγομένη δεν αμφισβήτησε τις προαναφερόμενες φορολογίες με οποιοδήποτε τρόπο αλλά αντίθετα με αλληλογραφία που αντάλλαξε με τους Ενάγοντες επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η εταιρία ασκούσε επαγγελματικές δραστηριότητες τουλάχιστον μέχρι το 2004 στα όρια της περιοχής του Δήμου Έγκωμης και ότι οφείλει τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά. Κατέθεσε στο Δικαστήριο επιστολή ημερομηνίας 24.7.2010 υπογεγραμμέννη από τον κ. Λουκή Παπαχριστοφόρου ως Διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται ότι η Εναγομένη εταιρεία δεν διεξάγει εργασία από το 2004 αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι πριν το εν λόγω έτος είχε δραστηριότητες. Ως τεκμήριο 2, ο μάρτυρας κατέθεσε επιστολή ημερομηνίας 9.8.2010 η οποία αποτελούσε απάντηση στην επιστολή ημερ. 24.7.2010 με την οποία πληροφορούσαν τον Διευθυντή της εναγομένης ότι οφείλει τα ποσά τα οποία αφορά η παρούσα αγωγή ως τέλη σκυβάλων, άδεια λειτουργίας και επαγγλματική άδεια για τα έτη 2002,2003 και
- Η εν λόγω επιστολή απεστάλη στην διεύθυνση που αναγραφόταν επί του τεκμηρίου 1 ήτοι την επιστολή που απέστειλε ο ίδιος ο διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας προς τους Ενάγοντες. Ως τεκμήριο 3 κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 31.7.2012 από την Εναγομένη εταιρεία προς το Δημοτικό Συμβούλιο Έγκωμης με την οποία η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν ασκεί οποιεσδήποτε εργασίες από το έτος 1992 ενώ σημειώνω ότι η Εναγομένη εταιρεία εγγράφηκε για πρώτη φορά στις 31.12.1993 κάτι που φαίνεται από το τεκμήριο 10 που είναι έντυπο έρευνας σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών. Στο Τεκμήριο 10 αναγράφεται επίσης ότι η Εναγομένη εταιρεία έχει ως εγγραγραμμένο γραφείο από το έτος 1993 την οδό Νέας Έγκωμης 17, 2409 Έγκωμη, Λευκωσία. Διευθυντές από το έτος 2000 ήταν η κα Ντίνα Παπαχριστοφόρου ενώ από το έτος 2005 Διευθυντής είναι επίσης ο κ. Λουκής Παπαχριστοφόρου. Στην επιστολή Τεκμήριο 3, οι Ενάγοντες απάντησαν με επιστολή ημερομηνίας 24.9.2012 (Τεκμήριο 4). Ο Μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τουλάχιστον μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2011 η Εναγομένη διαφήμιζε εκκαθάριση του στοκ της και έκπτωση στο εργοστάσιο της που βρίσκεται εντός των ορίων της περιοχής του Δήμου Έγκωμης. Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 8 και 9 διαφημιστικά έντυπα με το λογότυπο της Εναγομένης με ημερομηνίες που αφορούν τα έτη 2011 και 2014 αντίστοιχα. Ο μάρτυρας παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο έντυπα στα οποία αναγράφονται οι διάφορες επιβολές φορολογίας και επιβαρύνσεων που αφορά η παρούσα αγωγή. Η πρώτη δέσμη εγγράφων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 και όπως εξήγησε ο μάρτυρας αποτελούσαν επανεκτύπωση μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος που διατηρούν οι Ενάγοντες. Ως τεκμήριο 6 κατέθεσε αντίγραφα των εντύπων επιβολής φορολογίας που είχαν εκδοθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κατά τον ισχυρισμό του τα εν λόγω έντυπα είχαν σταλεί στην Εναγομένη εταιρεία. Ανέφερε επίσης ότι η επιβολή της φορολογίας γίνεται μέσω εκείνων των εντύπων. Τα έντυπα εκείνα του Τεμηρίου 6 φέρουν ως διεύθυνση αποστολής την διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης εταιρείας. Παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο διάφορες αποδείξεις είσπραξης «Επαγγελματικής άδειας Υπαλλήλου για το 2002» (που επιβαλλόταν τότε) σε σχέση με 4 φυσικά πρόσωπα που κατά τον ισχυρισμό του μάρτυρα εργάζονταν για την Εναγομένη εταιρεία στην οδό Νέας Έγκωμης 17, ήτοι στην διεύθυνση όπου στεγαζόταν η Εναγομένη εταιρεία. (Τεκμήριο 7). Πρόκειται για τις Ντίνα Παπαχριστοφόρου, Ευγενία Παπαχριστοφόρου, Κυριακή Σπύρου και Λέλλα Παπαδοπούλου. Τέλος ως Τεκμήριο 11 κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 12.7.2010 από τους δικηγόρους των Εναγόντων προς την Εναγομένη εταιρεία με την οποία την καλούν να καταβάλει τις φορολογίες για το έτος
- Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε. υπεβλήθηκαν στον τελευταίο διάφορες θέσεις πολλές από τις οποίες έρχονταν σε αντίθεση τόσο μεταξύ τους όσο και με τις ίδιες δικογραφημένες θέσεις της Εναγομένης. Ειδικότερα αρχικά υπεβλήθη στον μάρτυρα ότι η Εναγομένη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη από το έτος 1993 και ότι τερμάτισε τις εργασίες της το έτος
- Αργότερα υπεβλήθη η θέση ότι η εναγομένη δεν έχει δραστηριότητες από το 1993 που ιδρύθηκε. Υπεβλήθη επίσης αρχικά ότι η Ντίνα Παπαχριστοφόρου δεν ήταν υπάλληλος αλλά μέτοχος της Εναγομένης. Στην συνέχεια όμως υπεβλήθη η θέση ότι η Εναγομένη εταιρεία είχε μόνο ένα υπάλληλο και δη την Ντίνα Παπαχριστοφόρου. Εν πάση περιπτώσει, αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει εξ όψεως τον Λουκή Παπαχριστοφόρου καθότι τον έβλεπε κατά τις επιτόπιες επισκέψεις του στα υποστατικά της Εναγομένης εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Έγκωμης. Ο μάρτυρας άρχισε εργασία στον Δήμο το
- Δεν ήταν σε θέση να πει ποιος φορολογείτο στο ακίνητο πριν το έτος 2002 καθότι καθήκοντα σε σχέση με την καταγραφή των υποστατικών ανέλαβε το έτος 2002 οπότε και διαπίστωσε ότι η Εναγομένη ασκούσε εργασίες στο συγκεκριμένο ακίνητο. Υποστήριξε ότι η επιστολή ημερομηνίας 24.7.2010 (Τεκμήριο 1) που απέστειλε ο κ. Παπαχριστοφόρου στον Δήμο Έγκωμης επιβεβαιώνει ότι η Εναγομένη διεξήγαγε εργασίες μέχρι το έτος
- Τούτο προκύπτει όπως υποστηρίζει και από το ότι κάποια άτομα πλήρωναν επαγγελματική άδεια (Τεκμήριο 7 ). Σε σχέση με την θέση ότι η Ντίνα Παπαχριστοφόρου η Ευγενία Παπαχριστοφόρου και η Κυριακή Σπύρου δεν εργάζονταν στην Εναγομένη. Ο Μάρτυρας απάντησε ότι κανείς εκ των πιο πάνω δεν διαμαρτυρήθηκε όταν τους υπεβλήθη τέλος επαγγελματικής άδειας όπως φαίνεται στο τεκμήριο
- Του υπεβλήθη επίσης η θέση ότι οι καταστάσεις που αφορούν το έτος 2002 και 2003 εκδόθηκαν εκ των υστέρων. Ο μάρτυρας απάντησε ότι λόγω αλλαγής του νομίσματος από λίρα σε Ευρώ ο Δήμος ήταν υποχρεωμένος να καταστρέψει τα παλιά έντυπα. Ως εκ τούτου οι καταστάσεις του Τεκμηρίου 5 είναι επανέκδοση αυτών που είχαν εκδοθεί αρχικά απλά σε νέο έντυπο (εννοώντας το φύλλο χαρτιού στο οποίο τυπώθηκαν τα αναγραφόμενα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή). Ανέφερε επίσης ότι υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες τόσο από το λογισμικό σύστημα του Δήμου αλλά και από το Γενικό Λογιστήριο που εμποδίζει την έκδοση φορολογίας μετά την λήξη του φορολογικού έτους. Επομένως ήταν αδύνατη η εκ των υστέρων έκδοση της φορολογίας. Επέμεινε επίσης και στον ισχυρισμό ότι οι επιστολές στις οποίες αναφέρεται η επιβολή φορολογίας αποστάληκαν στην Εναγομένη. Επίσης με επιστολή ημερομηνίας 9.8.2010 (Τεκμήριο 2) ενημέρωναν την Mona Lisa αναλυτικά για τις οφειλές της. Ο ΜΕ έδωσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του. Δεν έδειξε να διακατέχεται από ιδιοτέλεια ή προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο των Εναγομένων. Ήταν σαφής και κατανοητός και τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο υποστηρίζονται και από τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς αποδέχομαι στο σύνολο της την μαρτυρία του. Μ.Υ. Λουκής Παπαχριστοφόρου O Λουκής Παπαχριστοφόρου ανέφερε ότι είναι ο Διευθυντής της εναγομένης Εταιρείας. Κατά το Δεκέμβριο του 2009 πήρε τηλεφώνημα από κάποιο κύριο Χρήστου που του συστήθηκε ως γραμματέας του Δήμου Έγκωμης. Ο κ. Χρήστου τον πληροφόρησε ότι η Εναγομένη οφείλει ορισμένα δημοτικά τέλη στο Δήμο Έγκωμης για το έτος 2004,στην οποία πληροφορία δεν έδωσε σημασία γιατί την θεώρησε τελείως λανθασμένη. Μετά από έξι μήνες πήρε πάλι τηλεφώνημα από τον Δήμο Έγκωμης, για το ίδιο θέμα, οπότε στις 24.7.2010 έστειλε επιστολή στο Δημοτικό Συμβούλιο Έγκωμης και εξηγούσε ότι το 2004 η Εναγομένη δεν είχε καμιά απασχόληση και ότι δεν είχε λάβει ποτέ γραπτή ειδοποίηση περί οφειλής τελών στο Δήμο για το
- Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε από το 1993, που ιδρύθηκε η Εναγομένη έλαβε ειδοποίηση περί τελών οφειλομένων προς τον Δήμο Έγκωμης. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η Εναγομένη δεν είχε υπαλλήλους και ούτε ασχολείτο με εργασία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πρότεινε να πληρώσει τα τέλη για το 2004 που του ανάφεραν προφορικά εάν του επιβεβαίωναν ότι η Εταιρεία δεν οφείλει οτιδήποτε άλλο. Αντί απάντησης στην επιστολή ημερ. 24.7.2010 (Τεκμήριο 1) έλαβε στις 30.7.2010 επιστολή από τους δικηγόρους του Δήμου με ημερ. 12.7.2010 που όπως υποστήριξε ήταν προχρονολογημένη και που απευθύνονταν στην εναγομένη με την οποίαν απαιτούσαν €580,75 δια διάφορα Δημοτικά τέλη του έτους
- (τεκμήριο 11). Ενώ περίμενε την απάντηση των Εναγόντων έλαβε την παρούσα αγωγή με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν τέλη για τα έτη 2002, 2003,
- Αναφέρει ότι για τα έτη 2002 και 2003 ουδέποτε έλαβε επιστολή δια τέλη η καθυστερημένα τέλη. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 7 ήταν η θέση του ότι οι Ενάγοντες παρουσίασαν ψεύτικα πιστοποιητικά για είσπραξη χρημάτων από υπάλληλους της Εναγομένης, ενώ τέτοιοι υπάλληλοι δεν υπήρξαν. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 13 βεβαίωση των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην οποία αναγράφεται ότι από 1.6.2001 μέχρι 31.1.2006 η Εναγομένη εταιρεία εργοδότησε την Ντίνα Παπαχριστοφόρου. Υποστήριξε ότι οι αποδείξεις του Τεκμηρίου 7 που παρουσίασαν οι Ενάγοντες είναι ψεύτικες γιατί ο υπάλληλος του Δήμου πήγε και εισέπραξε από εργάτριες χωρίς να ερωτήσει ούτε τη Διεύθυνση, ούτε τους ιδίους ποιος είναι ο εργοδότης τους και εξέδωσε απόδειξη χωρίς αυτοί οι εργάτες να ανήκουν στην Εναγομένη εταιρεία. Σε σχέση με το ποιοι ήταν υπάλληλοι της Εναγομένης ανέφερε ότι η θυγατέρα του Ντίνα Παπαχριστοφόρου ήταν υπάλληλος μόνο για λογιστικούς σκοπούς. Όταν ήρθε ο υπάλληλος του Δήμου είχε δει την Ντίνα Παπαχριστοφόρου, την άλλη θυγατέρα του την Ευγενία και μια εργάτρια την Κυριακή Σπύρου. Οι δύο τελευταίες δεν ήταν υπάλληλοι της Εναγομένης αλλά μιας άλλης εταιρείας επ' ονόματι Εμπορική Εταιρεία Λούκος. Η Εναγομένη είχε ως μόνο περιουσιακό στοιχείο το εμπορικό σήμα Mona Lisa και η μόνη της εργασία ήταν η διαχείριση του εν λόγω εμπορικού σήματος. Η κόρη του Ντίνα που ήταν εργαζόμενη στην Εναγομένη επέβλεπε ουσιαστικά κατά πόσον η άλλη εταιρεία χρειαζόταν ετικέτες με το εμπορικό σήμα. Υπήρχε μια συμφωνία όπως η Εναγομένη παρέχει για δέκα χρόνια το εμπορικό της σήμα σε μια άλλη εταιρεία η οποία όμως έκλεισε με διάταγμα του Δικαστηρίου γι αυτό και η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε. Τα εισοδήματα της Mona Lisa προέρχονταν από την συμφωνία εκείνη. Ανέφερε επίσης ότι η Ντίνα ήταν απλά ένας τυπικός υπάλληλος. Μέχρι σήμερα δεν ασχολείται με οτιδήποτε άλλο. Υποστήριξε τέλος ότι δεν έλαβε ποτέ τις φορολογίες για το έτος 2002 και το
- Επιπρόσθετα ανέφερε ότι τον μάρτυρα των Εναγόντων δεν τον είχε δει ποτέ πριν την ακροαματική διαδικασία στην παρούσα αγωγή. Εν πάση περιπτώσει ήταν η θέση του ότι εάν οι υπάλληλοι του Δήμου έρχονταν για έλεγχο έπρεπε να ειδοποιήσουν προηγουμένως για να τους ετοιμαστεί αναλυτική κατάσταση με τους υπαλλήλους που εργάζονταν εκεί. Σε σχέση με τη Mona Lisa υποστήριξε ότι από την ίδρυση της το 1993 δεν υπήρξε ποτέ είσπραξη εκ μέρους του Δήμου καθότι η Εναγομένη δεν διεξήγαγε εργασία. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν μου άφησε θετική εντύπωση. Ήταν ανακριβής και αόριστος στις απαντήσεις του σε σχέση με τις δραστηριότητες και φυσική παρουσία της Εναγομένης εταιρείας. Πολλά από τα όσα ανέφερε διαπνέονταν από δόση υπερβολής με στόχο να πείσει για την αλήθεια των δικών του δηλώσεων και να διαψεύσει την εκδοχή των Εναγόντων. Η μαρτυρία του είναι διαχυτη αντιφάσεων πολλές από τις οποίες διακρίνονται και από έγγραφα που ο ίδιος ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα προσπάθησε να πείσει ότι η Εναγομένη εταιρεία δεν είχε υπαλλήλους ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 13 που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο η Εναγομένη εταιρεία εργοδοτούσε την Ντίνα Παπαχριστοφόρου μέχρι και τις 31.1.
- Προσπάθησε ακολούθως να πείσει ότι η Ντίνα ήταν απλά ένας τυπικός υπάλληλος της Εναγομένης εταιρείας. Διερωτάται κάποιος γιατί μια εταιρεία η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του μάρτυρα, δεν έχει δραστηριότητες από το έτος ίδρυσης της το 1993 να έχει την ανάγκη να έργοδοτεί κάποιον «τυπικό» υπάλληλο για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας. Προστίθεται ανάμεσα στα άλλα και η διάσταση της μαρτυρίας του με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων κάτι το οποίο επίσης προσμετράται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία. (βλ. Σοφοκλής Σοφοκλέους v. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153). Ειδικότερα ενώ στην Έκθεση υπεράσπισης αναφέρεται ότι η Εναγομένη εταιρεία τερμάτισε τις εμπορικές της δραστηριότητες το έτος 2000 κατά την μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης προωθήθηκε η θέση ότι η Εναγομένη εταιρεία δεν διεξάγει εργασίες από το
- Η θέση τούτη αναγράφεται και σε επιστολή ημερομηνίας 31.7.2012 (Τεκμήριο 3). Μάλιστα δε σε εκείνη την επιστολή αναφέρεται η θέση ότι η Εναγομένη έχει παύσει τις εργασίες της από το έτος
- Υπενθυμίζω ότι η Εναγομένη δεν είχε καν συσταθεί πριν τον Δεκέμβριο του
- Επίσης ο μάρτυρας προσπάθησε για κάποιο ανεξήγητο λόγο να πεισει ότι η επιστολή που του έστειλαν οι δικηγόροι των Εναγόντων ημερομηνίας 12.7.2010 (Τεκμήριο 11) ήταν προχρονολογημένη και την έλαβε στις 30.7.
- Κατ' αρχήν σημειώνω την παραδοχή στην έκθεση υπεράσπισης σε σχέση με την λήψη εκείνης της επιστολής χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε περι καθυστέρησης στην λήψη της. Εν πάση περιπτώσει στην επιστολή ημερομηνίας 24.7.2010 που ο ίδιος απέστειλε προς τους Ενάγοντες αναφέρει ρητώς ότι έχει πάρει επιστολή από δικηγόρους. Μάλιστα δε, κοινοποιεί την επιστολή ημερομηνίας 24.7.2010 στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο. Έχοντας υπόψη μου στο σύνολό της την μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επ' αυτής για την εξαγωγή ευρημάτων και συνεπώς την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αξίωση των Εναγόντων εδράζεται στις διατάξεις του περί Δήμων Νόμου, Ν.111/
- Η επιβολή τελών αποκομιδής σκυβάλων από το Δημοτικό Συμβούλιο προβλέπεται στο άρθρο 84(ζ) του Νόμου ως εξής: «
- Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύι νόμου, το συμβούλιο θα εκτελεί, εν τω μέτρω των οικονομικών δυνατοτήτων του δήμου, εντός των δημοτικών ορίων πάντα ή οιαδήποτε των ακολούθων καθηκόντων, ήτοι- (α)............................. (ζ) θα προνοεί δια την καθαριότητα και υγιεινή κατάσταση του δήμου· δια την συλλογή, αποκομιδή, διάθεση και επεξεργασία των σκυβάλων, θα ελέγχει και παρεμποδίζει την συσσώρευση σκυβάλων εις οιονδήποτε δημόσιον ή ιδιωτικό υποστατικό ή χώρο, θα προμηθεύει και διατηρεί εις υγιεινή κατάσταση δημόσια σκυβαλοδοχεία ή άλλα δοχεία ή χώρους δια προσωρινή εναπόθεση και αποκομιδή σκυβάλων, και θα προνοεί δια τη λήψη παντός μέτρου αναγκαίου δια την εξάλειψη και μετακίνηση οιασδήποτε ακαθαρσίας ή απορριμμάτων και δια την περιστολή οιασδήποτε οχληρίας· Νοείται ότι τα συμβούλιο καθορίζει τα καταβλητέα τέλη αποκομιδής σκυβάλων, τα οποία δεν υπερβαίνουν τα οικεία τέλη που καθορίζονται στον Έκτο Πίνακα». Το άρθρο 103
(1)του ιδίου νόμου ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο προνοούσε ότι: «103
(1)Ουδέν πρόσωπο διατηρεί εντός των δημοτικών ορίων οιουδήποτε δήμου οιανδήποτε οικοδομή ή χώρον εντός των οποίων ασκείται οιαδήποτε επιχείρησις, βιομηχανία, εμπόριον, επάγγελμα ή επιτήδευμα άνευ αδείας λαμβανομένης προηγουμένως από το συμβούλιον του τοιούτου δήμου: Νοείται ότι το συμβούλιον μπορεί να μην επιβάλλει τέλος για την άσκηση ορισμένων ειδών επιχειρήσεων, βιομηχανιών, επαγγελμάτων, επιτηδευμάτων ή εμπορίου: Νοείται περαιτέρω ότι το συμβούλιον μπορεί να επιβάλει τέλη για τις άδειες λειτουργίας επαγγελματικών υποστατικών τα οποία δεν υπερβαίνουν τα εκτιθέμενα στον Έβδομον Πίνακα.» Το άρθρο 104
(1)του νόμου προνοούσε ότι: «104
(1)Πρόσωπο ασκούν επί κέρδη, εντός οιωνδήποτε δημοτικών ορίων οιανδήποτε επιχείρησιν, επιτήδευμα, εργασίαν ή επάγγελμα λαμβάνει προς τούτο άδεια συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου: Νοείται ότι ...............................
(2)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται επί φυσικών προσώπων.» Οι πρόνοιες του άρθρου 103
(1)ανωτέρω θέτουν ως βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση ορισμένων επαγγελματικών υποστατικών εντός των δημοτικών ορίων, τη λήψη άδειας από το συμβούλιο του οικείου δήμου. Όπου απαιτείται η λήψη τέτοιας άδειας, το συμβούλιο του δήμου μπορεί να επιβάλει τέλη για τις άδειες λειτουργίας επαγγελματικών υποστατικών. Ανάλογη υποχρέωση για λήψη άδειας επιβάλλεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 104 του νόμου και σε πρόσωπα τα οποία ασκούν εντός των δημοτικών ορίων οιανδήποτε επιχείρηση, επιτήδευμα, εργασία, επάγγελμα με σκοπό το κέρδος. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 105 του νόμου η εν λόγω άδεια χορηγείται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που επιθυμεί να ασκεί εντός των δημοτικών ορίων επιχείρηση, επιτήδευμα, εργασία ή επάγγελμα κατόπιν αιτήσεως του εν λόγω προσώπου το δε συμβούλιο του οικείου δήμου καθορίζει τα καταβλητέα δικαιώματα για την έκδοση της άδειας. Έχω την άποψη ότι η επιβολή και η ειδοποίηση επιβολής τελών που γίνεται δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων συνιστά και αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Είναι πάγια θέση της νομολογίας ότι η αναθεωρητική και πολιτική δικαιοδοσία δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις τέτοιας φύσης που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την νομιμότητα τους, αφού αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. (SIGMA RADIO TV LTD ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Έφεση 12186 ημερομηνίας 23.2.06 Νίτσα Κυριάκου κ.ά. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 589, Ζήνωνα Ζ. Χρήστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847, Marketrends Financial Services Ltd ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
(2006)1(Α) Α.Α.Δ.
- Μέτα την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματος η αρμοδιότητα τούτη μετατέθηκε στο νεοσυσταθέν Διοικητικό Δικαστήριο (βλ. ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμος, Ν. 131(Ι)/
- Αν η διοικητική πράξη δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο, η απόφαση διατηρεί καθ' όλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό γεγονός ότι εναντίον της διοικητικής πράξης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο που ήταν τότε και το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να εξετάσει την νομιμότητα που διέπει μια διοικητική πράξη. Όπως έχει αναφερθεί σε πληθώρα αποφάσεων όπως μεταξύ άλλων στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, το Άρθρο 146 του Συντάγματος, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, απέκλειε την εξέταση άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως από οποιοδήποτε Δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης. Εφόσον η διοικητική πράξη με την οποία επιβλήθηκαν τα τέλη και οι φορολογίες και επιβαρύνσεις δεν ακυρώθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 146 του Συντάγματος αυτή τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει στα δικαιώματα του Εναγόμενου. (βλ. επίσης Νίτσα Κυριάκου κ.ά. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 589, Ζήνωνα Ζ. Χρήστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847, Marketrends Financial Services Ltd ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 223.) Ανεξάρτητα από την γενικότητα της υπεράσπισης της Εναγομένης εταιρείας, αλλά και του μοναδικού ισχυρισμού ότι δεν διατηρούσε επαγγελματικό υποστατικό εντός των ορίων του Δήμου Έγκωμης, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία ούτε και αρμοδιότητα να εξετάσει τον ισχυρισμό και τις θέσεις τους, ούτε και το ύψος της επιβληθείσης φορολογίας, όπως ούτε και κυρίως την νομιμότητα και την εγκυρότητα της πράξης, αφού αυτό ως λέχθηκε, ανάγεται αποκλειστικά στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου. Το μόνο που μπορεί να εξετάσει το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι εάν όντως υπάρχει έγκυρη εκτελεστή διοικητική πράξη. Προκειμένου να τελειωθεί μια διοικητική πράξη πρέπει να περιέλθει στην γνώση του διοικούμενου. Με άλλα λόγια μια διοικητική πράξη καθίσταται εκτελεστή όταν εξωτερικευθεί και γίνει γνωστή η βούληση της διοίκησης (Χατζηκυριάκος Χαράλαμπος ν. Δημοκρατίας,
(1994)4 Α.Α.Δ. 2269, Zachariades v. Republic
(1984)3 C.L.R. 1193). Από εκείνο χρονικό σημείο αρχίζει μάλιστα και η προθεσμία για την προσβολή της στο αρμόδιο Δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του μάρτυρα για τους Ενάγοντες, οι ειδοποιήσεις επιβολής τελών για επαγγελματική άδεια, άδεια λειτουργίας και τέλη σκυβάλων (Τεκμήριο 6) εστάλησαν στην Εναγομένη κατά τα αντίστοιχα έτη που αυτές αφορούν. Η διεύθυνση στην οποία εστάλησαν είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης εταιρείας. Το ότι στην εν λόγω διεύθυνση βρίσκεται το εγγεγραμμένο της εταιρείας δεν έχει αμφισβητηθεί. Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9 είχε λεχθεί ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι οι Ενάγοντες το έχουν αποσείσει. Εν πάση περιπτώσει παρόμοια ενημέρωση έλαβε η Εναγομένη εταιρεία με βάση την επιστολή ημερομηνίας 9.8.2010 από τους Ενάγοντες προς τον Διευθυντή της Εναγομένης (τεκμήριο 2) η οποία απεστάλη στο ταχυδρομικό κιβώτιο που ο ίδιος ο διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας ανέγραψε επί δικής του επιστολής (Τεκμήριο 1). Και πάλιν όμως η Εναγομένη δεν προσέβαλε την επιβολή τελών εναντίον της. Στη βάση της προσκομισθείσης μαρτυρίας διαπιστώνω ότι Εναγομένη παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση των επιβληθέντων τελών για άδεια λειτουργείας, επαγγελματική άδεια και σκύβαλα δεν προσέβαλε τις εν λόγω διοικητικές πράξεις με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο που ήταν τότε το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο. Ούτε και κατέβαλε τα επιβληθέντα τέλη με αποτέλεσμα να αυξηθούν με επιβολή πρόσθετης επιβάρυνσης. Η επιβολή της πρόσθετης επιβάρυνσης έχει τα γνωρίσματα διοικητικής πράξης από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα. Στην υπόθεση Πεττεμερίδη ν. Συμβούλιο Βελτ. Αμαθούντας Υπόθεση 82/88 ημερομηνίας 18.6.1990 λέχθηκε ότι η πρόσθετη χρηματική επιβάρυνση που επιβλήθηκε στην Αιτήτρια με βάση την Νομοθεσία γιατί δεν πλήρωσε τον φόρο ενοικίου που της επιβλήθηκε, δεν είναι ποινή στο νόημα του άρθρου 12 του Συντάγματος αλλά διοικητική ποινή για εξαναγκασμό προς συμμόρφωση για χάρη της λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών και πως οι φορολογικές πρόσθετες επιβαρύνσεις επιβάλλονται για την ακριβή τήρηση των φορολογικών νόμων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €1658,53 πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης τα έξοδα της αγωγής τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και ακολούθως να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο