← Κύπρος

ΣΑΒΒΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Κυριακούς Σάββα ν. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2768/2010, 3/3/2016

ΣΑΒΒΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Κυριακούς Σάββα ν. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2768/2010, 3/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2768/2010 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Κυριακούς Σάββα Ενάγοντα και ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ Εναγόμενης και ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡΟΥ Τριτοδιάδικου 3 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Αργυρού για Χ. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Τριτοδιάδικο: κα Οικονόμου για Παπαλλής & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή ημερομηνίας 11.2.2016 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη αποζημιώσεις σε σχέση με τροχαίο ατύχημα συνεπεία του οποίου, είναι η θέση του, ότι προκλήθηκε ο θάνατος της η Κυριακούς Σάββα. Η Εναγόμενη αρνείται ευθύνη για το ατύχημα και διαζευκτικά, σε περίπτωση που της αποδοθεί ευθύνη, διεκδικεί συνεισφορά σε σχέση με αποζημιώσεις που τυχόν θα κληθεί να πληρώσει από την Τριτοδιάδικο. Η ακρόαση της αγωγής έχει ξεκινήσει και έχουν ήδη καταθέσει προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα 15 (δεκαπέντε) μάρτυρες. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πριν ο Ενάγοντας κλείσει την υπόθεση του και με αυτήν ζητά την έκδοση διατάγματος που να του επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Μια από τις αξιώσεις του Ενάγοντα με την αγωγή, αφορά αποζημιώσεις για κάλυψη από την Εναγόμενη εξόδων οικιακής βοηθού η οποία προσελήφθη μετά τον θάνατο της αποβιωσάσης για να φροντίζει το σύζυγο της. Με την αιτούμενη τροποποίηση, ο Ενάγοντας επιδιώκει να του επιτραπεί να αυξήσει το ποσό και το εύρος της συγκεκριμένης αξίωσης ώστε να μπορεί να διεκδικήσει τους μηνιαίους μισθούς της οικιακής βοηθού για την περίοδο από 28.10.2010 μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 2016, εισφορές στις κοινωνικές ασφαλίσεις σε σχέση με την εργοδότηση της οικιακής βοηθού, μηνιαία έξοδα συντήρησης και ψυχαγωγίας της καθώς και μελλοντικά έξοδα που θα υποστεί ο σύζυγος της αποβιωσάσης ένεκα της ανάγκης για εργοδότηση οικιακής βοηθού. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι τα διάφορα έγγραφα που είχαν σχέση με τις απολαβές και λοιπά έξοδα της οικιακής βοηθού «δεν τα είχαν στην κατοχή τους οι δικηγόροι μου κατά τον χρόνο που συνέτασσαν την έκθεση απαίτησης και κατέγραψαν τα έξοδα όπως τους τα ανέφερα με βάση την πληροφόρηση που μου έδωσε ο πατέρας μου που όπως διαπιστώθηκε δεν ήταν ακριβής αφού τα ποσό των μισθών και κοινωνικών ασφαλίσεων δεν ήταν σταθερά και διαφοροποιούντο με το κάθε συμβόλαιο που υπέγραφε με την οικιακή βοηθό». Συνεχίζει λέγοντας ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται επίσης η διόρθωση στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης «επειδή από αβλεψία έγινε λάθος στον υπολογισμό του ποσού που καταβλήθηκε ως απολαβές και κοινωνικές ασφαλίσεις αλλά και έξοδα συντήρησης και ψυχαγωγίας. Με δεδομένο ότι δόθηκε μαρτυρία για τα έξοδα της οικιακής βοηθού (μισθός, κοινωνικές ασφαλίσεις, έξοδα συντήρησης κτλ) η οποία καλύπτει περίοδο μέχρι σήμερα είναι λογικό να περιληφθούν όλες οι απαιτήσεις που έχουν αποκρυσταλλωθεί». Καταλήγει ότι «οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, την ορθή διατύπωση των θέσεων μου αλλά και τον ορθό καθορισμό των αποζημιώσεων». Η Εναγόμενη ήγειρε ένσταση στην αίτηση και οι λόγοι ένστασης περιλαμβάνουν το ότι η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς, ότι τα γεγονότα που ο Ενάγοντας επικαλείται ως δικαιολογία για την υποβολή της αίτησης στο παρόν στάδιο όφειλε να ήταν εις γνώση του ενωρίτερα, ότι σε σχέση με τις συγκεκριμένες αξιώσεις έχει δοθεί μαρτυρία προ μηνών και ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα καταστρατηγηθούν τα δικαιώματα της Εναγόμενης σε δίκαιη δίκη, με τρόπο που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η πλευρά της Τριτοδιάδικου δεν έχει εγείρει ένσταση στην αίτηση. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην μορφή που αυτή είχε κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Στην εν λόγω διάταξη δεν καθορίζονται οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Σχετική καθοδήγηση παρέχεται στη νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.

(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίστηκαν από το Εφετείο ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Έχω κατά νου ότι η τάση που διακρίνεται από τη νομολογία είναι να επιτρέπεται η αιτούμενη τροποποίηση ακόμα και αν το αίτημα υποβάλλεται με σκοπό να διορθωθούν λάθη ή παραλείψεις ή όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος[1]. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[2]. Ειδικότερα σε σχέση με την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης, σε αντιπαραβολή με το συνταγματικό δικαίωμα σε εκδίκαση μιας διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, έχω κατά νου την καθοδήγηση που αντλείται από την Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το κατά πόσο η καθυστέρηση προσκρούει στις πρόνοιες του Συντάγματος είναι θέμα υποκειμενικό που πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά από το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Στην βάση των πιο πάνω αρχών προχωρώ τα εξετάσω εάν τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η ακρόαση της αγωγής έχει ήδη ξεκινήσει και έχουν δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο 15 μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά του Ενάγοντα. Σε σχέση δε με τις συγκεκριμένες αξιώσεις που αφορά η αιτούμενη τροποποίηση, δόθηκε μαρτυρία από δύο πρόσωπα. Πρώτος ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας - υιός της αποβιωσάσης - ο οποίος ήταν ο 12ος μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο και ο οποίος είχε καταθέσει τον Σεπτέμβριο
  2. Δεύτερος ήταν ο Γρηγόρης Γρηγόρη - που επίσης είναι υιός της αποβιωσάσης - και ο οποίος ήταν ο 14ος μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο τον Νοέμβριο
  3. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 11.2.
  4. Μόνο από την παράθεση των πιο πάνω στοιχείων είναι έκδηλη η καθυστέρηση με την οποία έχει υποβληθεί η παρούσα αίτηση. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ούτε το γεγονός ότι η αίτηση υποβάλλεται 5 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής ενώ είχε προηγηθεί τον Οκτώβριο 2012 και άλλη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Όπως διαφαίνεται από τη νομολογία, η καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της αίτησης. Ο χρόνος στον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Σαφώς ο κυρίαρχος παράγοντας για την τύχη του αιτήματος πρέπει να είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενώ ταυτόχρονα είναι αναγκαίο ο αιτητής να δικαιολογεί επαρκώς στον λόγο και χρόνο υποβολής του αιτήματος του. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Ikos CIF Ltd v
  5. Martin Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.
  6. Έχω παραθέσει πιο πάνω τις θέσεις του αιτητή προς αιτιολόγηση του χρόνου υποβολής της αίτησης του και τις έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή. Κρίνω ότι όλα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει ήταν σε γνώση της πλευράς του Ενάγοντα πολύ ενωρίτερα από τον χρόνο στον οποίο επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Ή τουλάχιστον θα μπορούσαν να είχαν εντοπιστεί σε πολύ προγενέστερα στάδια εάν η πλευρά του Ενάγοντα είχε επιδείξει την προσήκουσα, εύλογη επιμέλεια. Σημειώνω ότι η έκταση και φύση των σημείων της μαρτυρίας των ΜΕ12 και ΜΕ14 που αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση, αναμφίβολα περιορίστηκε με δεδομένες τις υφιστάμενες δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση αυτό θα καταστρατηγούσε το δικαίωμα της Εναγόμενης σε δίκαιη δίκη αφού εκ των πραγμάτων θα της έχει αποστερηθεί η δυνατότητα να αμφισβητήσει αξιώσεις που θα έχουν εγερθεί εναντίον της. Αντίθετα θα βρεθεί αντιμέτωπη, εκ των υστέρων, με νέες αξιώσεις και αξιώσεις πολύ μεγαλύτερης αξίας από τις υφιστάμενες. Αυτό θα ήταν όχι μόνο εις βάρος των συμφερόντων της δικαιοσύνης αλλά θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη εκτροπή της διαδικασίας. Πρόκειται για επιπτώσεις οι οποίες θεωρώ ότι δεν μπορούν να αποζημιωθούν με οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Ο υπολογισμός των εξόδων να γίνει στο τέλος της αγωγής. Δεν εκδίδω καμία διαταγή για έξοδα αναφορικά με την Τριτοδιάδικο ενόψει του ότι δεν ήγειρε ένσταση στην αίτηση. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.