Νικόλας Χρίστου κ.α. ν. Μάριος Α.Κρητικός κ.α., Αρ. Αγωγής: 1880/08, 26/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1880/08 Μεταξύ:
- Νικόλας Χρίστου
- Ρένος Δημητριάδης Ενάγοντες και
- Μάριος Α.Κρητικός
- AVANT GARDE ENTERTAINMENT LTD
- DIAGORAS CENTRE POINT LTD Εναγόμενοι 26 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Κουρουπίδης για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου. Για τους εναγόμενους: κ. Κρ.Λιβέρας για Δ.Π.Λιβέρας & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η προσπάθεια το 2005, των εναγόντων, του εναγομένου 1 και κάποιου Αναστάσιου Ιωάννου, να συνεταιρισθούν και από κοινού να συστήσουν επιχείρηση νυκτερινού κέντρου στην οδό Διαγόρου στη Λευκωσία, αρχικά με την ονομασία PLAYROOM και έπειτα BLV (BELIEVE), όχι απλώς απέτυχε, αλλά οδήγησε σε προστριβές με τελική κατάληξη, χρόνια μετά, οι διάδικοι να ερίζουν και να αντιδικούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας δούμε τα πράγματα από πλευράς δικογράφων. Σύμφωνα λοιπόν με την Έκθεση Απαιτήσεως, το νυχτερινό κέντρο θα λειτουργούσε στον υπόγειο χώρο πολυκατοικίας επί της οδού Διαγόρου
- Η εναγόμενη 2 εταιρεία, ήταν κάτοχος των υποστατικών επί του υπογείου και η εναγόμενη 3 εταιρεία, ήταν η ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας. Αμφότερες οι εταιρείες, ελέγχονταν στην ουσία και στην πράξη από τον εναγόμενο
- Κατά ή περί τις 15.1.2005, οι ενάγοντες, ο Αναστάσιος Ιωάννου και ο εναγόμενος 1 αφενός και η εναγόμενη 2 αφετέρου, υπέγραψαν συμφωνία για τη μίσθωση και εκμετάλλευση του εν λόγω νυχτερινού κέντρου για περίοδο δυο ετών. Την ίδια μέρα, οι ενάγοντες, ο εν λόγω Αναστάσιος Ιωάννου και ο εναγόμενος 1, υπέγραψαν μεταξύ τους συμφωνία διαχείρισης του νυχτερινού κέντρου, βάσει της οποίας, καθορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις ενός εκάστου των συνεταίρων. Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας, ο ενάγοντας 1 δαπάνησε συνολικά £23.000 και ο ενάγοντας 2 £6.
- Το νυχτερινό κέντρο άρχισε τη λειτουργία του στις 6.4.
- Ευθύς εξ αρχής όμως, ο εναγόμενος 1 δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή διεκπεραίωση των εργασιών της επιχείρησης και μέσω της εναγόμενης 2, δολίως, αποκόμισε όφελος για τον ίδιο. Σε αυτό το πλαίσιο, κατά ή περί τα τέλη Απριλίου 2005, ο εναγόμενος 1 εκδίωξε τους ενάγοντες από το υποστατικό, αλλάζοντας την κλειδαριά της εισόδου. Τούτο, είχε ως αποτέλεσμα, η εκπλήρωση και η συνέχιση της συμφωνίας να καταστεί ανέφικτη και/ή αδύνατη. Έτσι, περί το Σεπτέμβριο 2005, οι συνέταιροι συμφώνησαν όπως ο χώρος υπενοικιαστεί και/ή πωληθεί η επιχείρηση σε άλλο πρόσωπο. Κατά παράβαση όμως της συμφωνίας αυτής, οι εναγόμενοι 1 και/ή 2 κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2005, παρέδωσαν την κατοχή του χώρου στην εναγόμενη 3, χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων. Ως εκ των ανωτέρω, οι ενάγοντες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες διαρρήχθηκαν από τους εναγόμενους 1 και 2 και στη βάση αυτή ζητούν την επιστροφή των ποσών που έχουν καταβάλει, ήτοι £23.000 και £6.500 αντίστοιχα. Επιπλέον ζητούν γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Περαιτέρω, ζητούν ειδικές αποζημιώσεις συνολικού ύψους €37.500, για Παράνομη Επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, συντελεσθείσα μεταξύ Δεκεμβρίου 2005 και Φεβρουαρίου 2007, περίοδο κατά την οποία, οι ενάγοντες είχαν - αλλά τους στερήθηκε - το δικαίωμα κατοχής του υποστατικού δυνάμει της προαναφερθείσας συμφωνίας, ημερ. 15.1.
- Στο ίδιο πλαίσιο διεκδικούν τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι με το κοινό δικόγραφο που καταχώρισαν, προβαίνουν σε μία εντελώς διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία οδηγεί, όχι μόνο σε απόρριψη των αξιώσεων των εναγόντων αλλά και στην υποβολή ανταπαίτησης. Πιο συγκεκριμένα, αφού απορρίπτονται οι κύριες θέσεις των εναγόντων, αναφέρεται, ότι, σκοπός της πρώτης σύμβασης με την εναγόμενη 2 ήταν η διαχείριση του νυκτερινού κέντρου και όχι η εκμίσθωση του. Απ' εκεί και πέρα σε ότι αφορά την αλλαγή της κλειδαριάς, εξηγείται, ότι, αυτή έγινε διότι οι ενάγοντες την προηγούμενη νύχτα είχαν οικειοποιηθεί τις εισπράξεις του νυχτερινού κέντρου και/ή αρνήθηκαν να καταβάλουν τα καθυστερημένα ενοίκια/δικαιώματα στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Έτσι προέβησαν σ' αυτό το μέτρο για να εμποδιστούν οι ενάγοντες από το να σφετεριστούν την περιουσία της εναγόμενης 2 που βρισκόταν εντός του χώρου. Ακολούθως και αφού οι ενάγοντες δέχτηκαν να πληρώσουν μέρος των εν λόγω εισπράξεων, το νυχτερινό κέντρο λειτούργησε κανονικά μέχρι και τις 10 Αυγούστου του
- Εκείνη την ημερομηνία έκλεισε για τις καλοκαιρινές διακοπές αλλά δεν ξανά λειτούργησε αφού οι ενάγοντες ανέστειλαν τη λειτουργία του και εγκατέλειψαν τον χώρο. Η δε εναγόμενη 2, παρά τις προσπάθειες της, δεν μπόρεσε να εξεύρει νέο διαχειριστή. Έτσι μετά την πιο πάνω συμπεριφορά των εναγόντων, η εναγόμενη 3 τερμάτισε τη σύμβαση ενοικίασης προς την εναγόμενη 2 και παρέλαβε κενή κατοχή του χώρου. Ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγόντων, αυτοί μαζί και με τον εναγόμενο 1 και τον Αναστάσιο Ιωάννου οφείλουν €126.600,53 σεντ σε ενοίκια προς την εναγόμενη 2 καθώς και άλλα ποσά που αυτή πλήρωσε για λογαριασμό τους. Τα ποσά αυτά, η εναγόμενη 2, τα ανταπαιτεί. Σε σχέση με την ανταπαίτηση, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων κ. Λιβέρας, στην αγόρευση του, διευκρίνισε ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε το ποσό των €126.600,
- Στην πραγματικότητα, τα οφειλόμενα ενοίκια είναι €75.178,46 (που καλύπτουν τη συμβατική περίοδο από 1.3.2005 μέχρι 28.2.2007 μείον τα 4 ενοίκια που είχαν καταβληθεί). Έτσι περιόρισε την ανταπαίτηση ανάλογα. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων, αρνούνται τα περί οικειοποίησης και ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 2 κωλύεται να προβάλλει οποιεσδήποτε αξιώσεις καθ' ότι παρέλειψε να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση. Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν οι ενάγοντες 1 και 2, Νικόλας Χρίστου (Μ.Ε.1) και Ρένος Δημητριάδης (Μ.Ε.2) και ο εναγόμενος 1, Μάριος Κρητικός (Μ.Υ.1). Πέραν της προφορικής μαρτυρίας, κατατέθηκε και πλειάδα εγγράφων ως τεκμήρια. Πρόκειται για τα εξής: Τεκμήριο 1 Συμφωνία Διαχείρισης δισκοθήκης ημερ.15.1.
- Τεκμήριο 2(α) Πιστοποιητικό έρευνας της εναγόμενης
- Τεκμήριο 2(β) Πιστοποιητικό έρευνας της εταιρείας E. Philippou Ltd Τεκμήριο 3 Πιστοποιητικό έρευνας της εναγόμενης
- Τεκμήριο 4 Συμφωνία Διαχείρισης/Συνεταίρων ημερ. 15.1.
- Τεκμήριο 5 Καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο 1.1.05- 21.9.
- Τεκμήριο 6 Υπεύθυνη δήλωση του Αναστάσιου Ιωάννου μαζί με οικονομικές καταστάσεις ημερ. 20.12.
- Τεκμήριο 7(α) Επιστολή δικηγόρου εναγόντων ημερ. 10.2.
- Τεκμήριο 7(β) Απαντητική επιστολή δικηγόρου εναγομένων ημερ. 16.3.
- Τεκμήριο 8 Χειρόγραφη σημείωση. Τεκμήριο 9 Απόδειξη πληρωμής ημερ. 17.1.
- Τεκμήριο 10 Αντίγραφο επιταγής. Τεκμήριο10(α) Δέσμη αποδείξεων. Τεκμήριο 11(α) Μηνιαία κατάσταση ημερ. 31.5.
- Τεκμήριο 11(β) Μηνιαία κατάσταση ημερ. 30.6.
- Τεκμήριο 12 Κατάσταση Πωλήσεων/Sales Report ημερ. 15.4.
- Τεκμήριο 13 Επιστολή ανάκλησης άδειας από ΚΟΤ ημερ. 15.10.
- Τεκμήριο 14 Κατάσταση πληρωμής ενοικίων 2005-
- Τεκμήριο 15(α) Λογαριασμός ΑΗΚ για περίοδο 28.4.05-30.5.
- Τεκμήριο 15(β) Λογαριασμός ΑΗΚ για περίοδο 1.11.07-4.12.
- Τεκμήριο 16(α) Κατάσταση του ΚΟΤ ημερ. 1.3.
- Τεκμήριο 16(β) Απόδειξη είσπραξης από τον δικηγόρο Χρίστο Ιερείδη. Τεκμήριο 17(α) Λογαριασμός για τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων, ημερ.24.6.
- Τεκμήριο 17(β) Απόδειξη είσπραξης τελών για άδεια λειτουργίας για το 2005, ημερ. 18.2.
- Τα κύρια σημεία της προσκομισθείσας μαρτυρίας έχουν ως ακολούθως: Ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) υιοθετώντας γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) αναφέρθηκε στη συνομολόγηση των δύο συμφωνιών ημερ. 15.1.2005, τις οποίες και κατέθεσε ως τεκμήρια 1 και
- Η διαχείριση, εξήγησε, θα ήταν για δύο χρόνια μέχρι τις 28.2.2007 και τα ενοίκια θα καταβάλλονταν και από τους 4 συνεταίρους στην εναγόμενη
- Η πολυκατοικία ως σύνολο άνηκε στην εναγόμενη
- Και οι δύο αυτές εταιρείας όμως ανήκαν και ελέγχονταν ουσιαστικά από τον εναγόμενο 1 Βάσει της συμφωνίας (τεκμήριο 4) το ποσό που θα κατέβαλλε ο ίδιος θα ήταν £16.000 και θα αποκτούσε μερίδιο 40%. Επιπλέον όμως δαπάνησε και £7.000 για τον εξωραϊσμό, την επίπλωση και τον εξοπλισμό τις επιχείρησης, ανεβάζοντας τη συνολική του επένδυση σε £23.
- Επί τούτου, κατέθεσε κατάσταση του τραπεζικού του λογαριασμού (τεκμήριο 5) και μια δήλωση του Αναστάσιου Ιωάννου, στην οποία επισυνάπτεται οικονομική κατάσταση που ετοίμασε ο εναγόμενος 1 (τεκμήριο 6). Στις 6.4.2005, ανέφερε, άρχισε η λειτουργία του νυχτερινού κέντρου άλλα συνάμα άρχισαν και τα προβλήματα λόγω της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του εναγόμενου
- Ήταν καχύποπτος, ισχυρογνώμονας και δημιουργούσε προβλήματα, ακόμα και την ώρα που υπήρχαν πελάτες. Παράλληλα, συμπεριφερόταν ωσάν η επιχείρηση να του ανήκε και ουδέποτε τους ενημέρωνε για την οικονομική της κατάσταση. Αποκορύφωμα, ήταν η αυθαίρετη του ενέργεια, περί τα τέλη Απριλίου, να αλλάξει τις κλειδαριές, διώχνοντας τους ουσιαστικά από τον χώρο. Η δικαιολογία ήταν, ότι, δήθεν οικειοποιήθηκε τις εισπράξεις της νύχτας, κάτι, το οποίο ασφαλώς δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Η προσπάθεια για επίλυση των προβλημάτων με τον εναγόμενο 1 συνεχίστηκε μέχρι και τον Αύγουστο του 2005, οπότε και διαφάνηκε ότι δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια. Έτσι για μείωση της ζημιάς, συμφώνησαν όπως από τον Σεπτέμβρη του 2005, ο χώρος υπενοικιαστεί και η επιχείρηση πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο. Κατά παράβαση όμως της συμφωνίας αυτής, περί τον Δεκέμβριο του 2005, η εναγόμενη 2, χωρίς τη συγκατάθεση τους, παρέδωσε πίσω τον χώρο στην εναγόμενη 3 με αποτέλεσμα να αποστερηθούν του δικαιώματος να αξιοποιήσουν την επιχείρηση τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο ενάγοντας 2 υπέγραψε τις δύο συμφωνίες. Ήταν όμως και αυτός μέρος των συμφωνιών. Σε σχέση με την επιχείρηση, επέμενε ότι πλήρωσε συνολικά £23.
- Η ανακαίνιση του χώρου έγινε μεταξύ 1/2005 - 4/2005 και τις διάφορες πληρωμές τις έκαμνε ο εναγόμενος 1, προς τον οποίο, έδειξαν εμπιστοσύνη. Αποδείξεις πάντως δεν τους έδινε. Ούτε και καταστάσεις λογαριασμού, παρ' ότι του είχε ζητήσει σε αρκετές περιπτώσεις. Την κατάσταση (τεκμήριο 6) την υιοθετεί μόνο μερικώς. Η γενική της εικόνα, πάντως, δεν τον ικανοποιούσε, αν και ουδέποτε εξέφρασε γραπτό παράπονο επί τούτου. Όσον αφορά τα έσοδα από τα εγκαίνια του νυχτερινού κέντρου στις 15.4.2005, αυτά παραδόθηκαν στον εναγόμενο 1 την επομένη ημέρα και ήταν £1.520 (ίσως και £1.600). Επί τούτου αρνήθηκε υποβολή ότι οι εισπράξεις ήταν £2.562,20, αναφέροντος όμως, ότι, ο εναγόμενος 1 τους είχε καταγγείλει στην αστυνομία για κλοπή και άλλαξε τις κλειδαριές. Το κέντρο πάντως λειτούργησε κανονικά και στις 16.4.
- Σε σχέση με την καταβολή διαφόρων εξόδων από την εναγόμενη 2, εξέφρασε άγνοια, επικαλούμενος την μη παράδοση καταστάσεων λογαριασμού από τον εναγόμενο
- Την οφειλή ενοικίων προς την εναγόμενη 2, την αρνήθηκε, επικαλούμενος τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον εναγόμενο
- Τέλος επανέλαβε ότι τις πληρωμές και τη διαχείριση την έκανε ο εναγόμενος 1, χωρίς ποτέ να τους δίνει λογαριασμό. O ενάγοντας 2 (M.E.2) υιοθέτησε και αυτός γραπτή δήλωση (έγγραφο 2). Ανέφερε, ότι, δεν θυμάται γιατί δεν υπέγραψε τις δύο συμφωνίες (τεκμήρια 1 και 4). Πιθανόν να οφείλεται στο γεγονός, ότι, κατά καιρούς, απουσίαζε εκτός Κύπρου την περίοδο εκείνη, λόγω των σπουδών του. Εν πάση περιπτώσει ήταν και ο ίδιος μέρος των συμφωνιών. Το ποσό που κατέβαλε ήταν £4.000 (τεκμήρια 9 και 10) και θα αποκτούσε μερίδιο 10%. Επιπλέον δαπάνησε, σε μετρητά, ποσό £3.000 για τρέχουσες ανάγκες της επιχείρησης. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη συμπεριφορά του εναγομένου 1, κατά πανομοιότυπο σχεδόν τρόπο όπως και ο Μ.Ε.
- Τέλος ανέφερε και αυτός, ότι, οι προσπάθειες για επίλυση των προβλημάτων συνεχίστηκαν μέχρι τον Αύγουστο του 2005, οπότε και διαφάνηκε ότι η συνέχιση της επιχείρησης ήταν αδύνατη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε, ότι, τις εισπράξεις τις έπιανε ο ενάγοντας 1 και τις παρέδιδε στον εναγόμενο 1, είτε την ίδια ημέρα είτε την επόμενη το πρωί. Αυτός ήταν υπεύθυνος για τις οικονομικές καταστάσεις, αλλά ουδέποτε τους έδινε λογαριασμό. Το τεκμήριο 6, ουδέποτε του δόθηκε, ούτε και το είδε ποτέ. Τις επιπλέον £3.000 που ξόδεψε, τις έδωσε στον εναγόμενο 1 αλλά δεν έχει γι' αυτές αποδείξεις. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην αγωγή διεκδικεί £6.500 και όχι £7.000, ανέφερε «δεν θυμάμαι πάνω κάτω τις £500». Τα λεφτά πάντως που έδωσε, επέμενε, είναι £7.
- Τέλος, αρνήθηκε και αυτός τις όποιες οφειλές ενοικίων, επικαλούμενος τη διάρρηξη της συμφωνίας μεταξύ των συνεταίρων, από μέρους του εναγομένου
- Στον αντίποδα, ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) υιοθέτησε μια μακροσκελή γραπτή δήλωση (έγγραφο 3) ως την κυρίως του εξέταση. Η δήλωση αυτή - στην αρχική της μορφή - ήταν ακόμα μακροσκελέστερη, αλλά μέρη της, κατόπιν ένστασης, αποκλείστηκαν ως εκτός δικογράφων. Στην εναπομείνασα λοιπόν δήλωση, ισχυρίζεται, ότι, η πρώτη αντιπαράθεση μεταξύ των εναγόντων και του ιδίου αφορούσε την αλλαγή ονόματος από PLAYROOM σε BLV. Η αλλαγή ήταν επιμονή των εναγόντων και δημιουργούσε πρόβλημα με τις άδειες του κέντρου, οι οποίες ήταν εκδομένες στο όνομα PLAYROOM. Η δε αλλαγή της επωνυμίας έγινε κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αφού η επωνυμία ήταν περιουσιακό στοιχείο της εναγόμενης
- Σε ότι αφορά τα χρήματα που έδωσαν οι ενάγοντες, ισχυρίστηκε, ότι, τα μόνα ποσά που καταβλήθηκαν ήταν οι £16.000 και £4.000 αντίστοιχα. Μέρος δόθηκε στον ίδιο και μέρος σε τρίτους, όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση. Αυτά τα χρήματα ήταν το κεφάλαιο του συνεταιρισμού που αντιστοιχούσε στο μερίδιο του καθενός. Για την επιχείρηση ανοίχθηκε λογαριασμός, στον οποίο θα κατατίθεντο οι εισπράξεις, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξε ο ενάγοντας 1 που ήταν και ο υπεύθυνος των εισπράξεων. Από τις 5/4 μέχρι 14/4, τα έσοδα όπως καταγράφηκαν από το ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής εισπράξεων, ήταν £6.
- Όταν αντιλήφθηκε ότι δεν είχε κατατεθεί κανένα ποσό, απαίτησε όπως οι εισπράξεις της επόμενης νύχτας, δηλαδή, της 15/4, η οποία ήταν και το επίσημο άνοιγμα του κέντρου, δοθούν προσωπικά στον ίδιο. Το ηλεκτρονικό σύστημα για εκείνη τη νύχτα κατέγραψε εισπράξεις £2.408,70 σεντ, χωρίς πάλι να του δοθεί οτιδήποτε. Έτσι, για να διαφυλάξει τα συμφέροντα του ιδίου αλλά και της εναγόμενης 2, κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία και την επομένη το πρωί - κατόπιν ειδοποίησης - άλλαξε τις κλειδαριές. Τελικώς το απόγευμα εκείνης της ημέρας, τον επισκέφθηκε στο σπίτι του ο ενάγοντας 1 και του έδωσε £1.
- Έτσι το θέμα λύθηκε και το κέντρο λειτούργησε κανονικά το βράδυ της 16ης Απριλίου. Μετά την ημερομηνία αυτή, η επιχείρηση, παρά τις καταβληθείσες προσπάθειες με την ανάμειξη και ειδικού συμβούλου - δεν μπόρεσε να καταστεί κερδοφόρα. Το κέντρο διατηρήθηκε ανοιχτό μέχρι τις καλοκαιρινές διακοπές, λειτουργώντας ουσιαστικά με σημαντικές ζημιές. Κατά τις καλοκαιρινές διακοπές έγινε προσπάθεια να βρεθεί επιπρόσθετο κεφάλαιο για να επανανοίξει, αλλά κανένας από τους συνεταίρους δεν ήταν διατεθειμένος να επενδύσει περισσότερα χρήματα. Έτσι το κέντρο παρέμεινε κλειστό, με τις υποχρεώσεις όμως να τρέχουν και τα έξοδα να συνεχίζουν. Κατόπιν, κάλεσε στο σπίτι του τους ενάγοντες και τους παρέδωσε την κατάσταση (μέρος του τεκμηρίου 6). Αφού και πάλι κανείς δεν έδινε λεφτά, το υποστατικό περιήλθε στην κατοχή της ιδιοκτήτριας εταιρείας, εναγόμενης
- Η εταιρεία, ενοικίασε τον χώρο ως αποθηκευτικό χώρο στους ενοικιαστές του υπολοίπου κτηρίου. Παρόλα ταύτα, η εναγόμενη 2 συνέχισε να καταβάλλει κανονικά τα οφειλόμενα ενοίκια στην εναγόμενη 3 (τεκμήριο 14). Εν τω μεταξύ η εναγόμενη 2 - η οποία συνέχισε να ήταν υπεύθυνη για τις πληρωμές δυνάμει του τεκμηρίου 1 - δαπάνησε και απώλεσε πολλά χρήματα (ηλεκτρισμό, προμηθευτές, φόροι, σκύβαλα κ.α. - τεκμήρια 15 -17) Στην αντεξέταση, ανέφερε, ότι, τα λεφτά που θα καταβάλλονταν μηνιαίως στην εναγόμενη 2 δυνάμει του τεκμηρίου 1, ήταν ενοίκιο για τον εξοπλισμό που της ανήκε και δικαιώματα λειτουργίας της επιχείρησης. Αυτά τα ποσά συναποτελούσαν το μηναίο «ενοίκιο». Σε σχέση με τον συνεταιρισμό, ανέφερε, πως, ως άτομο, αν και δεν λειτουργούσε κανονικά, δεν έχει παράπονο. Σε σχέση με τη λειτουργία του κέντρου μετά το καλοκαίρι, δέχτηκε, ότι, από τον 9/2005 μέχρι τον 12/2005 το λειτούργησε μόνος του, διοργανώνοντας και τρία ιδιωτικά πάρτι. Προηγουμένως, η επιχείρηση λειτούργησε 2-3 νύχτες από τρίτο πρόσωπο (στην παρουσία και του ιδίου) αλλά ουδέποτε επιτεύχθηκε συμφωνία με το πρόσωπο αυτό για υπενοικίαση/διαχείριση του χώρου. Τελικώς, ως εξήγησε, έχασε και ο ίδιος χρήματα από την επιχείρηση και αντιστρέφοντας ερώτηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων κ. Κουρουπίδη, διερωτήθηκε, γιατί οι ενάγοντες δεν του επιστρέφουν αυτά τα χρήματα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, σειρά πήραν οι δικηγόροι των μερών για να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους. Αμφότεροι, ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατάθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τις αγορεύσεις αυτές τις μελέτησα με προσοχή και ενδελέχεια και επιμέρους πτυχές, στον βαθμό που απαιτείται για επίλυση της διαφοράς, θα τις σχολιάσω σε κατοπινό στάδιο. Η υπόθεση αυτή δεν είναι εξ εκείνων που κρίνονται αποκλειστικά στη βάση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Υπάρχουν σοβαρά ζητήματα που άπτονται, εγγενώς, της βάσης της απαίτησης και ανταπαίτησης, τα οποία, θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της όλης υπόθεσης. Αυτά τα ζητήματα διαπλέκονται με τα λεγόμενα και τις θέσεις που διατύπωσαν οι μάρτυρες. Έτσι, για να γίνουν αντιληπτά και να υπάρξει μια ομαλή ροή παράθεσης των γεγονότων, ο σχολιασμός τους, θα γίνει στα πλαίσια και σε συνάρτηση με την αποτίμηση της αξιοπιστίας των τριών μαρτύρων - διαδίκων που κατέθεσαν προφορικά ενώπιον μου. Με αυτά ως δεδομένα, επισημαίνω, ότι, ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Δεν εισηγούμαι βέβαια, ότι, τα πάντα που ανέφερε στο Δικαστήριο αποτελούν ψεύδη. Όμως, ο πυρήνας της μαρτυρίας του, μολύνεται από ψεύδη και ελλειμματικές αναφορές και έτσι η μαρτυρία του θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Αν και η πιο πάνω κατάληξη δίνει ουσιαστικά τέλος στις αξιώσεις του ενάγοντα 1, θα προχωρήσω σε συγκεκριμένες επισημάνσεις που αφορούν τη μαρτυρία του και άπτονται των διαφόρων διαστάσεων της όλης υπόθεσης. Στο πλαίσιο τούτο, σημειώνω κατ' αρχάς, ότι, ο μάρτυρας όντως κατέβαλε £16.000 για απόκτηση 40% μερίδιο στην υπό δημιουργία επιχείρηση του νυχτερινού κέντρου. Τούτο, εξάλλου, το είπε και το δέχεται και ο εναγόμενος
- Δεν μπορώ όμως να δεχθώ ότι κατέβαλε και επιπλέον £7.
- Ο ισχυρισμός αυτός δεν πλαισιώθηκε και δεν τεκμηριώθηκε από κανένα στοχευμένο στοιχείο. Το τεκμήριο 5, που κατέθεσε ο μάρτυρας, είναι απλά μια γενική κατάσταση κίνησης του τραπεζικού του λογαριασμού από 1.1.2005-21.9.
- Οι καταχωρήσεις στην κατάσταση αυτή ούτε εξηγήθηκαν, ούτε προσφέρουν υπόσταση στον εν λόγω ισχυρισμό του. Φαίνεται απλά μια έντονη κινητικότητα με πολλές χρεοπιστώσεις αλλά τίποτε πέραν αυτού. Άσχετο σ' αυτό το πλαίσιο, είναι και το τεκμήριο
- Η κατάσταση που το συναποτελεί ετοιμάστηκε από τον εναγόμενο
- Δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του μάρτυρα για καταβολή επιπλέον ποσού £7.
- Ούτε και ο μάρτυρας υιοθέτησε πλήρως αυτή την κατάσταση, για να αποτελεί, έστω, μέρος της εκδοχής του. Ομοίως απορρίπτω τον ισχυρισμό του μάρτυρα, ότι, η αλλαγή της κλειδαριάς από τον εναγόμενο 1 το πρωί της 16ης Απριλίου 2005 (όχι περί τα τέλη Απριλίου ως ανέφερε) ήταν μια αυθαίρετη ενέργεια. Και τούτο διότι, ως αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας - ίσως και της παράλληλης καταγγελίας στην αστυνομία - ο μάρτυρας, την ίδια κιόλας ημέρα παρέδωσε στον εναγόμενο 1, ποσό £1.600 (τεκμήριο 8), το οποίο αποτελούσε τις εισπράξεις ή μέρος των εισπράξεων της προηγούμενης βραδιάς. Συνεπώς, η ενέργεια είχε ουσία, βρήκε ανταπόκριση και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί αυθαίρετη. Για τον ίδιο λόγο, η ενέργεια αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διάρρηξη της συμφωνίας ή των συμφωνιών (τεκμήρια 1 και 4). Έτσι και αλλιώς, η όποια αναστάτωση προκάλεσε η ενέργεια αυτή, ξεπεράστηκε αυθημερόν, αφού το νυχτερινό κέντρο λειτούργησε κανονικά το βράδυ της 16ης Απριλίου αλλά και για αρκετούς μήνες ακόμα μέχρι το οριστικό κλείσιμο του το καλοκαίρι του
- Συνεπώς, η πράξη αυτή, δεν νομιμοποιεί τον ενάγοντα 1 να διεκδικεί, έστω και το ποσό των £16.000 που επένδυσε στην επιχείρηση. Ούτε βεβαίως και το γεγονός ότι οι ενάγοντες θεωρούσαν τον εναγόμενο 1, καχύποπτο και ισχυρογνώμονα που δημιουργούσε προβλήματα, αποτελεί βάσιμη αιτία αγωγής. Δεν έχει αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος 1, προέβη σε συγκεκριμένη ενέργεια, διαρρηκτική της όποιας συμφωνίας ή της εν γένει συνεταιριστικής τους σχέσης. Ούτε βεβαίως έχει αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος 1 και/ή οι εναγόμενες 2 και 3 έχουν προσπορισθεί για ίδιον όφελος, το ποσό της επένδυσης του. Αντίθετα, ως διαφάνηκε και ο εναγόμενος 1 επένδυσε και έχασε χρήματα στην αποτυχούσα επιχείρηση του νυχτερινού κέντρου. Περαιτέρω, δεν δέχομαι ότι παρέμενε οποιοδήποτε υλικό ή χρηματικό απόθεμα στον συνεταιρισμό το καλοκαίρι του 2005, όταν εγίνοντο οι συζητήσεις μεταξύ των συνεταίρων για το τι μέλλει γενέσθαι με το νυχτερινό κέντρο. Ουδείς ήταν διατεθειμένος να επενδύσει περαιτέρω χρήματα για επανάνοιγμα του κέντρου, οπότε, επήλθε τότε, η οριστική κατάρρευση της επιχείρησης και μαζί το τέλος του άτυπου συνεταιρισμού. Κατ' επέκταση, οι μετέπειτα ενέργειες του εναγομένου 1 προσωπικά ή και για λογαριασμό των εναγομένων 2 και 3 δεν συνιστούν διάρρηξη των συμφωνιών (τεκμήρια 1 και 4). Ο χώρος και γενικά η επιχείρηση επέστρεψε στον εναγόμενο 1 και/ή στις εναγόμενες 2 και 3, τις οποίες ουσιαστικά ήλεγχε. Τούτο όμως επήλθε εκ των πραγμάτων, λόγω οικονομικής κατάρρευσης της επιχείρησης, χωρίς πλέον να υπήρχε περιθώριο, προοπτική ή προσδοκία ανασύστασης της. Έτσι και αλλιώς - και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία - σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων, σύμφωνα με την οποία, η συμφωνία (τεκμήριο 4) καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συνεταίρων - η συμφωνία, στην πραγματικότητα, είναι τόσο γενική και πρόχειρη που κατ' ουσία, ουδόλως κατοχυρώνει τους συμβαλλόμενους. Προσδιορίζει απλώς το ποσό και ποσοστό της αρχικής τους επένδυσης. Το τί θα γινόταν σε περίπτωση που απαιτείτο αύξηση κεφαλαίου και με πιο τρόπο θα υπολογιζόταν και πότε θα διανέμετο το κέρδος στους συνεταίρους. Συνεπώς, η συμφωνία - με εξαίρεση ίσως την περίπτωση προσωπικής οικειοποίησης του αρχικού ποσού επένδυσης ή αναλογούντος κέρδους, από ένα συνέταιρο σε βάρος άλλου, δύσκολα, θα μπορούσε να προσφέρει στέρεο υπόβαθρο για την ανάκτηση οποιουδήποτε ποσού. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ, πως η βάση αγωγής του ενάγοντα 1 για διάρρηξη συμφωνίας θα πρέπει να αποτύχει. Στην αγόρευση του (σελ. 8), ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων κ. Κουρουπίδης, επικαλείται (γενικά), και την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, ως έννοια, βρίσκεται στον πυρήνα της γενικότερης αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) που παρέχεται από τους κανόνες επιείκειας (βλ. Chitty on Contracts (General Principles), (27η έκδοση), σελ.1392, παρ.29-007 και Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Πρόκειται για ιδιότυπη αρχή που έχει ως στόχο την απόδοση δικαιοσύνης σε περιπτώσεις που εκφεύγουν της στενής εφαρμογής των αρχών του δικαίου των συμβάσεων και γενικά δεν εντάσσονται στα στεγανά του κοινοδικαίου. Στο σύγγραμμα Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-007, αναφέρεται, ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου κάποιος έχει άδικα πλουτίσει σε βάρος άλλου και θα πρέπει έτσι να αποκαταστήσει την αδικία. Στην υπόθεση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077, αναφέρθηκε ότι η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού προσφέρει ανταπόδοση πέραν και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συμβατικού πλαισίου ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Για επιτυχή επίκληση της αρχής του άδικου πλουτισμού θα πρέπει να καταδειχθεί (α) πως ο εναγόμενος πλούτισε (enriched) από όφελος (benefit), (β) εξόδοις του ενάγοντος (at the plaintiff´s expense) και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust) (βλ. Goff and Jones The Law of Restitution, (2η έκδοση), σελ.11-45, Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-011 και Χρίστου v. Khoreva,
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η αρχή τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις λήψης χρημάτων ή άλλης περιουσίας με υπέρμετρο επηρεασμό, με ψυχική πίεση, με απειλές, με τέχνασμα, κατά λάθος και γενικά υπό οποιεσδήποτε συνθήκες που οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας επιτάσσουν επιστροφή των χρημάτων ή της περιουσίας. Ως προκύπτει, από τα όσα ανέφερα προηγουμένως, δεν έχει καταδειχθεί πλουτισμός, πόσο μάλλον αδικαιολόγητος του εναγομένου 1 και/ή των εναγομένων 2 και 3 σε βάρος των εναγόντων. Συνεπώς, δεν μπορεί να τους αποδοθεί οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της αρχής αυτής Οι ενάγοντες στηρίζουν την αγωγή τους (ξεχωριστή αξίωση) και στο αστικό αδίκημα της Παράνομης Επέμβασης, διεκδικώντας τα ενοίκια του υποστατικού για την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2005 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2007 που θα έληγε η περίοδος της συμφωνίας (τεκμήριο 1). Τον Δεκέμβριο του 2005, επεστράφη το υποστατικό στην εναγόμενη 3 και ενοικιάστηκε ως αποθηκευτής χώρος, σε τρίτο. Η Παράνομη Επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία διέπεται από το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, (14η έκδοση), παρ. 1311, η ερμηνεία που δίνεται είναι η εξής: "trespass to land consists in any unjustifiable intrusion by one person upon land in the possession of an another." Αγώγιμο δικαίωμα, κατά κανόνα, παρέχεται στον κάτοχο και όχι στον ιδιοκτήτη (βλ. Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, Παναγή ν. Ζουβάνη
(1987)1 C.L.R. 58 και Λάμπρου κ.α. v. Κεφάλα κ.α. Πολ.Εφεση 10197, ημερ. 25.9.00. Η κατοχή θα πρέπει να είναι αποκλειστική (exclusive) υπό την έννοια, να μην δικαιούνται τρίτοι να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα και κατά βούληση στο ακίνητο (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, (14η έκδοση), παρ. 1320). Η απόδειξη ιδιοκτησίας, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την είχε άλλος (βλ. Γλυκύς v. Ιερά Μονή Μαχαιρά
(1999)1 Α.Α.Δ. 654). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, τον Δεκέμβριο του 2005, δεν ήταν πλέον κάτοχοι του χώρου, καθ' ότι, πρώτον, η επιχείρηση και ο συνεταιρισμός έπαυσαν να υφίστανται από το καλοκαίρι του 2005 και δεύτερον, διότι δεν καταβάλλονταν κατά την περίοδο αυτή οποιαδήποτε ενοίκια από τους ενάγοντες. Ούτε βεβαίως και η επιστροφή του χώρου από την εναγόμενη 2 στην ιδιοκτήτρια εναγόμενη 3, υπό αυτές τις περιστάσεις, ήταν παράνομη (unlawful) και αδικαιολόγητη (unjustifiable). Συνεπώς και αυτή η βάση αγωγής και αξίωση θα πρέπει να απορριφθεί. Για σκοπούς πληρότητας, θα επισημάνω, ότι, ούτε και ο ενάγοντας 2 μου προξένησε καλή εντύπωση και έτσι απορρίπτω και τη δική του μαρτυρία. Πρόκειται για μαρτυρία, πρόχειρη, ασαφή και ουδόλως πειστική. Ήταν κατ' ουσία μια βραχείας έκτασης επανάληψη της μαρτυρίας του ενάγοντα 1, χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε το ουσιαστικό και χωρίς να της προσδίδει πειστικότητα και αξία. Ο μάρτυρας αυτός επένδυσε £4.000 για απόκτηση ποσοστού 10% στην επιχείρηση, οι οποίες, όντως απωλέστηκαν, λόγω αποτυχίας του νυχτερινού κέντρου. Τούτο όμως, για τους λόγους που εξήγησα κατά την αξιολόγηση του ενάγοντα 1, δεν δικαιολογεί την αξίωση του εναντίον των εναγομένων, η οποία και απορρίπτεται. Ο ισχυρισμός του, ότι, κατέβαλε και επιπλέον ποσό £3.000, εκτός από εντελώς απλαισίωτος, ήταν και απίστευτος. Ενδεικτικό τούτου, ήταν το γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης διεκδικούνται συνολικά £6.
- Υποδειχθείς την ανακολουθία από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων κ. Λιβέρα, αρκέστηκε να αναφέρει «δεν θυμάμαι τώρα τα πάνω κάτω τις £
- Θυμάμαι ακριβώς τα ποσά τα οποία είχα δώσει στον κ.Κρητικό. Τώρα αυτά τα οποία γράφει η αγωγή, τόσα ζητώ». Η προχειρότητα της αναφοράς, βοά. Έρχομαι τώρα στον εναγόμενο 1 και τα όσα αφορούν στην ανταπαίτηση. Κατ' αρχάς υποδεικνύω ότι ο μάρτυρας αυτός, κατά βάση, μου προξένησε καλή εντύπωση και κρίνεται έτσι αξιόπιστος. Τούτο εξάλλου, θα πρέπει να έχει ήδη διαφανεί από δεδομένα και σχόλια που έκανα προηγουμένως και τα οποία προκύπτουν από τη δική του εκδοχή των πραγμάτων. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι η προφορική του μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που κατάθεσε, θα γίνουν δεκτά στο σύνολο τους. Πρώτα και πάνω απ' όλα απορρίπτω τη θέση του αλλά και την κατάσταση ενοικίων (τεκμήριο 14), σύμφωνα με την οποία, η εναγόμενη 2, δήθεν, συνέχισε να καταβάλλει ενοίκια στην εναγόμενη 3 για την περίοδο μέχρι και την 1.12.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος κ. Λιβέρας, στην αγόρευση του, περιόρισε την αξίωση για την περίοδο μέχρι 28.2.
- Τούτο όμως δεν περισώζει την κατάσταση. Κατ' αρχάς, να θυμίσω, την κατ' ουσία ταύτιση του εναγομένου 1 με τις εναγόμενες 2 και
- Έπειτα να επισημάνω, ότι, η εν λόγω κατάσταση παρουσιάζει την καταβολή ενοικίων για την περίοδο 1.1.2005 μέχρι 1.12.2007 ενώ η ενοικιαστική περίοδος βάσει του τεκμηρίου 1, ήταν από 1.3.2005 μέχρι 28.2.
- Συναφώς, να σημειώσω, ότι, καμία συμφωνία δεν παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει ότι η εναγόμενη 2 ενοικίαζε τον χώρο από την εναγόμενη 3 και μάλιστα έναντι του ιδίου ενοικίου που υποχρεούντο να κατέβαλαν προς την ίδια, οι τέσσερις συνέταιροι, βάσει του τεκμηρίου
- Περαιτέρω, να υπενθυμίσω ότι ο μάρτυρας, σε σχετική ερώτηση, δέχτηκε ότι από τον 9/2005-12/2005, ανέλαβε ο ίδιος τη διαχείριση του κέντρου και διοργάνωσε μάλιστα και τρία ιδιωτικά πάρτι. Ομοίως να υπενθυμίσω, ότι, ο ίδιος ανέφερε, ότι, ο χώρος επεστράφη από την εναγόμενη 2 στην εναγόμενη 3 και ενοικιάστηκε μάλιστα σε τρίτο πρόσωπο ως αποθηκευτικός χώρος. Η συμφωνία αυτής της ενοικίασης, για να διαφανεί η περίοδος ενοικίασης, δεν παρουσιάστηκε. Από τις παραγράφους 38 και 39 της γραπτής του δήλωσης και τις παραγράφους 8 και 9 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, προκύπτει ότι η επιστροφή του χώρου προς την εναγόμενη 3, έλαβε χώρα περί τον 12/2005 (και όχι εντός του 2008 ως αναφέρεται στην σελ.5 της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνήγορου κ. Λιβέρα). Η επιστροφή του χώρου τον Δεκέμβριο του 2005, επιβεβαιώνεται και από την επιστολή του κ. Λιβέρα (τεκμήριο 7Β). Συνεπώς, με κανένα τρόπο, δεν υπήρχε υποχρέωση καταβολής ενοικίων από τους συνεταίρους (ως σύνολο) από το τέλος του καλοκαιριού του 2005 και εντεύθεν. Πόσο μάλλον αυτή η υποχρέωση να επικεντρωθεί στους ενάγοντες, ως η σχετική ανταπαίτηση της εναγόμενης
- Ομοίως, δεν μπορώ να δεχθώ την αξίωση της εναγόμενης 2 για την καταβολή εξόδων, που υποτίθεται επωμίσθηκε για λογαριασμό του συνεταιρισμού, πόσο μάλλον - και πάλι - αυτά τα έξοδα να φορτωθούν μόνο στους ενάγοντες. Στην ανταπαίτηση το συνολικό υπό διεκδίκηση ποσό αυτής της δαπάνης ανέρχεται σε €20.643 (€6.075 για ΦΠΑ και τέλη ΚΟΤ, €3.848 για ηλεκτρισμό, νερό και κοινόχρηστα, €8.222 πληρωμές σε προμηθευτές και €2.500 για ασφάλιστρα). Σε σχέση με την αξίωση αυτή κατατέθηκαν τα τεκμήρια 15(α) - 17(β). Τα ποσά που αναφέρονται στα εν λόγω τεκμήρια, εκτός από ασυμβίβαστα με την αξίωση της εναγόμενης 2, αφορούν και δαπάνες που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα ή που εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν στους ενάγοντες. Για παράδειγμα, το τεκμήριο 15(β) είναι λογαριασμός της ΑΗΚ για την περίοδο 1.11.2007-4.12.
- Το τεκμήριο 16(β) είναι απόδειξη για δικηγορικά έξοδα και το τεκμήριο 17(β) είναι απόδειξη για την άδεια λειτουργίας του κέντρου. Έτσι και αλλιώς, η βάση αυτής της αξίωσης, είναι η παράβαση σύμβασης από μέρους των εναγόντων. Καμία παράβαση σύμβασης δεν υπήρξε από τους ενάγοντες. Απλούστατα, το όλο εγχείρημα της λειτουργίας του νυχτερινού κέντρου, απέτυχε και όλοι οι εμπλεκόμενοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπέστησαν οικονομική ζημιά. Νόμιμη αξίωση όμως του ενός εναντίον του άλλου, ως κατέδειξαν τα γεγονότα, δεν υπάρχει. Στη βάση όλων των πιο πάνω, τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής και ασκώντας την επ' αυτού διακριτική μου ευχέρεια, διατάσσω όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ............. Στ. Ν. Σταύρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο