Μαρίνας Ιωάννου ν. Αχιλλέα Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 6739/15, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6739/15 Μεταξύ: Μαρίνας Ιωάννου Ενάγουσας - και - Αχιλλέα Μιχαήλ Εναγομένου -------------------------------- Αίτηση ημερ. 30.12.15 για έκδοση διαταγμάτων Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Κ. Ευσταθίου για Ε. Ευσταθίου ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση: κα Δημητρίου για Μ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 30.12.15 η ενάγουσα καταχώρησε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο με την οποία διεκδικεί εναντίον του εναγομένου αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην οικία και/ή περιουσία της που βρίσκεται στην οδό 25ης Μαρτίου, Αγία Μαρίνα Ξυλιάτου, αποζημιώσεις για παράνομη παραμονή και κατοχή της εν λόγω ακίνητης περιουσίας και την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να διατάζεται ο εναγόμενος να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή και να παύσει να επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο στην υπό αναφορά ακίνητη περιουσία της ενάγουσας. Την ίδια μέρα η ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύον στον εναγόμενο και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του να επεμβαίνει και/ή να κατέχει και/ή να εισέρχεται και/ή να διαμένει και/ή να χρησιμοποιεί με οιονδήποτε τρόπο την οικία ή μέρος αυτής της ιδιοκτησίας της ενάγουσας - αιτήτριας επί του ακινήτου Αριθμού εγγραφής 2/54, Φύλλο 29, Σχέδιο 51W2, επί της οδού 25ης Μαρτίου, Αγία Μαρίνα, Ξυλιάτου, Λευκωσία. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει τον εναγόμενο και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του όπως παύσει να επεμβαίνει με οιονδήποτε τρόπο εντός της οικίας επί του ακινήτου Αριθμού εγγραφής 2/54, Φύλλο 29, Σχέδιο 51W2, επί της οδού 25ης Μαρτίου, Αγία Μαρίνα, Ξυλιάτου, Λευκωσία. Γ. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ Αρ. Μητρώου ΦΠΑ 10339682G, πλέον έξοδα επιδόσεως.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, Άρθρα 4,5,7 και 9, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148, άρθρα 2,,1,12,13,14,43 και 44, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ1,2,3,8 και 9, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις αρχές του Κοινού Δικαίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, 8Σ, 9Σ, 15Σ, 16Σ, 17Σ και 28Σ, στα άρθρα 8,3,13 και 14 του Νόμου Περί Επικυρώσεως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών μετά του προσθέτου πρωτοκόλλου (Ν.39/1962), στο άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου εις την Σύμβαση περί Προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ν.39/1962), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Δ.48 θ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο αξίωμα quia timet, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμος 23/1990, άρθρα 11
(2)(ε) και 17
(1), στις Γενικές, Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της ενάγουσας - αιτήτριας στην οποία αναφέρει ότι ο εναγόμενος είναι ο πρώην σύζυγος της με τον οποίο έχει διαζευχθεί στις 15.9.15 κατόπιν απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην αίτηση διαζυγίου 527/
- Μαζί με τον εναγόμενο έχουν τρία παιδιά. Σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση της, είναι η αποκλειστική δικαιούχος και ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/54 Φύλλο 29 Σχέδιο 51 W2 επί της οδού 25ης Μαρτίου αρ.5 στην Αγία Μαρίνα Ξυλιάτου, δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της στις 3.11.
- Επισυνάπτει σχετικά αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου. Στο εν λόγω ακίνητο έχει ανεγερθεί η οικία στην οποία διέμεναν μαζί με τον εναγόμενο και τα παιδιά τους. Θέση της ήταν ότι εγκαταστάθηκαν στην εν λόγω οικία τον Αύγουστο του 1995, την οικία είχε ανεγείρει η ίδια και κατά τον γάμο τους ήταν στα τελευταία στάδια ανέγερσης της. Μεταξύ της και του εναγόμενου εκκρεμεί αίτηση περιουσιακών διαφορών με αρ.62/14 στο Οικογενειακό Δικαστήριο την οποία έχει καταχωρήσει ο εναγόμενος με την οποία διεκδικεί συνεισφορά και μερίδιο στο ακίνητο, και μάλιστα έχει εξασφαλίσει στα πλαίσια της αίτησης διάταγμα στις 30.5.13 το οποίο της απαγορεύει να πωλήσει, υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει το μισό μερίδιο του συγκεκριμένου ακινήτου. Πριν την έκδοση του διαζυγίου είχε εκδοθεί διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης 99/13, Δικαιοδοσία Αποκλειστικής Χρήσης με το οποίο «Παραχωρείται στην αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της συζυγικής στέγης εκτός από το δωμάτιο το οποίο βρίσκεται δυτικά της επίδικης κατοικίας και έχει ξεχωριστή είσοδο, μπάνιο και τουαλέτα». Επίσης στα πλαίσια του ίδιου διατάγματος εκδόθηκε περαιτέρω εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον καθ΄ου η αίτηση να εισέρχεται στην συζυγική στέγη πλην από το επίδικο δωμάτιο. Η ημερομηνία ισχύος του διατάγματος ήταν η 15.3.14 και είναι η θέση της ότι το διάταγμα αυτό έπαυσε να ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης του διαζυγίου τους, δηλαδή 15.9.
- Θέση της είναι ότι το εν λόγω διάταγμα όταν ακόμα ίσχυε ήταν καταπιεστικό, ο εναγόμενος το είχε παραβιάσει και προκαλούσε προβλήματα από τις πρώτες μέρες, η συμβίωση μαζί του είναι πολύ δύσκολη για την΄ιδια αφού ο εναγόμενος επεμβαίνει σε άλλα δωμάτια εκτός αυτού που του είχε παραχωρηθεί, επεμβαίνει στην αλληλογραφία της, απέκοψε την σύνδεση του διαδικτύου, παρουσιάζεται ως φύλακας της οικίας και ως το πρόσωπο το οποίο έχει την οικία υπό τον έλεγχο του, γεγονότα που δημιουργούν στην ίδια απόγνωση, δυστυχία και διαταράσσουν την ψυχική της γαλήνη. Σε σχέση με την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, η ίδια πριν από τη λύση του γάμου είχε αποταθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο για να ακυρώσει το διάταγμα ημερ. 15.3.14 χωρίς επιτυχία και εναντίον της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου έχει καταχωρήσει έφεση. Αναφέρει επίσης ότι υπήρξαν επεισόδια βίας μεταξύ της και του εναγόμενου για τα οποία είχαν γίνει καταγγελίες στην αστυνομία και επισυνάπτεται αντίγραφο κατηγορητηρίου στην υπόθεση 27284/14 στην οποία η ίδια είναι κατηγορούμενη και παραπονούμενος ο εναγόμενος. Θέση της είναι ότι μετά την έκδοση του διαζυγίου και την λύση του γάμου τους, ο εναγόμενος δεν έχει κανένα δικαίωμα να παραμένει στην οικία της αφού είναι σαν να υποχρεούται να συζεί με τον πρώην σύζυγο της με τον οποίο έχει διαζευχθεί. Έχει αποστείλει επιστολή στον εναγόμενο με την οποία τον καλούσε να παραδώσει την οικία στην ίδια και τα ανήλικα τέκνα τους και ο εναγόμενος της απάντησε με επιστολή του ότι δεν είναι διατεθειμένος να το πράξει με αποτέλεσμα να διαμένει και φιλοξενείται στην αδελφή της λόγω του ότι η διαβίωση στην οικία της είναι αδύνατη και καταστροφική για την ίδια λόγω της παραμονής και συμπεριφοράς του εναγόμενου. Θεωρεί τέλος ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, σε αντίθετη περίπτωση θα είναι πολύ δύσκολο να απονεμηθεί η δικαιοσύνη ενόψει της φύσης της παράνομης ενέργειας του εναγομένου και της προσβολής των Συνταγματικών της Δικαιωμάτων για απόλαυση της περιουσίας της και του δικαιώματος της οικογενειακής ζωής. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς, διέταξε την επίδοση της αίτησης στον καθ΄ου η αίτηση ο οποίος καταχώρησε ένσταση μέσω δικηγόρου στις 29.2.
- Θέση του στην ένσταση είναι ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αντίθετα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων, ούτε και υπάρχει κατεπείγον ζήτημα, η επίδικη κατοικία αποτελεί περιουσιακή διαφορά προς επίλυση στα πλαίσια της αίτησης Περιουσιακών Διαφορών 62/14 που εκκρεμεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου αφού η επίδικη κατοικία αποτελεί την συζυγική οικία των διαδίκων και η ανέγερση της ήταν αποτέλεσμα της συμβολής και συνεισφοράς και των δύο που έχουν ίσα δικαιώματα χρήσης κατοχής και εκμετάλλευσης της, ο καθ΄ου η αίτηση δεν επεμβαίνει, έχει δικαίωμα επι του ακινήτου, και τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα συνεπάγεται καταπάτηση των Συνταγματικά Κατοχυρωμένων Δικαιωμάτων του καθ΄ου η αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60), στα άρθρα 43 και 44 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, στα άρθρα 4,5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 2 και 11
(2)(ε) του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου (23/90), στο άρθρο 14 του Περί Ρυθμίσεων των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου (232/91), στα άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του καθ΄ου η αίτηση στην οποία υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι το ακίνητο παραχωρήθηκε στην ενάγουσα από τον πατέρα της με σκοπό να ανεγερθεί σε αυτό η οικογενειακή εστία, το κόστος για την ανέγερση της το ανέλαβε ο ίδιος σχεδόν εξολοκλήρου τόσο πληρώνοντας τα δάνεια αλλά και λόγω χειρονακτικής εργασίας που έκανε. Σχετικά έχει καταχωρήσει στο Οικογενειακό Δικαστήριο την αίτηση Περιουσιακών Διαφορών 62/14 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε και το διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην αιτήτρια να αποξενώσει το μισό μερίδιο του εν λόγω ακινήτου. Αναφέρει ότι το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης που εκδόθηκε στις 13.3.14 με ημερομηνία έναρξης της 15.3.14 είχε εκδοθεί εκ συμφώνου, έκτοτε ο ίδιος διαμένει στον συγκεκριμένο χώρο που έχει καθοριστεί χωρίς ποτέ να το παραβιάσει. Υποστηρίζει ότι το διάταγμα του επέτρεπε να είναι κοντά στα παιδιά του και ειδικά στη μικρή τους κόρη Μικαέλλα ηλικίας 4 ετών. Υποστηρίζει ότι το διάταγμα δεν είναι καθόλου καταπιεστικό και εφαρμόζεται κανονικά. Αν και αναγνωρίζει ότι με τη λύση του γάμου το διάταγμα ημερ. 13.3.14 έχει παύσει να ισχύει, θέση του είναι ότι δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερ. 12.12.14 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της αιτήτριας για ακύρωση του διατάγματος και η θέση του Δικαστηρίου που ήταν ότι δεν υπήρχε διαφοροποίηση στις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε αντικρούει τα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται για επεμβάσεις του στην ιδιωτική της ζωή και αρνείται ότι υπήρξε οποιοδήποτε περιστατικό βίας στο οποίο ο ίδιος να ήταν υπεύθυνος. Μάλιστα, για το περιστατικό που αναφέρεται η αιτήτρια αναφέρει ότι η αστυνομία είχε προχωρήσει σε ποινική δίωξη και των δύο τους, επισυνάπτει και το κατηγορητήριο της υπόθεσης 27283/14 στο οποίο ο ίδιος ήταν κατηγορούμενος και ανέφερε περαιτέρω ότι η αιτήτρια απέσυρε ενόρκως το παράπονο της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 12.2.
- Ο καθ΄ ου η αίτηση θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να παραμένει στην εν λόγω περιουσία και στο συγκεκριμένο μέρος αυτής στο οποίο ήδη διαμένει, λόγω της ύπαρξης της αίτησης Περιουσιακών Διαφορών 62/
- Αρνείται ότι συμβιώνει με την αιτήτρια , οι χώροι που διαμένουν είναι εντελώς ξεχωριστοί όπως και για το ότι «η συμβίωση» προκαλεί οποιαδήποτε καταπίεση στην αιτήτρια. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι αναγκάστηκε να φιλοξενηθεί στην αδελφή της λόγω της καταπιεστικής του συμπεριφοράς, η θέση του είναι ότι η αιτήτρια διαμένει με την αδελφή της κατ΄ επιλογή της κατά την περίοδο που λειτουργούν τα σχολεία για να μπορεί να εξυπηρετεί πιο καλά το γιο τους ο οποίος φοιτά στην Τρίτη Λυκείου σε σχολείο της Λευκωσίας, και χρειάζεται να προπονείται καθημερινά για ποδόσφαιρο αφού παίζει σε ομάδα Β΄ κατηγορίας. Επίσης το νηπιαγωγείο της μικρής τους κόρης απέχει λίγα μόλις μέτρα από το σπίτι της αδελφής της. Αναφέρει ότι κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων που ήταν κλειστά τα σχολεία, η αιτήτρια πήγε και διέμενε στο σπίτι τους και με την έναρξη της λειτουργίας των σχολείων διαμένει και πάλι στο σπίτι της αδελφής της. Ισχυρίζεται τέλος, ότι η ενάγουσα έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο ότι πέραν από την προσπάθεια της να ακυρώσει το διάταγμα ημερ. 15.3.14, έχει ήδη αναφερθεί η προσπάθεια της αυτή απέτυχε, προέτρεψε την μεγάλη τους κόρη Κατερίνα να προχωρήσει σε έκδοση μονομερούς διατάγματος για αναγκαστική ψυχιατρική εξέταση του , διάταγμα το οποίο ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης 117/15 για έκδοση προνομιακού εντάλματος φύσης certiorari ημερ. 17.9.
- Είναι τελικά η θέση του ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται να πετύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, σε καμία περίπτωση δεν τίθεται θέμα επέμβασης στην οικία από τον ίδιο, δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος και αν εκδοθούν τα διατάγματα θα υπάρχουν αρνητικές επιπτώσεις και στα παιδιά τους αφού θα αναγκαστεί να ενοικιάσει χώρο να μείνει, θα επηρεαστεί η οικονομική του κατάσταση, δεν θα μπορεί να πληρώνει διατροφή στην αιτήτρια, ούτε και να στηρίζει οικονομικά τα δύο μεγαλύτερα τους παιδιά. Θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ούτε και πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση τους. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους προχώρησαν στην κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων με αναφορές στην νομολογία, προωθώντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση. Διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιουργήματα του Δικαίου της Επιείκειας. Από τις καταβολές του Δικαίου αυτού τέθηκε ως αρχή η προϋπόθεση ότι αυτός που το επικαλείται και προσφεύγει για θεραπεία στο δικαστήριο πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Η αρχή αυτή επιτάσσει όπως στην ένορκη δήλωση που στηρίζει μονομερή αίτηση πρέπει να γίνεται αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Το καθήκον αυτό όπως αναφέρεται και στην υπόθεση United Pertlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company, Πολ. Έφεση 10604 ημ. 28/6/02, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όταν ακούγεται μόνο η μια πλευρά και δεν δίδεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη. Το ουσιαστικό κριτήριο για το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι αντικειμενικό και μπορεί να λεχθεί ότι είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος, είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος ex parte δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475, που παραπέμπει σε προηγούμενες αυθεντίες, In Re Stavros Appartments Ltd, Αίτηση 76/94 ημ. 29/12/94 και In Re B.P. Cyprus Ltd, Αίτηση 143/96 ημ. 1/8/96). Το κατεπείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Resola (Cyprus Ltd) v. Χρίστου 1998 1ΑΑΔ 598 όπως και στην υπόθεση Zein και άλλοι ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλας Λτδ, Πολ. Έφεση 10494 ημ. 27/4/2000, το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Επίσης το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Το Δικαστήριο εξετάζοντας θεραπείες όπως αυτές που ζητούν οι αιτητές πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξετάσει το κατά πόσον έχουν ικανοποιηθεί τόσο οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επιβάλλει αλλά και κατά πόσο το άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει ικανοποιηθεί. Εξετάζοντας, τώρα, τις προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προϋποθέτει, και η νομολογία έχει καθιερώσει, αναφέρω τα εξής: (α) Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα εάν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία και
(3)το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (β) Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Παραπέμπω στις αποφάσεις Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 CLR 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. ν. Μ. Avraamides & Co Ltd, Πολ. Έφεση 9824 ημ. 21.9.98, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 CLR 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 CLR 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 605 και Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλοι
(1995)1 ΑΑΔ.
- Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευτεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχτεί με βάση τα δικόγραφα μια συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχτεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. H νομολογία, ως έχει ήδη λεχθεί, καταδεικνύει ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και θα πρέπει να ικανοποιείται αυστηρά εκεί όπου ένα απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται μονομερώς. Αυτό δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση όπου είχε διαταχθεί εξ αρχής η επίδοση της υπό εξέταση αίτησης αλλά επειδή το θέμα της καθυστέρησης είναι θέμα που αφορά πάντοτε το Δικαστήριο ειδικότερα σε αιτήσεις που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων θα εξεταστεί και το θέμα του χρόνου. Η αίτηση όπως έχει ήδη αναφερθεί έχει καταχωρηθεί στις 30.12.
- Είχαν προηγηθεί η έκδοση του διαζυγίου των διαδίκων στις 15.9.15 και η επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας - αιτήτριας προς τους δικηγόρους του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση ημερομηνίας 26.11.15 και η αρνητική απάντηση του στις 2.12.
- Θεωρώ ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της αίτησης και τονίζω όπως έχω ήδη αναφέρει ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν έχουν εκδοθεί μονομερώς. Επομένως θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τις 3 προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και οι οποίες πρέπει ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν από την τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η αιτία αγωγής όπως φαίνεται στην οπισθογράφηση απαίτησης είναι αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην επίδικη οικία και/ή για παράνομη παραμονή και/ή για παράνομη κατοχή της εν λόγω οικίας. Ζητείται πλέον η έκδοση οριστικού διατάγματος απομάκρυνσης του εναγομένου από την επίδικη οικία και παράλληλης παράδοσης στην ενάγουσα ελεύθερη την κατοχή της οικίας της. Ερχόμενη στις 2 πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, θεωρώ ενόψει των όσων με λεπτομέρεια έχω αναφέρει πιο πάνω, ότι ικανοποιούνται αυτές οι δύο προϋποθέσεις με βάση τη νομολογία και το επίπεδο απόδειξης στο στάδιο αυτό. Σε ότι αφορά τις δύο αυτές προϋποθέσεις αναφέρω ειδικότερα ότι το γεγονός ότι το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερ. 13.3.14 που είχε ημερομηνία ισχύος 15.3.14 έπαψε να υφίσταται ενόψει του ότι έχει εκδοθεί διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο με το οποίο έχει λυθεί ο γάμος των διαδίκων στις 15.9.15 και αυτό είναι παραδεκτό από τον εναγόμενο, σχετική είναι η παράγραφος 8(iv) της ένορκης δήλωσής του και αδιαμφισβήτητα συνεχίζει να διαμένει στην εν λόγω οικία της οποίας εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια είναι η αιτήτρια, καταδεικνύει ότι έχουν ικανοποιηθεί στο στάδιο αυτό οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Έρχομαι τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση. Ότι δηλαδή αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα στο παρόν στάδιο αυτό θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει νομολογηθεί και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω, η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60 κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και πετύχει τελικά η ενάγουσα στην αγωγή της πρέπει να αποδεχθεί για να τεθεί θέμα έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος. Σύμφωνα με την νομολογία η περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σε αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί έστω και με κάποια δυσκολία τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Παραθέτω πιο κάτω το πλαίσιο των ισχυρισμών και γεγονότων που έχουν σημασία. Έχω ήδη αναφέρει και πιο πάνω ότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του Κτηματολογίου το επίδικο ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της αιτήτριας το όλο μερίδιο, σχετικό είναι το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που έχει εκδοθεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Η λύση του γάμου των διαδίκων με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερ. 15.9.15 στην αίτηση 527/13 είναι επίσης δεδομένη και μάλιστα η λύση του γάμου των διαδίκων σύμφωνα με τους Δικαστές του Οικογενειακού Δικαστηρίου που εξέδωσαν την απόφαση μετά από ακρόαση ήταν για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τον καθ΄ου η αίτηση. Επίσης αδιαμφισβήτητο δεδομένο και ρητά παραδεκτό και από τον καθ΄ου η αίτηση είναι το γεγονός ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 13.3.14 το οποίο είχε ισχύ από τις 15.3.14 στα πλαίσια της αίτησης 99/13, Δικαιοδοσία Αποκλειστικής Χρήσης με το οποίο παραχωρήθηκε εκ συμφώνου η αποκλειστική χρήση του επίδικου ακινήτου στην αιτήτρια εκτός από το συγκεκριμένο δωμάτιο που περιγράφεται σε αυτό και το οποίο παραχωρήθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση δεν υφίσταται πλέον λόγω της λύσης του γάμου των διαδίκων. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο καθ΄ου η αίτηση εν πάση περιπτώσει δεν τηρούσε το διάταγμα, είχε όμως αποτύχει η ίδια να πετύχει την ακύρωση του στο Οικογενειακό Δικαστήριο ενόσω αυτό ίσχυε. Θέση της στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ότι με τη λήξη της ισχύος του διατάγματος δηλαδή 15.9.15 που εκδόθηκε το διαζύγιο ο καθ΄ου η αίτηση παράνομα επεμβαίνει και κατέχει το ακίνητο ή μέρος του λόγω πρώτα από όλα ότι δεν υπάρχει πλέον συμφωνία για την εκεί παραμονή του και επιπλέον λόγω της συμπεριφοράς του που περιγράφεται στις παραγράφους 7 μέχρι 10 της ένορκης δήλωσης της που αφορά επέμβαση στην αλληλογραφία της, αποκοπή της σύνδεση του διαδικτύου, φραστικών επεμβάσεων, δια της φυσικής του παρουσίας στην οικία αλλά και περιστατικών βίας που είχε γίνει μεταξύ τους για το οποίο έχει καταχωρηθεί ποινική υπόθεση στο Δικαστήριο εναντίον και των δύο. Αναφέρει επίσης ότι η επέμβαση του καθ΄ου η αίτηση θίγει τα Συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της και την ουσιαστικά υποχρεούται να ζει με τον πρώην σύζυγο της με τον οποίο έχει διαζευχθεί. Επικαλείται επίσης τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στην οικία της που είχαν ως αποτέλεσμα να μετακομίσει στην οικία της αδελφής της. Ο καθ΄ου η αίτηση δέχεται μεν ότι το διάταγμα με το οποίο του επιτρεπόταν να διαμένει σε μέρος της οικίας δεν υφίσταται πλέον αλλά θεωρεί ότι έχει κάθε δικαίωμα να διαμένει στο μέρος της οικίας καθότι υπάρχει οικονομική απαίτηση από τον ίδιο έναντι της αιτήτριας σε ότι αφορά την οικία αυτή και προς τούτο έχει καταχωρήσει αίτηση περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο η οποία εκκρεμεί στα πλαίσια της οποίας έχει πετύχει την έκδοση διατάγματος με το οποίο η αιτήτρια εμποδίζεται από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, μεταβιβάσει και αποξενώσει το ½ μερίδιο του ακινήτου στο οποίο είναι κτισμένη η οικία μέχρις της επίλυσης της αίτησης. Αναφέρει επίσης ότι ουδέποτε παραβίασε το διάταγμα που ίσχυε μέχρι τη λύση του γάμου τους με το οποίο του παραχωρείτο για τη διαμονή του μέρος της συζυγικής οικίας και αναφέρει ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να βλέπει την μικρή τους κόρη Μικαέλλα που είναι 4 μόλις ετών και τυχόν απομάκρυνση του σημαίνει να μην μπορεί να βλέπει την κόρη του, αλλά και οικονομική επιβάρυνση του που θα έχει ως αποτέλεσμα να αλλάξει ο τρόπος συνεισφοράς του προς τα παιδιά του, είτε αυτή η συνεισφορά αφορά τις σπουδές τους ή την διατροφή της ανήλικης Μικαέλλας. Αναφέρει επίσης ότι η ενάγουσα - αιτήτρια προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον εκδιώξει από την οικία και προσπάθησε μάλιστα μέσω της μεγάλης κόρης τους Κατερίνας να εκδώσει διάταγμα για ψυχιατρική εξέταση του το οποίο ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ισχυρίζεται επίσης ότι θα πρέπει να διατηρηθεί το status quo που ίσχυε με την έκδοση του διατάγματος αποκλειστικής χρήσης. Αρχίζοντας από το τελευταία, αναφέρω ότι διαφωνώ πλήρως με αυτή την εισήγηση. Το όποιο «status quo» ίσχυε μεταξύ των διαδίκων με την έκδοση του διατάγματος ημερ. 13.3.14 με ημερομηνία ισχύος την 15.3.14 έχει εκ των πραγμάτων παύσει να υφίσταται και/ή εκλείψει από την έκδοση απόφασης ημερ. 15.9.15 για λύση του γάμου των διαδίκων. Επομένως δεν τίθεται θέμα «status quo». Το «status quo» επίσης που επικαλείται ο καθ΄ου η αίτηση ήταν αποτέλεσμα συναινετικής απόφασης των δύο, κάτι που επίσης δεν ισχύει πια. Ο ισχυρισμός του καθ΄ ου η αίτηση ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει κατά το ½ επειδή έχει συμβάλει ουσιαστικά και/ή αποκλειστικά στο κτίσιμο της συζυγικής στέγης, δεν τεκμηριώνεται όπως ο ίδιος επιχειρεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου από την έκδοση του διατάγματος μη αποξένωσης του επίδικου ακινήτου που έχει εκδοθεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο στις 22.5.14 στα πλαίσια της αίτησης Περιουσιακών Διαφορών. Το τι το εν λόγω διάταγμα αναφέρει και ρυθμίζει είναι ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται να επιβαρύνει ή να αποξενώσει το ½ της επίδικης περιουσίας μέχρι την λύση της αίτησης περιουσιακών διαφορών, άρα το μερίδιο του καθ΄ ου η αίτηση στο εν λόγω ακίνητο υπάρχει, διαφυλάττεται ότι δεν θα χαθεί με πράξεις της αιτήτριας μέχρι την οριστική λύση της αίτησης για περιουσιακές διαφορές. Τονίζω ότι το παρών Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδικάσει εκ νέου την αίτηση για περιουσιακές διαφορές για την οποία αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ήδη βρίσκεται σε εκκρεμότητα σχετική διαδικασία. Η οποιαδήποτε οικονομική απαίτηση του καθ΄ο υ η αίτηση στην επίδικη περιουσία και η ύπαρξη του διατάγματος μη αποξένωσης της περιουσίας δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν λόγοι για την έκδοση του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του καθ΄ου η αίτηση ότι η αιτήτρια ψάχνει αφορμή να τον απομακρύνει από την επίδικη κατοικία με οποιοδήποτε τρόπο και χαρακτηριστικά αναφέρει ότι προσπάθησε μέσω της κόρης τους να εκδώσει διάταγμα ψυχιατρικής εξέτασης του το οποίο ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρω τα εξής. Όντως η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει το γεγονός αυτό, κάτι το οποίο είναι λάθος της, όπως και λανθασμένα η αιτήτρια δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι το διάταγμα αποκλειστικής χρήσης που είχε εκδοθεί και ίσχυε μέχρι την λύση του γάμου των μερών ήταν εκ συμφώνου. Επειδή είχε επισυνάψει όμως ως τεκμήριο στην αίτηση της το εν λόγω διάταγμα, και μπορούσε το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι είχε εκδοθεί εκ συμφώνου, δεν θεωρώ ότι ήταν σκόπιμη η ενέργεια της να μην το αναφέρει ρητά. Σε ότι αφορά το διάταγμα για υποχρεωτική εξέταση του καθ΄ ου η αίτηση για σκοπούς του Νόμου για ψυχιατρική νοσηλεία αναφέρω ότι δεν έχουν εκδοθεί μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα και επομένως η μη αποκάλυψη του γεγονότος αυτού δεν έχει εκείνη την βαρύτητα που θα είχε εάν το διάταγμα είχε εκδοθεί μονομερώς. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λ. Παρπαρίνου στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 117/15 ημερομηνίας 17.9.15 και η αιτήτρια - καθ΄ης η αίτηση στην αίτηση για έκδοση Certiorari δεν είχε καταχωρήσει ένσταση και μάλιστα ο συνήγορος της με δήλωση του συγκατατέθηκε στην ακύρωση του διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 20.8.
- Οι λόγοι για τους οποίους ακυρώθηκε το διάταγμα για ψυχιατρική εξέταση του καθ΄ ου η αίτηση, πέραν του ότι όπως έχω ήδη αναφέρει υπήρξε συγκατάθεση στην ακύρωση του από πλευράς της ενάγουσας, αφορούσαν καθαρά λόγους διαδικασίας που δεν είχε τηρηθεί και σε καμία περίπτωση δεν εξετάστηκαν οι ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση ότι η αιτήτρια παρότρυνε την μεγάλη τους κόρη Κατερίνα να προχωρήσει στην έκδοση του διατάγματος για αναγκαστική ψυχιατρική εξέταση του για να τον εξαναγκάσει να φύγει από το σπίτι. Θεωρώ επομένως ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να θεωρήσει το γεγονός αυτό ότι μπορεί να επηρεάσει την κρίση του στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν θεωρώ δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο τα ευρήματα στην απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερ. 12.12.14 στα πλαίσια της αίτησης 90/14 με την οποία απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για ακύρωση του διατάγματος που ίσχυε τότε σε ότι αφορά την αποκλειστική χρήση της επίδικης κατοικίας. Σημειώνω ότι η απόφαση εκείνη του Δικαστηρίου ήταν πριν την έκδοση της απόφασης για λύση του γάμου των διαδίκων ημερ. 15.9.15 στην οποία αναφέρονται ευρήματα δεσμευτικά σε ότι αφορά το πρόσωπο του καθ΄ ου η αίτηση. Η απόφαση ημερ. 12.12.14 έχει εφεσιβληθεί από την αιτήτρια και η ευπαίδευτη δικαστής του Οικογενειακού Δικαστηρίου που την εξέδωσε κατέληξε ότι εκείνο που καλείτο να εξετάσει ήταν εάν οι περιστάσεις επέβαλλαν την αναθεώρηση του επίδικου διατάγματος με αρνητική κατάληξη αλλά και ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε να εξετάσει θέματα παρακοής του εν λόγω διατάγματος ως ισχυριζόταν η αιτήτρια στα πλαίσια της αίτησης εκείνης, αναφέροντας ότι υπάρχει ξεχωριστή διαδικασία για θέματα παρακοής. Έκρινε, ότι δεν υπήρχε αλλαγή περιστάσεων από αυτές που οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος μέχρι την ημερομηνία που η ίδια αποφάσισε. Με αυτές τις διευκρινήσεις, δίδω ιδιαίτερη έμφαση στην θέση της αιτήτριας ότι είναι σαν να αναγκάζεται να διαμένει με τον πρώην σύζυγο της με τον οποίο έχει χωρίσει με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου και μάλιστα για λόγους που αφορούν το δικό του πρόσωπο μετά από διαδικασία ακρόασης. Εάν η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει την οικονομική κατάσταση του καθ΄ου η αίτηση που θα έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της συνεισφοράς του προς την οικογένεια του, δεν είναι κάτι που μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση της παρούσας απόφασης, αφού εναπόκειται στον καθ΄ου η αίτηση, εάν όντως υπάρξει αυτός ο δυσμενής επηρεασμός της οικονομικής του κατάστασης, να επιδιώξει ανάλογες τροποποιήσεις στο διάταγμα διατροφής. Η αιτήτρια είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου το όλο μερίδιο. Ο καθ΄ου η αίτηση διαμένει σε αυτό μετά τη λήξη του διατάγματος που εκ συμφώνου του παραχωρούσε τέτοιο δικαίωμα χωρίς την σύμφωνη γνώμη της αιτήτριας, αντίθετα υπό συνθήκες που της προκαλούν δυσφορία, ταλαιπωρία και συναισθηματική φόρτιση. Το όποιο δικαίωμα του καθ΄ ου η αίτηση στην οικογενειακή περιουσία θα λυθεί στα πλαίσια άλλης διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία και μάλιστα ο καθ΄ου η αίτηση έχει ήδη εξασφαλίσει ότι δεν θα χάσει το όποιο δικαίωμα του με σχετικό διάταγμα μη αποξένωσης. Θεωρώ ότι όντως οι συνθήκες διαβίωσης της ενάγουσας δεν είναι καθόλου καλές και η ζημιά που τυχόν θα υποστεί η ίδια από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, όχι μόνο δεν αποτιμάται εις χρήμα, αλλά είναι και δυσανάλογη σε σχέση με τη ζημιά που θα υποστεί ο καθ΄ου η αίτηση από την έκδοση του διατάγματος, που είναι μόνο χρηματική όπως ο ίδιος την καθορίζει. Δικαιούται επίσης ο καθ΄ου η αίτηση με την κατάλληλη διαδικασία να ρυθμίσει και την επικοινωνία του με το μοναδικό ανήλικο τέκνο τους μέσω των κατάλληλων διαδικασιών στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αντίθετα η ζημιά της αιτήτριας είναι τέτοια αν αναγκαστεί να συνεχίσει να «συμβιώνει» με τον καθ΄ ου η αίτηση που κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και έτσι θεωρώ ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σημειώνω επίσης ότι ακόμα και εκεί που έχει τεκμηριωθεί η συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, το διάταγμα δεν εκδίδεται αυτόματα αφού το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο το ισοζύγιο της ευχέρειας "balance of convenience" το οποίο έχει πιο ορθά χαρακτηριστεί ως "balance of justice" κλείνει υπέρ της χορήγησης των διαταγμάτων. Το ισοζύγιο λοιπόν δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστήριο να ισοζυγήσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφαση του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Συνεπώς αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη. Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης εκτενής αναφορά στα οποία έχει γίνει πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων όσο και τα όσα η αιτήτρια αναφέρει σε σχέση με την προσωπική της ζωή, τις επεμβάσεις από πλευράς καθ΄ου η αίτηση και ουσιαστικά την αδυναμία της λόγω των ενεργειών του καθ΄ου η αίτηση να απολαμβάνει την περιουσία της, θεωρώ ότι και το ισοζύγιο της δικαιοσύνης δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ενόψει των πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι η αιτήτρια έχει πετύχει να αποδείξει ότι δικαιούται στην έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ενώ αντίθετα ο καθ΄ου η αίτηση έχει αποτύχει να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εκδίδονται λοιπόν διατάγματα δια των οποίων: Α. Απαγορεύεται στον εναγόμενο Αχιλλέα Μιχαήλ και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του να επεμβαίνει και/ή να κατέχει και/ή να εισέρχεται και/ή να διαμένει και/ή να χρησιμοποιεί με οιονδήποτε τρόπο την οικία ή μέρος αυτής της ιδιοκτησίας της ενάγουσας - αιτήτριας επί του ακινήτου Αριθμού εγγραφής 2/54, Φύλλο 29, Σχέδιο 51W2, επί της οδού 25ης Μαρτίου, Αγία Μαρίνα, Ξυλιάτου, Λευκωσία, και Β. Διατάσσεται ο εναγόμενος Αχιλλέας Μιχαήλ και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του όπως παύσει να επεμβαίνει με οιονδήποτε τρόπο εντός της οικίας επί του ακινήτου Αριθμού εγγραφής 2/54, Φύλλο 29, Σχέδιο 51W2, επί της οδού 25ης Μαρτίου, Αγία Μαρίνα, Ξυλιάτου, Λευκωσία. Σε ότι αφορά τα έξοδα, θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από το συνήθη κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον του εναγομένου - καθ΄ου η αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο