ΥΔΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, Αρ. Αγωγής: 8927/12, 28/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8927/12 Μεταξύ: ΥΔΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Εναγόμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Απριλίου, 2016. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Μάγος, για Ανδρέας Χρ. Μάγος & Συνεργάτες (Δ.Θ.67). Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Ι. Τυπογράφος, για Ίκαρος Κ. Τυπογράφος και Σία (Δ.Θ.69). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου ποσό €444,929.36, δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ημερομηνίας 2.3.11 (Τεκμήριο 3
(2)), πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 2.3.11 («το «γραμμάτιο συνήθους τύπου»). Στο γραμμάτιο αυτό, ο εναγόμενος υπέγραψε ως εγγυητής των πρωτοφειλετών (μαζί με κάποια Κατερίνα Χριστοδούλου), αναλαμβάνοντας: «.αλληλεγγύως και κεχωρισμένα μετά των χρεωστών την πληρωμή του άνω γραμματίου πλέον τόκων και δικηγορικών εξόδων μέχρι τελείας εξοφλήσεως και συγκατατιθέμεθα από τώρα προς οποιαδήποτε συμφωνία που θα ήθελε γίνει μεταξύ των Πιστωτών και των Χρεωστών δια της οποίας δίδεται εις τους Χρεώστες οιαδήποτε παράτασης της πληρωμής του γραμματίου ή μέρους τούτου λη συμφωνείται να μην κινηθεί αγωγή ή να αναβληθεί η κίνηση της αγωγής κατά των Χρεωστών, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε εμένα/ εμάς και χωρίς να επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου/μας βάσει του παρόντος μέχρι τελικής εξοφλήσεως». Αξιώνεται επίσης εναντίον του εναγόμενου, ποσό €137,047.90, πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως από 1.1.11, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ασφαλιστικής πρακτόρευσης ημερομηνίας 1.1.11 [Τεκμήριο 7] («η σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης»), στην οποία ο εναγόμενος υπέγραψε (και πάλι με την Κατερίνα Χριστοδούλου), ως εγγυητής των πρωτοφειλετών εγγυώμενος: «.την εκπλήρωση από την Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης [δηλαδή την ACI Insurance Agency Limited] όλων των υποχρεώσεων της, οι οποίες απορρέουν από την παρούσα συμφωνία και η εγγύηση αυτή θα συνεχίσει να υφίσταται για όσο χρόνο ισχύει η παρούσα συμφωνία αλλά και μετά από τον τερματισμό ή την ακύρωση της για οποιοδήποτε λόγο, ιδιαίτερα αναφορικά με όσες και οποιεσδήποτε οφειλές της Εταιρείας Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης προς την ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Είναι παραδεκτό πως οι ACI Insurance Agency Limited και Αλέξης Χριστοδούλου (ΜΥ2), ήσαν εναγόμενοι στην αγωγή 1539/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που είχε καταχωριστεί από τους ενάγοντες (Ύδρα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ), στις 2.3.12 εναντίον των ACI Insurance Agency Limited και Αλέξη Χριστοδούλου (ΜΥ2), αλλά και της Κατερίνας Χριστοδούλου), ως το Τεκμήριο 4 («η αγωγή 1539/12»). Περαιτέρω, αποτελεί εκδοχή των εναγόντων ότι ο εναγόμενος (μαζί με την Κατερίνα Χριστοδούλου), συγκατατέθηκαν πως από την 2.3.11, οποιαδήποτε συμφωνία συνομολογείτο μεταξύ των πιστωτών και των χρεωστών (διά της οποίας θα παρεχόταν προς τους τελευταίους παράταση πληρωμής του γραμματίου συνήθους τύπου ή μέρος αυτού), δεν θα αποτελούσε το αντικείμενο αγωγής κατά των χρεωστών χωρίς οποιαδήποτε προς τούτο προγενέστερη ειδοποίηση. Στις 15.5.12, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση εναντίον των ACI Insurance Agency Limited, Αλέξη Χριστοδούλου (ΜΥ2) και Κατερίνας Χριστοδούλου για ποσό €444,929.36, πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως από 2.3.11, μέχρι εξόφλησης και κατά των ACI Insurance Agency Limited και Κατερίνας Χριστοδούλου για ποσό €137.047,90, πλέον νόμιμο τόκο προς 5,5% το χρόνο από 1.1.11, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος (ή μέρος αυτού), με τους ενάγοντες (στην αγωγή 1539/12), να επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους εναντίον του εναγομένου στην παρούσα αγωγή (ως εγγυητή). Ο εναγόμενος αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών και αξιώσεων των εναγόντων (εκτός από το ότι υπέγραψε το γραμμάτιο συνήθους τύπου ως εγγυητής), λέγοντας πως η υπογραφή τού υπό αναφορά γραμματίου εγένετο υπό τη ρητή υπόσχεση των εναγόντων (στην αγωγή 1539/12), ότι δεν θα εγειρόταν εναντίον του οιαδήποτε αξίωση καθότι το γραμμάτιο συνήθους τύπου υπογράφθηκε για τυπικούς και μόνο λόγους έχοντας κατ' ουσίαν καταρτιστεί για σκοπούς τακτοποίησης των λογαριασμών των εναγόντων και των πρωτοφειλετών. Η επίδικη εγγύηση στο γραμμάτιο συνήθους τύπου, καταλήγει η Υπεράσπιση, τερματίστηκε (ή έληξε) λόγω μεταβολής των όρων μεταξύ πρωτοφειλετών και εναγόντων διά της συμφωνίας μεταβίβασης χαρτοφυλακίου ημερομηνίας 1.8.12-Τεκμήριο 6 («η συμφωνία μεταβίβασης χαρτοφυλακίου»), με την οποία μεταβιβάστηκε το χαρτοφυλάκιο των πρωτοφειλετών ACI Insurance Agency Limited και Αλέξη Χριστοδούλου (ΜΥ2) στους ενάγοντες δίχως ποτέ να ζητηθεί η συγκατάθεση του εναγόμενου ως εγγυητή. Για να στοιχειοθετήσουν την αξίωση, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία της Γιόλης Μακρίδου (ΜΕ1) και του Γεώργιου Αθανασίου (ΜΕ2), ενώ ο εναγόμενος, για να επιρρώσει την υπεράσπιση του, προσέφερε, εκτός από τη δική του μαρτυρία (ως ΜΥ1) και τη μαρτυρία του Αλέξη Χριστοδούλου (ΜΥ2). Η Γιόλη Μακρίδου (ΜΕ1), Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατέθεσε σειρά τεκμηρίων από τον δικαστικό φάκελο της αγωγής 1539/12 (βλ. Τεκμήρια 1-4), παρέχοντας διευκρινίσεις σε σχέση με κάποια από αυτά. Ο Γεώργιος Αθανασίου (ΜΕ2), είπε για τα γεγονότα που περιστοίχισαν την υπογραφή του γραμματίου συνήθους τύπου και των επίδικων εγγυήσεων του εναγόμενου. Ο εναγόμενος Μιχάλης Πογιατζής (ΜΥ1), προέβη σε επεξήγηση των όσων κατά την άποψη του οδήγησαν και περιέβαλαν την υπογραφή τού γραμματίου συνήθους τύπου και των από μέρους του επίδικων εγγυήσεων. Ο Αλέξης Χριστοδούλου (ΜΥ2), κατέθεσε ως ο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διευθυντής τής ACI Insurance Agency Limited, διασαφηνίζοντας τα όσα συνέτειναν στην υπογραφή του γραμματίου συνήθους τύπου και των επίδικων εγγυήσεων ένεκα εμπλοκής του εναγόμενου. Στις αγορεύσεις (γραπτές και προφορικές), οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποστήριξαν ότι η μαρτυρία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων που προώθησαν στη βάση των προειρημένων εκδοχών. Διεξήλθα και αποτίμησα την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και όλη την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία, έχοντας πάντοτε υπόψη τη σχετική δικογραφία στην πλήρη έκταση της. Όλες οι περικοπές από τα πρακτικά αποτυπώνονται στην παρούσα αυτούσιες, χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή αμφότερους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων (στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης τους στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να αντανακλούν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Οι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν σταθεροί και συγκεκριμένοι στις απαντήσεις τους, πέραν του ότι το σύνολο της συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν και αυτή θετική. Η μαρτυρία τους ποσώς κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Μάλιστα δε - και το παραθέτω ως ενδεικτικό του ανεπιτήδευτου τής μαρτυρίας του Γεώργιου Αθανασίου (ΜΕ2) - όταν ο τελευταίος ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση εάν είχε ενημερώσει τον εναγόμενο για τη συμφωνία μεταβίβασης χαρτοφυλακίου της ACI Insurance Agency Limited προς τους ενάγοντες (Τεκμήριο 6), απάντησε, χωρίς περιστροφές, πως δεν τον είχε ενημερώσει διότι το ζήτημα δεν τον αφορούσε, μολονότι πολύ εύκολα θα μπορούσε να έδινε αντίθετη περί τούτου απάντηση ώστε να επιχειρήσει κατάρριψη (φραστικώς έστω), μίας εκ των ουσιωδέστερων υπερασπίσεων του εναγόμενου σε σχέση με την έκφανση αυτή. Δεν το έπραξε. Δεν διαφεύγει την προσοχή ότι στην εξέλιξη της αντεξέτασης, υπεβλήθη στον μάρτυρα πως «.ουδόλως ενημερώθηκε ο εγγυητής Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή, ο Μιχάλης Πογιατζής και ουσιαστικά ο εγγυητής απαλλάσσεται και με βάση την προγενέστερη συμφωνία ημερομηνίας 1/1/11 που είναι και σε αυτήν εγγυητής», με αυτόν να διαφωνεί. Η απάντηση δεν αντιμάχεται την προηγούμενη τοποθέτηση του Γεώργιου Αθανασίου (ΜΕ2) περί μη ενημέρωσης του εναγόμενου για τη συμφωνία μεταβίβασης χαρτοφυλακίου. Πέραν του ότι το ερώτημα δεν αφορούσε ευθέως στο κατά πόσο ο ίδιος είχε ειδοποιήσει (ή όχι) τον εναγόμενο περί των πραγμάτων, αλλά το αν ο τελευταίος είχε ενημερωθεί (γενικώς) περί τούτων - με επακόλουθο να μην μπορεί να υπάρξει εύλογη (a contrario) αντιπαραβολή μεταξύ των δύο τοποθετήσεων και απόληξη για το όποιο ασυνταύτιστο - η αντεξεταστική υποβολή ήταν πολυσύνθετη, με παρεπόμενο η διαφωνία του μάρτυρα («Α. Διαφωνώ»), να μην μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε πτυχή της υποβολής, μιας που η δεύτερη υποβολή-εντός υποβολής, αφορούσε στο ότι «. ουσιαστικά ο εγγυητής απαλλάσσεται και με βάση την προγενέστερη συμφωνία ημερομηνίας 1/1/11 που είναι και σε αυτήν εγγυητής». Τίποτε το επιλήψιμο προκύπτει από όλα αυτά (ή οτιδήποτε άλλο), για ό,τι αφορά στην αξιοπιστία του Γεώργιου Αθανασίου (ΜΕ2), ούτε βεβαίως για εκείνη της Γιόλης Μακρίδου (ΜΕ1), η μαρτυρία της οποίας παρέμεινε βασικώς αναντίλεκτη. Ο Μιχάλης Πογιατζής (ΜΥ1), μου προξένησε αρνητική εντύπωση. Προσπάθησε να δείξει - με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο να είναι πολύ χαρακτηριστική τού ότι στοχευμένως επέλεξε να αποκρύψει την αλήθεια - πως όταν υπέγραφε την εγγύηση επί του γραμματίου συνήθους τύπου, δεν είχε γνώση του περιεχομένου τού εγγράφου αφού δεν το είχε διαβάσει και τούτο διότι ο Αλέξης Χριστοδούλου (ΜΥ2), τον είχε διαβεβαιώσει πως η υπογραφή (του Μιχάλη Πογιατζή (ΜΥ1)) θα ήταν καθαρώς τυπική. Η θέση τούτη του μάρτυρα δεν βρίσκεται σε αρμονία με τη δικογραφία (και δη με τις παραγράφους 3 και 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης) και τις επίδικες αναφορές περί τυπικής υπογραφής του γραμματίου συνήθους τύπου και άλλων τινών, ως προελθόντων από παραστάσεις ή δηλώσεις των εναγόντων και (ουχί) από τον Αλέξη Χριστοδούλου (ΜΥ2). Περιπλέον, ο Μιχάλης Πογιατζής (ΜΥ1), όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση για ποιο λόγο δεν διάβασε το γραμμάτιο συνήθους τύπου, τούτος προέταξε τις διαβεβαιώσεις που του είχαν δώσει «οι άνθρωποι εκεί», χωρίς να φέρνει στο προσκήνιο (από αυτής της απόψεως), οποιεσδήποτε από τις ούτω καλούμενες διαβεβαιώσεις ή παροτρύνσεις του Αλέξη Χριστοδούλου (ΜΥ2), για τον οποίον ανέφερε απλώς (στο πλαίσιο της υπό ανάλυση απάντησης), πως τον εμπιστευόταν. Έχει τη σημασία της η επισήμανση, με τη φύση των επίδικων θεμάτων στο μυαλό και τη γενικότερη υπερασπιστική εκδοχή του εναγόμενου και είδαμε γιατί. Επιπροσθέτως, αντεξετάστηκε ο μάρτυς για το αν γνώριζε σε ποιο χρηματικό ποσό αφορούσε το γραμμάτιο συνήθους τύπου που είχε υπογράψει. Απάντησε ότι το έμαθε «. όταν το είδα αργότερα με την αγωγή». Ο τρόπος με τον οποίο απάντησε, εκδήλως παρέπεμπε σε άτομο αποτμημένο από την αλήθεια. Εκτός τούτου, λίγο αργότερα (ο μάρτυς) απαντώντας για το κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν αποστείλει οποιαδήποτε ειδοποίηση (σε σχέση με τα επίδικα θέματα), τούτος απάντησε ότι «. εκτός από την επιστολή που μου στείλατε εσείς, η εταιρεία όχι», λησμονώντας ότι η περί ης ο λόγος επιστολή ημερομηνίας 23.11.12 (Τεκμήριο 5), ανέγραφε το ποσό του γραμματίου όπως και άλλες συναφείς με αυτό λεπτομέρειες. Δεν ισχυρίστηκε ο μάρτυς ότι δεν είχε αναγνώσει την επιστολή (Τεκμήριο 5). Γνώριζε καλώς ο μάρτυς περί του ποσού που σχετιζόταν με το γραμμάτιο συνήθους τύπου. Μπορεί η αντίφαση (ή ανακολουθία) αυτή να φαντάζει εκ πρώτης όψεως περιθωριακή, ή έστω ως δευτερευούσης σημασίας. Δεν είναι όμως, στη βάση των επιδίκων και συνεξεταζόμενων εντός της θεματολογίας περί αξιοπιστίας και της προωθούμενης εκδοχής του μάρτυρα. Απεναντίας, καταδεικνύει, η απάντηση και στάση του μάρτυρα, με καθαρότητα, την προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί από οτιδήποτε θα μπορούσε (με βάση τη δική του νόηση), να τον καταστήσει υπόλογο για τα όσα τού αποδίδονται με την αγωγή. Κακή εντύπωση μού δημιούργησε και ο Αλέξης Χριστοδούλου (ΜΥ2), ο οποίος επιχείρησε - ανεπιτυχώς για να πω το λιγότερο - να πείσει ότι, όντως, εξωθήθηκε και παραπλανήθηκε στο να υπογράψει το γραμμάτιο συνήθους τύπου ως διευθυντής της ACI Insurance Agency Limited (αλλά και προσωπικώς), καλώντας ακολούθως την σύζυγο του Κατερίνα Χριστοδούλου και τον Μιχάλη Πογιατζή (ΜΥ1), να υπογράψουν ως μάρτυρες και εγγυητές στο γραμμάτιο. Η θέση του μάρτυρα - πέραν του ότι αφορά στη νομιμότητα του γραμματίου συνήθους τύπου, υπό την έννοια ότι προτάσσει υπερασπιστικώς την ύπαρξη εξαναγκασμού και απάτης ή έστω, περιστάσεων που ανάγονται σε εξαναγκασμό και απάτη, βάσει των άρθρων 15 και 17 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, αντιστοίχως - δεν είναι καν δικογραφημένη, με συνέπεια να αποδυναμώνεται (ή εξαλείφεται) η βαρύτητα των αναφορών ως ενισχυτικών της προωθούμενης εκδοχής από πλευράς του. Εν πάση περιπτώσει, διερωτάται κανείς εάν τέτοιες είναι οι απόψεις και θέσεις του μάρτυρα για τις συνθήκες υπογραφής του γραμματίου συνήθους τύπου, για ποιο λόγο είναι που δεν επέλεξε (παρά τις δήθεν και αποδεδειγμένα φρούδες διαβεβαιώσεις πως δεν θα εμπλεκόταν σε δικαστικούς αγώνες ως εκ της υπογραφής του επίδικου γραμματίου), να αιτηθεί με την πρώτη ευκαιρία τον παραμερισμό τής εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή 1539/12. Οι εξηγήσεις του στόχο είχαν, ως ήμουν σε θέση να διαγνώσω κατά τη διά ζώσης μαρτυρία, την απομάκρυνση από τις όποιες προκύπτουσες συμβατικές του ευθύνες και ένταξη των λεχθέντων του εντός παραμέτρων που ίσως να του επέτρεπαν (αν κρίνονταν ως γνήσια αυτά που είπε), να κατευθύνει τα πράγματα αλλού (όπως τα αντιλαμβανόταν). Δεν ήσαν όμως γνήσια αυτά που ανέφερε μήτε και αληθή, τους λόγους τους εξήγησα ήδη με κάθε σεβασμό. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση πως, απ' ό,τι νόμιζε, δεν είχε διαβάσει τη συμφωνία ασφαλιστικής πρακτόρευσης πριν προχωρήσει με την υπογραφή της, ενώ σε άλλο στάδιο, δήλωσε ότι την είχε διαβάσει, όχι όμως πολύ προσεκτικά. Η (σε πρώτη ανάγνωση) διάσταση τούτη, ή έστω η υποσημειωτέα ανακολουθία, αποκτά ξεχωριστή σημασία και εδραιώνει έτι περισσότερον την τάση του μάρτυρα να αποστασιοποιείται αυθωρεί από οτιδήποτε θα μπορούσε δυνητικώς να τον εμπλέξει σε αυτά που του αποδίδονται, ασχέτως και ανεξαρτήτως του γεγονότος πως ήδη έχει εκδοθεί εναντίον του ερήμην απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην αγωγή 1539/12, για αμφότερα τα ποσά που απαιτούν στην παρούσα αγωγή οι ενάγοντες εναντίον του. Κάτι τελευταίο για το ζήτημα της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Στην αντεξέταση, του υποβλήθηκαν θέσεις που παρέπεμπαν (απευθείας ή εμμέσως), σε συμπεριφορές από μέρους του που ίσως να θεωρούνταν και ως μολυντικές για το χαρακτήρα του. Τούτο έγινε, για παράδειγμα, επί θεμάτων που σχετίζονταν με την ύπαρξη ποινικών υποθέσεων εναντίον του, για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών, τη μη προσέλευση του στο Δικαστήριο σε κάποιες από αυτές (ή άλλες ποινικές υποθέσεις), την αποτυχία εκτέλεσης ενταλμάτων σύλληψης εναντίον του (Τεκμήριο 9), ή ακόμη και την κατάχρηση από μέρους του μεγάλων χρηματικών ποσών σε άλλες περιπτώσεις. Προσέγγισα το ζήτημα με την προσήκουσα προσοχή και επιφύλαξη, καταλήγοντας ότι τα όσα υποβλήθηκαν σχετικώς προς τον μάρτυρα (ή αφέθησαν να νοηθούν), ουδόλως επηρέασαν (ή θα μπορούσαν να επηρεάσουν) την κρίση μου περί της γενικότερης αξιοπιστίας του μάρτυρα, είτε διότι οι αναφορές παρέμειναν αναπόδεικτες είτε επειδή στερούνται επαρκούς θεμελίωσης και εμβέλειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν Κυριάκου
(1992)1(Α) ΑΑΔ 273). Δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή της Γιόλης Μακρίδου (ΜΕ1) και του Γεώργιου Αθανασίου (ΜΕ2) και απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των Μιχάλη Πογιατζή (ΜΥ1) και Αλέξη Χριστοδούλου (ΜΥ2). Διατυπώνω αμέσως τα (υπόλοιπα) ευρήματα μου, υπογραμμίζοντας πως εντάσσω σε τούτα και τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την παράθεση της μαρτυρίας και εκδοχής των εναγόντων. Βρίσκω λοιπόν ότι κατόπιν οδηγιών των εναγόντων, οι δικηγόροι τους καταχώρισαν στις 2.3.12, την αγωγή 1539/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον των:
(1)ACI Insurance Agency Limited,
(2)Αλέξη Χριστοδούλου και
(3)Κατερίνας Χριστοδούλου (βλ. Τεκμήριο 4). Επιλέχθηκε σε εκείνο το στάδιο να μην εγερθεί αγωγή εναντίον του νυν εναγομένου Μιχάλη Πογιατζή (ΜΥ1) ως εγγυητή, καθότι οι ενάγοντες θα στρέφονταν εναντίον της Κατερίνας Χριστοδούλου (ως της άλλης εγγυήτριας), η οποία ήταν ταυτοχρόνως και σύζυγος του εναγόμενου 2 Αλέξη Χριστοδούλου (ΜΥ2). Η βάση της αγωγής ήταν διττή. Η πρώτη βάση αγωγής, αφορούσε στο γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €444,929.36,36, που όφειλαν προς τους ενάγοντες οι πρωτοφειλέτες ACI Insurance Agency Limited και Αλέξης Χριστοδούλου. Εγγυητές του γραμματίου συνήθους τύπου ήσαν η Κατερίνα Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Πογιατζής (ΜΥ1), οι οποίοι υπέγραψαν ενώπιον του Γεώργιου Αθανασίου (ΜΕ2), στην ταυτόχρονη παρουσία των δύο μαρτύρων που αναγράφονται επί του εγγράφου. Το γραμμάτιο συνήθους τύπου υπεγράφη στην Λευκωσία. Προτού το υπογράψει, ο εναγόμενος το ανέγνωσε και αφού ανέφερε προς τον Γεώργιο Αθανασίου (ΜΕ2) και τους άλλους παρευρισκόμενους πως είχε κατανοήσει το περιεχόμενο του, προχώρησε στην υπογραφή του ως εγγυητής. Η δεύτερη βάση αγωγής, αφορούσε στη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης και την αξίωση που προέκυψε από αυτή εν σχέσει με ποσό €137.047,90, υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 3 (ACI Insurance Agency Limited και Κατερίνας Χριστοδούλου). Ως εγγυητής (μαζί με την Κατερίνα Χριστοδούλου), στη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης, υπέγραψε και ο Μιχάλης Πογιατζής (ΜΥ1), έχοντας πλήρη επίγνωση του τι έπραττε και των υποχρεώσεων που ανελάμβανε. Η εγγυοδοσία του Μιχάλη Πογιατζή (ΜΥ1), υπήρξε καθόλα νόμιμη. Δυνάμει της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, η ACI Insurance Agency Limited είχε τη δυνατότητα είσπραξης ασφαλίστρων και άλλων χρηματικών ποσών από τους ασφαλιζόμενους πελάτες και την υποχρέωση να αποδίδει προς τους ενάγοντες τα ποσά που εισέπραττε ως εντολέας. Η καταχώρηση της αγωγής 1539/12, συνέβη, ακριβώς, διότι οι εκεί εναγόμενοι δεν είχαν συμμορφωθεί με τα όσα είχαν συμβατικώς και εγγυοδοτικώς αναλάβει να πράξουν βάσει του γραμματίου συνήθους τύπου και της συμφωνίας ασφαλιστικής πρακτόρευσης. Στις 15.5.12 (στο πλαίσιο της αγωγής 1539/12), εκδόθηκε απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ACI Insurance Agency Limited, Αλέξη Χριστοδούλου και Κατερίνας Χριστοδούλου, για πόσο €444,929.36,36, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 2.3.11, μέχρι εξοφλήσεως και εναντίον των εναγομένων 1 και 3, για ποσό €137.047,90, πλέον νόμιμο τόκο προς 5,5% το χρόνο από 1.1.11, μέχρι εξοφλήσεως (βλ. Τεκμήριο 2). Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων ως το δικαστικό πρακτικό ημερομηνίας 15.5.12 (βλ. Τεκμήριο 1). Το μεν ποσό των €444,929.36,36, εκπορεύθηκε από το γραμμάτιο συνήθους τύπου (Τεκμήριο 3
(2)), εκείνο δε των €137.047,90, από τη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης. Η απόφαση στηρίχθηκε στη μαρτυρία και αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 15.5.12, ως η δέσμη Τεκμηρίων 3(1-3) (βλ. Τεκμήριο 1). Το περί ου ο λόγος γραμμάτιο συνήθους τύπου (και ανεξαρτήτως του ότι υπήρξε αμοιβαία σύγκλιση μεταξύ των διαδίκων ως προς τη φύση του), συνιστά, τωόντι (και κατά δικαστικό εύρημα πλέον), γραμμάτιο συνήθους τύπου, μια και συντρέχουν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Η δικαστική απόφαση στην αγωγή 1539/12, ουδέποτε παραμερίστηκε ή άλλως πως ανατράπηκε δικαστικώς. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου Μιχάλη Πογιατζή (ΜΥ1) - με σαφώς πλέον διαμορφωμένο το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του μια και τα επίδικα ποσά κατέστησαν πια οφειλόμενα και πληρωτέα από τους πρωτοφειλέτες (βλ. κατ' αναλογίαν, Lombard Natwest Ltd ν Λαζαρίδη
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1465) - καταχωρίστηκε στις 13.12.12, όταν οι ενάγοντες διαπίστωσαν τελικώς ότι η απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή 1539/12, δεν θα κατέληγε (από απόψεως εκτέλεσης), σε είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Την 1.8.12, υπεγράφη νομίμως και κανονικώς συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της ACI Insurance Agency Limited, με την οποία οι τελευταίοι μεταβίβασαν το χαρτοφυλάκιο τους στους ενάγοντες, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που αποτυπώνονται στο αντίστοιχο κείμενο (βλ. Τεκμήριο 6) και κατά τρόπο που ουδόλως επηρέασε (ή επηρεάζει) - λόγω τερματισμού, ακύρωσης ή ουσιώδους διαφοροποίησης (που δεν υπήρξαν) - τις απορρέουσες νομικές/εγγυοδοτικές υποχρεώσεις του εναγόμενου έναντι των εναγόντων, ως περιγράφονται στη συνοδευτική εγγύηση του εναγόμενου επί της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης. Το ποσό που απαιτείται εναντίον του εναγόμενου ως εγγυητή βάσει της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης - και αποκλίνω με κάθε σεβασμό από τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις του κ. Τυπογράφου - καλύπτει περίοδο προγενέστερη τής συνομολόγησης της συμφωνίας μεταβίβασης χαρτοφυλακίου, γεγονός που δεν απαλλάσσει τον εναγόμενο από τις ευθύνες και υποχρεώσεις που ανέλαβε με την εγγύηση, για συναλλαγές που, ακριβώς, προηγήθηκαν της μεταβολής, και τούτο κατά τα προνοούμενα στο άρθρο 91 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, ερμηνευμένων πάντοτε των πραγμάτων στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης και των όρων της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης/ εγγύησης, με την αυστηρότητα που επιβάλλει η νομολογία προς όφελος του εκάστοτε εγγυητή, και εδώ του εναγόμενου (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν Καπετάνιου, ΠΕ 200/09, ημ. 9.1.14, Pollock & Mulla, On Indian Contract and Specific Relief Acts, NM Tripathi Private Ltd, 10η εκδ, 1986, σελ. 736). Η εγγύηση του εναγόμενου στο πλαίσιο της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, ήταν, ως σαφώς εξάγεται από το περιεχόμενο της και από εκείνο της κυρίως σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, συνεχής (βάσει του άρθρου 87 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149), ιδιαίτερα εν σχέσει με τις οφειλές της ACI Insurance Agency Limited προς τους ενάγοντες. Τίποτε δεν καταδείχθηκε από τον εναγόμενο, ή αναδύεται από τις πρόνοιες τής υπό αναφορά συμφωνίας μεταβίβασης χαρτοφυλακίου, που να αλλοιώνει a priori (τοσούτο δε μάλλον ουσιωδώς), τις κείμενες εγγυοδοτικές υποχρεώσεις του έναντι των εναγόντων (βλ. κατ' αναλογίαν, Pollock & Mulla, On Indian Contract and Specific Relief Acts, NM Tripathi Private Ltd, 10η εκδ, 1986, σελ. 738, K McGuinness, The Law of Guarantee, Carswell, 1986, σελ. 149-150). Ούτε και έλαβε χώραν σύναψη σύμβασης μεταξύ πιστωτών και πρωτοφειλετών με τρόπο ώστε να απαλλάσσονται οι πρωτοφειλέτες και ακολούθως ο εναγόμενος/εγγυητής, με τη συμφωνία μεταβίβασης χαρτοφυλακίου, να μην κατατάσσεται (ένεκα των προνοιών της) σε μια τέτοια κατηγορία. Μήτε και αποδείχθηκε (σε οποιοδήποτε βαθμό), πως η υπογραφή της συμφωνίας μεταβίβασης χαρτοφυλακίου αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο συμβιβασμό των όποιων προκυπτουσών διαφορών μεταξύ πρωτοφειλετών και πιστωτών, και σίγουρα τα όσα αναφέρθηκαν από την Υπεράσπιση διά των μαρτύρων της με παραπομπή στις καταστάσεις λογαριασμού-Τεκμήρια 10 και 11, πολύ αφίστανται από του να δύνανται να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες των άρθρων 91 και 93 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Τούτο, διότι, οι υπό αναφορά καταστάσεις λογαριασμού όχι μόνο δεν ταυτίστηκαν και εντάχθηκαν ικανοποιητικώς εντός των παραμέτρων που ενδιαφέρουν εδώ, αλλά ούτε καν επεξηγήθηκαν κατά τη μαρτυρία σε ό,τι αφορά στην έννοια, περιεχόμενο και σημασία τής κάθε μιας καταχώρισης τους ξεχωριστά, ούτως ώστε να δημιουργηθεί το υπόβαθρο για την εξαγωγή οιουδήποτε σχετικού συμπεράσματος. Κατά τα προνοούμενα στον όρο 5 της συμφωνίας μεταβίβασης χαρτοφυλακίου (Τεκμήριο 6), η ACI Insurance Agency Limited ανέλαβε υποχρέωση άμεσης απόδοσης προς τους ενάγοντες όλων των οφειλόμενων ασφαλίστρων για ασφαλιστήρια που τιμολογήθηκαν μέχρι την 31.7.12. Επιπροσθέτως, βάσει του όρου 10 της ίδιας συμφωνίας, οι πρόνοιες της τελευταίας προβάλλουν ανεξάρτητες από οποιεσδήποτε άλλες διευθετήσεις ή και απαιτήσεις υφίστανται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (και επομένως του εγγυητή). Απολύτως νόμιμη και δεσμευτική για τον εναγόμενο - πέραν εκείνης στο γραμμάτιο συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του οποίου παρέμεινε αμάχητο, (βλ. κατ' αναλογίαν, Eurohouse Finance Ltd ν Μιχαηλίδη
(2002)1(Β) ΑΑΔ 721) - ήταν (και εξακολουθεί να είναι) και η εγγύηση του εναγόμενου στη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης, με τα ποσά που αξιώνονται βάσει αυτών, να αποδεικνύονται από τους ενάγοντες εναντίον του εναγόμενου στον απαιτούμενο βαθμό. Δεν υπήρξε αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση τού Γεώργιου Αθανασίου (ΜΕ2) - τέτοιας τουλάχιστον μορφής και έκτασης - ώστε να ενέτασσε, πιθανώς, την περίπτωση εντός διαφορετικού πλαισίου από το υφιστάμενο και τούτο ισχύει τόσο για την περίπτωση του γραμματίου συνήθους τύπου όσο και για εκείνη της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης. Η παράλειψη αντεξέτασης από την Υπεράσπιση επί των ζητημάτων αυτών (ελλείψει μάλιστα και οποιασδήποτε αιτιολόγησης ή εξήγησης από τον εναγόμενο), συνιστά στοιχείο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί ως υποστηρικτικό της εκδοχής των εναγόντων (βλ. κατ' αναλογίαν, Adidas Sportshuhfabriken Adi Dassler KG ν The Jonitexo Limited
(1987)1 CLR 383, Ευσταθίου ν Alpha Bank Limited
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1682, 1692). Η μαρτυρία του Γεώργιου Αθανασίου (ΜΕ2), ήταν επαρκής (και αξιόπιστη) για να στοιχειοθετήσει αμφότερες τις αξιώσεις εναντίον του εναγόμενου. Η δικαστική τούτη κρίση επί του ζητήματος δεν προκύπτει ως εκ της έκδοσης ερήμην απόφασης εναντίον των εναγομένων στην αγωγή 1539/12, δίχως αναφορά στην εδώ παρουσιασθείσα μαρτυρία. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό. Απολύτως σχετικά είναι επί τούτω και τα όσα αναπτύσσονται στο σύγγραμμα K McGuinness, The Law of Guarantee, Carswell, 1986, σελ. 149-150, όπου αναφέρονται τα εξής: «
(2)Evidentiary aspects 6.6 Although a surety's liability is contingent upon the principal being liable for the debt, default or miscarriage to which the guarantee relates, a judgment or arbitral award against the principal in favour of the creditor in respect of that debt, default or miscarriage is not evidence that may be used to establish the liability of the surety. Unless the surety was a party to the proceeding in which that judgment or award was given, it is merely res inter alios acta and, should any proceeding be brought against the surety for recovery, he is free (in the absence of an agreement to the contrary) to contest the liability of the principal debtor in that proceeding (Re Kitchin; Ex parte Young
(1881), 17 Ch. 668 (C A) (arbitral award); Mercantile Invt. & Gen. Trust Co ν River Plate Trust, Loan & Agency Co, [1894] 1 Ch. 578 at 595 per Romer J; King ν. Norman
(1847), 4 C.B. 884, 136 E.R. 757 (CP). The rationale for this rule was explained by James L.J., in Re Kitchin, Ex parte Young: The principal debtor might entirely neglect to defend the surety properly in the arbitration; he might make admissions of various things which would be binding as against him, but which would not, in the absence of agreement, be binding as against the surety. Similarly, it is a general principle of the law of evidence that admissions are binding only against him making them (Chote ν Rowan, [1943] O.W.N. 646 (CA). Consequently, in much the same way as a judgment or award against the principal may not be used as evidence against the surety, neither may admissions made by the principal be used as evidence (Evans ν Beattie
(1803), 5 Esp. 26. 170 E.R. 725 (N.P.); see also Re Kitchin; Ex parte Young' above, . , in which Lush L.J. stated at p. 673: "The creditors must have proved it over again against the surety, because he is not bound by any admissions or statements of the principal as to what amount is due. He is only bound to pay the amount which shall be proved against him. It would seem, however, that such admissions will be admissible where made by the principal acting in the capacity of the surety's agent: Bacon ν Chesney
(1816). 1 Stark. 192. 171 E.R. 443 (N.P.) against the surety in a subsequent proceeding (See, however, Re Birmingham Brewing, Malting & Distilling Co.
(1883)52 L.J. Ch. 358)». Η παρούσα εδράζεται σε συγκεκριμένη (μη αμφισβητηθείσα) μαρτυρία των εναγόντων - ως τούτη παρατέθηκε μέσω των μαρτύρων που παρουσίασαν χωρίς να συντρέχουν εδώ (όπως περί του αντιθέτου εισηγήθηκε ο κ. Μάγος), οι προϋποθέσεις εφαρμογής τής αρχής του δεδικασμένου - δεδομένου ότι στην αγωγή 1539/12, δεν ήταν διάδικος ο εναγόμενος Μιχάλης Πογιατζής (ΜΥ1), μηδέ και αποτέλεσε εκεί σημείο αναφοράς (σε αντίθεση με εδώ), η ύπαρξη (και επίδραση στα πράγματα), της συμφωνίας μεταβίβασης χαρτοφυλακίου (βλ. κατ' αναλογίαν, Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Apak Argo Industries Ltd και Άλλης ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ΠΕ 274/09, ημ. 27.4.16, Alikhani ν Προδρόμου και Άλλης
(2012)1(Α) ΑΑΔ 657, Thoday ν Thoday
(1964)1 All ER 341). Οι ενάγοντες απέδειξαν το σύνολο της αξίωσης τους εναντίον του εναγόμενου, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Καμιά από τις υπερασπίσεις ή επιχειρήματα που προέταξε ο εναγόμενος ευσταθούν, και σε τούτα περιλαμβάνεται η θέση (στη γραπτή αγόρευση του κ. Τυπογράφου), πως «. σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Νόμος 197(Ι)/2003, η Ενάγουσα είχε υποχρέωση αποκάλυψης στον Εναγόμενο πληροφοριών που γνώριζε για το Πρωτοφειλέτη». Ουδεμία σχετική μαρτυρία προσφέρθηκε περί αυτής της πτυχής. Τα ίδια αφορούν και στους ισχυρισμούς περί παραβίασης των προνοιών του άρθρου 101 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, σε σχέση με τη φερόμενη παράλειψη των εναγόντων να πληροφορήσουν τον εναγόμενο για την οικονομική κατάσταση και δυνατότητα αποπληρωμής τού γραμματίου συνήθους τύπου από τους πρωτοφειλέτες, με τη συζητούμενη παράλειψη να εκτείνεται και να επηρεάζει καταλυτικώς (κατά την εισήγηση) και την εγγύηση του εναγόμενου στη σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης (βλ. Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 13η εκδ., 1990, σελ. 1181). Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως οι παράγραφοι (Α), (Β) και (Γ) στην Έκθεση Απαίτησης, με κατά νουν πάντοτε και τις πρόνοιες του άρθρου 104 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 εν σχέσει με την ευθύνη του εναγόμενου με εκείνη της συνεγγυήτριας Κατερίνας Χριστοδούλου στην αγωγή 1539/12. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά 1/4, έτσι ώστε να εξισορροπηθούν κατά κάποιο τρόπο τα πράγματα σε ό,τι αφορά στη δυνατότητα που υπήρχε, να αποτελούσε ο υφιστάμενος εναγόμενος διάδικο μέρος στην αγωγή 1539/12. (Υπ.) ................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο