← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών Λτδ ν. Μαριάννα Σταυρινού και Ιωάννη Μαχαιριώτη ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτ

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών Λτδ ν. Μαριάννα Σταυρινού και Ιωάννη Μαχαιριώτη ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτη, Αρ. Αγωγής: 2220/2013, 15/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2220/2013 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών Λτδ Αιτήτριας και Μαριάννα Σταυρινού και Ιωάννη Μαχαιριώτη ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτη Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 15.4.2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση - Καθ' ης στην υπό κρίση αίτηση: κα Μ. Παπαθωμά, για Κάκκουρας, Παναγίδης & Χρυσάνθου Δ.Ε.Π.Ε.. Οι Καθ'ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση - Αιτητές στην υπό κρίση αίτηση εμφανίζονται αυτοπροσώπως. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κυρίως αίτηση, ημερ. 23.10.2013, επιδιώκει την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή διαιτητικής απόφασης ημερ. 25.9.2012, η οποία εκδόθηκε εναντίον των ως άνω αναφερόμενων Διαχειριστών - Καθ'ων η αίτηση, σε σχέση με ενυπόθηκο γραμμάτιο με αρ. λ/σμου 7212282 - 1 και με υποθήκη αρ. Υ3149/

  1. Η κυρίως αίτηση ανωτέρω έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.47, Δ.48 θ.1, τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52(2β και 4) και στο Κεφ. 4 άρθρο
  2. Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 27.10.2015, οι Διαχειριστές ζητούν απόφαση του Δικαστηρίου που να απορρίπτει την ως άνω κυρίως Αίτηση, με την αιτιολογία ότι «εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση και σε λανθασμένους κανονισμούς» και ειδικότερα για το λόγο ότι: «Η Αιτήτρια δηλώνει στην αίτηση της ότι αυτή βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4). Το αίτημα της Αιτήτριας όμως δεν βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4). Συνεπώς αιτούμεθα την άμεση απόρριψη της.». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται - «στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΣΥΝΤΑΓΜΑ) -άρθρα 28, 29, και 30, στους περί Δικαστηρίων Νόμους του 1960 έως (Αρ. 3) του 1998 (14/1960), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.23, Δ.25, Δ.48 01-Θ9, Δ.50, Δ.59, και Δ.64, και στην σύμφυτο και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.». Την υπό κρίση αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση μίας εκ των διαχειριστών, κας Μαριάννας Σταυρινού από την Λευκωσία, η οποία δεν λέγει οτιδήποτε πιο συγκεκριμένο απ' ό,τι αναφέρεται στο σώμα της αίτησης. Παραθέτω αυτούσια την αιτιολογία που δίδει η κα Σταυρινού: «1) Η Αίτηση, ημερομηνίας 23/10/2013, βασίζεται, σύμφωνα με τους δικηγόρους της Αιτούσας, επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.47 και Δ.48 Θ.1, και στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4) και στο Κεφ. 4 άρθρο
  3. 2) Το Αίτημα Α δεν αντλεί τη νομική του βάση από τους Θεσμούς και Νόμους που επικαλούνται οι δικηγόροι της Αιτούσας - συγκεκριμένα δεν αντλεί την νομική του βάση από τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4) - και δεν βασίζεται σε άρθρα του νόμου και/ή νομικές διατάξεις και/ή δικονομικούς κανόνες και/ή η διαταγές που προβλέπουν ή επιτρέπουν την έκδοση διαταγμάτων για την αιτούμενη θεραπεία. 3) Επίσης, η Αίτηση, ημερομηνίας 23/10/2013, βασίζεται, σύμφωνα με τους δικηγόρους της Αιτούσας, επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.47 και Δ.48 Θ.
  4. Συνεπώς, είναι εμφανές ότι η Αίτηση δεν βασίζεται στους δικονομικούς κανόνες που επιτρέπουν τροποποιήσεις. 4) Επιπρόσθετα, υπάρχουν πρόσφατες αποφάσεις Πρωτόδικων Δικαστηρίων που απέρριψαν Αιτήσεις για επακριβώς τους ίδιους λόγους.». Αξίζει να σημειωθεί ότι πανομοιότυπη αίτηση, όπως η υπό κρίση, είχε καταχωρηθεί από τους Διαχειριστές προηγουμένως, στις 28.4.2015 και απεσύρθη από αυτούς στις 27.10.2015, άνευ βλάβης του δικαιώματός τους για καταχώριση νέας αίτησης, με έξοδα υπέρ της ΣΠΕ Λατσιών, ήτοι των Αιτητών στην Κυρίως αίτηση. Ουσιαστικά η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ευθύς την ίδια μέρα που αποσύρθηκε η προηγούμενη πανομοιότυπη αίτηση. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 13.11.2015 που η υπό κρίση αίτηση ήταν πρώτη φορά ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, η πλευρά των Αιτητών στην κυρίως αίτηση έλαβε γνώση για την καταχωρηθείσα υπό κρίση αίτηση των Διαχειριστών - Καθ'ων και, βάσει οδηγιών του Δικαστηρίου, η αίτηση εκδικάστηκε στο πλαίσιο δια κλήσεως διαδικασίας, με την καταχώρηση ένστασης στην υπό κρίση αίτηση από μέρους των Αιτητών της κυρίως αίτησης. Δικογραφήθηκαν 8 συνολικά λόγοι ένστασης ως πιο κάτω παρατίθενται:
  5. «Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αιτούμενη θεραπεία και/ή η Αίτηση τους είναι αβάσιμη και/ή ανυπόστατη, χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα.
  6. Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλειπής και/ή λανθασμένη και /ή η αίτηση δεν στηρίζεται στις ορθές νομικές και δικονομικές διατάξεις και/ή η γενικότητα της διατύπωσης τους είναι νομικά ανεπαρκής και/ή λανθασμένη και/ή ελαττωματική.
  7. Τα θέματα που εγείρουν οι Αιτητές τέθηκαν γενικά, αόριστα και επιδερματικά χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Οι Αιτητές δεν εξειδικεύουν και ούτε αναφέρουν στην αίτηση τους, τους λόγους για τους οποίους ζητούν τις αιτούμενες θεραπείες ή την ορθή κατά την άποψη τους νομική βάση.
  8. Η αίτηση δεν στηρίζεται από την κατάλληλη μαρτυρία και/ή από επαρκή κατά νόμο μαρτυρία και/ή δεν συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση και/ή η Γραπτή Δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση είναι άκυρη και/ή λανθασμένη και θα πρέπει να αγνοηθεί και ή απορριφθεί και/ή δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα τα πραγματικά γεγονότα στο σώμα της Αίτησης.
  9. Η αίτηση υπό τις περιστάσεις είναι κακόπιστη, και/ή καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή υπάρχει κώλυμμα από τη γενικότερη συμπεριφορά των Αιτητών.
  10. Η θεραπεία την οποία ζητούν οι Αιτητές εγείρεται όψιμα, με μεγάλη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση και αποτελεί εκ των υστέρων κακόπιστες σκέψεις τους, με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της εγγραφής διαιτητικής απόφασης και κατ' επέκταση την αποφυγή και/ή καθυστέρηση ανάληψης υποχρεώσεων.
  11. Οι Αιτητές προσπαθούν να προσθέσουν ισχυρισμούς που δεν καταγράφηκαν και/ή δεν συμπεριλήφθηκαν στην ένσταση τους ημερομηνίας 23/01/
  12. Η Αίτηση Εγγραφής Διαιτητικής Απόφασης, ημερομηνίας 23/10/2013 είναι καθ' όλα νόμιμη, νομικά και ουσιαστικά βάσιμη.». Η ένσταση στηρίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, άρθρα 52, 49ΣΤ, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60όπως τροποποιήθηκε ως σήμερα, στον περί Διαιτησίας Νόμο (Κεφ. 4), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.21, Δ.23, Δ.27, Δ.37, Δ.48 θ.θ. 1 - 9, Δ.49, Δ.59, Δ.64, στη νομολογία, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύει η ένορκη δήλωση, ημερ. 15.1.2016, του κ. Χριστόφορου Γιαννή, ο οποίος υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης. Εξιστορεί τα διάφορα διαβήματα στα οποία προέβησαν κατά καιρούς οι Διαχειριστές από την ημερομηνία που τους επιδόθηκε η κυρίως αίτηση (ήτοι από 31.10.2013) μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης (27.10.2015) και καταλήγει ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων της ΣΠΕ (Αιτητών στην κυρίως αίτηση) με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης, χωρίς να υφίστανται επαρκείς και νόμιμοι λόγοι για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προς απόρριψη της κυρίως αίτησης. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. Ο λόγος για τον οποίον οι Διαχειριστές θεωρούν και εισηγούνται ότι η κυρίως αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης έχει ελλειπή νομική βάση ή/και ότι εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση, έγκειται στην ισχυριζόμενη παράλειψη επίκλησης του εδαφίου

(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85)και της Δ.64 (βλ. σελ. 1 της αγόρευσης των αιτητών στην υπό κρίση αίτηση). Ισχυρίζονται, συγχρόνως, ότι και αν ακόμη η κυρίως αίτηση περιλάμβανε στη νομική της βάση τη Δ.64, τούτη δεν θα τη διέσωζε, εφόσον η ίδια η ΣΠΕ ουδεμία αίτηση υπέβαλε μέχρι τώρα για να θεραπεύσει την παράλειψη στη νομική της βάση, ώστε να αποκτήσει η αίτησή της το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο (βλ. σελ. 2 της αγόρευσης των αιτητών στην υπό κρίση αίτηση). Προέχει να αναφέρω ότι η ίδια η υπό κρίση αίτηση έχει ως νομική βάση - τα άρθρα 28, 29 και 30 του Συντάγματος, χωρίς όμως να προωθείται από τους Διαχειριστές - Αιτητές, οποιοσδήποτε συσχετισμός των θέσεών τους με αυτά, τον περί Δικαστηρίων Νόμο (14/60), γενικά και αόριστα, χωρίς δηλαδή συγκεκριμένο προσδιορισμό των άρθρων του εν λόγω Νόμου επί των οποίων στηρίζεται, και σωρεία Διατάξεων των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (Δ.23, 25,48, θ.1-9, Δ.50, Δ.59 και Δ.64), εκ των οποίων η μόνη που έχει κάποια συνάφεια με αίτημα απόρριψης αίτησης είναι η Δ.
  1. Παραπέμπω λοιπόν, κατά πρώτον, στη Δ.64, θ.
  2. Προβλέπονται εκεί τα εξής꞉ «
  3. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Στην παρούσα υπόθεση, επιβάλλεται να επισημάνω ότι οι Διαχειριστές δεν προώθησαν την υπό κρίση αίτηση προτού λάβουν οποιοδήποτε άλλο βήμα στην κυρίως αίτηση. Απεναντίας, προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι στις 23.1.2014, δηλαδή ευθύς μετά που τους επιδόθηκε η κυρίως αίτηση και ενόσω οι Διαχειριστές εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, καταχώρησαν ένσταση στην κυρίως αίτηση, προσδιορίζοντας 18 λόγους ένστασης («Α» έως «Ρ»), χωρίς να ισχυριστούν ακυρότητα της κυρίως αίτησης λόγω ακατάλληλης ή ελλειπούς νομικής βάσης. Συνέχισαν να εκπροσωπούνται οι Διαχειριστές από δικηγόρο μέχρι τις 17.2.2015 και κατέβαλλαν προσπάθειες για εξώδικη ρύθμιση. Από 23.10.2013 μέχρι 27.10.2015 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση παρήλθαν δύο χρόνια και δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που παρήλθε ήταν εύλογος. Τούτο, σε συσχετισμό με το γεγονός ότι η υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν ήταν το πρώτο βήμα στη διαδικασία, κρίνω ότι καθιστά έκπτωτη σε απόρριψη την υπό κρίση αίτηση των Διαχειριστών δυνάμει της Δ.64, θ.
  4. Άνευ βλάβης της πιο πάνω εκτίμησής μου, επισημαίνω ότι η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει (βλ. τη Δ.64, θ.1
(1),
(2),
(3)).[1] Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Όπως διευκρινίστηκε στην απόφαση Bank for Foreign Trade of Russian Federation "VNESHTORGBANK" ν. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1728, η Διαταγή 64 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Επομένως, σε τέτοια περίπτωση, είναι άτοπη η επίκληση της Δ.64 είτε για παραμερισμό της αίτησης είτε για διάσωσή της. Εν προκειμένω, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, κρίνω ότι η κυρίως αίτηση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης συνάδει με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας ώστε να μην τίθεται ζήτημα αναγκαιότητας επίκλησης σε αυτήν, ή εφαρμογής αναφορικά με αυτήν, της Δ.
  1. Περαιτέρω, κρίνω ότι η νομική της βάση είναι ορθή και πλήρης, ώστε να μην τίθεται ζήτημα ακυρότητάς της ως έχει. Κατ' αρχάς, η κυρίως αίτηση εδράζεται επί της Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει ότι: «
  2. Οποτεδήποτε υπάρχει πρόνοια σε οιονδήποτε Νόμο που καθιστά ικανή την επιβολή υπό ενός Δικαστηρίου ενός διατάγματος που γίνεται σύμφωνα με το Νόμο, ή τη μετακίνηση τέτοιου διατάγματος σε ένα Δικαστήριο για επιβολή, μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte) αίτηση στο Δικαστήριο ή Δικαστή για καταχώρηση του διατάγματος στα βιβλία διαταγμάτων του Δικαστηρίου και κατόπιν τούτου, αφού δοθεί άδεια, το διάταγμα που πρόκειται να εφαρμοσθεί μπορεί να καταχωρηθεί στο βιβλίο πολιτικών διαταγμάτων σε περίπτωση διατάγματος που μετακινείται στο Ανώτατο Δικαστήριο και στο βιβλίο διαταγμάτων για πρωτογενείς αιτήσεις στην περίπτωση διατάγματος που θα μετακινηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
  3. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από το διάταγμα που ζητείται να εφαρμοσθεί και οιονδήποτε πιστοποιητικό ή έγγραφο που θα ήταν δυνατό να ζητείται από το Νόμο και θα αριθμείται και καταχωρείται σαν πρωτογενής αίτηση.
  4. Δεν θα είναι αναγκαίο να συνταχθεί (drawn up) η άδεια που δίδεται στον κανονισμό 1 αυτής της Διάταξης, αλλά το Διάταγμα που ζητείται να εφαρμοσθεί όταν καταχωρείται πρέπει να υπογράφεται από ένα Δικαστή του Δικαστηρίου και κατόπιν τούτου θα εφαρμόζεται σαν Διάταγμα του Δικαστηρίου.». Παρά το ότι η προπαρατεθείσα Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί για τη δυνατότητα υποβολής μονομερούς αίτησης από τον ενδιαφερόμενο διάδικο για σκοπούς καταχώρησης και εγγραφής της απόφασης που είναι ικανή να επιβληθεί υπό Δικαστηρίου, εντούτοις έχει νομολογιακά κριθεί ότι απαιτείται να επιδίδεται η αίτηση εγγραφής διαιτητικής απόφασης στο πρόσωπο προς το οποίο αφορά η διαιτητική απόφαση (βλ. την απόφαση ημερ. 20.6.2014 στην Πολιτική Έφεση αρ. 87/11, Μανώλης Χριστοφή και Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, όπου υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Π.Ε.357/2008, ημερ. 11/4/2012, όπου το Εφετείο υπέδειξε τα ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι'αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.»). Επομένως, οι Αιτητές στην κυρίως αίτηση αφενός ορθά επικαλέστηκαν τη Δ.47 εφόσον επιδιώκουν να δώσουν δικαστική ισχύ σε απόφαση που δεν εκδόθηκε από δικαστήριο, αφετέρου ορθά επέλεξαν να αρχίσουν και προωθήσουν τη διαδικασία εγγραφής της δια κλήσεως αντί μονομερώς. Η κυρίως αίτηση εδράζεται επίσης επί της Δ.48, θ.1, όπου προβλέπεται ότι: «
  5. Κάθε αίτηση στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρει τη φύση της παράκλησης που γίνεται και να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικό κανόνα Δικαστηρίου που στηρίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση.». Όπως απαιτείται από τη Δ.48, θ.1 ανωτέρω, η κυρίως αίτηση προσδιορίζει ρητά ότι στηρίζεται στο άρθρο 52, εδάφια
(2)(β) και
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  1. Το εδάφιο 2(β) προβλέπει για την εξουσία του Εφόρου να παραπέμπει τη διαφορά μεταξύ μίας συνεργατικής πιστωτικής εταιρείας και των μελών, πρώην μελών, καταθετών, οφειλετών ή εγγυητών τους προς επίλυση δε διαιτησία σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως
  2. Το εδάφιο
(4)προβλέπει για το δικαίωμα οποιουδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένου από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι μίας
(21)ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης. Η επίκληση του εδαφίου
(2)του άρθρου 52 έγινε προφανώς για να δείξει ότι η απόφαση που επιζητείται να εγγραφεί εκδόθηκε από διαιτητή βάσει διαδικασίας που τηρεί τα διαλαμβανόμενα στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και η επίκληση του εδαφίου
(4)του άρθρου 52 έγινε για να δείξει ότι ευθύς μετά την έκδοσή της, η διαιτητική απόφαση υπόκειται δυνητικά σε έφεση ενώπιον Δικαστηρίου. Το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 προβλέπει ότι꞉ «21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.». Το εδάφιο
(5)του άρθρου 52 του Ν.22/85, που οι Διαχειριστές θεωρούν ως αναγκαία νομική βάση της κυρίως αίτησης, προβλέπει ότι: «Αν οποιαδήποτε απόφαση του Διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2)δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.». Κατ' ουσίαν το εδάφιο
(5)δίδει (υπό τους όρους των εδαφίων
(2)και
(4)τους οποίους οι Αιτητές στην κυρίως αίτηση ρητά αποκάλυψαν και επικαλέστηκαν στη νομική βάση της αίτησής τους), την ίδια ευχέρεια που δίδει το άρθρο 21 του Κεφ. 4, ανωτέρω, για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης κατά τον ίδιο τρόπο όπως μία δικαστική απόφαση. Επομένως, η μη επίκληση του εδαφίου
(5)δεν καθιστά τη νομική βάση της αίτησης ελλειπή, εφόσον υφίσταται σε αυτήν η παραπομπή στο άρθρο 21 του Κεφ. 4 που έχει την ίδια στόχευση και καλύπτει το ίδιο κατ' ουσίαν αιτητικό, ήτοι της δυνατότητας εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να απορρίπτω την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση των Διαχειριστών, ημερ. 27.10.2015, ως νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη. Κατ' ακολουθία του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζω τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ εναντίον των Διαχειριστών - Αιτητών (Καθ' ων στην κυρίως αίτηση) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης της κυρίως αίτησης. (υπ.).................................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «64.-1.
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρούμενης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Το Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.