Ευαγόρας Θρασυβούλου ν. Τάκης Θεοδοσίου, Αγωγή αρ. 10728/2010, 22/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A261 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 10728/2010 Μεταξύ: Ευαγόρας Θρασυβούλου, εκ Κακοπετριάς Ενάγοντας και Τάκης Θεοδοσίου, εκ Κακοπετριάς Εναγόμενος Ημερομηνία: 22.4.2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ευγένιος Χατζηευτυχίου, με κ. Χριστόδουλο Χατζηευτυχίου Για τον Εναγόμενο: κ. Γιώργος Παπαντωνίου, με κ. Κωνσταντίνο Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €1300 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον ΦΠΑ. Ως βάση για την αξίωση αυτή, ο Ενάγων ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης («Ε/Α») που είναι ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου ότι εκτέλεσε συμφωνηθείσες ξυλουργικές εργασίες στην οικία του Εναγομένου, για τις οποίες δεν εξοφλήθηκε, παρά τις οχλήσεις του προς τον Ενάγοντα. Ειδικότερα, η δικογραφηθείσα εκδοχή του Ενάγοντος είναι ότι η συμφωνηθείσα αξία των εργασιών ήταν €1500 και προς τούτο αυτός εξέδωσε το τιμολόγιο αρ. Ν0466, ημερομηνίας 20/8/2010, έναντι του οποίου ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €200 ως η απόδειξη Ν
- Παραμένει οφειλόμενο το υπόλοιπο των €
- Ανεξάρτητα και/ή διαζευκτικά προς την ανωτέρω βάση αγωγής, ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €1300 ως οφειλόμενο δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή δια παροχήν γενόμενην ουχί χαριστικώς και/ή in quantum meruit (βλ. παρα. 5 της Ε/Α). Ο Εναγόμενος αρνείται πλήρως την εκδοχή του Ενάγοντος και τον καλεί σε απόδειξη των ισχυρισμών του. Συγχρόνως, στην Έκθεση Υπεράσπισης διακρίνονται οι εξής τρεις γραμμές υπεράσπισης: Ότι αυτός ουδέποτε συμφώνησε με τον Εναγόμενο ή παρήγγειλε από αυτόν ξυλουργικές εργασίες για την οικία του. ότι ουδέποτε του εδόθη τιμολόγιο και απόδειξη για εργασίες στην οικία του. ότι πρώτη φορά τα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης ήρθαν σε γνώση του μετά την έγερση της αγωγής. Ότι οποιαδήποτε συνεργασία είχαν αφορούσε τα επαγγελματικά υποστατικά της εταιρείας THEORIC LTD στην οποία ο Εναγόμενος είναι μέτοχος και διευθυντής. Τυχόν τιμολόγιο και απόδειξη που έχουν εκδοθεί αφορούν την εταιρεία και τα υποστατικά που ασκεί τις εργασίες της. Ο Εναγόμενος δεν ευθύνεται προσωπικά, ούτε νομικά ούτε πραγματικά, για εργασίες που αφορούσαν ακίνητα της εταιρείας. Ο Ενάγων έχει πληρωθεί για οποιεσδήποτε εργασίες εκτέλεσε με το δέοντα τρόπο και με επαγγελματική δεξιοτεχνία Συμπληρώθηκε η δικογραφία χωρίς να καταχωρηθεί Απάντηση από πλευράς Ενάγοντος. Ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση για πρώτη φορά την 1.3.
- Η εχθρότητα που, όπως μαρτύρησε ο Ενάγων κατά την ακροαματική διαδικασία, τον χωρίζει με τον Εναγόμενο, δεν άφησε περιθώριο συμβιβασμού της υπόθεσης επί σειρά ετών παρά το μικρό μέγεθος της αξίωσης. Δεδομένου ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2010, η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση της παλαιάς δικονομίας, ως ίσχυε πριν την πρόσφατη τροποποίηση της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, γι' αυτό και το Δικαστήριο άκουσε προφορική μαρτυρία. Προσήλθαν αμφότεροι οι διάδικοι ως μάρτυρες στο Δικαστήριο για να προωθήσουν ο καθένας τη δική του εκδοχή. Ουδείς άλλος μάρτυρας προσήλθε. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε στο σύνολό της μέσα σε μία δικάσιμο, αφού τόσο ο Ενάγων όσο και ο Εναγόμενος υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασής τους το περιεχόμενο γραπτών δηλώσεων, τις οποίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια σημειωθέντα ως Έγγραφο Α και Έγγραφο Β, αντίστοιχα. Περαιτέρω, ο Ενάγων παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση το τιμολόγιο αρ. 0466 και την απόδειξη αρ. 0463, επί των οποίων στηρίζει την εκδοχή γεγονότων ως δικογραφείται στην Ε/Α, ως Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα, υπό Έγγραφο Α. Είναι παραδεκτό ότι αμφότεροι οι διάδικοι διέμεναν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο στην Κακοπετριά και όπως ομολόγησαν διατηρούσαν πάρα πολύ καλές φιλικές σχέσεις σε οικογενειακό επίπεδο μέχρι που προέκυψε η επίδικη διαφορά. Ήταν παραδεκτό στο πλαίσιο της μαρτυρίας και των δύο ότι ο Ενάγων, ως φυσικό πρόσωπο, ασχολείτο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με ξυλουργικές εργασίες και επιπλώσεις. Υπήρχε επίσης σύγκλιση της μαρτυρίας τους ως προς το εξής σημείο꞉ ότι ο Ενάγων συνεργάστηκε αρκετές φορές στο παρελθόν με τον Εναγόμενο σε προσωπικό επίπεδο, με τον τελευταίο να αναθέτει στον πρώτο την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών και επιπλώσεων βάσει συμφωνίας μεταξύ των δύο, αμφότερων ενεργούντων ως φυσικών προσώπων, για πληρωμή των συμφωνηθέντων υπηρεσιών τοις μετρητοίς. Ήταν επίσης παραδεκτό από αμφότερους ότι καμία άλλη εργασία, πλην των επίδικων τις οποίες αρνείται ο Εναγόμενος ότι ζήτησε ή/και ότι συμφώνησε να του παραδοθούν ή/και ότι εκτελέστηκαν στην παρούσα υπόθεση, δεν έμεινε απλήρωτη. Όλη η προφορική μαρτυρία των μαρτύρων είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτολεξεί στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο κάτω, θ' αναφερθώ σε εκείνα τα στοιχεία της μαρτυρίας, τα οποία επέδρασαν στη δικαστική μου κρίση και κατάληξη. Υπενθυμίζω ότι σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014 και Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24). Όπως λέχθηκε στη Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των ανωτέρω κριτηρίων. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, δεν έχω ικανοποιηθεί για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του Ενάγοντος, ενώ έχω ικανοποιηθεί για την αξιοπιστία της μαρτυρίας του Εναγόμενου. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντος Στρέφομαι πρώτα στην ποιότητα της μαρτυρίας του Ενάγοντος. Παρατηρώ ότι στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), ο Ενάγων αναφέρει ότι είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο για την εκτέλεση διαφόρων ξυλουργικών εργασιών «στο υποστατικό του». Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στις παρα. 3 και επαναλαμβάνεται στην παρα. 9 του Εγγράφου Α, όπου ο Ενάγων λέγει ότι, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ουδέποτε ο ίδιος συμφώνησε ή παρήγγειλε ξυλουργικές εργασίες «για το υποστατικό του», είναι ψέμα. Δεν διευκρινίζει ο Ενάγων ποιο είναι το συγκεκριμένο «υποστατικό» στο οποίο αναφέρεται. Πρόδηλα, ο Ενάγων απέφυγε στα συγκεκριμένα σημεία της γραπτής του δήλωσης να αναφερθεί «στην οικία του Εναγομένου», όπως ήταν η δικογραφηθείσα εκδοχή στην Ε/Α του. Ολοκλήρωσε την κυρίως εξέτασή του ο Ενάγων στη βάση της εν λόγω γραπτής δήλωσης χωρίς να επιδιώξει να διευκρινίσει ή να δηλώσει ευθαρσώς και σαφώς αν το υποστατικό εκείνο ήταν η οικία του Εναγομένου. Το ότι αφέθηκε η συγκεκριμένη ασάφεια έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι ο Ενάγων γνώριζε ότι ήταν επίδικο θέμα ο χώρος για τον οποίο κατ' ισχυρισμόν συμφωνήθηκε η εκτέλεση εργασιών ή ο χώρος όπου κατ' ισχυρισμόν εκτελέστηκαν από αυτόν οι εργασίες, αφού στην Ε/Υ του Εναγομένου υπήρχε ρητή άρνηση ότι συμφωνήθηκε η παροχή των επίδικων εργασιών για την οικία του ή/και οτι εκτελέστηκαν οι επίδικες εργασίες στην οικία του. Επομένως, η χρήση του όρου «το υποστατικό», ο οποίος εμπεριέχει αοριστία, αφήνει αποδεικτικό κενό σε ουσιώδες σημείο της εκδοχής του Ενάγοντος. Προχωρώ σε ένα δεύτερο ουσιώδες σημείο. Στην Ε/Α ο Ενάγων είχε παραλείψει να δώσει λεπτομέρειες για το είδος των ξυλουργικών εργασιών που ως ο ισχυρισμός του συμφώνησε να εκτελέσει και εκτέλεσε. Αποκάλυψη εγγράφων δεν είχε ζητηθεί ούτε διαταχθεί από οποιονδήποτε των διαδίκων και έτσι αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του Ενάγοντος, μέσω της γραπτής του δήλωσης και του προσκομισθέντος τιμολογίου (Έγγραφο Α και Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, αντίστοιχα), ποιες ήταν οι κατ' ισχυρισμόν συμφωνηθείσες και τιμολογηθείσες ξυλουργικές εργασίες. Παραθέτω ποιες είναι αυτές οι εργασίες (βλ. την παρα. 3 του Εγγράφου Α σε συνδυασμό με το τιμολόγιο)꞉ (α) Επιδιόρθωση 3 βαρελιών κρασιού (3 μεροκάματα προς €100 έκαστο). (β) Επιδιόρθωση 11 καρεκλών μπαρ (3 μεροκάματα προς €100 έκαστο). (γ) Ανεύρεση εξοπλισμού, όπως τραπέζια κ.λπ. (1 μεροκάματο προς €100). (δ) Καμάρες - Κάσιομα (250 Χ 280 προς €450) = €
- (ε) Επιδιορθώσεις και δημιουργία πλαισίου για 2 μεσόθυρες προς €
- Ουδεμία άλλη επεξηγηματική αναφορά έγινε από τον Ενάγοντα κατά την κυρίως εξέτασή του για τις πιο πάνω εργασίες. Ουδεμία περιγραφή έδωσε ο Ενάγων για την επίδικη οικία, ώστε να πείσει το Δικαστήριο ότι επρόκειτο για εργασίες που προορίζονταν για οικία και όχι για οποιονδήποτε άλλο χώρο. Εύλογα ερωτηματικά για την αξιοπιστία της εκδοχής του Ενάγοντος δημιουργούνται στο μυαλό του Δικαστηρίου, ως ζήτημα κοινής λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία (βλ. τα κριτήρια αξιολόγησης που παρέθεσα ανωτέρω), για το αν μια κατοικία στην Κακοπετριά χρειάζεται να διαθέτει «11 καρέκλες για μπαρ». Περαιτέρω ερωτηματικά δημιουργήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου ακούγοντας τον Ενάγοντα να αντεξετάζεται και να επεξηγεί την αναφορά του περί «ανεύρεσης εξοπλισμού»꞉ όπως διευκρίνισε ο Ενάγων «[ο Εναγόμενος] έβαλε με να πάω στα διάφορα υποστατικά σούπερ μάρκετ που τούτα που πουλούν είδη επίπλων να του έβρω διάφορα τραπεζάκια για το κέντρο του. Έφαα μιαν ημέρα. Ξέρω;». Δύσκολα θα μπορούσε να φαντασθεί το Δικαστήριο ότι σε μια κατοικία που, όπως παραδέχθηκε ο Ενάγων αντεξεταζόμενος, ανήκει στη σύζυγο του Εναγομένου, θα ανατίθετο στον Ενάγοντα η επιλογή τραπεζιών ή επίπλωσης της εν λόγω οικίας από σούπερμαρκετ. Επομένως ειλικρινής αναδεικνύεται να είναι η ομολογία του Ενάγοντος ότι η συγκεκριμένη εργασία δεν αφορούσε στην οικία, αλλά σε «κέντρο» και προφανώς στο εστιατόριο Μόντε Χρίστο που, ως ο Ενάγων έδειξε να γνωρίζει, διαχειριζόταν ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ειλικρινής όσο και αν ήταν η συγκεκριμένη παραδοχή του Ενάγοντος, αντιβαίνει εντούτοις τη δικογραφηθείσα εκδοχή στην Ε/Α του και την καθιστά διάτρυτη. Κατέληξε ο ίδιος ο Ενάγων να περιορίζει κατά την αντεξέτασή του το είδος των εργασιών που εκτέλεσε για την οικία του Εναγομένου σε ό,τι περιγράφεται στην παρα. 3(δ) της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) ως «καμάρες - κάσιομα». Οι ερωτοαπαντήσεις είχαν ως εξής꞉ «Στο σπίτι τί δουλειές έκανες; Εκαμα διάφορες εργασίες, όπως επιδιορθώσεις, εχάλασε μια κλειδωνιά, έσπασε μια πόρτα. Τα τελευταία κομμάτια είναι για το σπίτι που τα παράγγειλε, που γράφει η αγωγή για τα κασιώματα. Το (δ). Ετοποθέτησες τούτες τις καμάρες μες το σπίτι της γυναίκας του; Στην αποθήκη του σπιτιού του.» Αυτή ήταν και η μόνη συγκεκριμένη αναφορά που έκανε ο Ενάγων σε εργασίες που αφορούσαν την οικία του Εναγομένου. Εφόσον η Ε/Α αφορά σε εργασίες που συμφωνήθηκαν και εκτελέστηκαν σε σχέση με την οικία του Εναγομένου, κάθε άλλη αξίωση η οποία αφορά σε εργασίες που έγιναν στο κέντρο του Εναγομένου δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχετικότητα με τη δικογραφηθείσα εκδοχή και αξίωση και θα πρέπει κανονικά να αγνοηθεί. Η αξία των εργασιών ως το «(δ)» της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντος εμφανίζεται να τιμολογήθηκε για το ποσό των €900 μόνο (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α). Αμφισβητήθηκε, όμως, ρητά από τον Εναγόμενο στην Ε/Υ η έκδοση στον ίδιο οποιουδήποτε τιμολογίου για οποιεσδήποτε ξυλουργικές εργασίες που να συμφωνήθηκε να γίνουν από τον Ενάγοντα στην οικία του. Παρατηρώ ότι προωθήθηκε έντεχνα η συγκεκριμένη γραμμή υπεράσπισης από το συνήγορο Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος. Εξηγώ꞉ Όταν ο Ενάγων κλήθηκε να εξηγήσει τη μορφή που έχουν τα τιμολόγια και οι αποδείξεις που εκδίδει, ανέτρεξε στο βαλιτσάκι του που είχε φέρει στην αίθουσα του Δικαστηρίου και αφού κοίταξε το μπλοκ τιμολογίων και το μπλοκ αποδείξεων, εξήγησε ότι εκδίδονται σε διπλότυπο, όπου το πρωτότυπο είναι σε λευκού χρώματος κόλλα και το αντίτυπο σε κίτρινου χρώματος κόλλα. Είπε επίσης ότι το πρωτότυπο το παραδίδει στον πελάτη και στο μπλοκ του μένει το αντίτυπο. Υπεδείχθη τότε στον Ενάγοντα από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι, εφόσον το τιμολόγιο που αυτός παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο (ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α) είναι λευκού χρώματος, έπεται ότι αυτό είναι το πρωτότυπο και πως, για να το έχει ακόμη στην κατοχή του ο Ενάγων, έπεται ότι ουδέποτε παραδόθηκε στον πελάτη, εν προκειμένω στον Εναγόμενο. Τα ίδια του υπεδείχθησαν αναφορικά με την παρουσιασθείσα και κατατεθείσα στο Δικαστήριο απόδειξη πληρωμής (ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α). Τίποτα δεν είχε ο Ενάγων να πει για να αντικρούσει όσα του υπέδειξε ως εύλογα συμπεράσματα ο συνήγορος Υπεράσπισης. Συμμερίζομαι ως απόλυτα λογικά τα εν λόγω συμπεράσματα. Καταλήγει να είναι αναξιόπιστη η εκδοχή του Ενάγοντος περί έκδοσης του τιμολογίου και της απόδειξης κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Μου φαίνεται αντίθετα πειστική και αληθοφανής η εκδοχή του Εναγόμενου ότι ουδέποτε παρέλαβε το εν λόγω τιμολόγιο ή την εν λόγω απόδειξη. Το ότι άλλωστε στο τιμολόγιο, ημερ. 20.8.2010, αναφέρονται δηλώσεις γεγονότων ετεροχρονισμένα προς την έκδοσή του ίδιου του τιμολογίου, όπως είναι ο ισχυρισμός περί της πληρωμής στις 25.8.2010 ποσού €200- έναντι του τιμολογίου, δείχνει ότι το εν λόγω τιμολόγιο δεν μπορεί να είχε δοθεί μέχρι τότε στον πελάτη / Εναγόμενο, αφού αν του είχε δοθεί προηγουμένως δεν θα ήταν ο Ενάγων αλλά ο Εναγόμενος εκείνος που θα το είχε στην κατοχή του για να επιφέρει τη σχετική σημείωση. Όλα τα έγγραφα καταλήγουν να φαντάζουν ως εκ των υστέρων δημιουργήματα του Ενάγοντος για να μπορεί να τεκμηριώσει την ισχυριζόμενη «συμφωνία» ανάθεσης εργασιών και την ισχυριζόμενη οφειλή του Εναγομένου. Και τούτη η θέση υπεβλήθηκε ευθέως στον Ενάγοντα από το συνήγορο Υπεράσπισης. Υπήρξε ένα ακόμη σημείο που προκαλεί εντύπωση για την προχειρότητα της εκδοχής του Ενάγοντος. Ενώ στην Ε/Α δικογράφησε ότι η συμφωνηθείσα αξία των εργασιών ήταν €1500, παρουσίασε τιμολόγιο για συνολική αξία €1700 και χαρακτήρισε τη διαφορά αυτή ως «λάθος» που έγινε στην Ε/Α, το οποίο διορθώνεται με το να εγκαταλείψει το ποσό της διαφοράς. Η δικογραφημένη εκδοχή, άλλωστε, του Εναγομένου, ότι αυτός πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι τιμολογήθηκαν οι επίδικες εργασίες ή/και ότι χρωστούσε λεφτά στον Ενάγοντα μόνο όταν έλαβε την αγωγή, φαίνεται επίσης να ευσταθεί. Εξηγώ꞉ Όταν δόθηκε η ευκαιρία στον Ενάγοντα να πει αν είχε ζητήσει οποτεδήποτε προηγουμένως από τον Εναγόμενο το κατ΄ισχυριζόν οφειλόμενο ποσό, κατέληξε από μόνος του να παραδέχεται ότι ένα χρόνο μετά, όταν ήγειρε την αγωγή, ήταν που επισκέφθηκε τον Εναγόμενο για να ζητήσει να πληρωθεί. Ουδέν τέτοιο περιστατικό περιέγραψε να έγινε πριν την έγερση της αγωγής ούτε έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τον χρόνο και τόπο έκδοσης του επίδικου τιμολογίου. Σχετική η εξής μόνη αναφορά του Ενάγοντος «Κύριε μάρτυς, μετά που ισχυρίστηκες ότι έκαμες τούτες τες δουλειές, εζήτησες οποιαδήποτε χρήματα που τον κ. Θεοδοσίου; Ναι, να με ξοφλήσει και έβγαλε με έξω που το κέντρο. Εν εξαναπάτησα. Ξέρεις και το λόγο που σε έβγαλε έξω; Εζήτησα του τα λεφτά. Θυμάσαι πότε έγινε τούτη η σκηνή; Εν πιστεύκω να θέλεις και την ημερομηνία αλλά ένα χρόνο μετά, όταν εκίνησα την αγωγή.». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν έχω ικανοποιηθεί για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του Ενάγοντος. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Εναγόμενου Προχωρώ εν πάση περιπτώσει σε έλεγχο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του Εναγόμενου. Κατ' αρχάς, επιβάλλεται να σημειώσω ότι, ως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 448, στο στάδιο καταχώρισης της Ε/Υ, ένας εναγόμενος μπορεί να εγείρει όσες διαφορετικές και ξεχωριστές, ακόμη και μη συμβατές μεταξύ τους, υπερασπίσεις κρίνει σκόπιμο. Το ότι εν προκειμένω ο Εναγόμενος δικογράφησε τρεις διαφορετικές γραμμές υπεράσπισης είναι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης κατανοητό από το παρόν Δικαστήριο για τον εξής λόγο꞉ εφόσον αυτός αγνοούσε παντελώς, ως ήταν η εκδοχή του, πώς προέκυψε η ισχυριζόμενη οφειλή, προσπάθησε να καλύψει και να αντικρούσει κάθε μία πιθανή βάση προώθησής της από τον Ενάγοντα με βάση την προγενέστερη μεταξύ τους εμπειρία και πρακτική συναλλαγών. Όσον αφορά την πρώτη γραμμή υπεράσπισης, έχω να παρατηρήσω ότι όσα μαρτύρησε στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος συνάδουν πλήρως με αυτήν και τείνουν να αποδείξουν ότι αυτός ουδέποτε συμφώνησε με τον Εναγόμενο ή παρήγγειλε από αυτόν ξυλουργικές εργασίες για την οικία του. Έχω ικανοποιηθεί ότι꞉ ουδέποτε δόθηκε στον Εναγόμενο τιμολόγιο και απόδειξη πληρωμής για εργασίες στην οικία του. Πρώτη φορά τα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης τιμολόγιο και απόδειξη πληρωμής ήρθαν σε γνώση του Εναγόμενου μετά την έγερση της αγωγής. Όσον αφορά τη δεύτερη γραμμή υπεράσπισης, έχω να παρατηρήσω ότι στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) ο Εναγόμενος έδωσε μαρτυρία κατά τρόπο θετικό ότι «Είναι ισχυρισμός μου ότι για οποιεσδήποτε εργασίες εκτέλεσε ο Ενάγοντας αφορούσαν την εταιρεία Theoric Ltd». Είναι γεγονός ότι αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι αυτός είναι ο μόνος μέτοχος και διευθυντής, ώστε να ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία και να δίνει οδηγίες για την εκτέλεση εργασιών προς όφελος της. Παραδέχθηκε επίσης κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός, δηλαδή ο Εναγόμενος, συνήθως πλήρωνε τοις μετρητοίς τον Ενάγοντα για τις εργασίες που εκτελούσε για την εταιρεία Theoric Ltd. Το ότι, εξάλλου, οι μεταξύ τους συναλλαγές αποπληρώνονταν σε μετρητά συνάδει με όσα είχε δηλώσει ο Ενάγων κατά τη δική του μαρτυρία. Αντεξετάστηκε ο Εναγόμενος κατά τρόπο που αποσκοπούσε να αποδείξει ο ίδιος αν εξόφλησε εκείνος ή η εταιρεία του τις ισχυριζόμενες εκτελεσθείσες εργασίες. Ο Εναγόμενος δεν είχε να παρουσιάσει οποιαδήποτε εξοφλητική απόδειξη η οποία να εκδόθηκε από ή προς την εταιρεία. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι ο λόγος που αυτός δεν ζητούσε να του εκδοθεί απόδειξη στο όνομα της εταιρείας είναι διότι η συνεργασία του με τον Εναγόμενο γινόταν υπό την προσωπική του ιδιοτητα. Δέχθηκε εν τέλει ο Εναγόμενος τη θέση περί συνεργασίας υπό την προσωπική του ιδιότητα, απαντώντας «Μάλιστα». Πώς επηρεάζει η παραδοχή του αυτή την υπόθεση; Επισημαίνω συναφώς ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε ισχυρίστηκε εξόφληση χρέους είτε επί προσωπικής ευθύνης είτε για λογαριασμό και εκ μέρους της εταιρείας και τούτο διότι ότι αυτός ουδέποτε παραδέχθηκε την ύπαρξη τέτοιου χρέους, ώστε να μπορούσε να μετακυλιστεί το βάρος της απόδειξης της εξόφλησης στους ώμους του. Όσον αφορά την τρίτη γραμμή υπεράσπισης, το ότι ο Εναγόμενος είχε δικογραφήσει ότι ο Ενάγων είχε πληρωθεί για όσες εργασίες αποπεράτωσε με δεξιοτεχνία, φαίνεται, από το σύνολο της μαρτυρίας του, να συσχετίζεται με τη δήλωσή του ότι για κάθε προηγούμενη μεταξύ τους δοσοληψία, η οποία έγινε προς ικανοποίησή του, είχε αποπληρώσει τον Ενάγοντα. Δεν συσχετίζεται με τις επίδικες εργασίες για τις οποίες εξ αρχής αρνήτο ότι τις ζήτησε ή / και έλαβε. Επανέρχομαι επί του σημείου αυτού αναλύοντας τον καταμερισμό του βάρους της απόδειξης πιο κάτω. Αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγόμενου. ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σύμφωνα με πάγια νομολογία, σε μία αγωγή ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Το ζήτημα για το πότε μεταφέρεται το βάρος της απόδειξης απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Θεοδόσης Ιορδάνου ν Δήμου Ζήνωνος
(1998)1Β Α.Α.Δ 652. Αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι: «Σύμφωνα με την αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Henderson v. Jenkings & Sons, το γενικό βάρος αποδείξεως της αξίωσης στην κρινόμενη υπόθεση, το έφερε ο εφεσίβλητος και το βάρος αυτό δεν μετατοπίστηκε ποτέ και δεν μπορούσε να μετατοπισθεί στους ώμους του εφεσείοντα. Πέραν αυτού δεν υπήρξε από μέρους του εφεσείοντα παραδοχή του χρέους και ισχυρισμός εξόφλησής του. Ως εκ τούτου, δε δημιουργήθηκε ειδικό βάρος απόδειξης της εξόφλησης του χρέους και η αντίθετη διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη. Επίσης εσφαλμένη είναι και η θέση, ότι ο εφεσείων, δεν απέδειξε την εξόφληση, ο εφεσίβλητος θεωρείται ότι απέδειξε την απαίτησή του, ανεξάρτητα με τη μαρτυρία του εφεσίβλητου. Μια τέτοια αντιμετώπιση αντιβαίνει με τον κανόνα του γενικού βάρους απόδειξης σε αστικές υποθέσεις.». Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει της δικογραφημένης εκδοχής των Εναγόντων, αυτοί είχαν το γενικό βάρος να αποδείξουν - Ότι εκτέλεσαν τις, συμφωνηθείσες με τον Εναγόμενο υπό την προσωπική του ιδιότητα, εργασίες και ότι το ποσό που αξιώνουν είναι ως η συμφωνηθείσα αμοιβή, ή διαζευκτικά, ότι η αξιούμενη αμοιβή είναι εύλογη αμοιβή, υπό την προύπόθεση όμως ότι αποδεικνύεται ότι η εκτέλεση των εργασιών έγινε δυνάμει οδηγιών του Εναγομένου και προς ικανοποίησή του. Στην υπόθεση Βασιλαράς v Αδελφοί Θράσου & Συνεργάτες
(2003)1Γ 1754, λέχθηκε ότι꞉ «Η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι δεν έγινε ρητή συμφωνία καθορίζουσα συγκεκριμένο ποσό αμοιβής δεν αναιρεί την ύπαρξη συμφωνίας για παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών στους εφεσείοντες. Η αξίωση για εύλογη αμοιβή προβλήθηκε στην έκθεση απαίτησης των εφεσιβλήτων και ορθά το δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του θέματος παραχώρησης αποζημίωσης σύμφωνα με την αρχή της λογικής αμοιβής (Quantum meruit). Η πιο πάνω προσέγγιση υποστηρίζεται από το Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, όπου στην παράγραφο 1350 κάτω από την επικεφαλίδα Express or implied Contract αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where no express contract has been entered into as to the terms of the employment of an architect or engineer, the right to remuneration rests on a contract to pay what is reasonable, implied by requesting and accepting the services or by inducing the architect by fraud to perfom them without intending to pay for them.». Επίσης στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελίδα 485 κάτω από τον τίτλο Quantum Meruit αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where a person renders service to another in circumstances showing that it is to be paid for, although no particular remuneration has been specified, the law will infer a promise to pay quantum meruit, i.e. a reasonable sum.» Όσον αφορά την επίκληση από τον Ενάγοντα του «αδικαιολόγητου πλουτισμού» του Εναγόμενου ως αυτοτελούς βάσης αγωγής, επισημαίνω ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να δημιουργεί (αυτόματο) αγώγιμο δικαίωμα σ' έναν ενάγοντα, να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόμενο και το οποίο κατέστησε τον εναγόμενο αδίκως πλουσιότερο (Δέστε: Goff and Jones, The Law of Restitution, 7η έκδοση, σελίδες 12 και επόμενες). Για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις (βλ. Νάκης Θεοχαρίδης ν 1. Ιωάννης Ιωάννου, 2. OPTOPHARM CO. LTD
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311): (α) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους. (β) Το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε, εις βάρος του ενάγοντα. (γ) Θα πρέπει να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος. Ένας από τους παραδεκτούς λόγους για τους οποίους ένα όφελος δεν επιστρέφεται σε εκείνον από τον οποίο λήφθηκε είναι ότι δεν μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των μερών στην αρχική τους θέση (Restitutio in integrum) (Δέστε: Erlanger v. New Sombrero Phosphate Co. [1878] 3 App.Cas. 1218). ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εφόσον στην παρούσα υπόθεση έχω απορρίψει τη μαρτυρία του Ενάγοντος ως αναξιόπιστη όσον αφορά τη δικογραφηθείσα εκδοχή του, πρώτον, περί συμφωνίας για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών και, δεύτερον, περί συμφωνημένης τιμής, έπεται ότι η βάση αγωγής που εδράζεται στην εν λόγω εκδοχή υπόκειται σε απόρριψη. Ουδεμία μαρτυρία δόθηκε για το εύλογο της χρέωσης για οποιαδήποτε από τις κατ' ισχυρισμόν εκτελεσθείσες εργασίες ή και ειδικότερα για την εργασία (δ) ανωτέρω, ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να προχωρήσει σε εξέταση της διαζευκτικής βάσης αγωγής, του quantum meruit. Το βάρος της απόδειξης για το εύλογο της χρέωσης ήταν στους ώμους του ιδίου του Ενάγοντος και όχι στους ώμους του Εναγόμενου να αποδείξει ότι επρόκειτο για μη εύλογη χρέωση. Στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν παραδεκτές από τον Εναγόμενο οι κατ' ισχυρισμόν γενόμενες στην οικία του ξυλουργικές εργασίες. Δεν ήταν παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος αποκόμισε όφελος. Επομένως, η προϋπόθεση (α) του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αναλύθηκε ανωτέρω δεν αποδεικνύεται. Η αγωγή απορρίπεται. Ουδείς λόγος έχει καταδειχθεί ώστε να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής, γι' αυτό και επιδικάζω υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντος τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (ήτοι από 21.12.2010). (Υπ) ...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο