Χλόη Χατζηιωάννου ν. Γιάννος Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 500/09, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A273 .ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 500/09 Μεταξύ: Χλόη Χατζηιωάννου Ενάγουσα και
- Γιάννος Ιωάννου
- Μ.Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες ως επαγγελματική επωνυμία Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Λουκής Γ. Λουκαϊδης Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Πισιάρας για Σπυρούλα Χριστοδούλου - Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις καθώς και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή επαγγελματική αμέλεια και/ή παράβαση καθήκοντος εκ μέρους των Εναγομένων. Αξιώνει ειδικότερα ως ειδικές αποζημιώσεις το ποσό των €1406,18 το αντάλλαγμα του οποίου απέτυχε πλήρως. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα ήταν πελάτιδα στο δικηγορικό γραφείο του Εναγομένου 1 ο οποίος ήταν αδειούχος δικηγόρος εγγεγραμμένος στο μητρώο των Δικηγόρων και ασκούσε το επάγγελμα του Δικηγόρου με άλλους συνεργάτες στη Λευκωσία. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2 ως συνεργάτες και/ή συνεταίροι και/ή άτυποι συνεργάτες, ήτο εκ προστήσεως υπεύθυνοι για τις πράξεις και/ή παραλείψεις του Εναγομένου
- Στις αρχές του 2002 η Ενάγουσα εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 1 ως δικηγόρο της σε σχέση με υπόθεση εναντίον της Universal Life Insurance Company Ltd. Υπέγραψε προς τούτο σχετικό διοριστήριο. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε αμελή, αντιεπαγγελματική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά και/ή παράβαση των καθηκόντων του. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος, αφού πρώτα την πληροφόρησε και εδεσμεύθη ότι η υπόθεση θα έχει αίσιο τέλος σε χρονικό διάστημα δύο ετών με επιτυχή έκβαση, στις 20.6.2002 καταχώρησε την αγωγή υπ' αριθμόν 6899/02 στο Ε.Δ. Λευκωσίας με εσφαλμένη αναφορά στο όνομα του Εναγομένου. Προθυμοποιήθηκε δε να το διορθώσει μόνο μετά τις παραινέσεις και πιέσεις της Ενάγουσας. Η τροποποιημένη αγωγή καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 1 την 20.6.03 χωρίς να ενημερωθεί η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα οχλούσε τον Εναγόμενο 1 σε τακτά χρονικά διαστήματα χωρίς να λαμβάνει καμία πληροφορία για την πορεία της υπόθεσης της. Ειδικότερα, δεν έλαβε γνώση για την υπεράσπιση που προβλήθηκε από την Universal Life Insurance Company Ltd. Επίσης δεν ενημερώθηκε και ούτε ρωτήθηκε για την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση. Ακολούθως, η Ενάγουσα ειδοποιήθηκε ότι η αγωγή της έλαβε σειρά ακροάσεως όμως ο Εναγόμενος 1, με ψευδείς και ανεπαρκείς πληροφορίες, την έπεισε όπως τον εξουσιοδοτήσει να «μετατρέψει την υπόθεση από αστικής σε ποινικής δικαιοδοσίας» (εντός εισαγωγικών είναι αυτούσια μεταφορά από την Έκθεση Απαίτησης). Παράλληλα την συμβούλευσε ότι θα είχε σίγουρη επιτυχία στην εν λόγω υπόθεση. Η Ενάγουσα μετά τις πιέσεις του Εναγομένου κατά/ή περί το 2005 υπέγραψε σχετική εξουσιοδότηση στον Εναγόμενο 1 ο οποίος την χρησιμοποίησε αποκλειστικά και μόνο για να αποσύρει την αγωγή της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 1 καίτοι έλαβε το ποσό των 823 Λ.Κ. δεν έπραξε τίποτα για την παρουσίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 1 απέσυρε την αγωγή της Ενάγουσας και ουδέποτε καταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον της Universal Life Insurance Company Ltd όπως της είχε υποσχεθεί. Η Ενάγουσα μετά από πολλές επισκέψεις και πιέσεις, κατάφερε να λάβει το φάκελο της υπόθεσης από το δικηγορικό γραφείο των Εναγομένων. Αφού επισκέφτηκε άλλους δικηγόρους, αντελήφθη τι πραγματικά συνέβη με την υπόθεση της και ειδικότερα ότι την είχε χάσει άπαξ και δια παντώς. Τότε η Ενάγουσα κατά/ή περί τις αρχές του 2007 καταχώρησε καταγγελία στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων συνέταξε κατηγορητήριο εναντίον του Εναγομένου 1 και στην ακροαματική διαδικασία που έγινε ο Εναγόμενος δεν παρέστη προσωπικά, αλλά αντιπροσωπεύτηκε από Δικηγόρο. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο με απόφαση του στις 20.11.2008 βρήκε τον Εναγόμενο 1 ένοχο στις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν βάσει του άρθρου 17 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ.
- για ασυμβίβαστη προς το επάγγελμα συμπεριφορά, αντιδεοντολογική συμπεριφορά για τις διαβεβαιώσεις επιτυχίας της υπόθεσης της Ενάγουσας και παράλειψη καταχώρισης της αγωγής της Ενάγουσας εντός ευλόγου χρόνου και παράλειψη ενημέρωσης της πελάτιδας του. Λόγω της ως άνω συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2 η Ενάγουσα υπέστη ψυχικό πόνο και ταλαιπωρία. Η παραπάνω συμπεριφορά αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα στην εμπιστοσύνη της απέναντι στον δικηγορικό κλάδο και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και επιπλέον της προκάλεσε έντονα συναισθήματα απογοήτευσης και πικρίας. Είναι η θέση της ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των Εναγομένων και δη του Εναγομένου 1 είναι τέτοια που δικαιολογεί τη χορήγηση τιμωρητικών, παραδειγματικών ή επαυξημένων αποζημιώσεων. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν έκθεση Υπεράσπισης με την οποία εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και εκδικητική. Παραδέχονται ότι η Ενάγουσα ήταν πελάτιδα στο δικηγορικό γραφείο του Εναγομένου και ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν αδειούχος δικηγόρος εγγεγραμμένος στο μητρώο των δικηγόρων και ασκούσε το επάγγελμα με άλλους συνεργάτες. Παραδέχονται επίσης ότι η Ενάγουσα εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 1 ως δικηγόρο της σε σχέση με υπόθεση εναντίον της Universal Life Insurance Company Ltd υπογράφοντας σχετικό διοριστήριο και ότι ο Εναγόμενος 1 διετέλεσε δικηγόρος της Ενάγουσας μέχρι το
- Αρνούνται δε, όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της αγωγής και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ουδέποτε ισχυρίσθηκαν σίγουρη επιτυχία της αγωγής της Ενάγουσας αλλά επεδείκνυαν υπερβάλοντα ζήλο και η ενάγουσα καμία ζημιά δεν υπέστη. Είναι επίσης η θέση τους ότι η Ενάγουσα ουδέν ποσό κατέβαλε για δικηγορικά έξοδα. Αρνούνται τις λεπτομέρειες αμελείας τους και ισχυρίζονται ότι η συγκεκριμένη υπόθεση την χειριζόταν προσωπικά ο κ. Ανδρέας Γιαλελής, δικηγόρος στο γραφείο τους. Επίσης η Ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε να μιλήσει με τον εναγόμενο 1 αλλά πάντοτε είχε προσωπική επικοινωνία και επαφή με τον κ. Ανδρέα Γιαλελή καθώς επίσης τον χειρισμό της υπόθεσης τον συζητούσε με τον κ. Γιαλελή. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για πειθαρχική τιμωρία του εναγομένου 1, αυτό έγινε όχι γιατί ήταν ένοχος, αλλά γιατί είχε παραλείψει να εμφανιστεί στο πειθαρχικό συμβούλιο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ H μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου προήλθε εξ ολοκλήρου από την Ενάγουσα, η οποία δεν παρουσίασε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην παρουσιάσουν μαρτυρία αλλά αρκέστηκε να αγορεύσουν επί νομικών θεμάτων. Η Ενάγουσα, κατά την μαρτυρία της, ανέφερε ότι κατά ή περί τον Ιανουάριο 2000 συνήψε επενδυτικό συμβόλαιο με την ασφαλιστική εταιρεία Universal Life Insurance Company Ltd. Όταν αντιλήφθηκε ότι οι πληροφορίες που της δόθηκαν προφορικώς από τον ασφαλιστικό υπάλληλο της εταιρείας διέφεραν από τους όρους του συμβολαίου, αποτάθηκε τον Μάρτιο του 2002 στο δικηγορικό γραφείο του Εναγομένου 1 για νομικές συμβουλές. Στην πρώτη συνάντηση, ο Εναγόμενος 1 εξέφρασε την τοποθέτηση ότι το μοναδικό δικαστικό μέτρο που μπορούσε να ληφθεί ήταν αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και την διαβεβαίωσε για την επιτυχία της αγωγής δίδοντας προς τούτο πιθανότητες με ποσοστό εκατό τοις εκατό. Της είπε επίσης ότι είχε καταχωρήσει άλλες 300 όμοιας φύσης αγωγές και παρουσιάστηκε ως ειδήμων επί του θέματος που αφορούσε η υπόθεση της Ενάγουσας. Την διαβεβαίωσε επίσης ότι σίγουρα θα αποζημιωνόταν από την ασφαλιστική εταιρεία καθώς οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι ασφαλιστικά καλυμμένες οι ίδιες. Η αξίωση θα ήταν για ολόκληρο το ποσό που η Ενάγουσα ασφάλισε στην Universal Life Insurance Company Ltd, δηλαδή το ποσό των Λ.Κ. 50.000 πλέον νόμιμο τόκο. Κατόπιν των πιο πάνω διαβεβαιώσεων η Ενάγουσα υπέγραψε σχετικό διοριστήριο δικηγόρου. Όσον αφορά το οικονομικό σκέλος του διορισμού, ο Εναγόμενος 1 της ανέφερε ότι τα έξοδα μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας θα ανέρχονταν στις Λ.Κ
- Η Ενάγουσα κατέβαλε το εν λόγω ποσό κατά την πρώτη συνάντηση αφού όπως της εξήγησε ο Εναγόμενος 1 ήταν τακτική του γραφείου του να προπληρώνονται οι υποθέσεις. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 στο Δικαστήριο απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 6.3.2002 για την καταβολή των Λ.Κ 400 στο γραφείο Μ.Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες, Δικηγόροι. Η Ενάγουσα επισκέφθηκε εκ νέου το γραφείο του Εναγομένου λίγες μέρες μετά την πρώτη συνάντηση, ώστε να του αναφέρει ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Ο εναγόμενος την διαβεβαίωσε ότι η υπόθεση θα τέλειωνε σε ένα, το πολύ δυο χρόνια. Στις 29.4.2002 αφού δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση επί του θέματος από το γραφείο του Εναγομένου και έπειτα από πολλά τηλεφωνήματα πήγε στο γραφείο όπου την πληροφόρησαν ότι για να προωθηθεί η καταχώρηση αγωγής στο Δικαστήριο θα έπρεπε να καταβάλει το επιπρόσθετο ποσό των Λ.Κ.
- Διαμαρτυρήθηκε για το επιπλέον ποσό και η απάντηση του Εναγομένου ήταν ότι το ποσό των Λ.Κ. 423 αφορούσε το κόστος των χαρτοσήμων. Έτσι αναγκάσθηκε να καταβάλει και το επιπρόσθετο ποσό των Λ.Κ 423 την ίδια μέρα. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 στο Δικαστήριο απόδειξη είσπραξης με ημερομηνία 29.4.2002 για την καταβολή των Λ.Κ.423 στο γραφείο Μ.Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες, Δικηγόροι. Όπως πληροφορήθηκε αργότερα τα χαρτόσημα δεν ξεπερνούσαν το ποσό των Λ.Κ. 87,79 (€150,00). Μετά τις 29.4.2002, τηλεφωνούσε ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο γραφείο του εναγόμενου 1 και ζητούσε προσωπική συνάντηση για λεπτομερή επεξήγηση της υπόθεσης της. Θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητο να δόσει περισσότερες λεπτομέρειες για την σύνταξη της αγωγής αλλά δεν έβρισκε καμία ανταπόκριση. Για αρκετό καιρό η Ενάγουσα, παρ' όλες τις οχλήσεις της, δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση ή ενημέρωση για την εξέλιξη της υπόθεσης. Στις αρχές Ιουλίου του 2003 έλαβε επιστολή από το γραφείο του εναγόμενου 1 με την οποία πληροφορήθηκε ότι η αγωγή της ορίστηκε για ακρόαση στις 17.5.2004, και κλήθηκε όπως επικοινωνήσει με το γραφείο αρχές Μαίου του
- Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Η εν λόγω επιστολή προέρχεται από το δικηγορικό γραφείο Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες. Αφού έλαβε την επιστολή απευθύνθηκε τηλεφωνικώς στο γραφείο και ζήτησε όπως έχει προσωπική συνάντηση με τον Εναγόμενο 1 για περισσότερες λεπτομέρειες για την ακρόαση της υπόθεσης όμως ο τελευταίος ουδέποτε την δέχτηκε για ραντεβού. Στις διάφορες οχλήσεις της, την ενημέρωναν μέσω της γραμματέος του γραφείου, ότι η ακρόαση αναβάλλεται. Από τον Ιούλιο του 2003 που έλαβε την επιστολή δεν είχε καμία άλλη ενημέρωση από τον εναγόμενο 1 μέχρι τα μέσα του 2005 οπότε και έλαβε τηλεφώνημα από την γραμματέα του εναγόμενου 1 με το οποιο την κάλεσε επειγόντως στο γραφείο. Εκεί είχε συνάντηση με δικηγόρο υπάλληλο του εναγόμενου που την καλούσε απερίφραστα και επιτακτικά να υπογράψει ένα έντυπο, το οποίο ήταν χειρόγραφο και θα έπρεπε να παρουσιαστεί την επομένη στο Δικαστήριο και με το οποίο εξουσιοδοτούσε το γραφείο των Μ. Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες να αποσύρουν την αγωγή χωρίς έξοδα. Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Αντέδρασε πολύ έντονα και ζήτησε σαφείς εξηγήσεις και τότε ήρθε ένας δεύτερος δικηγόρος, υπάλληλος του γραφείου του εναγόμενου 1, ο οποίος της εξήγησε ότι η υπόθεση ήταν σίγουρα χαμένη και όχι μόνο θα έχανε την αγωγή αλλά θα αναγκαζόταν να πληρώσει και τα έξοδα της άλλης πλευράς. Στην προσπάθεια του να την πείσει να υπογράψει, της ανέφερε ότι από την καταχώρηση της αγωγής έχει αλλάξει ο νόμος περί αντιπροσώπου των ασφαλειών και θα έπρεπε μετά την απόσυρση της αγωγής να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση. Την διαβεβαίωσε επίσης ότι για την ποινική υπόθεση δεν θα είχε καμία επιπλέον οικονομική επιβάρυνση. Της έδωσε μάλιστα 2 ερωτηματολόγια με πιθανές ερωτήσεις για προετοιμασία για την ποινική υπόθεση. Αντίγραφο των ερωτηματολογίων κατατέθηκαν ως τεκμήριο 5 (α) και 5(β). Της εξήγησε επίσης ότι με την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης θα έπαιρνε τα λεφτά που έδωσε ως ασφάλιστρο. Μετά και από αυτά τα γεγονότα ανέμενε από το γραφείο να την ενημερώσει για την εξέλιξη της ποινικής υπόθεσης. Τηλεφωνούσε ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο γραφείο και την ενημέρωναν ότι η ποινική υπόθεση αναβαλλόταν. Στις αρχές του 2006 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη γραμματέα υπάλληλο του εναγόμενου 1 πληροφορήθηκε ότι δεν είχε καμία υπόθεση σε εκκρεμότητα στο γραφείο τους και ότι καμία ποινική υπόθεση δεν είχε καταχωρηθεί. Τότε επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο του εναγόμενου 1 και αφού περίμενε για αρκετή ώρα, συνάντησε εν τέλει τον εναγόμενο 1, ο οποίος την ενημέρωσε ότι η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης δεν έγινε αφού περίμεναν την έκβαση άλλης όμοιας υπόθεσης για να προχωρήσουν ανάλογα. Κατόπιν των πιο πάνω ζήτησε και πήρε με πολλή δυσκολία αντίγραφα του φακέλου της υπόθεσης της. Αυτή ήταν και η τελευταία επαφή που είχε με το γραφείο και τον ίδιο τον εναγόμενο
- Έπειτα, αποτάθηκε σε διάφορα δικηγορικά γραφεία ζητώντας νομική συμβουλή. Από έρευνα που έγινε στο φάκελο του Δικαστηρίου διαπιστώθηκε ότι η αγωγή της εναντίον της Universal Life Insurance Company Ltd, αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα. Διαπίστωσε επίσης ότι στα πλαίσια της αγωγής είχε καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ώστε να διορθωθεί η λανθασμένη αναφορά στο όνομα του ασφαλιστή. Η αίτηση τροποποίησης έγινε κατόπιν επιμονής της Ενάγουσας καθώς σε κάποιο στάδιο είχε διαπιστώσει το λάθος που έκανε ο Εναγόμενος
- Η Ενάγουσα ανέφερε περαιτέρω ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για την Υπεράσπιση της εναγόμενης εταιρείας και χωρίς να ενημερωθεί καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο απάντηση στην Υπεράσπιση. Κατόπιν των πιο πάνω η Ενάγουσα υπέβαλε, το Μάρτιο του 2007, παράπονο εναντίον του εναγόμενου στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων. Αντίγραφο της επιστολής υποβολής παραπόνου ημερομηνίας 19.3.2007 κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Βάσει του παραπόνου, καταχωρήθηκε η πειθαρχική υπόθεση με αριθμό 143/39/2125 εναντίον του εναγόμενου 1 με κατηγορίες όπως φαίνονται στο κατηγορητήριο του Πειθαρχικού Συμβουλίου αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Κατά την ακρόαση ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου ο εναγόμενος 1 εμφανίστηκε δια δικηγόρου. Με απόφαση του το πειθαρχικό συμβούλιο ημερομηνίας 20 Νοεμβρίου 2008 βρήκε ένοχο τον εγκαλούμενο δικηγόρο και στις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε. Ως τεκμήριο 8 κατατέθηκε αντίγραφο επιστολής του Γενικού Εισαγγελέα κ. Πέτρου Κληρίδη στην οποία επισυνάπτονται τα πρακτικά της συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Ακολούθως το Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε στον Εναγόμενο 1 ποινή της στέρησης της άδειας άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος για περίοδο δύο μηνών και πρόστιμο €750 και σε καταβολή εξόδων €
- Για την επιβληθείσα ποινή ενημερώθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα με επιστολή ημερομηνίας 16.1.2010, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Από την πιο πάνω συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 2, η Ενάγουσα ανέφερε ότι έχει υποστεί ψυχικό πόνο και ταλαιπωρία που ακόμη υφίσταται. Έχει επίσης έντονα συναισθήματα απογοήτευσης και πικρίας. Επίσης, όσο η υπόθεση εκκρεμούσε, δεν μπορούσε να κάνει ανάληψη των χρημάτων που είχε πληρώσει στην Universal Life Insurance Company Ltd. Η μεγαλύτερη ζημιά που υπέστη ήταν η έλλειψη, πλέον της δυνατότητας να εισπράξει από την ασφαλιστική όπου είχε επενδύσει το ποσό των Λ.Κ. 50.
- Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο των Εναγομένων, της υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις και θέσεις αλλά παρέμεινε καθόλα σταθερή στην θέση της ότι ο Εναγόμενος 1 της υποσχέθηκε 100% επιτυχία της υπόθεσής της όπως και των 300 άλλων που ισχυρίστηκε ότι χειριζόταν. Έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με την παράλειψη των Εναγομένων να την καλέσουν ώστε να συζητήσουν για την υπόθεσή της. Μέσω της γραμματέος του γραφείου, της προέβαλλαν διάφορες δικαιολογίες, όπως ότι έχουν άλλες υποθέσεις προτεραιότητα και πως ότι θέλει να προσθέσει ή διορθώσει σε σχέση με την υπόθεσή της, θα έχει την ευκαιρία να το πράξει αργότερα. Σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 4, ανέφερε ότι την κάλεσαν να πάει επειγόντως στο γραφείο των Εναγομένων για να της πουν ένα καλό και ένα κακό νέο. Εκεί την πίεσε η δικηγόρος κα Δικωμίτου να υπογράψει το χειρόγραφο που κρατούσε καθότι την επομένη μέρα θα παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο. Το καλό νέο, όπως της το παρουσίασαν, ήταν ότι δεν θα πλήρωνε δικηγορικά έξοδα. Το κακό νέο ήταν ότι θα έπρεπε να αποσυρθεί η αγωγή και να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση. Η Ενάγουσα αρνήθηκε πεισματικά στις έντονες πιέσεις της κας Δικωμίτου. Στην συνέχεια παρουσιάστηκε ο δικηγόρος κ. Γιαλελής ο οποίος, προκειμένου να την πείσει, της ανέφερε ότι τροποποιήθηκε ο νόμος και ότι πρέπει να προχωρήσουν με ποινική υπόθεση. Το Τεκμήριο 4 το υπέγραψε και το παρουσίασε στους δικηγόρους της την επόμενη ημέρα, αφού έλαβε συμβουλή από τον γαμπρό της ο οποίος δεν είναι νομικός. Της είχε πει όμως να εμπιστεύεται τους δικηγόρους της. Έτσι δείχνοντας εμπιστοσύνη σε αυτούς υπέγραψε το τεκμήριο 4 για να αποσυρθεί η αγωγή ανεπιφύλακτα. Ήταν η θέση της ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ενήμερος για τις πράξεις και παραινέσεις του κ. Γιαλελή και τις ενέκρινε. Της υποβλήθηκε ερώτηση εάν πίστευε ότι η αγωγή της εναντίον της Universal είχε πιθανότητες επιτυχίας και ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία της Ενάγουσας αυτή πρέπει να αξιολογηθεί. Και τούτο διότι μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την Ενάγουσα να δίνει δια ζώσης τη μαρτυρία της στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά της. Η εν λόγω μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Αποτίμησα τη συνολική της παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας της όπως η πηγή της γνώσης της, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Προσέγγισα την μαρτυρία της με προσοχή γιατί ως Ενάγουσα έχει εξ αντικειμένου προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Δεν διαπίστωσα όμως οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και θεωρώ ότι ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Ήταν σαφής και κατανοητή στα όσα ανέφερε. Ήταν καθόλα ήρεμη και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή διασταγμό στις απαντήσεις της. Εν όψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της και προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα επί των γεγονότων τα οποία ανάφερε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στο κοινοδίκαιο, όταν επαγγελματίας προσφέρει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής, αναλαμβάνει ταυτόχρονα συμβατικό καθήκον επιμέλειας. Η ύπαρξη αυτού του καθήκοντος, το οποίο απορρέει από τη συμβατική σχέση μεταξύ επαγγελματία και του πελάτη του, δεν αποκλείει την ταυτόχρονη και ανεξάρτητη ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας και της δυνατότητας καταλογισμού παράλληλης ευθύνης, δυνάμει του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Στην Αγγλία ήταν, για πολλά χρόνια, αποδεκτή η θέση ότι οι barristers, οι οποίοι δεν είχαν απευθείας συμβατική σχέση με τον πελάτη, αλλά χειρίζονταν δικαστηριακές υποθέσεις με την μεσολάβηση των solicitors, είχαν ασυλία σε σχέση με πράξεις και την εν γένει διαχείριση μιας δικαστικής υπόθεσης ακόμα και προκαταρκτικής εργασίας σε αυτή. Η θέση αυτή βασιζόταν κυρίως σε λόγους δημόσιας πολιτικής. Εκφραζόταν μεταξύ άλλων η θέση ότι εάν δεν υπήρχε η ασυλία τότε ο δικηγόρος θα έπρεπε να επιτελεί τα καθήκοντα του υπό τον φόβο της απειλής για καταχώριση αγωγής εναντίον του από κάθε απογοητευμένο ή θυμωμένο πελάτη του. Υπήρχε η πεποίθηση ότι ο δικηγόρος πρέπει να μπορεί να επιτελέσει το καθήκον του χωρίς φόβο και με ανεξαρτησία. Ειδικότερα στην Rondel v. Worsley
(1967)3 All ER 993 λέχθηκε ότι ο παλαιός κανόνας της ασυλίας των barristers πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει. Εκεί ο Ενάγοντας διόρισε τον Εναγόμενο δικηγόρο για να τον υπερασπιστεί σε μια ποινική υπόθεση. Με την αγωγή του ο Ενάγοντας καταλόγισε στον δικηγόρο ότι ήταν αμελής κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το House of Lords αναφέρθηκε σε διάφορους λόγους δημόσιας πολιτικής, όπως για παράδειγμα την ανεπιθύμητη κατάσταση να επανεκδικάζονται υποθέσεις στο δικαστήριο, υπό άλλη πλέον σκοπία, του κατά πόσον δηλαδή, οι ενέργειες του δικηγόρου σε σχέση με τον χειρισμό μιας υπόθεσης ήταν ορθές ή όχι. Περαιτέρω λέχθηκε ότι η ύπαρξη ευθύνης από αμέλεια πιθανόν να οδηγούσε σε απροθυμία των δικηγόρων να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους στο Δικαστήριο. Η κατάληξη ήταν ότι η ασυλία των Barristers πρέπει να διατηρηθεί. Ακολούθησε η υπόθεση Saif Ali v. Sydney Mitchell and Co
(1978)3 All ER 1033 στην οποία δεν αμφισβητήθηκε ευθέως η ύπαρξη αυτής καθαυτής της ασυλίας των Barristers αλλά συζητήθηκε μόνο η έκταση αυτής της ασυλίας, κατα πόσον δηλαδή κάλυπτε και πράξεις ή παραλείψεις προδικαστικές και/ή πριν την δίκη σε σχέση με αστικές υποθέσεις. Λέχθηκε ότι οι barristers έχουν ενα ειδικό ρόλο (special status) όπως ακριβώς και η δίκη έχει ένα ειδικό χαρακτήρα (special character) για αυτό και κάποιας έκτασης ασυλία είναι απαραίτητη για το δημόσιο συμφέρον έστω και αν σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις, κάποιο πρόσωπο υπέστη ζημιά. Στην υπόθεση Arthur J.S. Hall and Co (A Firm) v. Simons
(2000)3 All E.R. 673 ανατράπηκε η Rondel v. Worsley (ανωτέρω). Η υπόθεση αφορούσε αγωγές για αμέλεια εναντίον solicitors οι οποίοι ενεργούσαν σε συγκεκριμένη δικαστηριακή υπόθεση ως advocates (συνήγοροι). Οι solicitors ακριβώς επειδή στην συγκεκριμένη περίπτωση ενεργούσαν ως advocates (συνήγοροι) επικαλέστηκαν την ασυλία που απολαμβάνουν οι barristers προκειμένου να αποφύγουν οποιαδήποτε ευθύνη. Το House of Lords κλήθηκε να επανεξετάσει την ασυλία των δικηγόρων όταν ασκούν δικαστική εργασία. Αποφασίστηκε ότι οι συνήγοροι (advocates) είναι υπέυθυνοι για αμέλεια με τον ίδιο τρόπο όπως όλοι οι επαγγελματίες. Στην απόφαση του ο Lord Steyn ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το πιο σημαντικό όφελος από την άρση της ασυλίας είναι το ότι θα τερματιστεί η ανομοιογενής εξαίρεση στην βασική αρχή ότι πρέπει να υπάρχει θεραπεία για κάθε άδικη πράξη. Ανέφερε ότι δεν θεωρεί ότι η απόφαση Rondel v. Worsley είναι λανθασμένη, αλλά τα πράγματα πλέον έχουν διαφοροποιηθεί ώστε να μην δικαιολογείται η διατήρηση της ασυλίας στην βάση των λόγων δημόσιας πολιτικής που ίσχυαν προηγουμένως. Στην Κύπρο η υποχρέωση επιμέλειας επαγγελματιών, καλύπτεται από το Άρθρο 51
(1)και
(2)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που προνοεί ότι:- «51
(1)Αμέλεια συνίσταται- (α) ..................,........ ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: ...............................». «51
(1)..................................
(2)Υποχρέωση, να μην επιδεικνύεται αμέλεια υφίσταται στις πιο κάτω περιπτώσεις, δηλαδή- .............................. (ε) Πρόσωπο που ασκεί με αμοιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλο πρόσωπο υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου, επί του οποίου ή επί της ιδιοκτησίας του οποίου ασκεί το επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή προς στον οποίο παρέχει την υπηρεσία». To ζήτημα επιμέλειας που πρέπει να επιδυκνύει ένας δικηγόρος προς τον πελάτη του εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 525 όπου λέχθηκε ότι οι δικηγόροι, δεν έχουν οποιαδήποτε ασυλία, αλλά συμπεριλαμβάνονται στην γενική κατηγορία επαγγελματιών που αναφέρεται στο Κεφ. 148. Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα: «Είναι φανερό από τις ρητές πρόνοιες του Αρθρου 51 του Κεφ. 148 ότι ένας δικηγόρος, όπως και κάθε άλλος επαγγελματίας, κρίνεται με βάση το βαθμό επιμέλειας και δεξιότητας που αναμένεται από το μέσο επαγγελματία της τάξης στην οποία ανήκει. Το επίπεδο αυτό είναι του συνήθους, επιμελούς και ικανού επαγγελματία. Δεν είναι ούτε εκείνο του πολύ προσοντούχου, ούτε εκείνο ενός επαγγελματία που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα. Συμμόρφωση με τη γενική πρακτική του επαγγέλματος μπορεί να παρέχει κάποια κάλυψη αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη πρακτική δεν έτυχε να δοκιμαστεί δικαστικά.» Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι στην Κύπρο (όπου δεν υπάρχει βεβαίως η διάκριση ανάμεσα σε Solicitors και Barristers) η ευθύνη των δικηγόρων μπορεί να προκύπτει τόσο από το αστικό αδίκημα της αμέλειας όσο και από παράβαση συμβατικής υποχρέωσης. Κάθε σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών επ' αμοιβή αναμφίβολα περιέχει συμβατική υποχρέωση να επιδυκνύεται από τον Δικηγόρο ικανότητα και φροντίδα για τον πελάτη του. Ειδικότερα στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts 20th Ed. p. 678 υπό τον τίτλο «Duties owed to cliends» αναφέρεται ότι: «When a solicitor is engaged for reward there is no doubt as to the existence of a contractual duty to exercise skill and care on behalf of his client.» Σε ελέυθερη μετάφραση: «Όταν κάποιος δικηγόρος προσλαμβάνεται επ' αμοιβή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει συμβατικό καθήκον να επιδείξει ικανότητα και επιμέλεια έναντι του πελάτη του» Ταυτόχρονα με την συμβατική υποχρέωση υπάρχει βεβαίως και η ευθύνη στην βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Τι όμως συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας; Στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts 20th Ed. p. 688 αναφέρονται τα εξής κάτω από τον τίτλο «What amounts to breach of duty»: «A lawyer is not "bound to know all the law". His duty is, like that of every other professional person, to exercise that reasonable degree of skill and care to be expected of a competent and reasonably experienced solicitor» Σε ελέυθερη μετάφραση: «Ένας νομικός δεν είναι υπόχρεος να γνωρίζει όλα τα νομικά. Το καθήκον του, όπως κάθε επαγγελματία, είναι να εξασκεί εύλογο βαθμό ικανότητας και επιμέλειας που αναμένεται από ένα ικανό και έμπειρο νομικό» Γενικά κάθε επαγγελματίας στη διαγωγή του, κρίνεται με βάση το βαθμό επιμέλειας και διεξιότητας που αναμένεται από τον μέσο επαγγελματία της τάξης στην οποία ανήκει. Το επίπεδο αυτό είναι του συνήθους επιμελούς και ικανού επαγγελματία και όχι εκείνο του πολύ προσοντούχου αλλά ούτε και εκείνου που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα (βλ. Panayiotou v. Attorney General
(1972)6 JSC 706, Αθανασίου ν. Κουνούνης
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614 και Beaumont Muriel και Άλλος ν. Nίκου Παπακλεοβούλου, ανωτέρω). Το καθήκον επιμέλειας του Εναγομένου 1 Το ερώτημα τι συνιστά, υπό τις περιστάσεις, εύλογη επαγγελματική επιμέλεια, αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από την εκάστοτε επαγγελματική ομάδα. Η κάθε περίπτωση κρίνεται μέσα από τα δικά της περιστατικά. Στην παρούσα περίπτωση το καθήκον επιμέλειας αφορά άσκηση δικηγορίας σε σχέση με δικαστηριακή εργασία. Στην σελίδα 698 του Clerk & Linsell on Torts 20th Ed κάτω από τον τίτλο "Specific Duties" και ειδικότερα σε σχέση με το "Duty to take care in conduct of litigation" αναφέρονται τα ακόλουθα: «Lawyer is under a duty to take care at all stages during litigation whether in court or out of it.he will be liable if he issues proceedings in the wrong court or against the wrong parties.» Σε ελέυθερη μετάφραση: «O δικηγόρος είναι υποχρεωμένος να επιδεικνύει φροντίδα σε όλα τα στάδια κατά τη διάρκεια της δικαστικής υπόθεσης είτε εντος δικαστηρίου είτε έξω από αυτό... θα ευθύνεται εάν κινήσει διασικασία σε λάθος δικαστήριο, ή εναντίον λανθασμένων μερών...» Επίσης στην σελίδα 695 σε σχέση με το καθήκον παροχής νομικής συμβουλής σε σχέση με δικαστική διαδικασία (duty to advise) αναφέρονται τα ακόλουθα: «In litigation, he must advise properly on the prospects of success. Depending on the circumstances, the duty to advise may include a duty to take account of the fact that the law may be changed by judicial decision» Σε ελέυθερη μετάφραση: «Σε δικαστικές διαμάχες, αυτός θα πρέπει να συμβουλεύσει σωστά σχετικά με τις προοπτικές επιτυχίας. Ανάλογα με τις περιστάσεις, το καθήκον να συμβουλεύει μπορεί να περιλαμβάνει την υποχρέωση να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο «νόμος» (εννοείται με την ευρεία έννοια) μπορεί να αλλάξει με δικαστική απόφαση» (Η παρενθετική αναφορά στην ελέυθερη μετάφραση ανωτέρω είναι του Δικαστηρίου) Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κατά την άσκηση δικαστηριακής εργασίας, ο δικηγόρος βρίσκεται σε συνεχές καθήκον επιμέλειας έναντι στον πελάτη του τόσο σε προκαταρκτικό στάδιο αλλά και στην συνέχεια κατά το στάδιο της δίκης, είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου. Έχει ειδικότερα καθήκον να συμβουλέυει κατάλληλα τον πελάτη του για τις πιθανότητες επιτυχίας μιας υπόθεσης, να φέρει σε γνώση του τυχόν προβλήματα, τυχόν εγγενείς κινδύνους, να τον προειδοποιεί γι' αυτούς και εν γένει να προστατεύει τα συμφέροντά του. Στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 1 κατ' αρχήν παρουσιάστηκε ως ειδήμων σε θέματα που αφορούν την υπόθεση που η Ενάγουσα επιθυμούσε να προωθήσει εναντίον κάποιας ασφαλιστικής εταιρείας. Ο ίδιος έθεσε δηλαδή, τον εαυτό του σε ένα υψηλότερο επίπεδο ικανότητας από ότι αυτό των υπολοίπων δικηγόρων. Θέτοντας τον εαυτό του σε αυτό το υψηλό επίπεδο, υποσχέθηκε μάλιστα την σίγουρη επιτυχία της αγωγής της Ενάγουσας κάτι το οποίο, ο ίδιος, μέσω των υπαλλήλων του, στην συνέχεια ανέτρεψε. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση, για να αναφέρω ότι δεν έχει σημασία ότι η Ενάγουσα παρακινήθηκε από άλλους δικηγόρους να αποσύρει την αγωγή που εκκρεμούσε εναντίον της Universal Life Insurance Company Ltd. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 1 ήταν ενήμερος για τις πράξεις και παραινέσεις του κ. Γιαλελή και τις ενέκρινε. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts 20th Ed p. 355: "A person is liable not only for torts committed by himesfelf, but also, classically for those torts he has authorized or subsequently ratified.Ratification involves, in effect, subsequent authorization. The act of authorization or ratification renders the tort the act of the authorizer or ratifier, so that he becomes vicariously liable" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένα πρόσωπο ευθύνεται όχι μόνο για τις αδικοπραξίες που διαπράττονται από τον ίδιο, αλλά και για εκείνες τις οποίες έχει εξουσιοδοτήσει ή ακολούθως επικυρώσει...Επικύρωση, στην πράξη, περιλαμβάνει, την μετέπειτα εξουσιοδότηση. Η πράξη έγκρισης ή επικύρωσης καθιστά την αδικοπραξία πράξη του εξουσιοδοτούντος ή του επικυρώνοντος, έτσι ώστε αυτός να γίνεται εκ προστήσεως υπέυθυνος.» Ειδικότερα για τους δικηγόρους αναφέρεται στην σελίδα 679 του ίδιου συγγράμματος ότι «A solicitor may be liable for the negligence of his Agent». Εν πάση περιπτώσει η ευθύνη του Εναγομένου 1 για αμέλεια προκύπτει και αποκλειστικά μέσα από τις δικές του πράξεις και ως αναντίλεκτο συμπέρασμα από την ενώπιον μου μαρτυρία. Και τούτο διότι κατά παραδοχή του διετέλεσε διορισμένος δικηγόρος της Ενάγουσας σε σχέση με την υπόθεση της τελευταίας εναντίον της Universal Life Insurance Company Ltd. Ενώ αρχικά συμβούλευσε την Ενάγουσα να καταχωρήσει αγωγή, υποσχούμενος μάλιστα σίγουρη επιτυχία αυτής, στην συνέχεια είτε ο ίδιος είτε δικηγόροι εκ μέρους του απέσυραν ανεπιφύλακτα την εν λόγω αγωγή. Αναίρεσε δηλαδή ο ίδιος τα όσα είχε αρχικά συμβουλέυσει και διαβεβαιώσει. Ακολούθως το 2006 σε κατ' ιδίαν συνάντηση που ο ίδιος είχε με την Ενάγουσα, την ενημέρωσε ότι η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης που της είχε υποσχεθεί ο κ. Γιαλελής δεν έγινε αφού περίμεναν την έκβαση άλλης όμοιας για να προχωρήσουν ανάλογα. Τα πιο πάνω με οδηγούν σε δύο αναπόδραστα συμπεράσματα. Πρώτον, ότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε για την απόσυρση της αγωγής με την ταυτόχρονη υπόσχεση για καταχώριση ποινικής υπόθεσης. Δεύτερο, ότι ενώ ο Εναγόμενος 1 διορίστηκε το 2002 από την Ενάγουσα να διεκπαιρεώσει μια δικαστική υπόθεση και ενώ έδωσε συγκεκριμένες νομικές συμβουλές και διαβεβαιώσεις σε σχέση με αυτή την δικαστική υπόθεση και τις πιθανότητες επιτυχίας της, εν τέλει απέτυχε παντελώς να παρέχει στην Ενάγουσα οποιαδήποτε υπηρεσία σε σχέση με τα καθήκοντα του. Τούτο δε, μάλιστα 4 χρόνια μετά που έλαβε για πρώτη φορά οδηγίες. Υπενθυμίζω ότι ο Εναγόμενος 1 υποσχέθηκε επιτυχή έκβαση της υπόθεσης εντός 2 ετών. Εν όψει όλων των περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 ως ο διορισθείς δικηγόρος της Ενάγουσας επέδειξε ασύγγνωστη επαγγελματική αμέλεια έναντι της τελευταίας. Όφειλε να είχε συμβουλέυσει κατάλληλα την Ενάγουσα σε σχέση με τις πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσής της ενώ όφειλε να γνωρίζει σε ποιας δικαιοδοσίας δικαστήριο θα προωθούσε την υπόθεση. Όφειλε επίσης να προειδοποιήσει για τους κινδύνους που εγκυμονεί η προσφυγή στη δικαιοσύνη. Αυτά τα καθήκοντα ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να τα εκπληρώσει, με αποτέλεσμα να μην έχει επιδείξει την αναμενόμενη από ένα Δικηγόρο επιμέλεια. Ευθύνη Εναγομένων 2 Σε σχέση με τους Εναγομένους 2, στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι αυτοί ως συνεργάτες και/ή συνεταίροι και/ή άτυποι συνεργάτες ήτο εκ προστήσεως υπεύθυνοι για τις πράξεις και/ή παραλείψεις του Εναγομένου 1. Στην μαρτυρία της η Ενάγουσα ανέφερε ότι αποτάθηκε στο δικηγορικό γραφείο του Εναγομένου 1 για νομικές συμβουλές. Η μόνη μαρτυρία που εμπλέκει τους Εναγομένους 2 στην παρούσα υπόθεση είναι οι αποδείξεις είσπραξης (Τεκμήρια 1 και 2) οι οποίες εκδίδοντο υπό το όνομα Μ.Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες. Επίσης η ενημερωτική επιστολή (τεκμήριο 3) εστάλη στην Ενάγουσα από το δικηγορικό γραφείο Μ.Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες και με αυτή πληροφορείτο η Ενάγουσα ότι η αγωγή της ορίστηκε για ακρόαση στις 17.5.2004. Επίσης το έντυπο, με το οποίο η Ενάγουσα εξουσιοδοτούσε την απόσυρση της αγωγής της απευθυνόταν στο γραφείο των Μ. Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες (τεκμήριο 4). Από τα πιο πάνω δεν προκύπτει με σαφήνεια, ούτε ποια είναι η υπόσταση των Εναγομένων 2, ούτε ποια ακριβώς είναι η σύνδεση τους με τον Εναγόμενο 1. Στον τίτλο της αγωγής αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι 2 ενάγονται ως επαγγελματική επωνυμία. Ούτε από τον τίτλο της αγωγής, ούτε από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει υπό ποια ιδιότητα ενάγονται οι Εναγόμενοι 2. Κατ' αρχήν οφείλω να επισημάνω ότι δεν έχω υπόψη μου νομική οντότητα η οποία να αναφέρεται ως «επαγγελματική επωνυμία». Το μυαλό του καθενός εύλογα μπορεί να οδηγηθεί στην έννοια της «εμπορικής επωνυμίας» η οποία αναγνωρίζεται στον περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116. Όμως ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι η Εναγομένη 2 είναι εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία δυνάμει του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116, κάτι που σημειώνω δεν έχει αποδειχθεί, η εμπορική επωνυμία από μόνη της δεν αποτελεί νομική οντότητα και δεν έχει νομική προσωπικότητα. Με άλλα λόγια ο ιδιοκτήτης μιας εμπορικής επωνυμίας δεν συμβάλλεται χρησιμοποιώντας μόνο την εμπορική επωνυμία αλλά ως συμπληρωματικό του ονόματος φυσικού ή νομικού προσώπου καθώς η εμπορική επωνυμία από μόνη της δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα και κατά λογική ακολουθία δεν μπορεί από μόνη της να βρεθεί ένοχη αδικοπραξίας. Εν πάση περιπτώσει έστω κι αν θεωρήσω ότι οι Εναγόμενοι 2 αποτελούν συνεταιρισμό και περιλαμβάνονται στην έννοια του οίκου εντός της έννοιας του Κεφ. 116 εντούτοις και πάλιν δεν έχω οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να συνδέει τον εν λόγω οίκο με τον Εναγόμενο 1 κατά πόσον δηλαδή ο Εναγόμενος 1 είναι συνεταίρος στον εν λόγω οίκο που είναι και το κρίσιμο στοιχείο για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του συνεταιρισμού. [1] Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει οποιαδήποτε αξίωση της έναντι των Εναγομένων 2. Αποζημιώσεις Σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να δοθεί στην Ενάγουσα αποζημίωση για την ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί (βλ. Χάρης Χαριλάου ν. Νικόλας Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα με σκοπό την αποκατάσταση του εκάστοτε Ενάγοντα. (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74). Όταν η αποκατάσταση αυτή μπορεί να γίνει με ακριβή υπολογισμό της αντικειμενικής απώλειας του Ενάγοντος τότε μιλούμε για επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων Όταν όμως η απώλεια δεν είναι χρηματική τότε το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιδικάσει γενικές αποζημιώσεις. Ο εκάστοτε ενάγοντας, είτε ενάγει στην βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας, είτε δυνάμει παράβασης συμβατικού καθήκοντος, πρέπει ασφαλώς να αποδείξει ότι έχει υποστεί ζημιά. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφ. 148 οποιοδήποτε πρόσωπο υφίσταται βλάβη λόγω αστικού αδικήματος δικαιούται να αναζητήσει από τo πρόσωπο το οποίο διέπραξε ή ευθύνεται για το αστικό αδίκημα τις θεραπείες τις οποίες το δικαστήριο έχει εξουσία να χορηγήσει. Στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts 20th Ed. p. 700 αναφέρονται τα εξής: «Measure of Recovery: The Claimant complaining of legal malpractice is entitled to be put in the position he would have been in had the defendant performed his duty. In many cases this means that he recovers the amount by which he is out of pocket as a result of relying on the defendant's advice.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Μέτρο των αποζημιώσεων: Ο Ενάγοντας που παραπονείται για κακή νομική εκπροσώπηση δικαιούται να τεθεί στην θέση που θα βρισκόταν εάν ο Εναγόμενος είχε εκτελέσει το καθήκον του. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό σημαίνει ότι ανακτά το ποσό το οποίο ξόδεψε συνεπεία του ότι στηρίκτηκε στην συμβουλή του Εναγομένου.» Στην σελίδα 704 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι: «Loss of a chance Prima facie the burden is on the claimant to prove on a balance of probabilities, that the defendant lawyer's negligence was a cause of his loss: if he can do so he recovers in full, while otherwise he receives nothing. In certain cases, however, the claimant may recover damages based on the loss of a chance of making a gain or avoiding a loss. One such instance concerns bungled litigation, where claimants regularly recover damages from their lawyers based on the amount they would have recovered if successful, discounted by the probability that the claim might have failed anyway. .. .. .. Where a solicitior negligently causes a client to lose litigation (for example by failing to serve proceedings on time, or allowing the action to be struck out for want of prosecution) he will be liable not only for any costs wasted but also for the client's loss of the chance of winning. Hence if he had a 40 per cent chance of recovering £10,000, the measure of loss will be £4,000 . . . For these purposes, the claimant must demonstrate an appreciable chance that he would have won on the merits. The mere "nuisance-value" of a demonstrably bad claim will not suffice. But once the claimant has leapt thisw hurdle the court must do its best to assess the value of the claim and the chance of success.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η απώλεια ευκαιρίας. Εκ πρώτης όψεως το βάρος βρίσκεται στον ενάγοντα να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η αμέλεια του εναγομένου δικηγόρου ήταν η αιτία της απώλειας του. Αν μπορέσει να το κάνει τότε μπορεί να ανακτήσει αποζημιώσεις, διαφορετικά δεν λαμβάνει τίποτα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, ο ενάγων μπορεί να ανακτήσει αποζημίωση με βάση την απώλεια μιας ευκαιρίας να αποκτήσει κέρδος ή να αποφύγει μια ζημιά. Μία τέτοια περίπτωση, αφορά κακή διεκπαιρέωση δικαστηριακής υπόθεσης, όπου οι ενάγοντες συχνά ανακτούν αποζημιώσεις από τους δικηγόρους με βάση το ποσό που θα ανακτούσαν εάν ήταν επιτυχής (η προσφυγή τους στο δικαστήριο), μειωμένο όμως στο ποσοστό της πιθανότητας αποτυχίας της απαίτησης τους. ... ... ... Όπου ένας δικηγόρος εξ αμελείας προκαλεί την αποτυχία μια δικαστικής υπόθεσης του πελάτη του (για παράδειγμα παραλείποντας να προωθήσει τη διαδικασία εγκαίρως, ή επιτρέποντας τον παραμερισμό λόγω παράλειψης προώθησης) φέρει την ευθύνη όχι μόνο για οποιαδήποτε έξοδα που σπαταλούνται αλλά και για την απώλεια της ευκαιρίας του πελάτη του να κερδίσει. Ως εκ τούτου αν είχε την ευκαιρία 40 τοις εκατό να ανακτήσει £10,000, το μέτρο της ζημιάς θα είναι £4,000 . . . Για αυτό τον σκοπό ο Ενάγων πρέπει να να επιδείξει μια αξιόλογη ευκαιρία που θα είχε να κερδίσει επί της ουσίας. Δεν αρκεί η «ενόχλητική αξία» μιας αποδεδειγμένα κακής αξίωσης. Όμως μόλις ο ενάγων υπερπηδήσει αυτό το εμπόδιο το δικαστήριο πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να εκτιμήσει την αξία της απαίτησης και την πιθανότητα επιτυχίας της.» Στην προκειμένη περίπτωση ξεκινώ από το οφθαλμοφανές ότι στην Έκθεση Απαίτησης ως ειδική ζημιά, δεν δικογραφείται οτιδήποτε άλλο πέρα από το ποσό των €1406,18, που αντιστοιχεί στο ποσό που η Ενάγουσα κατέβαλε ως αμοιβή στον Εναγόμενο και το αντάλλαγμα του οποίου απέτυχε. Είναι ξεκάθαρο στη νομολογία ότι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρά (βλ. Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Περαιτέρω στην Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673 αναφέρθηκε ότι είναι πρωτίστως καθήκον του ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον εναγόμενο να την αντικρούσει. Έγινε κάποια σκιώδης προσπάθεια από την ενάγουσα, να παρουσιαστεί μαρτυρία σε σχέση με το ποσό που η ίδια διεκδικούσε από την ασφαλιστική εταιρεία εναντίον της οποίας είχε στραφεί διορίζοντας ως δικηγόρο τον Εναγόμενο 1. Εντούτοις τέτοιες αποζημιώσεις δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης. Ήταν η θέση του κ. Λουκαϊδη ότι τέτοιες αποζημιώσεις μπορούν να ενδυθούν τον μανδύα των γενικών αποζημιώσεων. Δεν με βρίσκει σύμφωνο αυτή η θέση. Όταν η αποκατάσταση του Ενάγοντος μπορεί να γίνει με ακριβή υπολογισμό της αντικειμενικής απώλειας του τότε μιλούμε για επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων που πρέπει να καταγράφονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρά (ανωτέρω). Όταν όμως η απώλεια δεν είναι χρηματική τότε το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιδικάσει γενικές αποζημιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση η απώλεια ευκαιρίας της Ενάγουσας να κερδίσει την αξίωση της έναντι στην Universal Life Insurance Company Ltd είναι αποτιμητέα σε χρήμα. Και τούτο όπως διεφάνη αφορούσε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Έπρεπε επομένως για τα συγκεκριμένα γεγονότα που θα έθεταν το υπόβαθρο να εξεταστεί μια τέτοια απαίτηση, να γινόταν ειδική αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης κάτι το οποίο δεν γίνεται. Ακόμα και αν μπορούσα να εντάξω τέτοιες αποζημιώσεις στην κατηγορία των γενικών αποζημιώσεων και πάλι δεν ανευρίσκεται ίχνος πραγματικού υποβάθρου στην Έκθεση απαίτησης που να δικαιολογεί την εξέταση τέτοιας αξίωσης για απώλεια ευκαιρίας. Για να δοθούν τέτοιες αποζημιώσεις, έπρεπε η Ενάγουσα πρώτα να δικογραφήσει και έπειτα να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι υπέστη ζημιά στην βάση του ποσού που θα ανακτούσε εάν η αγωγή της εναντίον της Universal Life Insurance Company Ltd ήταν επιτυχής. Έπρεπε να είχε παρουσιάσει μαρτυρία ότι είχε μια αξιόλογη ευκαιρία να κερδίσει επί της ουσίας της αγωγής της ώστε να μπορεί να καθοριστεί και το ποσοστό το οποίο η Ενάγουσα θα δικαιούτο να ανακτήσει από τον εναγόμενο δικηγόρο. Αν η ενάγουσα είχε καταφέρει να υπερπηδήσει αυτό το εμπόδιο, τότε το δικαστήριο θα κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να εκτιμήσει την αξία της απαίτησης και την πιθανότητα επιτυχίας της, ώστε να της αποδώσει το αντίστοιχο ποσό. Όμως ούτε εκ της μαρτυρίας, ούτε βεβαίως εκ της δικογραφίας προκύπτει τέτοια αξίωση της Ενάγουσας. Το μόνο ποσό που μπορεί με ασφάλεια να αποδοθεί στην Ενάγουσα είναι το ποσό το οποίο κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 ως αντίτιμο για τις υπηρεσίες του. Στο σύγγραμμα Jackson & Powell on Professional Negligence
(1982), παράγραφος 4.121 κάτω από τον τίτλο «Soliscitor's Costs» αναφέρονται τα εξής: «Where the solicitor's services are valueless as a result of his breach of duty, the client is entitled to recover any sum which he has paid to the solicitor by way of costs. This may be regarded either as damages for wasted expenditure or as repayment of a sum for which the consideration has wholly failed. Thus if the solicitor for a plaintiff sues in the wrong court or commits some other error which renders the whole proceeding useless, he will be debarred from recovering his costs and order to repay any costs which he has received. The same principle applies If the client brings a futile action as a result of negligent advice (or negligent lack of advice) by his solicitor.» Σε ελέυθερη μετάφραση: «Όπου οι υπηρεσίες του δικηγόρου είναι άχρηστες ως αποτέλεσμα της παράβασης καθήκοντος, ο πελάτης δικαιούται να ανακτήσει κάθε ποσό που έχει καταβληθεί στο δικηγόρο ως έξοδα. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί είτε ως αποζημίωση για αχρείαστες δαπάνες είτε ως επιστροφή χρηματικού ποσού, για το οποίο το αντάλλαγμα απέτυχε εξ ολοκλήρου. Έτσι, εάν δικηγόρος καταχωρήσει αγωγή σε λάθος δικαστήριο ή διαπράττει κάποιο άλλο σφάλμα που καθιστά την όλη διαδικασία άχρηστη, αυτός θα εμποδίζεται να ανακτήσει τα έξοδα του και θα διαταχθεί να επιστρέψει οποιαδήποτε έξοδα έχει λάβει. Το ίδιο ισχύει εάν ο πελάτης καταχωρήσει μια μάταιη αγωγή ως αποτέλεσμα αμελούς συμβουλής (ή αμελούς παράλειψης συμβουλής) από τον δικηγόρο του.» Σε σχέση με αποζημιώσεις για δυσφορία ή ενόχληση που προκαλείται στον εκάστοτε Ενάγοντα, στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts 20th Ed. p. 702 κάτω από τον τίτλο «Non - Pecuniary Loss» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «As for damages for distress or vexation, on principle these are available only if the object of the contract between solicitor and client is the provision of peace of mind and distress. Effectively this means that where the interest which the solicitor is retained to protect is a financial or business one, no such damages are recoverable. » Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όσον αφορά αποζημιώσεις για δυσφορία ή ενόχληση, η αρχή είναι ότι αυτές είναι διαθέσιμες μόνο εάν το αντικείμενο της σύμβασης μεταξύ δικηγόρου και πελάτη είναι η παροχή ηρεμίας. Κατά συνέπεια αυτό σημαίνει ότι όπου το αγαθό για το οποίο διορίζεται ο δικηγόρος να προστατεύσει είναι οικονομικής ή επιχειρηματικής φύσης τότε, τέτοιες ζημιές δεν είναι ανακτήσιμες» Στην προκειμένη περίπτωση το συμφέρον της Ενάγουσας, για το οποίο διορίστηκε ο Εναγόμενος 1 να λάβει μέτρα προς προστασία του, είναι οικονομικής φύσης. Δεν έχει να κάνει με τα αισθήματα τιμής, αξιοπρέπειας και ψυχικής ηρεμίας όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε υποθέσεις σωματικής βλάβης, ή προσβολής της προσωπικότητας, ή σε πολλές υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Δεν έχει επίσης να κάνει οτιδήποτε με οικογενειακές, ή άλλες προσωπικές σχέσεις της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 1 διορίστηκε ακριβώς, για να διεκπεραιώσει μια αμιγώς οικονομικής φύσης υπόθεση. Υπό αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι δεν πρόκειται για περίπτωση που η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας του εναγομένου δικαιολογεί την παροχή αποζημιώσεων για την απογοήτευση και πικρία που ένοιωσε η Ενάγουσα έναντι τους συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Εξάλλου απογοήτευση και πικρία είναι εγγενές αποτέλεσμα κάθε πράξης που συνιστά παράβαση καθήκοντος. Δεν μπορεί όμως να καθιερωθεί η γενική αρχή ότι το αίσθημα τούτο αποζημιώνεται σε κάθε περίπτωση αμελούς συμπεριφοράς. Διαφορετική θα ήταν ενδεχομένως η προσέγγιση του Δικαστηρίου εάν εξαιτίας της απογοήτευσης και πικρίας είχε προκύψει κάποια ιατρική κατάσταση είτε σωματικής είτε ψυχικής υγείας η οποία να έχρηζε ιατρικής παρακολούθησης. Δεν παρουσιάστηκε όμως οποιαδήποτε μαρτυρίας ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς το πότε μπορούν να αποδοθούν τέτοιες αποζημιώσεις σε περιπτώσεις επαγγελματικής αμέλειας δικηγόρων δέστε περαιτέρω στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 19th ed.
(2014)παραγράφους 32-041 επ.) ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €1406,18 πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 τα έξοδα της αγωγής τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και ακολούθως να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή σε σχέση με την Εναγομένη 2 απορρίπτεται. Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, η εμπορική επωνυμία από μόνη της δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα. Εφόσον από τον τίτλο της αγωγής η Εναγομένη 2 ενάγεται ως τέτοια και επειδή ακριβώς συνεπεία τούτου απορρίπτεται η αγωγή εναντίον της θεωρώ ότι θα ήταν ανακόλουθο να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα υπέρ προσώπου το οποίο δεν έχει από μόνο του δικαιοπρακτική ικανότητα. (κατ αναλογίαν της A.K. Charalambous Ltd v. E.D. Sweet Hart Fashion Ltd κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 2/2014, 10/2/2016). Συνεπώς σε σχέση με την Εναγομένη 2 δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κεφ. 116 «Όταν, με οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή παράλειψη οποιουδήποτε συνεταίρου που ενεργεί κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του οίκου, ή με την εξουσιοδότηση των συνεταίρων του, προκαλείται απώλεια ή βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι συνέταιρος στον οίκο, ή προκύπτει οποιαδήποτε ποινή, ο οίκος ευθύνεται για αυτή στην ίδια έκταση που ευθύνεται ο συνέταιρος που ενεργεί κατά τον πιο πάνω τρόπο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο