Ροζάνα Αμφιτρίτη Κούτσιου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή αρ. 4040/08, 22/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4040/08 Μεταξύ: Ροζάνα Αμφιτρίτη Κούτσιου Ενάγουσας και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενος -------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2016 Για την Ενάγουσα: κ. Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Ανδρέας Χριστοφόρου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε στις 10.7.2008, η Ενάγουσα αξιώνει ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, για τη ζημιά που υπέστη από απόφαση της διοίκησης για μετάθεση της, απόφαση η οποία ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 15.11.2001, στα πλαίσια της Αναθεωρητικής Έφεσης αρ.
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 3.9.2008, η Ενάγουσα, δημόσιος υπάλληλος, υπηρετούσε στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας στη Λεμεσό ως Διοικητικός Λειτουργός Α'. Κατά ή περί την 24.4.1998, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών ζήτησε από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (στο εξής η «ΕΔΥ») έγκριση για μετάθεση της Ενάγουσας από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας στη Λεμεσό, στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων. Παρά τις παραστάσεις που υπέβαλε η Ενάγουσα, η απόφαση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών ενεκρίθη από την ΕΔΥ, και η Ενάγουσα μετατέθηκε από τη Λεμεσό στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων στη Λευκωσία στις 25.5.
- Εναντίον της απόφασης για μετάθεση της Ενάγουσας, ασκήθηκε από την Ενάγουσα η υπ' αρ. 458/98 Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, στην οποία εκδόθηκε απορριπτική απόφαση στις 16.6.
- Η Ενάγουσα εφεσίβαλε την πρωτόδικη απορριπτική απόφαση με την Αναθεωρητική Έφεση αρ. 2875, και στις 15.11.2001 εκδόθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ακυρωτική απόφαση. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ένεκα της στάσης και της συμπεριφοράς του Εναγόμενου, η ίδια και η οικογένεια της υπέστησαν απώλειες, ειδικές ζημιές, υλική και ηθική βλάβη και ψυχική και σωματική ταλαιπωρία. Με επιστολές του δικηγόρου της ημερομηνίας 28.2.2005 και 20.12.2007, κάλεσε με πλήρη τεκμηρίωση τον Εναγόμενο να την αποζημιώσει με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, πλην όμως ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Για τους λόγους αυτούς, στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, η Ενάγουσα ήγειρε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας υπό μορφή εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης την αποκατάσταση των ειδικών ζημιών που υπέστη, πρόσθετα ή διαζευκτικά προς οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση δικαιούται. Στην Έκθεση Απαίτησης της εξειδικεύει τις ειδικές ζημιές που υπέστη τα έτη 1998 - 2001, ως ακολούθως: Λ.Κ. 17.985.08 ως οδοιπορικά, Λ.Κ. 2.945,07 ως επίδομα γεύματος και Λ.Κ. 7.610 για ταξί, σύνολο Λ.Κ. 28.540,15 (€48.763,74). Αξιώνει περαιτέρω γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για τη στάση του Εναγόμενου έναντι της νομιμότητας, αλλά και των απωλειών ή της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας της. Αξιώνει, τέλος, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση που καταχώρησε στις 29.10.2008, παραδέχεται τις παραγράφους 1, 2 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης, οι οποίες παρατίθενται κατωτέρω, στα πλαίσια των «παραδεκτών γεγονότων». Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι ο δικηγόρος της Ενάγουσας ζήτησε συνάντηση για συζήτηση του ύψους των αποζημιώσεων που διεκδικούσε εκ μέρους της Ενάγουσας, και ότι, ενώ ο Εναγόμενος ανταποκρίθηκε θετικά, ο δικηγόρος της Ενάγουσας αμέλησε και/ή αρνήθηκε να συζητήσει το ύψος των αποζημιώσεων, επικαλείται δε ως σχετική με τα ανωτέρω κάποια επιστολή ημερομηνίας 24.7.2002 που εστάλη από τον Εναγόμενο προς το δικηγόρο της Ενάγουσας. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η ΕΔΥ συμμορφώθηκε άμεσα προς την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ότι η παρούσα αγωγή δεν περιέχει καμία αιτία αγωγής. Κατά τα λοιπά αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης της και όλες τις αξιώσεις της. Στις 7.11.2008 η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση, με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ως αυτοί εκτίθενται στην Υπεράσπιση του στο βαθμό που δεν αποτελούν παραδοχές, και εμμένει στις θέσεις της ως αυτές εμφαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Αναφορικά με την επιστολή ημερομηνίας 24.7.2002 είναι η θέση της ότι με αυτή ο Εναγόμενος ζήτησε γραπτή υποβολή αιτιολογημένης απαίτησης της Ενάγουσας, κάτι που έγινε στις 28.2.
- Ακολούθησε υπενθύμιση ημερομηνίας 11.1.2007 και νέα επιστολή ημερομηνίας 20.12.2007, στις οποίες ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε, ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε θεραπεία. Αναφορικά με τη θέση του Εναγόμενου ότι υπήρξε συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η συμμόρφωση της ΕΔΥ με το ακυρωτικό αποτέλεσμα έγινε μετά που εφαρμόστηκε επί μακρόν η παράνομη και ακυρωθείσα απόφαση της ΕΔΥ και η αποζημίωση που διεκδικείται αφορά το χρόνο για τον οποίο ίσχυσε η απόφαση για μετάθεση της. Παραδεκτά Γεγονότα Όπως προαναφέρθηκε, ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του, ρητώς παραδέχεται ορισμένους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας (Δ.24 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), τους οποίους παραθέτω κατωτέρω: «
- Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο η Ενάγουσα, δημόσιος υπάλληλος από χρόνια υπηρετούσε στον ουσιώδη χρόνο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας στη Λεμεσό ως Διοικητικός Λειτουργός Α' με πολυετή υπηρεσία και έχαιρε εκτίμησης για τη σοβαρότητα, την τιμιότητα, την ευσυνειδησία και την επαγγελματική της συνέπεια χωρίς ποτέ να της αποδοθεί κατά το Νόμο ή τους Κανονισμούς οποιαδήποτε μη δέουσα υπηρεσιακή συμπεριφορά.
- Κατά ή περί την 24.4.98 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών με επιστολή και/ή πρόταση προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ζήτησε έγκριση για μετάθεση της Ενάγουσας από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας στη Λεμεσό στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων.
- Η Ενάγουσα μετατέθηκε από τη Λεμεσό στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων στη Λευκωσία στις 25.5.
- Η πιο πάνω απόφαση αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα με την υπ' αριθμό 458/98 προσφυγή της στο Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος στην οποία εκδόθηκε από τον Πρωτόδικο Δικαστή απορριπτική απόφαση την 16.6.
- Η Ενάγουσα την 22.7.99 εφεσίβαλε την ανωτέρω απόφαση με την καταχώρηση της Αναθεωρητικής Έφεσης με αριθ. 2875 και στις 15.11.01 εκδόθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ακυρωτική απόφαση.» Μαρτυρία Κατά την ακρόαση, προς απόδειξη της αξίωσης της Ενάγουσας, μαρτυρία έδωσε μόνο η ίδια. Εκ μέρους του Εναγόμενου δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η Ενάγουσα, κατά την κυρίως εξέταση της η οποία διεξήχθη με την ανάγνωση γραπτής δήλωσης (Έγγραφο «Α») ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, επιτρέπει, ανέφερε ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν δημόσιος υπάλληλος τοποθετημένη στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων στη Λεμεσό. Διορίστηκε το
- Στις 6.5.98 εγκρίθηκε από την ΕΔΥ η μετάθεση της στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων στη Λευκωσία. Μετατέθηκε στη Λευκωσία στις 25.5.98, με αποτέλεσμα να στερηθεί της χαράς για προσφορά στον ειδικό τομέα όπου υπηρετούσε και ήταν απόλυτα σχετικός με τις σπουδές της, αλλά και της δυνατότητας και χαράς να φροντίζει σε πληρέστερο βαθμό τα ανήλικα τέκνα της και γενικότερα την οικογένεια της, άρχισε δε μία άδικη ταλαιπωρία της με την καθημερινή διακίνηση της από Λεμεσό προς Λευκωσία και αντίθετα, με προφανείς συνέπειες στη ζωή των παιδιών της και στις οικογενειακές της υποχρεώσεις. Αναφέρθηκε στη συνέχεια στην Προσφυγή αρ. 458/1998 που καταχώρησε εναντίον της απόφασης της ΕΔΥ για μετάθεση της, και στη δικαστική απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση αρ. 2875 που άσκησε εναντίον της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, η οποία κατέληξε στην ακύρωση της απόφασης της ΕΔΥ για μετάθεση της. Αντίγραφο της δικαστικής απόφασης καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, η απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας ήταν ότι, παρά το γεγονός ότι η πρόταση για τη μετάθεση της Ενάγουσας υπογράφετο από λειτουργό του Υπουργείου Οικονομικών «για Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Οικονομικών», εντούτοις δεν υπήρχε πουθενά καταγραμμένη απόφαση της αρμόδιας αρχής, ήτοι του Υπουργού Οικονομικών ή του Γενικού Διευθυντή, για τη μετάθεση της Ενάγουσας. Έτσι η απόφαση ακυρώθηκε λόγω παράβασης τύπου και λόγω αναρμοδιότητας. Η μετάθεση της ίσχυσε, είπε, μέχρι να ακυρωθεί για περίπου τρεισήμισι (3 ½) χρόνια, διάστημα κατά το οποίο πηγαινοερχόταν καθημερινά, με το ιδιόκτητο της αυτοκίνητο, από τη Λεμεσό όπου διέμενε μόνιμα με την οικογένεια της, στη Λευκωσία για την εργασία της. Η απόσταση που διένυε καθημερινά ήταν 166 χιλιόμετρα (83 χλμ απόσταση μεταξύ του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων στη Λευκωσία και του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας στη Λεμεσό). Κατέθεσε προς τούτο αντίγραφο βεβαίωσης του Τμήματος Δημοσίων Έργων ημερομηνίας 11.5.2012 αναφορικά με την πιο πάνω απόσταση (Τεκμήριο 2). Όλο το χρονικό διάστημα που ίσχυσε η μετάθεση της, υπέστη υλική βλάβη και ειδικές ζημιές, καθώς επίσης και ηθική και ψυχική ταλαιπωρία, τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της (σύζυγος και τρία παιδιά, ηλικίας τότε 12, 12 και 14 ετών). Η συνολική, πραγματική της εργασία (χωρίς άδειες, σαββατοκυρίακα κτλ) ήταν: για το έτος 1998, 94 ημέρες, για το έτος 1999, 213 ημέρες, για το έτος 2000, 234 ημέρες και για το έτος 2001, 220 ημέρες (σύνολο 761 ημέρες - από 25.5.98 - 15.11.01). Κατέθεσε προς τούτο αντίγραφο βεβαίωσης του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων ημερομηνίας 16.4.2014 (Τεκμήριο 3). Διεκδικεί τις εξής ειδικές ζημιές: Για το έτος 1998 (94 εργάσιμες ημέρες) διένυσε συνολικά 15.604 χιλιόμετρα και ως οδοιπορικά ζητά Λ.Κ.0,1383 ανά χλμ για τα πρώτα 6.400 χλμ, Λ.Κ.0,1219 ανά χλμ για τα επόμενα 3.200 χλμ και Λ.Κ.0,1111 ανά χλμ για τα τελευταία 6.004 χλμ - σύνολο Λ.Κ.1.942,
- Ζητά επίσης Λ.Κ.425,82 ως επίδομα γεύματος (94 γεύματα προς Λ.Κ.4,53 την ημέρα) καθώς και Λ.Κ.940 για μεταφορά των 3 παιδιών της στα ιδιαίτερα μαθήματα με ταξί (94 ημέρες επί Λ.Κ.10 την ημέρα). Σύνολο: Λ.Κ.3.308,
- Για το έτος 1999 (213 εργάσιμες ημέρες) διένυσε συνολικά 35.358 χιλιόμετρα και ως οδοιπορικά ζητά Λ.Κ.0,1383 ανά χλμ για τα πρώτα 6.400 χλμ, Λ.Κ.0,1219 ανά χλμ για τα επόμενα 3.200 χλμ και Λ.Κ.0,1111 ανά χλμ για τα τελευταία 25.758 χλμ - σύνολο Λ.Κ.4.136,
- Ζητά επίσης Λ.Κ.1.000,04 ως επίδομα γεύματος (213 γεύματα προς Λ.Κ. 4,695 την ημέρα) καθώς και Λ.Κ.2.130 για μεταφορά των 3 παιδιών της στα ιδιαίτερα μαθήματα με ταξί (213 ημέρες επί Λ.Κ.10 την ημέρα). Σύνολο: Λ.Κ. 7.266,
- Για το έτος 2000 (234 εργάσιμες ημέρες) διένυσε συνολικά 38.844 χιλιόμετρα και ως οδοιπορικά ζητά Λ.Κ.0,1383 ανά χλμ για τα πρώτα 6.400 χλμ, Λ.Κ.0,1219 ανά χλμ για τα επόμενα 3.200 χλμ και Λ.Κ.0,1111 ανά χλμ για τα τελευταία 29.244 χλμ - σύνολο Λ.Κ.4.524,
- Ζητά επίσης Λ.Κ.1.098,63 ως επίδομα γεύματος (234 γεύματα προς Λ.Κ.4,695 την ημέρα) καθώς και Λ.Κ.2.340 για μεταφορά των 3 παιδιών της στα ιδιαίτερα μαθήματα με ταξί (234 ημέρες επί Λ.Κ.10 την ημέρα). Σύνολο: Λ.Κ. 7.962,
- Για το έτος 2001 (220 εργάσιμες ημέρες) διένυσε συνολικά 36.520 χιλιόμετρα και ως οδοιπορικά ζητά Λ.Κ.0,1402 ανά χλμ για τα πρώτα 6.400 χλμ, Λ.Κ.0,1236 ανά χλμ για τα επόμενα 3.200 χλμ και Λ.Κ.0,1126 ανά χλμ για τα τελευταία 26.920 χλμ - σύνολο Λ.Κ.4.323,
- Ζητά επίσης Λ.Κ.1.032,90 ως επίδομα γεύματος (220 γεύματα προς Λ.Κ.4,695 την ημέρα) καθώς και Λ.Κ.2.200 για μεταφορά των 3 παιδιών της στα ιδιαίτερα μαθήματα με ταξί (220 ημέρες επί Λ.Κ.10 την ημέρα). Σύνολο: Λ.Κ. 7.556,
- Το συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που ζητά ανέρχεται σε Λ.Κ. 26.094,74 (€44.585,51). Οι πιο πάνω διεκδικήσεις της Ενάγουσας περιέχονται αναλυτικά και σε κατάσταση που η ίδια ετοίμασε και καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
- Η Ενάγουσα είπε ότι αναζήτησε πληροφόρηση για τους Κανονισμούς που ισχύουν για αποζημίωση των υπαλλήλων που υπηρετούν σε υπηρεσία σε άλλη πόλη εν σχέσει με την έδρα τους, επειδή θεώρησε ότι αποτελούσε ανάλογο, ίσο, δίκαιο και κοινό μέτρο διαπίστωσης και της αντίστοιχης, δικής της βλάβης. Έτσι, για σκοπούς υπολογισμού της ζημιάς της, έλαβε υπόψη της τις σχετικές εγκυκλίους του Υπουργείου Οικονομικών που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο (Μάιος 1998 - Νοέμβριος 2001). Κατέθεσε σχετικά τις εγκυκλίους ημερομηνίας 21.3.97 (Τεκμήριο 4) και 5.10.2000 (Τεκμήριο 5) όσον αφορά τα οδοιπορικά. Στην εγκύκλιο - Τεκμήριο 4 αναφέρεται ότι «έχει αποφασιστεί όπως το επίδομα οδοιπορικών αναθεωρηθεί από την 1η Μαρτίου 1997». Στην εγκύκλιο επισυνάπτεται πίνακας, ο «Πίνακας Α'», στον οποίο φαίνεται το επίδομα οδοιπορικών για διάφορες κατηγορίες βενζινοκίνητων οχημάτων τύπου «σαλούν», ανάλογα με τον κυβισμό τους, το κατά πόσο κινούνται σε ασφαλτοστρωμένους ή μη ασφαλτοστρωμένους δρόμους και ανάλογα με τον τύπο της ασφάλειας που τα καλύπτει (πλήρης ή έναντι τρίτου). Χρησιμοποίησε, όπως είπε, την εγκύκλιο αυτή για τα οδοιπορικά των ετών 1998 -
- Όπως δε προκύπτει από τη σύγκριση του εν λόγω Πίνακα με τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις, η Ενάγουσα χρησιμοποίησε το επίδομα που δίδεται σε υπαλλήλους που είναι κάτοχοι βενζινοκίνητων αυτοκινήτων τύπου «σαλούν» 1,101 κυβ. εκ. και πάνω και που καλύπτονται από πλήρη ασφάλεια. Στην εγκύκλιο - Τεκμήριο 5 αναφέρεται ότι «λόγω αυξήσεων στις τιμές των καυσίμων, έχει αποφασιστεί όπως τα επιδόματα οδοιπορικών αναθεωρηθούν από τις 2 Οκτωβρίου 2000 ..». Αναφέρεται επίσης ότι «καταργείται η κατηγορία επιδόματος για πλήρη ασφάλεια, εφόσον η πλήρης ασφάλεια δεν είναι πλέον υποχρεωτική για τους δικαιούχους σε επίδομα οδοιπορικών, καθώς και ο διαχωρισμός του επιδόματος για ασφαλτοστρωμένους και μη δρόμους .». Στην εγκύκλιο επισυνάπτεται πίνακας στον οποίο φαίνεται το επίδομα οδοιπορικών για τις διάφορες κατηγορίες οχημάτων, ανάλογα με τον κυβισμό τους, το κατά πόσο είναι βενζινοκίνητα ή πετρελαιοκίνητα κλπ. Χρησιμοποίησε την εγκύκλιο αυτή για τα οδοιπορικά του έτους
- Όπως προκύπτει από τη σύγκριση του Πίνακα με τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις, η Ενάγουσα χρησιμοποίησε το επίδομα που δίδεται σε υπαλλήλους που είναι κάτοχοι βενζινοκίνητων αυτοκινήτων τύπου «σαλούν» 1101 κυβ. εκ. και πάνω. Κατέθεσε επίσης τις εγκυκλίους ημερομηνίας 5.8.1997 (Τεκμήριο 6) και 2.11.1998 (Τεκμήριο 7), που αφορούν το επίδομα απουσίας/γεύματος εκτός έδρας. Στην εγκύκλιο - Τεκμήριο 6 αναφέρεται ότι «έχει αποφασιστεί όπως, από την 1η Ιουλίου 1997, το επίδομα απουσίας εκτός έδρας στην Κύπρο αναθεωρηθεί ως αναφέρεται στο συνημμένο πίνακα». Στον Πίνακα τίθεται ένα κατώτατο και ένα ανώτατο όριο για επίδομα γεύματος ή δείπνου, το οποίο διαφοροποιείται ανάλογα με το βασικό μισθό του υπαλλήλου. Χρησιμοποίησε την εγκύκλιο αυτή για το επίδομα γεύματος των ετών 1998 -
- Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 14, η Ενάγουσα χρησιμοποίησε το μέσο όρο του επιδόματος για υπαλλήλους με βασικό μισθό μέχρι Λ.Κ.7.
- Στην εγκύκλιο - Τεκμήριο 7 καθορίζεται αναθεωρημένο επίδομα απουσίας εκτός έδρας από την 1η Σεπτεμβρίου
- Στον Πίνακα τίθεται ένα κατώτατο και ένα ανώτατο όριο για επίδομα γεύματος ή δείπνου, το οποίο διαφοροποιείται ανάλογα με τη μισθολογική κλίμακα του υπαλλήλου. Χρησιμοποίησε την εγκύκλιο αυτή για το επίδομα των ετών 2000 -
- Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 14, η Ενάγουσα χρησιμοποίησε το μέσο όρο του επιδόματος για υπαλλήλους τοποθετημένους μέχρι την κλίμακα Α
- Η Ενάγουσα κατέθεσε επίσης έγγραφες δηλώσεις των κκ. Ελευθέριου Γαλάτη και Χαράλαμπου Πουργουρή (Τεκμήρια 8Α και 8Β). Σύμφωνα με την έγγραφη δήλωση ημερομηνίας 14.9.2014 - Τεκμήριο 8Α - ο κ. Ελευθέριος Γαλάτης αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης του γραφείου ταξί Favour στη Λεμεσό, ότι κατά την περίοδο 1998 - 2001 οδηγοί ταξί του γραφείου του μετέφεραν καθημερινά τα απογεύματα τα τρία παιδιά της Ενάγουσας στα ιδιαίτερα μαθήματα τους, και ότι η τιμή για μια μέτρια διαδρομή κατά την περίοδο 1998 - 2001 ήταν €5,13 (Λ.Κ.3). Σύμφωνα με την έγγραφη δήλωση ημερομηνίας 13.5.2014 - Τεκμήριο 8Β - ο κ. Χαράλαμπος Πουργουρής αναφέρει ότι εργοδοτείται ως οδηγός ταξί στο γραφείο ταξί Lefteris πρώην Favour στη Λεμεσό, ότι κατά την περίοδο 1998 - 2001 οδηγοί ταξί του γραφείου εκείνου μετέφεραν καθημερινά τα απογεύματα τα τρία παιδιά της Ενάγουσας στα ιδιαίτερα μαθήματα τους, και ότι η τιμή για μια μέτρια διαδρομή κατά την περίοδο 1998 - 2001 ήταν €5,13 (Λ.Κ.3). Η Ενάγουσα ανέφερε επίσης ότι μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν υπήρξε συμμόρφωση προς το δεδικασμένο, έτσι κάλεσε τον Εναγόμενο να προχωρήσει σε αποκατάσταση και/ή επανόρθωση της ζημιάς της. Κατέθεσε προς τούτο τις εξής επιστολές: Επιστολή ημερομηνίας 10.7.2002 από το δικηγόρο της Ενάγουσας προς το Γενικό Εισαγγελέα με την οποία καλείται ο Εναγόμενος να διευθετήσει τη ζημιά που προκλήθηκε στην Ενάγουσα από την ακυρωθείσα διοικητική πράξη (Τεκμήριο 9). Επιστολή ημερομηνίας 24.7.2002 από το Γενικό Εισαγγελέα προς το δικηγόρο της Ενάγουσας με την οποία ζητείται η υποβολή έγγραφης και αιτιολογημένης απαίτησης (Τεκμήριο 10). Επιστολή ημερομηνίας 28.2.2005 του δικηγόρου της Ενάγουσας προς το Γενικό Εισαγγελέα στην οποία επισυνάπτεται, για σκοπούς συμβιβασμού, όπως αναφέρεται, κατάσταση των επιδομάτων οδοιπορικών και φαγητού που δικαιούται η Ενάγουσα, συνολικού ύψους Λ.Κ. 20.930,15 (Τεκμήριο 11). Επιστολή ημερομηνίας 11.1.2007 του δικηγόρου της Ενάγουσας προς το Γενικό Εισαγγελέα με την οποία ζητείται η πραγματοποίηση συνάντησης για ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος (Τεκμήριο 12). Επιστολή ημερομηνίας 20.12.2007 από το δικηγόρο της Ενάγουσας προς το Γενικό Εισαγγελέα, με την οποία ο Εναγόμενος πληροφορείται περί της πρόθεσης της Ενάγουσας να διεκδικήσει δικαστικώς αποζημιώσεις, και στην οποία παρατίθεται κατάσταση των ζημιών που η Ενάγουσα υπέστη (οδοιπορικά, επίδομα γεύματος και ταξί), οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ. 28.540,15 (Τεκμήριο 13). Ανέφερε επίσης ότι έκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση, κάτι που συνιστά περιφρονητική συμπεριφορά έναντι του δεδικασμένου, και μη σεβασμό και/ή πλήρη παραγνώριση του κράτους δικαίου, κατάσταση που δικαιολογεί την απαίτηση της για τις πρόσθετες και τιμωρητικές αποζημιώσεις που διεκδικεί. Τέλος, κατέθεσε επιστολή ημερομηνίας 6.3.2015 του δικηγόρου της προς το Γενικό Εισαγγελέα, με την οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση ημερομηνίας 26.2.2015 στην αγωγή αρ. 1961/09, η οποία επίσης αφορούσε αγωγή για αποζημιώσεις μετά από μετάθεση που ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Τεκμήριο 15). Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι η ΕΔΥ συμμορφώθηκε με την απόφαση του Εφετείου και ανακάλεσε τη μετάθεση της. Παραδέχθηκε επίσης ότι η γραπτή της δήλωση συντάχθηκε κατόπιν συνεννόησης / συζήτησης με το δικηγόρο της, αλλά επισήμανε ότι η δήλωση είναι δική της. Ανέφερε ότι έχει νομικές γνώσεις, αλλά δεν είναι δικηγόρος και ότι δεν γνωρίζει τη νομολογία. Παραδέχθηκε επίσης ότι δεν δικαιούται οδοιπορικά λόγω μετάθεσης, γι αυτό και δεν τα διεκδίκησε όταν μετατέθηκε, αλλά μόνο μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης, ως αποζημιώσεις. Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε επίσης ότι στη συνέχεια μετατέθηκε και πάλι στη Λευκωσία, απόφαση την οποία δεν αμφισβήτησε. Ερωτήθηκε επίσης αν θα μπορούσε για τη μεταφορά της από τη Λεμεσό να χρησιμοποιεί λεωφορείο, και απάντησε ότι εάν ήθελε θα μπορούσε, αλλά χρησιμοποίησε το μεταφορικό μέσο που επέλεξε. Αναφορικά με τα χρήματα που διεκδικεί για ταξί, και απαντώντας σε υποβολή ότι δεν ήταν απολύτως απαραίτητο να μεταβαίνουν τα παιδιά της σε ιδιαίτερα μαθήματα στην ηλικία που ευρίσκοντο κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Ενάγουσα ανέφερε ότι επέλεξε να συμπληρώνει τη μόρφωση των παιδιών της με ιδιαίτερα μαθήματα και ότι «μπήκε ένας αριθμός 10 λίρες τη μέρα, ένας μέσος όρος. Μου έτυχε να πληρώσω και πιο πολλά και πιο λίγα». Ανέφερε επίσης ότι όταν μπορούσε να κάνει διευθετήσεις για να πηγαίνουν τα παιδιά της με άλλο τρόπο εκτός από ταξί, το έκανε, αλλά ο κανόνας ήταν ότι δεν μπορούσε να το κάνει. Παραδέχθηκε επίσης ότι οι αναφορές σε παραδεκτά γεγονότα στη γραπτή της δήλωση μπήκαν καθ' υπόδειξη του δικηγόρου της. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν ήταν παρούσα στις συζητήσεις που έκανε ο δικηγόρος της με τον Εναγόμενο για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης, και ότι δεν γνωρίζει για ποιους λόγους δεν έκλεισε η υπόθεση. Ερωτώμενη πού βασίζει το παράπονο της ότι ο Εναγόμενος συμπεριφέρθηκε υπεροπτικά, αρνούμενος να καταβάλει αποζημιώσεις, απάντησε ότι το χρονικό διάστημα που έχει περάσει δείχνει ότι δεν υπήρχε διάθεση εκ μέρους του Εναγόμενου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, παραδέχθηκε, όμως, ότι μπορεί να παρερμήνευσε τη διάθεση του Εναγόμενου, και ότι δεν έχει απτά στοιχεία για τη συμπεριφορά του. Αγορεύσεις Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών ήταν εμπεριστατωμένες, μέσω δε αυτών αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας κάνει αναφορά στις υποχρεώσεις της διοίκησης μετά από ακυρωτική απόφαση και υποστηρίζει ότι η βλάβη που υπέστη η Ενάγουσα ένεκα της ακυρωθείσας πράξης δεν είναι βλάβη που αποκαταστάθηκε μετά την αποκατάσταση της νομιμότητας, και ότι υπό τις περιστάσεις αυτές η συμμόρφωση της διοίκησης περιλαμβάνει τη θεραπεία της ζημιάς που υπέστη η μετατεθείσα Ενάγουσα από την ακυρωθείσα πράξη. Προσθέτει ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής, η Ενάγουσα τεκμηριωμένα υπέβαλε την απαίτηση της προς τον Εναγόμενο, παραπέμποντας στα Τεκμήρια 9, 11, 12, 13 και 15, χωρίς, όμως, να υπάρξει ανταπόκριση από μέρους του Εναγόμενου. Συνεπώς, αναφέρει, ικανοποιείται η σχετική προϋπόθεση προς διεκδίκηση αποζημίωσης, ήτοι η ύπαρξη αιτήματος προς τον Εναγόμενο, και η μη ανταπόκριση της διοίκησης προς το αίτημα αυτό. Αναφορικά με το θέμα των αξιούμενων ποσών για οδοιπορικά υποστηρίζει τη θέση ότι η Ενάγουσα δικαιούται το ποσό των οδοιπορικών που λαμβάνουν οι υπάλληλοι που ταξιδεύουν για να προσφέρουν εργασία σε τόπο άλλο από την έδρα τους, προσθέτοντας ότι οι εγκύκλιοι που κατατέθηκαν δεν επιβάλλουν υποχρέωση μετακίνησης με λεωφορείο. Τονίζει περαιτέρω, σε διάφορα σημεία της αγόρευσης του, ότι η στάση της Δημοκρατίας έναντι της Ενάγουσας υπήρξε δύστροπη και αλλαζονική, και ότι η Δημοκρατία επέδειξε αδράνεια και αδιαφορία έναντι της συνταγματικής επιταγής του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, αφού δεν προέβη σε καμία προσφορά για την αποκατάσταση της ζημιάς της Ενάγουσας. Σημειώνει επίσης ότι η διοίκηση μεταχειρίζεται την Ενάγουσα άδικα εδώ και χρόνια, και παραπέμπει σχετικώς σε δικαστικές αποφάσεις ημερομηνίας 10.9.2015 και 12.11.2015 που αφορούσαν Προσφυγές που η Ενάγουσα άσκησε εναντίον αποφάσεων με τις οποίες προήχθησαν στη θέση Πρώτου Διοικητικού Λειτουργού άτομα άλλα από την ίδια, και οι οποίες ήταν επιτυχείς. Παραπέμπει περαιτέρω στο Άρθρο 35 του Συντάγματος επισημαίνοντας ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, παρέχει στο θύμα της παραβίασης αγώγιμο δικαίωμα. Εισηγείται επίσης ότι η παρούσα περίπτωση είναι τέτοια που δικαιολογεί και την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, συνδέει δε την αξίωση αυτή με το χειρισμό της παρούσας αγωγής, το γεγονός ότι η ακυρωτική απόφαση υπάρχει από το 2001, και την εσφαλμένη αντίληψη που ο Εναγόμενος έχει για τη σημασία των παραγράφων 5 και 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν ικανοποίησε το αίτημα της Ενάγουσας για αποκατάσταση της ζημιάς της, ακόμα και μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 26.2.2015 στην αγωγή αρ. 1961/09, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 15), η οποία αφορούσε σε αποζημιώσεις που δόθηκαν μετά από δικαστική απόφαση για ακύρωση μετάθεσης. Με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου σημειώνει ότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (ήτοι, η ύπαρξη ακυρωτικής απόφασης), όχι, όμως, και η δεύτερη, αφού η Ενάγουσα δεν απηύθυνε πρώτα την αξίωση της στη Διοίκηση, αλλά στο Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμήριο 9), ο οποίος δεν είναι διοικητικό όργανο, ή, σε κάθε περίπτωση, το όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη. Είναι, περαιτέρω, η θέση του ότι οι εγκύκλιοι - Τεκμήρια 4 και 5 - δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην περίπτωση της Ενάγουσας, αφού αυτές αφορούν σε υπαλλήλους που καλούνται να ταξιδεύουν περιοδικά, σποραδικά και/ή έκτακτα, εκτός της έδρας τους, και όχι σε υπαλλήλους που μετατίθενται από την υπηρεσία τους. Σημειώνει επίσης ότι με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς, για περιορισμό των δαπανών που καταβάλλονται σε δημόσιους υπαλλήλους για οδοιπορικά, περιλαμβάνεται πρόνοια σύμφωνα με την οποία όταν και όπου υπάρχουν διαθέσιμα μέσα δημόσιας χρήσης, ο υπάλληλος υποχρεώνεται σε μίσθωση θέσης σε αυτά, παραπέμποντας στη σχετική παραδοχή της Ενάγουσας ότι υπήρχε διαθέσιμο λεωφορείο για το δρομολόγιο Λεμεσός - Λευκωσία - Λεμεσός, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιεί, καθώς και στο γεγονός ότι δεν γνώριζε τη μηνιαία συνδρομή για χρήση του λεωφορείου, για να εισηγηθεί ότι η παράλειψη της Ενάγουσας να παρουσιάσει μαρτυρία σχετικά με το ποσό της μηνιαίας συνδρομής για λεωφορείο, καθιστά αδύνατο τον υπολογισμό της ζημιάς της. Επιπλέον, σημειώνει ότι ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εγκύκλιοι - Τεκμήρια 4 και 5 - αφορούσαν την Ενάγουσα, η μαρτυρία της ότι οι μετακινήσεις της γίνονταν με το ιδιόκτητο της αυτοκίνητο είναι ελλιπής προκειμένου να μπορούν να υπολογιστούν οι σχετικές αποζημιώσεις, αφού το επίδομα διαφοροποιείται ανάλογα με τον τύπο του οχήματος. Περαιτέρω, αναφορικά με το επίδομα γεύματος και τις εγκύκλιους Τεκμήρια 6 και 7, είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ότι το επίδομα αφορά απουσία υπαλλήλου εκτός έδρας και όχι υπάλληλους που μετατίθενται από την υπηρεσία τους, συνεπώς δεν αφορά την Ενάγουσα. Αναφορικά με τις έγγραφες δηλώσεις Τεκμήρια 8Α και 8Β των κκ. Ελευθέριου Γαλάτη και Χαράλαμπου Πουργουρή, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου σημειώνει ότι αυτές δεν αποτελούν αποδείξεις πληρωμής, ότι η Ενάγουσα δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο μαρτυρία ως προς τα ποσά που πλήρωνε για ταξί και ποιες ημερομηνίες αφορούσαν, και ότι η Ενάγουσα παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση της ότι κάποιες φορές ο σύζυγος ή κάποιο συγγενικό της πρόσωπο ή γείτονας μετέφεραν τα παιδιά της στα ιδιαίτερα τους μαθήματα. Ως προς την αξίωση για επιδίκαση τιμωρητικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων αναφέρει ότι η Ενάγουσα δεν τεκμηρίωσε με τη μαρτυρία της αξιόμεμπτη διαγωγή από μέρους της διοίκησης, ούτε ότι η διοίκηση προέβηκε σε πράξη με πρόθεση ή τάση να ταπεινώσει την Ενάγουσα. Καταλήγει ότι είναι η θέση του ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει, τόσο τη συνδρομή των προϋποθέσεων του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, όσο και οποιαδήποτε ζημιά αποτιμητή σε χρήμα που να μπορεί να επιδικασθεί προς όφελος της. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή την Ενάγουσα, που ήταν και η μοναδική μάρτυρας που κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία της προς εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Στα πλαίσια της αξιολόγησης καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων της, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχε να γνωρίζει τα γεγονότα, η μνήμη της, οι λόγοι που είχε να θυμάται αυτά για τα οποία καταθέτει, η πηγή των γνώσεων της, η εν γένει συμπεριφορά της στο ειδώλιο του μάρτυρα κτλ.[1] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα,[2] υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται.[3] Χωρίς να παραγνωρίζω το προσωπικό συμφέρον της Ενάγουσας στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι αυτή μου έκανε γενικά καλή εντύπωση σαν μάρτυρας, η οποία έδιδε άμεσες και ειλικρινείς απαντήσεις, και η οποία δεν δίστασε να παραδεχθεί, σε κάποιες περιπτώσεις, το γεγονός ότι μπορεί να είχε παρερμηνεύσει τη στάση του Εναγόμενου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη, πλην των σημείων που πιο κάτω αναφέρω και για τους λόγους που εξηγώ. Η Ενάγουσα υπέστη, ανέφερε, ζημιές ύψους Λ.Κ.10 την ημέρα για 761 συνολικά ημέρες που εργάστηκε στη Λευκωσία πριν την ακύρωση της μετάθεσης της για τη μεταφορά των τριών παιδιών της στα ιδιαίτερα μαθήματα τους με ταξί τις οποίες και διεκδικεί. Κατέθεσε σχετικώς τις δύο έγγραφες δηλώσεις - Τεκμήρια 8Α και 8Β - των κκ. Ελευθέριου Γαλάτη και Χαράλαμπου Πουργουρή, στο περιεχόμενο των οποίων έγινε αναφορά πιο πάνω, οι οποίες προσφέρθηκαν, αντιλαμβάνομαι, προς απόδειξη του γεγονότος ότι την περίοδο 1998 - 2001 οδηγοί του γραφείου ταξί Favour μετέφεραν καθημερινά τα τρία παιδιά της Ενάγουσας τα απογεύματα στα ιδιαίτερα τους μαθήματα και του γεγονότος ότι η τιμή για μια μέτρια διαδρομή την εν λόγω περίοδο ήταν €5,31 (Λ.Κ.3). Οι δύο αυτές δηλώσεις, οι οποίες δεν κατατέθηκαν εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, αποδεκτή μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, από το Ν. 32(Ι)/
- Η βαρύτητα, όμως, που μπορεί να αποδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία αξιολογείται, συμφώνως του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου[4] με βάση το σύνολο των περιστάσεων, με το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες, μεταξύ άλλων, αυτών που μη εξαντλητικώς απαριθμούνται στο εδάφιο 2 του άρθρου 27, καθώς και το συμφέρον της δικαιοσύνης.[5] Πέραν τούτου, συμφώνως του εδαφίου
(3)του άρθρου 27, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που μπορεί να αποδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στις δύο έγγραφες δηλώσεις που προσκομίστηκαν από την Ενάγουσα, αφού φαίνεται να ήταν και εφικτό, αλλά και εύλογο να είχαν κληθεί στην παρούσα υπόθεση τα πρόσωπα που προέβηκαν στις δύο δηλώσεις, ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από την Ενάγουσα γιατί τα δύο πρόσωπα που υπέγραψαν τις δηλώσεις δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία, η οποία θα ήταν, βέβαια, και η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, καθώς και το γεγονός ότι πέρασαν αρκετά χρόνια και συγκεκριμένα πέραν της δεκαετίας μεταξύ της εξ' ακοής δήλωσης
(2014)και των γεγονότων στα οποία αυτή αναφέρεται (1998 - 2001). Περαιτέρω, ενώ στις δύο έγγραφες δηλώσεις αναφέρεται ότι οδηγοί του γραφείου ταξί Favour μετέφεραν καθημερινά τα παιδιά της Ενάγουσας στα ιδιαίτερα μαθήματα τους, τούτο έρχεται σε προφανή αντίφαση με την προφορική μαρτυρία της Ενάγουσας η οποία αντεξεταζόμενη επί του σημείου τούτου παραδέχτηκε ότι το γεγονός ότι τα παιδιά της πήγαιναν με ταξί στα ιδιαίτερα τους ήταν ο κανόνας, πλην όμως όταν μπορούσε να κάνει διευθετήσεις για να μεταφέρουν τα παιδιά της άλλοι, το έκανε. Αναφορικά με το ποσό που η Ενάγουσα διεκδικεί για ταξί, ανέφερε ότι μπήκε ένας μέσος όρος - Λ.Κ.10 την ημέρα, και ότι της έτυχε να πληρώσει και πιο πολλά και πιο λίγα. Περαιτέρω σημειώνω ότι όταν αρχικώς ζητήθηκε από την Ενάγουσα να υποβάλει τις απαιτήσεις της για τις αποζημιώσεις που διεκδικούσε (Τεκμήριο 10), η Ενάγουσα περιορίστηκε σε απαίτηση για επίδομα οδοιπορικών και γεύματος (Τεκμήριο 11), και η αξίωση για ΛΚ.10 την ημέρα για ταξί προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 20.12.2007 (Τεκμήριο 13). Χωρίς ν' αποκλείω το ενδεχόμενο σε κάποιες περιπτώσεις να μεταφέρονταν όντως τα παιδιά της Ενάγουσας με ταξί στα ιδιαίτερα τους μαθήματα, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Ενάγουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι για 761 ημέρες τα παιδιά της μεταφέρονταν με ταξί καθημερινά στα ιδιαίτερα μαθήματα τους, με την Ενάγουσα να καταβάλλει Λ.Κ. 10 την ημέρα προς τούτο, είναι αόριστη, ασαφής και αντιφατική και δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για να οδηγηθώ σε οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα ως προς το πόσες ημέρες τα παιδιά της Ενάγουσας μεταφέρθηκαν στα ιδιαίτερα μαθήματα τους με ταξί και ως προς το ποσό που καταβλήθηκε για τις μεταφορές αυτές. Η Ενάγουσα ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ότι ο Εναγόμενος παραβίασε και/ή περιφρόνησε το δεδικασμένο (παράγραφοι 14, 19 και 20 της γραπτής της δήλωσης). Κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι καίτοι έχει νομικές γνώσεις (χωρίς να προσδιορίζει κάτι περαιτέρω επί του σημείου τούτου) δεν είναι δικηγόρος, ενώ σε άλλη ερώτηση που ειδικά ερωτήθηκε αν θεωρεί ως μέρος του δεδικασμένου την υποχρέωση για αποζημιώσεις απάντησε ότι «εάν είναι μέρος του δεδικασμένου μια υποχρέωση για αποζημίωση είναι θέμα αυτών που ασχολούνται με τη νομοθεσία. Αυτήν την στιγμή δεν ασχολούμαι για να σας δώσω απάντηση ενός θέματος που μπορεί να θέλει εξειδικευμένη νομική γνώση». Το κατά πόσο υπήρξε ή όχι παραβίαση δεδικασμένου είναι θέμα νομικό, και η Ενάγουσα, παραδέχθηκε ότι δεν έχει εκείνη την εξειδικευμένη γνώση που θα της επέτρεπε να παρουσιάσει μαρτυρία γνώμης επί του προκειμένου. Συνεπώς οι αναφορές της Ενάγουσας περί «παραβίασης του δεδικασμένου» από μέρους του Εναγόμενου, δεν θα ληφθούν υπόψη. Τα όσα αναφέρω στις δύο πιο πάνω παραγράφους, δεν επηρεάζουν το συμπέρασμα μου για την αξιοπιστία της Ενάγουσας επί των λοιπών σημείων της μαρτυρίας της, δεδομένης της γενικής εντύπωσης που μου άφησε, και δεδομένου ότι τεκμηρίωσε τις πλείστες αναφορές της με έγγραφα, η δε θέση της ότι καθ' όλη τη διάρκεια της μετάθεσης της πηγαινοερχόταν καθημερινά από τη Λεμεσό στη Λευκωσία με το ιδιόκτητο της αυτοκίνητο, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση της. Στη βάση των γεγονότων για τα οποία έγινε σχετική παραδοχή στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου και των γεγονότων που προέκυψαν από τη μαρτυρία της Ενάγουσας, προβαίνω στα εξής ευρήματα, υπό το φως των επίδικων θεμάτων: Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Ενάγουσα ήταν δημόσιος υπάλληλος που από χρόνια υπηρετούσε στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας στη Λεμεσό ως Διοικητικός Λειτουργός Α' με πολυετή υπηρεσία και έχαιρε εκτίμησης για τη σοβαρότητα, την τιμιότητα, την ευσυνειδησία και την επαγγελματική της συνέπεια. Με απόφαση της ΕΔΥ ημερομηνίας 6.5.98, η Ενάγουσα μετατέθηκε από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτηλίας στη Λεμεσό, στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων στη Λευκωσία, στις 25.5.
- Η Ενάγουσα άσκησε Προσφυγή με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος εναντίον της ως άνω απόφασης, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως με απόφαση ημερομηνίας 16.6.
- Η Ενάγουσα εφεσίβαλε την πιο πάνω απόφαση με την καταχώρηση της Αναθεωρητικής Έφεσης με αριθ. 2875, και στις 15.11.01 εκδόθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ακυρωτική απόφαση (Τεκμήριο 1). Για τα τρεισήμισι περίπου έτη που διήρκησε η μετάθεση της πριν η απόφαση για αυτή ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο πηγαινοερχόταν καθημερινά από τη Λεμεσό στη Λευκωσία με το ιδιόκτητο της αυτοκίνητο. Η συνολική απόσταση μεταξύ του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων στη Λευκωσία και του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας στη Λεμεσό είναι 83 χιλιόμετρα (Τεκμήριο 2). Η συνολική πραγματική εργασία της ήταν για το έτος 1998, 94 ημέρες, για το έτος 1999, 213 ημέρες, για το έτος 2000, 234 ημέρες και για το έτος 2001, 220 ημέρες (Τεκμήριο 3). Τα ποσά που δίδοντο σε δημόσιους υπάλληλους ως επίδομα οδοιπορικών για τα έτη 1997 - 2001 φαίνονται στις Εγκυκλίους αρ. 1122 και 1196 του Υπουργείου Οικονομικών - Τεκμήρια 4 και
- Τα ποσά που δίδοντο σε δημόσιους υπάλληλους ως επίδομα απουσίας εκτός έδρας στην Κύπρο για τα έτη 1997 - 2001 φαίνονται στις Εγκυκλίους αρ. 1129 και 1153 του Υπουργείου Οικονομικών - Τεκμήρια 6 και
- Της ακυρωτικής απόφασης ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του συνηγόρου της Ενάγουσας και του Γενικού Εισαγγελέα που σχετίζετο με αξιώσεις της Ενάγουσας για αποζημιώσεις συνεπεία της ακυρωθείσας από το Ανώτατο Δικαστήριο διοικητικής πράξης της ΕΔΥ για μετάθεση της (επιστολές ημερ. 10.7.2002 - Τεκμήριο 9, 24.7.2002 - Τεκμήριο 10, 28.2.2005 - Τεκμήριο 11, 11.1.2007 - Τεκμήριο 12 και 20.12.2007 - Τεκμήριο 13). Οι αξιώσεις της Ενάγουσας δεν ικανοποιήθηκαν. Νομική πτυχή Το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Το ιδιόρρυθμο[6] ή ιδιώνυμο[7] (sui generis), ως έχει χαρακτηριστεί, δικαίωμα για αποζημίωση που παρέχει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι εντελώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο δημιουργεί μια κατηγορία ευθύνης που σκοπεί στο να καταστήσει το διοικητικό έλεγχο αποτελεσματικό. Πρόκειται για ένα σημαντικό συνταγματικό αστικό δικαίωμα για το οποίο έχει αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο.[8] Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου,[9] οι προϋποθέσεις για να καταχωρηθεί αγωγή με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος είναι οι ακόλουθες: (α) εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, (β) αίτημα από τον αιτητή που εξασφάλισε την εν λόγω απόφαση προς τη Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματός του, και (γ) απόρριψη του αιτήματος ή παράλειψη του αρμοδίου τμήματος να εξετάσει τούτο. Επιπλέον, το δικαίωμα της αποζημίωσης δεν γεννάται «ipso facto» εκ της ακυρωτικής αποφάσεως και η ακύρωση διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφ' εαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από πολιτικό δικαστήριο. Η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας αποτελεί ευθύνη του αρμοδίου διοικητικού οργάνου αναγόμενη στο πεδίο του δημοσίου δικαίου, παράλειψη δε αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της παράνομης πράξης, αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, υποκείμενης σε αναθεώρηση βάσει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος.[10] Η έννοια της αποκατάστασης της νομιμότητας και της εξαφάνισης των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης, είναι βεβαίως διάφορη της έννοιας της αποζημίωσης για ζημιά που προκλήθηκε από την ακυρωθείσα πράξη και η υποχρέωση της διοίκησης για αποκατάσταση μετά από ακυρωτική απόφαση δεν περιλαμβάνει υποχρέωση για επανόρθωση τυχόν υλικής ζημιάς.[11] Δικαίωμα για αποζημίωση γεννάται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημιά η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί από την αρμόδια αρχή.[12] Προέχει η εξέταση του ισχυρισμού του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα δεν απηύθυνε πρώτα την αξίωση της στη Διοίκηση, αφού η Ενάγουσα απευθύνθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμήριο 9), ο οποίος δεν είναι διοικητικό όργανο, ή, σε κάθε περίπτωση, το όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη. Τούτο διότι, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, αγώγιμο δικαίωμα δεν γεννάται πριν απευθυνθεί η αξίωση για αποζημίωση προς τη διοίκηση.[13] Στην υπόθεση Νίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 ΑΑΔ 983, ο Γαβριηλίδης Δ. στη μία εκ των δύο αποφάσεων της πλειοψηφίας (η έτερη δόθηκε από τον Καλλή Δ.), είπε, στη σελ. 1002, ότι «. κατά την άποψή μας, ενόψει της διατυπώσεως του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία ο εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου ζημιωθείς δικαιούται να επιδιώξει δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν "εφόσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου", η περί αποζημιώσεως ή άλλης θεραπείας αξίωσις πρέπει να απευθύνεται, το πρώτον, προς την διοίκηση και, εφόσον αυτή δεν ικανοποιηθεί, τότε, πλέον, να καταχωρείται πολιτική αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Διαφορετικά δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα.». Ο Αρτεμίδης Δ., στη δική του ξεχωριστή απόφαση στην οποία δήλωσε τη συμφωνία του και με τις δύο αποφάσεις της πλειοψηφίας, σχετικά με την προϋπόθεση όπως η αξίωση απευθύνεται κατά πρώτον στη διοίκηση, είπε, στη σελ. 1003 ότι: «Η διοίκηση, ενδεχομένως, μετά το ακυρωτικό αποτέλεσμα δεν είναι γνώστης της κατ' ισχυρισμόν ζημίας που υπέστη ο προσφεύγων, ώστε να προσφέρει σ' αυτόν θεραπεία που τον αποζημιώνει. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του Άρθρου 146 επιβάλλουν, ως εκ τούτου, υποχρέωση σ΄αυτόν που αξιώνει αποζημίωση να υποβάλει και διατυπώσει πρώτα την απαίτηση του στη διοίκηση, και αν η τελευταία δεν ανταποκριθεί να προχωρήσει τότε με αγωγή στο Δικαστήριο.». Όμοια ήταν και η κατάληξη στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Vnukovo Airlines (V.A.) κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 ΑΑΔ 969, 979-
- Θεωρώ ότι στο πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Έντιμου Αρτεμίδη Δ., όπως ήταν τότε, βρίσκεται και η ουσία του θέματος. Η διοίκηση δεν είναι γνώστης της κατ' ισχυρισμό ζημίας που ο προσφεύγων υπέστη ώστε να προσφέρει σε αυτόν θεραπεία, γι αυτό και επιβάλλεται όπως, πριν ο προσφεύγων ασκήσει αγωγή, απευθύνει την αξίωση του κατά πρώτον στη διοίκηση. Το ερώτημα είναι αν αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση, και η απάντηση, κατά την κρίση μου, είναι θετική. Η Ενάγουσα, μέσω του δικηγόρου της, στις 10.7.2002 απηύθυνε επιστολή προς το Γενικό Εισαγγελέα με κοινοποίηση προς την ΕΔΥ, ήτοι στο όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη, με την οποία ζητείτο η διευθέτηση κάθε ζημιάς που η Ενάγουσα υπέστη από την ακυρωθείσα πράξη (Τεκμήριο 9). Ο Γενικός Εισαγγελέας, μέσω λειτουργού του, απάντησε στην ως άνω επιστολή, αναφέροντας ότι είναι στη διάθεση του δικηγόρου της Ενάγουσας για συζήτηση του ύψους των διεκδικούμενων αποζημιώσεων, ζητώντας τη γραπτή υποβολή αιτιολογημένων απαιτήσεων (Τεκμήριο 10 - επιστολή ημερ. 24.7.2002). Ακολούθησε η επιστολή ημερ. 28.2.2005 από το δικηγόρο της Ενάγουσας προς το Γενικό Εισαγγελέα στην οποία επισυνάφθηκε κατάσταση των επιδομάτων οδοιπορικών και φαγητού που διεκδικούσε η Ενάγουσα, με την παράκληση όπως ανταλλαγούν άμεσα απόψεις (Τεκμήριο 11), και η ακόλουθη υπενθύμιση ημερ. 11.1.2007 με παράκληση για διευθέτηση σχετικής συνάντησης (Τεκμήριο 12). Στη συνέχεια στάληκε νέα επιστολή προς το Γενικό Εισαγγελέα ημερ. 20.12.2007 στην οποία επίσης εκτίθεντο αναλυτικά οι ζημιές που διεκδικούσε η Ενάγουσα (Τεκμήριο 13). Κρίνω ότι η Ενάγουσα απηύθυνε την αξίωση της προς τη διοίκηση πριν την έγερση της παρούσας αγωγής. Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι διοικητικό όργανο, ως ορθώς αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του, είναι, όμως, ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας, και, μεταξύ άλλων, της ΕΔΥ, εκπροσώπησε δε αυτήν στην ΑΕ
- Η πρώτη επιστολή (Τεκμήριο 9), σύμφωνα με το περιεχόμενο της επί του οποίου η Ενάγουσα δεν αντεξετάστηκε, κοινοποιήθηκε στην ΕΔΥ, ήτοι στο όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη. Ακολούθησε αλληλογραφία με λειτουργό του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος ανέφερε ότι είναι στη διάθεση του δικηγόρου της Ενάγουσας για συζήτηση του ύψους των διεκδικούμενων αποζημιώσεων και ο οποίος ζήτησε την εξειδίκευση και αιτιολόγηση των απαιτήσεων της Ενάγουσας, χωρίς να αναφερθεί στην Ενάγουσα ότι αυτή έπρεπε να απευθύνει την αξίωση της προς την ΕΔΥ προκειμένου να μπορεί να ικανοποιηθεί (Τεκμήριο 10). Οι διεκδικούμενες αποζημιώσεις εξειδικεύτηκαν, όμως η αξίωση της Ενάγουσας δεν ικανοποιήθηκε, και τούτο δεν αμφισβητείται, εξ' ου και κίνησε την παρούσα αγωγή. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και με βάση τα γεγονότα της ως εκτέθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση προς διεκδίκηση αποζημιώσεων με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Το επόμενο ερώτημα είναι αν, στην προκειμένη περίπτωση, η νομιμότητα έχει αποκατασταθεί και αν απομένει οποιαδήποτε ζημιά μετά την αποκατάσταση της. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος προέβαλε τη θέση ότι η ΕΔΥ συμμορφώθηκε άμεσα προς την απόφαση της Ολομέλειας. Η μόνη μαρτυρία που προσφέρθηκε σχετικά, ήταν στα πλαίσια της αντεξέτασης της Ενάγουσας όταν αυτή ερωτήθηκε «η επιτροπή δημόσιας υπηρεσίας δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του εφετείου και να ανακαλέσει τη μετάθεση σας;» και απάντησε «ναι». Έγινε, βεβαίως, σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης αναφορά σε νέα μετάθεση της Ενάγουσας στη Λευκωσία, η οποία δεν προσβλήθηκε με Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς, όμως, να συσχετιστεί η μετάθεση αυτή με την ακυρωθείσα πράξη ή να υποβληθεί ότι έγινε στα πλαίσια επανεξέτασης αυτής. Με βάση, συνεπώς, την προσφερθείσα μαρτυρία, μετά τη δικαστική ακύρωση της απόφασης της ΕΔΥ ημερομηνίας 6.5.98 για μετάθεση της Ενάγουσας, η ΕΔΥ συμμορφώθηκε προς την ακυρωτική απόφαση, ανακαλώντας την απόφαση της για μετάθεση της Ενάγουσας. Αποζημιώσεις Προχωρώ τώρα στην εξέταση του είδους και του ύψους των αποζημιώσεων που η Ενάγουσα διεκδικεί. Η Ενάγουσα διεκδικεί τρία κονδύλια, ως ειδικές αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα διεκδικεί Λ.Κ. 14.927,35 ως οδοιπορικά, Λ.Κ. 3.557,39 ως επίδομα γεύματος και Λ.Κ. 7.610 για ταξί για τη μεταφορά των τριών παιδιών της στα ιδιαίτερα μαθήματα τους. Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, κρίνω ότι τα εν λόγω κονδύλια δεν μπορεί να αποδοθούν στην Ενάγουσα ως ειδικές αποζημιώσεις, ακόμη και αν έκρινα ότι και τα τρία σχετίζονται με την ακυρωθείσα πράξη και προέκυψαν ως άμεση συνέπεια αυτής. Στην υπόθεση Πίριλλος v. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, σχετικά με το θέμα επιδίκασης ειδικών αποζημιώσεων, αναφέρθηκαν τα εξής: «Έχει νομολογηθεί ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Βλ. Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Λοΐζου ν. Μουρτζή
(1999)1 Α.Α.Δ. 883, Μαΐττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1 και Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1923).». Και σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ταλιαδώρου κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 586, η οποία αφορούσε, όπως και η παρούσα, σε αγωγή για αποζημιώσεις με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, μέσα στα πλαίσια της οποίας διεκδικούντο ποσά ως «ειδικές ζημιές», το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι (σελ. 600): «Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το ποσό των £9.000.- που διεκδικείτο ως έξοδα, θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί αυστηρά, ως ειδική ζημιά, από τους ενάγοντες, οι οποίοι απέτυχαν να το αποδείξουν, ..» Η Ενάγουσα διεκδικεί το ποσό των Λ.Κ. 14.927,35 (€ 25.504,89)[14] ως οδοιπορικά. Το ποσό αυτό είναι μειωμένο σε σχέση με την Έκθεση Απαίτησης, στην οποία εσφαλμένα, ως η Ενάγουσα ανέφερε στην ένορκη μαρτυρία της, είχε υπολογιστεί ότι η απόσταση που καθημερινά διένυε ήταν 200 χλμ και όχι 166 χλμ (παρ. 21 της γραπτής της δήλωσης), αλλά και επειδή για τα έτη 1998, 1999 και 2000 με την Έκθεση Απαίτησης διεκδικούντο αυξημένα ποσά ανά χιλιόμετρο. Κρίνω, ότι το διεκδικούμενο, ως «οδοιπορικά», ποσό, δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα ως ειδική αποζημίωση για τους λόγους που θα εξηγήσω. Κατ' αρχάς, η Ενάγουσα δεν έχει προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη των ποσών που η ίδια πράγματι κατέβαλε για τις μετακινήσεις της από τη Λεμεσό στη Λευκωσία και αντίθετα. Ούτε και για τις τιμές των καυσίμων κατά τον ουσιώδη χρόνο προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ούτε και έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία περί του ότι τα ποσά που καθορίζονται στις εγκυκλίους Τεκμήρια 4 και 5, αποτελούν τα ποσά που πρόσωπο θα κατέβαλλε ανά χιλιόμετρο κατά τον ουσιώδη χρόνο για τις μετακινήσεις του. Περαιτέρω, το γεγονός ότι το ποσό που δίδεται ως οδοιπορικά σε δημόσιους υπαλλήλους, διαφοροποιείται ανάλογα με το αν το όχημα καλύπτεται από πλήρη ασφάλεια ή ασφάλεια έναντι τρίτου (Τεκμήριο 4) και ανάλογα με τον τύπο του οχήματος (Τεκμήρια 4 και 5), καθώς και το γεγονός ότι το ποσό που δίδεται ως οδοιπορικά ανά χιλιόμετρο μειώνεται όσο τα χιλιόμετρα αυξάνονται (Τεκμήρια 4 και 5), καταδεικνύει ότι στον καθορισμό των επιδομάτων οδοιπορικών λαμβάνονται υπόψη διάφορα στοιχεία. Εν τέλει, ο τρόπος υπολογισμού του επιδόματος οδοιπορικών στα Τεκμήρια 4 και 5 παραμένει άγνωστος για το Δικαστήριο, αφού δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία από οποιοδήποτε αρμόδιο λειτουργό που να επεξηγεί τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων ως αυτά εμφαίνονται στις εγκυκλίους. Και τούτο σε αντίθεση με την αγωγή αρ. 1961/09 στην οποία η Ενάγουσα παρέπεμψε (Τεκμήριο 15, σελ. 3 της απόφασης, μαρτυρία κ. Μιχάλη Μελή). Δεδομένης της αυστηρότητας με την οποία δέον να αποδεικνύονται οι ειδικές ζημιές κατά τη νομολογία, κρίνω ότι η προσκόμιση των δύο εγκυκλίων από μόνη της δεν είναι αρκετή, και η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει, στο βαθμό που απαιτείται, το ποσό που δαπάνησε μεταξύ της 25.5.98 και της 15.11.01 για τη μετακίνηση της από τη Λεμεσό στη Λευκωσία και αντίθετα, οπότε δεν θα μπορούσε να της αποδοθεί ως ειδική αποζημίωση το ποσό που διεκδικεί ως οδοιπορικά. Περαιτέρω, η Ενάγουσα διεκδικεί το ποσό των Λ.Κ. 3.557,39 (€ 6.078,16)[15] ως επίδομα γεύματος. Σε σχέση με το εν λόγω ποσό παρατηρώ κατ' αρχάς ότι στην Έκθεση Απαίτησης, και συγκεκριμένα στην παράγραφο 8 υποπαράγραφοι 1(β), 2(β), 3(β) και 4(β) διεκδικείται το ποσό των Λ.Κ. 3,87 ανά γεύμα. Με τη μαρτυρία της, η Ενάγουσα αύξησε την απαίτησή της σε Λ.Κ. 4,53 ανά γεύμα για το έτος 1998 και σε Λ.Κ. 4,695 ανά γεύμα για τα έτη 1999, 2000, 2001 και
- Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 14, τα διεκδικούμενα, πλέον, ποσά αποτελούν το μέσο όρο μεταξύ του κατώτατου και του ανώτατου ορίου επιδόματος γεύματος σύμφωνα με την εγκύκλιο Τεκμήριο
- Όμως, σίγουρα δεν θα μπορούσε να αποδοθεί, ως ειδική αποζημίωση, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικογραφήθηκε στην απαίτηση της Ενάγουσας (Λ.Κ. 2.945,07). Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι η Ενάγουσα, στα πλαίσια της μαρτυρίας της δεν αναφέρθηκε σε καταβολή οποιουδήποτε ποσού για γεύμα ούτε και παρουσίασε την παραμικρή απόδειξη ως προς τα ποσά που δαπάνησε για γεύματα. Δεδομένης της αυστηρότητας με την οποία αποδεικνύονται οι ειδικές ζημιές, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό ως ειδική αποζημίωση για τα γεύματα της ενόσω διήρκησε η ακυρωθείσα μετάθεση της στη Λευκωσία. Τέλος, η Ενάγουσα διεκδικεί το ποσό των Λ.Κ. 7.610 (€ 13.002,46)[16] ως το ποσό που δαπανήθηκε για τη μεταφορά των τριών παιδιών της με ταξί στα ιδιαίτερα τους μαθήματα για την περίοδο 25.5.1998 και 15.11.
- Σχετικά με αυτό το διεκδικούμενο ποσό επαναλαμβάνω, κατ΄ αρχάς αυτό που ανέφερα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας, ανωτέρω, ως προς το ότι δεν προσφέρθηκε αξιόπιστη μαρτυρία επί του θέματος της μεταφοράς των παιδιών της Ενάγουσας με ταξί και του ποσού που καταβάλλετο από την Ενάγουσα. Ακόμη, όμως, και αν ήμουν διατεθειμένη να αποδώσω βαρύτητα στις δύο έγγραφες δηλώσεις, Τεκμήρια 8Α και 8Β, όπως ορθά αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου στη γραπτή του αγόρευση, οι δύο έγγραφες δηλώσεις δεν αποτελούν αποδείξεις πληρωμής οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα, ενώ η Ενάγουσα παραδέχθηκε αντεξεταζόμενη ότι το ποσό των Λ.Κ. 10 την ημέρα που διεκδικεί, μπήκε ως ένας μέσος όρος, και ότι της έτυχε να πληρώσει και πιο πολλά και πιο λίγα. Ούτε εξηγήθηκε ποια είναι η «μέτρια διαδρομή» που αναφέρεται στις δύο έγγραφες δηλώσεις, ούτε ποιες είναι οι διαδρομές που γίνονταν για μεταφορά των παιδιών της Ενάγουσας. Με την προσφερθείσα μαρτυρία η Ενάγουσα απέτυχε, κατά την κρίση μου, να αποδείξει ποια ποσά συγκεκριμένα κατέβαλε και σε ποιες ημερομηνίες, έχοντας πάντα κατά νου ότι τα συγκεκριμένα ποσά διεκδικούνται ως ειδικές αποζημιώσεις, και την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να αποδεικνύονται κατά τη δίκη. Το πιο πάνω συμπέρασμα μου ως προς το ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι δικαιούται τα διεκδικούμενα ποσά ως ειδικές αποζημιώσεις, δεν σημαίνει ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να λάβει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Τούτο δεδομένου του sui generis μέτρου των αποζημιώσεων που αποδίδονται με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Ως προς το ποια υλική ζημιά μπορεί να αποζημιωθεί στη βάση του Άρθρου 146.6, και ως προς το μέτρο της αποζημίωσης, σημειώνονται τα εξής. Η αξίωση που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Το δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια αυτής.[17] Η ζημιά, η οποία πρέπει ν' αποδειχθεί, συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα.[18] Η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δεν έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα. Ο όρος «δικαία και εύλογος αποζημίωσις» στο πλαίσιο του Άρθρου 146 ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημίας να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης.[19] Στην υπόθεση Frangoulides v. Republic
(1982)1 CLR 462, ο Πικής Δ., όπως ήταν τότε, είπε τα εξής στη σελ. 470: «The right to damages under Article 146 is distinctly independent[20] from any other cause of action, as the Supreme Court held in Attorney-General v. Andreas Marcoulides and Another
(1966)1 C.L.R. 242. Not only its juridical basis but also the manner of quantifying damages is different from a common law action. The Supreme Court emphasized the equitable character of the relief as well as the damages recoverable, stressing that they are not strictly compensatory: Consequently, it is legitimate for the Court to have regard, not only to the extent of the material damage suffered, but also to the conduct of the parties and the degree to which the successful party contributed to the production of the wrongful administrative act. In the case of Marcoulides, supra, the Supreme Court derived guidance, inter alia, from French case law, establishing that the conduct of the parties and their blameworthiness, if any, is of crucial importance to the determination of the quantum of the damages.» Στην υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α.Α.Δ 795, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έκανε αναφορά στις σχετικές με το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος αποφάσεις είπε ότι: «Από τις ίδιες πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι το μέτρο της αποζημίωσης είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα (restutio ab integrum). Αντίθετα έχει περιγραφεί ως ένα sui generis μέτρο αποζημιώσεων. Η υπαιτιότητα του κάθε διαδίκου είναι παράγων που λαμβάνεται υπόψη. Επίσης η ζημιά που διεκδικείται πρέπει να προκύπτει άμεσα από την απόφαση που ακυρώθηκε.» Πλέον πρόσφατη επί του θέματος είναι η απόφαση στην Πολ. Έφ. 126/10, Αναστασία Πήττα κ.α. ν Δήμου Στροβόλου, ημερομηνίας 24.4.2015, όπου, μεταξύ άλλων, αποφασίστηκαν τα εξής: «Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης» είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντος (restitutio ab integrum). Aυτό εξάλλου συνάδει και με τη φύση της επίδικης θεραπείας, η οποία έχει ως νομιμοποιητική βάση το «δίκαιο και εύλογο» της αποζημίωσης και ως εκ τούτου παραπέμπει στις αρχές της Επιείκειας. Ενόψει τούτου, εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει το ύψος της ώστε να δώσει περιεχόμενο στο δίκαιο του αιτήματος του διοικούμενου για τις ζημιές που υπέστη ως αποτέλεσμα της μεμπτής πράξης της διοίκησης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω γενικές αρχές, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση, η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση ως επίδομα γεύματος. Δεν αποκλείεται σε κάποιες περιπτώσεις ν' αποτελεί άμεση συνέπεια πράξης που ακυρώνεται η ανάγκη για σίτιση του υπαλλήλου που δεν θα προέκυπτε άλως πως. Αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από πλευράς της Ενάγουσας που να συνδέει την αξίωση της αυτή με την ακυρωθείσα πράξη. Δεν ανέφερε ποτέ ότι λόγω της ακυρωθείσας μετάθεσης της αυτή αναγκαζόταν να καταβάλλει χρήματα για τη σίτιση της που δεν θα κατέβαλλε διαφορετικά. Αντίθετα, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ως προς το γιατί το κράτος θα πρέπει να πληρώνει για το φαγητό υπαλλήλου που μετατέθηκε, έστω και παράνομα, απάντησε ότι κατά την άποψη της, εάν (το κράτος) πληρώνει το δημόσιο υπάλληλο που έχει καθήκον να πάει από μια πόλη σε άλλη μεταφορικά και επίδομα γεύματος, τότε το δικαιούται και αυτή, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει, κατά την κρίση μου, ότι η Ενάγουσα υπέστη κάποια συγκεκριμένη ζημιά ένεκα της ακυρωθείσας πράξης. Περαιτέρω, καθόσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας να αποζημιωθεί για τα χρήματα που κατέβαλλε καθημερινά για τη μεταφορά των 3 παιδιών της στα ιδιαίτερα τους μαθήματα με ταξί, επαναλαμβάνω αυτά που ανέφερα πιο πάνω ως προς το γιατί η μαρτυρία της Ενάγουσας δεν μου επιτρέπει να προβώ σε εύρημα περί του ότι όντως τα παιδιά της Ενάγουσας μεταφέρονταν καθημερινά με ταξί στα ιδιαίτερα τους μαθήματα. Ακόμη, όμως, και να ήμουν διατεθειμένη να αποδεχτώ τη μαρτυρία που προσέφερε η Ενάγουσα και τις δύο έγγραφες δηλώσεις, Τεκμήρια 8Α και 8Β, και πάλι δεν θα ήμουν διατεθειμένη να επιδικάσω οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Και εξηγώ γιατί. Στις έγγραφες δηλώσεις αναφέρεται ότι οδηγοί ταξί μετέφεραν καθημερινά τα απογεύματα τα παιδιά της Ενάγουσας στα ιδιαίτερα μαθήματα τους, χωρίς να αναφέρεται τι ώρα γίνονταν αυτές οι μεταφορές, αφού γίνεται μόνο μια αόριστη αναφορά σε «απογεύματα». Η Ενάγουσα δεν ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας της το ωράριο εργασίας της και τι ώρα επέστρεφε η ίδια στη Λεμεσό σε συσχετισμό βέβαια με τις ώρες που έπρεπε τα παιδιά της να πηγαίνουν στα ιδιαίτερα τους, ούτε ανέφερε αν κάποια μέρα της εβδομάδας εργαζόταν και απόγευμα, οπότε το γεγονός ότι τα παιδιά της πήγαιναν με ταξί στα ιδιαίτερα τους μαθήματα εκείνη την ημέρα δεν σχετίζεται με το γεγονός ότι αυτή εργαζόταν στη Λευκωσία. Ούτε στο ωράριο εργασίας του συζύγου της αναφέρθηκε, παρά μόνο περιορίστηκε να πει ότι επειδή δεν είναι δημόσιος υπάλληλος, αλλά ιδιώτης δικηγόρος, τα απογεύματα του ήταν κλειστά, και δεν μπορούσε να μεταφέρει τα παιδιά τους, χωρίς όμως να αναφερθεί στο ακριβές ωράριο εργασίας του συζύγου της, σε συσχετισμό και πάλι με τις ώρες που τα παιδιά τους έπρεπε να μεταβούν στα ιδιαίτερα μαθήματα τους. Οι πιο πάνω ελλείψεις στην προσφερθείσα μαρτυρία σημειώνονται για να καταλήξω στο ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας δεν είναι ικανή για να οδηγήσει σε συμπέρασμα επί του ζητουμένου, ήτοι του κατά πόσο η ισχυριζόμενη ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια αυτής. Δεδομένου ότι μόνο τέτοια ζημιά είναι που αποζημιώνεται με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, κρίνω ότι η αδυναμία της Ενάγουσας να αποδείξει ότι είναι λόγω της μετάθεσης της που τα παιδιά της πήγαιναν τα απογεύματα στα ιδιαίτερα τους μαθήματα με ταξί, δεν μου επιτρέπει να της επιδικάσω αποζημιώσεις για αυτό. Από την άλλη, κρίνω ότι η καθημερινή μετακίνηση της Ενάγουσας από τη Λεμεσό στη Λευκωσία και αντίθετα, μεταξύ της 25.5.1998 και 15.11.2001, προέκυψε ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης, και συνεπώς, η Ενάγουσα δικαιούται να αποζημιωθεί για αυτή. Προκειμένου να καθοριστεί το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης, η προσοχή θα πρέπει να στραφεί στη μαρτυρία που δόθηκε και η οποία είναι σχετική με την άμεση ζημιά που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ένεκα της ακυρωθείσας πράξης.[21] Η επί του θέματος προσφερθείσα μαρτυρία η οποία εξαντλείται στην κατάθεση των εγκυκλίων - Τεκμήρια 4 και 5, δεν παρέχει, κατά την κρίση μου, μεγάλη βοήθεια για τον υπολογισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, δεδομένης και της έλλειψης προσκόμισης μαρτυρίας σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων οδοιπορικών που καθορίζονται στις εγκυκλίους. Ως η Ενάγουσα παραδέχθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης της, το ότι αυτή δεν εδικαιούτο σε επίδομα οδοιπορικών λόγω της μετάθεσης της ήταν γνωστό σε αυτή, γι αυτό, είπε, δεν τα διεκδίκησε όταν μετατέθηκε. Οι εγκύκλιοι - Τεκμήρια 4 και 5 - που η Ενάγουσα χρησιμοποίησε για σκοπούς υπολογισμού της αποζημίωσης της και τα ποσά που καθορίζονται σε αυτές, ως οδοιπορικά, δεν είναι τα ποσά που λαμβάνει υπάλληλος που είναι αναγκασμένος να ταξιδεύει καθημερινά από μία πόλη σε άλλη. Ως ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση, οι εγκύκλιοι αυτές αφορούν σε υπαλλήλους που καλούνται να ταξιδεύουν περιοδικά, σποραδικά και/ή έκτακτα, εκτός της έδρας τους. Πρόνοιες για τα επιδόματα οδοιπορικών περιέχονται στους περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Απολαβές, Επιδόματα και Άλλα Οικονομικά Ωφελήματα των Δημοσίων Υπαλλήλων) Κανονισμούς του 1995, Κ.Δ.Π. 175/95. Στον Κανονισμό 35
(2)της Κ.Δ.Π. 175/95,[22] γίνεται ειδική μνεία σε υπαλλήλους τα καθήκοντα των οποίων συνεπάγονται οδοιπορικά ομοιόμορφου χαρακτήρα και προνοείται ότι σε αυτούς καταβάλλεται ένα κατ΄ αποκοπή επίδομα οδοιπορικών, το ύψος του οποίου καθορίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών. Στις εγκυκλίους που η Ενάγουσα προσκόμισε γίνεται αναφορά σε αυξήσεις των κατ' αποκοπή επιδομάτων (Τεκμήριο 4, παράγραφος (γ) και Τεκμήριο 5, 3η στήλη του Πίνακα), τα οποία, όμως, δεν καθορίζονται στις εγκυκλίους. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς της Ενάγουσας ως προς το ποιο θα ήταν το κατ' αποκοπή τούτο επίδομα στη δική της περίπτωση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κανονισμό 38
(2)της Κ.Δ.Π. 175/95,[23] περιοδεύοντες υπάλληλοι θα πρέπει να χρησιμοποιούν τα δημόσια μέσα μεταφοράς, νοουμένου ότι αυτά είναι πιο οικονομικά και είναι πρακτικά δυνατό. Η Ενάγουσα αντεξεταζόμενη παραδέχτηκε ότι υπήρχε λεωφορείο για να μεταβαίνει από τη Λεμεσό στη Λευκωσία το οποίο και χρησιμοποίησε τα τελευταία χρόνια για τη μεταφορά της. Ανέφερε επίσης ότι το ποσό που κατέβαλλε στο τέλος για το λεωφορείο ήταν €85, ενώ δεν γνώριζε ποια ήταν η συνδρομή το 1999 και το
- Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι το ποσό της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης που η Ενάγουσα δικαιούται, δεν μπορεί να εξισωθεί με το ποσό των Λ.Κ. 14.927,35 (€25.504,89) που διεκδικεί. Παρ' όλα αυτά, και χωρίς να επηρεάζεται το πιο πάνω συμπέρασμα μου, θεωρώ ότι οι εγκύκλιοι Τεκμήρια 4 και 5 μπορούν να καθοδηγήσουν, σε κάποιο έστω βαθμό, το Δικαστήριο στον υπολογισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης που η Ενάγουσα δικαιούται, αφού τα επιδόματα που αναφέρονται σε αυτές είναι επιδόματα οδοιπορικών που υπολογίστηκαν από το Κράτος και που δίδονται από το Κράτος σε υπαλλήλους του που μετακινούνται για υπηρεσιακούς σκοπούς. Ούτως ή άλλως, επαναλαμβάνεται ότι το μέτρο της αποζημίωσης στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντος (restutio ab integrum). Η φύση της επίδικης θεραπείας, έχει ως νομιμοποιητική βάση το «δίκαιο και εύλογο» της αποζημίωσης, και το Δικαστήριο καθορίζει το ύψος της στη βάση μιας ιδιαίτερης αξιολόγησης ώστε να δώσει περιεχόμενο στο δίκαιο του αιτήματος του διοικούμενου για τις ζημιές που υπέστη ως αποτέλεσμα της μεμπτής πράξης της διοίκησης. Λαμβάνοντας υπόψη την προσφερθείσα μαρτυρία, και αποδεχόμενη ότι ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης η Ενάγουσα υπέστη ζημιά αφού ήταν αναγκασμένη να πηγαινοέρχεται στη Λευκωσία μεταξύ της 25.5.1998 και 15.11.2001 (761 ημέρες πραγματικής εργασίας), και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα οποιαδήποτε υπαιτιότητα, κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο να αποδοθεί στην Ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των €20.
- Ως προς το θέμα των τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων που η Ενάγουσα αξιώνει, σημειώνω τα εξής. Στην υπόθεση Αναστασία Πήττα κ.α., ανωτέρω, αποφασίστηκαν τα εξής: «Παρέμεινε προς εξέταση το παράπονο των εφεσειόντων ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τους επιδίκασε μη χρηματικές αποζημιώσεις (non pecuniary damages), οι οποίες βεβαίως είναι διάφορες από τη «δικαία και εύλογο αποζημίωση» που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος και από τη φύση τους αντιστρατεύονται τη σχετική επί του θέματος (κυπριακή) νομολογία. Επικαλέστηκαν συναφώς τα όσα λέχθηκαν στη Γιάλλουρος (ανωτέρω) και στην Voytenko (ανωτέρω) που αφορούσε απόφαση του ΕΔΑΔ. Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι θέσεις τους επί του θέματος. .... Πρόκειται δηλαδή για αυθεντίες που δεν αφορούν την ιδιόρρυθμη αποζημίωση που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος και τα όσα σχετικά λέχθηκαν στις εν λόγω αυθεντίες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα.» Στην Πολ. Εφ. 44/13, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδριανής Πάλμα κ.α., ημερ. 19.11.2015, λέχθησαν τα εξής: «Ό,τι προκύπτει από τη θεώρηση της επί του θέματος νομολογίας[24] είναι ότι οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν όμως στην αποκατάσταση του θύματος όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις, αλλά τέτοιες αποζημιώσεις επιδικάζονται όταν διαπιστώνεται βλάβη στα αισθήματα του ενάγοντα λόγω της επίδειξης από τον εναγόμενο στοιχείων ακραίας αλαζονείας ή καταπιεστικής συμπεριφοράς για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά.» Τέλος, στην απόφαση στην Πολ. Έφ. 118/10, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., ημερ. 16.12.2015, αποφασίστηκαν τα εξής: «Πολύ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αυτές έχουν την έννοια της τιμωρίας του αδικοπραγούντος όταν η συμπεριφορά του καταδεικνύει αφενός έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα των άλλων και αφετέρου την επίτευξη κέρδους στον ίδιο. ... Να σημειωθεί περαιτέρω ότι οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις δίδονται εκεί όπου το δικαστήριο φρονεί ότι οι συνήθεις αποζημιώσεις δεν επαρκούν, αλλά δεν στοχεύουν στην αποκατάσταση του θύματος, όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις, ενώ μπορούν να αποδοθούν και αυξημένες αποζημιώσεις που δυνατόν να είναι αρκετές να καλύψουν ιδιαίτερη βλάβη στον ενάγοντα, (Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367 και Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339).» Είναι η κρίση μου ότι με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης η Ενάγουσα δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό ως τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι η μη ανταπόκριση του Εναγόμενου στα αιτήματα της για αποκατάσταση της ζημιάς της συνιστά περιφρονητική συμπεριφορά έναντι του δεδικασμένου και μη σεβασμό και πλήρη παραγνώριση της έννοιας του κράτους δικαίου, κάτι που δικαιολογεί την απαίτηση της για πρόσθετες και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αντεξεταζόμενη, όμως, παραδέχτηκε ότι η ΕΔΥ συμμορφώθηκε με την απόφαση του Εφετείου και ανακάλεσε τη μετάθεση της, και παραδέχτηκε, περαιτέρω, ότι το κατά πόσο αποτελεί μέρος του δεδικασμένου η υποχρέωση για αποζημίωση, είναι θέμα το οποίο χρειάζεται εξειδικευμένη νομική γνώση για να απαντηθεί, την οποία η ίδια δεν έχει. Παραδέχτηκε, τέλος, ότι ίσως να παρερνήμευσε τη διάθεση του Εναγόμενου, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε και ότι δεν έχει απτά στοιχεία για τη συμπεριφορά του Εναγόμενου. Το τι περιλαμβάνει η υποχρέωση της διοίκησης προς συμμόρφωση με ακυρωτική απόφαση, παρατέθηκε ανωτέρω. Και η Ενάγουσα παραδέχτηκε ότι μετά την ακυρωτική απόφαση η ΕΔΥ συμμορφώθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ανακάλεσε τη μετάθεση της. Εξάλλου, τυχόν μη συμμόρφωση της διοίκησης με το δεδικασμένο, θα καθιστούσε την παρούσα αγωγή ενδεχόμενα πρόωρη, καθότι, αφενός, παράλειψη ανάκλησης και επανεξέτασης θα έδιδε στην Ενάγουσα το δικαίωμα να ασκήσει νέα προσφυγή,[25] με το (τότε αρμόδιο) Ανώτατο Δικαστήριο να είναι το μόνο αρμόδιο ν' αποφασίσει επ' αυτού, αφετέρου, το δικαίωμα αποζημίωσης γεννάται μόνο όταν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημιά που δεν αποκαταστάθηκε.[26] Περαιτέρω, το γεγονός και μόνο ότι διέρρευσε μεγάλο χρονικό διάστημα από της ακυρωτικής απόφασης, ουδόλως αρκεί, από μόνο του, για να δικαιολογήσει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη αυτό που διεφάνη, τόσο μέσα από την αντεξέταση της Ενάγουσας, αλλά και μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Εναγόμενου, ότι υφίστατο διαφορά επί νομικών θεμάτων μεταξύ των δύο μερών. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο και το γεγονός ότι ενώ η ακυρωτική απόφαση εκδόθηκε το 2001, η Ενάγουσα ανέμενε εφτά περίπου χρόνια πριν κινήσει την παρούσα αγωγή, με την αλληλογραφία μεταξύ των δύο μερών, όπως αυτή παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, να διενεργείται σποραδικά (10.7.2002, 24.7.2002, 28.2.2005, 11.1.2007, 20.12.2007). Ούτε βεβαίως το γεγονός ότι η Ενάγουσα πέτυχε πρόσφατα (το 2015) την ακύρωση διοικητικών πράξεων με τις οποίες προήχθησαν άτομα άλλα από την ίδια σε θέσεις προαγωγής στην Υπηρεσία της μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Εν κατακλείδι είναι η κρίση μου ότι δεν έχουν καταδειχθεί στην παρούσα υπόθεση οποιαδήποτε στοιχεία, που να τείνουν να καταδείξουν ότι ο Εναγόμενος συμπεριφέρθηκε με ακραία αλαζονεία ή καταπιεστική συμπεριφορά και ότι θα πρέπει να τιμωρηθεί για τη συμπεριφορά του, με την επιδίκαση τιμωρητικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων, με σκοπό να αποτραπεί η αξιόμεμπτη συμπεριφορά στο μέλλον. Περαιτέρω, καθόσον αφορά στην απαίτηση για αποζημιώσεις λόγω ηθικής και ψυχικής ταλαιπωρίας, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό για ηθική βλάβη, αφού σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ταλιαδώρου κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 586, 600 «H ηθική βλάβη, κατά την εκτίμησή μας, δεν συνιστά άμεσον αποτέλεσμα ή άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας παράνομης πράξης και δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος.» Σημειώνω τέλος ότι, τόσο η Ενάγουσα στα πλαίσια της μαρτυρίας της όσο και ο συνήγορος της στα πλαίσια της αγόρευσης του έκαναν αναφορά σε κατ' ισχυρισμό άνιση μεταχείριση της Ενάγουσας. Παρατηρώ σχετικώς ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Η βάση της αγωγής της Ενάγουσας είναι το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, και όχι παραβίαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Αλλά ακόμη και αν δεν είχαν έτσι τα πράγματα, με τη μαρτυρία της η Ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει άνιση μεταχείριση αυτής, σε σχέση με άλλα πρόσωπα που να τελούν υπό τις αυτές με την Ενάγουσα συνθήκες.[27] Γενικόλογες αναφορές στην ένορκη μαρτυρία της Ενάγουσας περί «διευθέτησης ανάλογων περιπτώσεων» (παρ. 20 της γραπτής της δήλωσης) σίγουρα δεν αρκούν. Η δε παραπομπή της Ενάγουσας στην απόφαση στην αγωγή αρ. 1961/09, μάλλον καταρρίπτει παρά να ενισχύει τη θέση της, αφού και σε εκείνη την περίπτωση, όπως και στην παρούσα, η διοίκηση προφανώς δεν προσέφερε οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση για την παράνομη μετάθεση, εξ' ου και κινήθηκε η αγωγή εκείνη. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι στην υπό εκδίκαση περίπτωση, η επιδίκαση ποσού της τάξης των €20.000 θα συνιστούσε ισοζυγισμένο μέτρο για την εύλογη και δίκαιη αποζημίωση της Ενάγουσας που προνοείται από το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, το οποίο και επιδικάζω. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €20.000 με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 10.7.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο σε κλίμακα €10.000 - €50.000. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μεταξύ άλλων, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174. [2] Μεταξύ άλλων, Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454. [3] Μεταξύ άλλων, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- [4] Ποιν. Έφ. 142/14, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 17.12.
- [5] Πολ. Εφ. 274/10, Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, ημερ. 5.5.
- [6] Όπως χαρακτηρίστηκε στην Πολ. Έφ. 126/10, Αναστασία Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, ημερ. 24.4.
- [7] Όπως χαρακτηρίστηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Success Advertising Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 153, 157. [8] Κυπριακή Δημοκρατία ν. Success Advertising Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 153, 157. [9] Μεταξύ άλλων, Rosary Gardens Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2006)1(Α) ΑΑΔ 230, 234, Πολ. Έφ. 351/09, Φιλιαστίδης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ημερ. 3.10.2014, Πολ. Έφ. 126/10, Αναστασία Πήττα κ.α. ν Δήμου Στροβόλου, ημερομηνίας 24.4.2015. [10] Νίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) ΑΑΔ 983, 1001, Gremona Advertising Ltd κ.α. ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1149, 1151-1152, Ευέλθοντας Ιωάννου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2001)1 ΑΑΔ 1047. [11] Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 ΑΑΔ 697, Νίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) ΑΑΔ 983, 999-1000, σύγγραμμα Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως», 1988, σελ. 233-235, σύγγραμμα Κυριακόπουλου, «Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον», 4η έκδοση, 1961, Τόμος Γ, σελ. 155. [12] Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 ΑΑΔ 697, 702. [13] Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Θεοχαρίδη
(1993)1 ΑΑΔ 420, Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 ΑΑΔ 697, Νίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 ΑΑΔ 983, Κατσαούνη ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2004)1 ΑΑΔ 780, Στυλιανού ν. Σχολικής Εφορείας Αραδίππου
(2004)1 ΑΑΔ 1312, Πίτσα Είκοσι ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 467, Πολ. Εφ. 351/09, Φιλιαστίδης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ημερ. 3.10.
- [14] Υπολόγισα το ποσό σε ευρώ με βάση την αμετάκλητη συναλλαγματική ισοτιμία όπως αυτή καθορίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρίθ. 2866/98 του Συμβουλίου της 31ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τις τιμές μετατροπής του ευρώ και των νομισμάτων των κρατών μελών που υιοθετούν το ευρώ, δηλαδή 1 Ευρώ ισούται με 0,585274 Λίρες Κύπρου. Σχετικό είναι το άρθρο 20 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, Ν. 33(Ι)/2007, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 77(Ι)/
- [15] Υπολόγισα το ποσό σε ευρώ με βάση την αμετάκλητη συναλλαγματική ισοτιμία όπως αυτή καθορίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρίθ. 2866/98 του Συμβουλίου της 31ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τις τιμές μετατροπής του ευρώ και των νομισμάτων των κρατών μελών που υιοθετούν το ευρώ, δηλαδή 1 Ευρώ ισούται με 0,585274 Λίρες Κύπρου. Σχετικό είναι το άρθρο 20 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, Ν. 33(Ι)/2007, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 77(Ι)/
- [16] Υπολόγισα το ποσό σε ευρώ με βάση την αμετάκλητη συναλλαγματική ισοτιμία όπως αυτή καθορίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρίθ. 2866/98 του Συμβουλίου της 31ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τις τιμές μετατροπής του ευρώ και των νομισμάτων των κρατών μελών που υιοθετούν το ευρώ, δηλαδή 1 Ευρώ ισούται με 0,585274 Λίρες Κύπρου. Σχετικό είναι το άρθρο 20 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, Ν. 33(Ι)/2007, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 77(Ι)/
- [17] Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 ΑΑΔ 612, 618, Νίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 ΑΑΔ 983, 1001, 1002, Δήμος Αραδίππου ν. Γεωργιάδης
(2000)1 ΑΑΔ 1000. [18] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 342, 349. [19] Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 ΑΑΔ 420,
- [20] At common law, there is no right to damages from an act of a public authority that is merely null and void. Only a positively illegal or an act forbidden by law can give rise, in appropriate circumstances, to an action for damages—Dunlop v. Woollahra MC [1981] 1 All E.R. 1202 (PC). [21] Πολ. Έφ. 126/10, Αναστασία Πήττα κ.α. ν Δήμου Στροβόλου, ημερομηνίας 24.4.
- [22] «35
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 38 σε υπάλληλο που ταξιδεύει υπηρεσιακά καταβάλλονται έξοδα οδοιπορικών σύμφωνα με το ύψος και τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από καιρό σε καιρό από το Υπουργείο Οικονομικών.
(2)Σε περίπτωση που τα καθήκοντα υπαλλήλου συνεπάγονται οδοιπορικά ομοιόμορφου χαρακτήρα καταβάλλεται κατ' αποκοπή επίδομα οδοιπορικών, το ύψος του οποίου καθορίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών.» [23] «38
(2)Περιοδεύοντες υπάλληλοι θα πρέπει να χρησιμοποιούν τα δημόσια μέσα μεταφοράς ή να συνταξιδεύουν με άλλους υπαλλήλους, νοουμένου ότι αυτά είναι πιο οικονομικά και είναι πρακτικά δυνατό. Σε περίπτωση που τούτο δεν είναι δυνατό, μπορούν, με την έγκριση του Προϊσταμένου τους, να χρησιμοποιούν ιδιόκτητο όχημα ή οποιοδήποτε άλλο μεταφορικό μέσο εκτός από το όχημά τους.» [24] Σημείωση δική μου: Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Μήτα ν. Γ. Κ. Σοφοκλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 1952, Είκοσι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2007)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2009)1(Β) Α.Δ.Δ. 1339, Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715, Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. ν. Χριστοδούλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1763, Άγγελος Κυριάκου Εκδόσεις Λτδ ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Πολ. Εφ. 267/09 ημερ. 9.9.13, Rookes v. Barnard [1964] A.C. 1129. [25] Νίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 ΑΑΔ 983, 1001. [26] Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 ΑΑΔ 697, 702. [27] Κυπριακή Δημοκρατία ν Ελένης Κωνσταντίνου
(2002)3 ΑΑΔ 534, Α. Σωτηριάδης κ.α. ν Δημοκρατίας
(2002)3 ΑΑΔ 56, Πατσαλίδης ν Δημοκρατίας
(1993)4 ΑΑΔ 2119, 2127. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο