← Κύπρος

Αναφορικά με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών Λτδ ν. Αναφορικά με τους Μαριάννα Σταυρινού και Ιωάννη Μαχαιριώτη ως διαχειριστές της περιουσία

Αναφορικά με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών Λτδ ν. Αναφορικά με τους Μαριάννα Σταυρινού και Ιωάννη Μαχαιριώτη ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτη, Αρ. Αίτησης: 2218/2013, 8/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 2218/2013 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β), τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ. 4 άρθρο 21 και Αναφορικά με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών Λτδ Αιτήτριας και Αναφορικά με τους Μαριάννα Σταυρινού και Ιωάννη Μαχαιριώτη ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτη Καθ' ων η αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 8 Απριλίου, 2016 Ατητές στην ενδιάμεση αίτηση: αυτοπροσώπως Για την καθ΄ ης η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση: κα Παπαθωμά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 23.11.2015 για απόρριψη της αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης) Εισαγωγή Στις 23.10.2013 καταχωρήθηκε αίτηση από τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών Λτδ, με την οποία ζητείται η καταχώρηση και εγγραφή στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της διαιτητικής απόφασης ημερ. 25.9.2012 (στο εξής θα καλείται η «κυρίως αίτηση»). Στις 27.11.2013 οι καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης και στις 23.1.2014 καταχώρησαν ένσταση. Οι καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση - αιτητές στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση (στο εξής «οι αιτητές») καταχώρησαν στις 23.11.2015 την υπό κρίση αίτηση μονομερώς, και στις 8.12.2015 διατάχθηκε η επίδοση της. Με την αίτηση οι αιτητές αιτούνται: «α) Απόφαση του Δικαστηρίου που να απορρίπτει άμεσα την Αίτηση 2218/2013 αφού: 1) Το αίτημα της Αιτήτριας για εγγραφή διαιτησίας εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση και σε λανθασμένους κανονισμούς. 2) Η Αιτήτρια δηλώνει στην αίτηση της ότι αυτή βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4). Το αίτημα της Αιτήτριας όμως δεν βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4). Συνεπώς αιτούμεθα την άμεση απόρριψή της. β) Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο. γ) Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως.». Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 28, 29 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους περί Δικαστηρίων Νόμους του 1960 έως (Αρ. 3) του 1998 (14/1960), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.23, Δ.25, Δ.48 Θ1-9, Δ.50, Δ.59 και Δ.64, και στη σύμφυτη και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Μαριάννας Σταυρινού η οποία λέγει ότι η κυρίως αίτηση δεν βασίζεται στην ορθή νομική και/ή δικονομική βάση, γι αυτό, συνεχίζει, δεν συντρέχουν οι απαραίτητες νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και, υπό τις περιστάσεις, το συμφέρον της δικαιοσύνης υπαγορεύει όπως η κυρίως αίτηση απορριφθεί. Η αιτήτρια στην κυρίως αίτηση - καθ' ης η αίτηση στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση») καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «1. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αιτούμενη θεραπεία και/ή η Αίτηση τους είναι αβάσιμη και/ή ανυπόστατη, χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα. 2. Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και/ή λανθασμένη και/ή η αίτηση δεν στηρίζεται στις ορθές νομικές και δικονομικές διατάξεις και/ή η γενικότητα της διατύπωσης τους είναι νομικά ανεπαρκής και/ή λανθασμένη και/ή ελαττωματική. 3. Τα θέματα που εγείρουν οι Αιτητές τέθηκαν γενικά, αόριστα και επιδερματικά χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Οι Αιτητές δεν εξειδικεύουν και ούτε αναφέρουν στην αίτηση τους, τους λόγους για τους οποίους ζητούν τις αιτούμενες θεραπείες ή την ορθή κατά την άποψη τους νομική βάση. 4. Η αίτηση δεν στηρίζεται από την κατάλληλη μαρτυρία και/ή από επαρκή κατά νόμο μαρτυρία και/ή δεν συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση και/ή η Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση είναι άκυρη και/ή λανθασμένη και θα πρέπει να αγνοηθεί και ή απορριφθεί και/ή δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα τα πραγματικά γεγονότα στο σώμα της Αίτησης. 5. Η αίτηση υπό τις περιστάσεις είναι κακόπιστη, και/ή καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή υπάρχει κώλυμμα από τη γενικότερη συμπεριφορά των Αιτητών. 6. Η θεραπεία την οποία ζητούν οι Αιτητές εγείρεται όψιμα, με μεγάλη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση και αποτελεί εκ των υστέρων κακόπιστες σκέψεις τους, με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της εγγραφής διαιτητικής απόφασης και κατ' επέκταση την αποφυγή και/ή καθυστέρηση ανάληψης υποχρεώσεων. 7. Οι Αιτητές προσπαθούν να προσθέσουν ισχυρισμούς που δεν καταγράφηκαν και/ή δεν συμπεριλήφθηκαν στην ένσταση τους ημερομηνίας 23/01/2014. 8. Η Αίτηση Εγγραφής Διαιτητικής Απόφασης, ημερομηνίας 23/10/2013 είναι καθ' όλα νόμιμη, νομικά και ουσιαστικά βάσιμη.» Η ένσταση στηρίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85άρθρα 52 και 49ΣΤ, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε ως σήμερα, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.21, Δ.23, Δ.27, Δ.37, Δ.48 θθ 1 - 9, Δ.49, Δ.59 και Δ.64, στη νομολογία, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστόφορου Γιαννή, ο οποίος είναι στην υπηρεσία της καθ' ης η αίτηση. Ο κ. Γιαννή αναφέρεται στα διάφορα διαβήματα στα οποία οι αιτητές προέβησαν μέχρι σήμερα μετά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, και, συγκεκριμένα αναφέρει ότι (
  2. i)στις 23.1.2014 οι αιτητές καταχώρησαν ένσταση στην κυρίως αίτηση, (
  3. ii)στις 23.1.2014 οι αιτητές καταχώρησαν ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της κυρίως αίτησης για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης της οποίας ζητείται η εγγραφή με την κυρίως αίτηση, την οποία ακολούθως απέσυραν (iii) στις 18.2.2014 οι αιτητές καταχώρησαν την εναρκτήρια αίτηση με αρ. 169/14 με την οποία ζητούσαν παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης της οποίας ζητείται η εγγραφή με την κυρίως αίτηση, την οποία επίσης απέσυραν στις 5.6.2015 και (
  4. iv)στις 28.4.2015 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα απόρριψης της κυρίως αιτήσεως την οποία απέσυραν στις 14.12.2015. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η οποία, λέγει, είναι καταχρηστική υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης και υποβάλλεται με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Λέγει επίσης ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, άκυρη και λανθασμένη, αφενός, επειδή δεν συνάδει με τους δικονομικούς κανόνες σύνταξης ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη ενδιάμεσων αιτήσεων, αφετέρου επειδή γίνεται μόνο από την κα Μαριάννα Σταυρινού η οποία δεν αναφέρει αν είναι εξουσιοδτημένη και από τον έτερο συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτη, ήτοι τον κ. Ιωάννη Μαχαιριώτη. Είναι επίσης η θέση του ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι δεν αναφέρονται στο σώμα της αίτησης οι ορθές νομικές διατάξεις στις οποίες θα πρέπει να στηρίζεται μια ενδιάμεση αίτηση. Λέγει, τέλος, ότι η αίτηση είναι γενική, αόριστη και νομικά και πραγματικά αβάσιμη, ενώ, αντίθετα, η κυρίως αίτηση είναι καθόλα νομότυπη αφού βασίζεται στις ορθές νομικές και δικονομικές διατάξεις. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω με την εξέταση των δύο πρώτων λόγων ένστασης, οι οποίοι παρατέθηκαν αυτούσιοι ανωτέρω, σύμφωνα με τους οποίους η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και χωρίς νομικό έρεισμα. Τούτο διότι τυχόν αποδοχή αυτών των λόγων ένστασης, θα άφηνε την αίτηση νομικά αθεμελίωτη, αφού σύμφωνα με τη Δ.48 Θ. 2

(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.» Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 28, 29 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Άρθρο 28 του Συντάγματος κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου, της διοίκησης και της δικαιοσύνης, το Άρθρο 29 κατοχυρώνει το δικαίωμα αναφοράς προς τις δημόσιες αρχές και το Άρθρο 30 κατοχυρώνει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Δεν βλέπω πώς οι τρεις αυτές συνταγματικές επιταγές μπορεί να αποτελέσουν ικανό νομικό έρεισμα για παροχή των αιτουμένων θεραπειών, δεδομένου ότι στους αιτητές δόθηκε το δικαίωμα να καταχωρήσουν ένσταση στην κυρίως αίτηση, όπως και έπραξαν, προβάλλοντας κάθε λόγο που επιθυμούσαν για τον οποίο, κατ' εκείνους, το αιτούμενο με την κυρίως αίτηση διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερ. 25.9.2012 δεν θα πρέπει να εκδοθεί. Η αίτηση βασίζεται επίσης στους περί Δικαστηρίων Νόμους του 1960 έως (Αρ. 3) του 1998, Ν.14/
  1. Η γενικόλογη και αόριστη αυτή αναφορά στον περί Δικαστηρίων Νόμο, σίγουρα δεν ικανοποιεί την πιο πάνω αναφερθείσα δικονομική πρόνοια για συγκεκριμενοποίηση της νομικής βάσης της αίτησης. Περαιτέρω, η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.23, Δ.25, Δ.48 Θ1-9, Δ.50, Δ.59 και Δ.
  2. Η Δ.23 περιέχει διατάξεις που σχετίζονται με την υπεράσπιση και την περαιτέρω υπεράσπιση. Η Δ.25 διέπει το ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων, ελαττωμάτων ή λαθών σε οποιαδήποτε διαδικασία, και λαθών σε αποφάσεις ή διατάγματα. Η Δ.48 Θ. 1 - 9 περιέχει διάφορες διατάξεις που σχετίζονται με ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως τον τύπο τους, τον τρόπο εκδίκασης τους, το κατά πόσο μπορούν να γίνουν μονομερώς κτλ. Η Δ.50 αφορά στη διεύθυνση επίδοσης και η Δ.59 περιέχει πρόνοιες για τα έξοδα. Δεδομένων των αιτητικών της υπό κρίση αίτησης, τα οποία παρατέθηκαν αυτούσια ανωτέρω, εύκολα, κατά την κρίση μου διαπιστώνεται ότι καμία εκ των εν λόγω δικονομικών διατάξεων επί των οποίων η αίτηση βασίζεται δεν είναι σχετική με τις αιτούμενες θεραπείες. Άφησα τελευταία τη Δ.64 καθότι, μέσα από την αγόρευση των αιτητών διαφαίνεται ποιο είναι και το παράπονο τους, αφού αναφέρουν ότι η υπό κρίση αίτηση έγινε λόγω της παράλειψης της καθ' ης η αίτηση να επικαλεστεί στην κυρίως αίτηση το άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85. Η Δ.64 Θ. 1
(2)προβλέπει τα εξής: «
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.» Θεωρώ ότι ούτε η πιο πάνω δικονομική πρόνοια μπορεί να αποτελέσει νομικό έρεισμα για την αίτηση των αιτητών. Ολόκληρη η Δ.64 αφορά παραλείψεις συμμόρφωσης προς τους Θεσμούς, οι οποίες, μετά την τροποποίηση της Δ.64 στις 24.2.1995 θεωρούνται απλές παρατυπίες, η δε Δ.64 Θ. 1
(2)δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να παραμερίσει εν όλω ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επισυνέβη η μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς. Όμως, η παράλειψη αναφοράς σε άρθρο νόμου στη νομική βάση αίτησης, δεν συνιστά μη συμμόρφωση προς τους Θεσμούς, όπως αποφασίσθηκε στην Bank for Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" ν. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1(Γ) AAΔ 1728, σελ. 1732: «Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο.» (έμφαση δική μου) Αφού, λοιπόν, η παράλειψη αναφοράς σε συγκεκριμένο άρθρο νόμου δεν συνιστά μη συμμόρφωση προς τους Θεσμούς, έπεται ότι η κυρίως αίτηση δεν θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να π;αραμεριστεί μέσω του μηχανισμού της Δ.64 Θ. 1
(2), ένεκα της παράλειψης αυτής. Τέλος, η αίτηση βασίζεται στη σύμφυτη και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας (Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, 241). Όμως, στην εξουσία αυτή έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της (Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, 155-156). Οι συμφυείς ή εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του, ούτε έχουν ως λόγο την επέκταση τους (Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 724, Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339, Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226). Συνεπώς ούτε κατ΄ επίκληση των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου θα μπορούσε να αποδοθεί η θεραπεία που οι αιτητές ζητούν με την υπό κρίση αίτηση, αφού η σύμφυτη τούτη εξουσία δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της και δεν αποτελεί αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση και πηγή εξουσίας για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια είτε στους νόμους είτε στους θεσμούς. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο ενδιάμεσης αίτησης αποτελεί όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού πλαισίου αυτής (Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743, 746-747). Όπως το θέμα ετέθη στην υπόθεση Φλουρέντζου κ.ά. v. Coohgrove Betting Ltd
(2007)1 A.A.Δ. 393, 397: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση δεν έχει στηριχθεί στην ορθή δικονομική διάταξη και επομένως αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψή της.» (έμφαση δική μου) Και πιο πρόσφατα, στην Πολ. Έφ, 75/11, Egiazaryan κ.α. ν. Denoro Investments Ltd κ.α., ημερ. 19.2.2013, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «.η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64.» Υπό το φως των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη, εφόσον στερείται έγκυρης νομικής βάσης και είναι νομικά ανυπόστατη. Ανεξάρτητα, όμως, από την πιο πάνω κατάληξη μου, ακόμη και αν η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου συνιστούσε παρέκκλιση από τους Θεσμούς, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε παραμερισμό της κυρίως αίτησης με βάση τη Δ.64 Θ. 1
(2), και πάλι οι αιτητές δεν θα μπορούσαν, κατά την άποψη μου, να επιτύχουν στις αιτούμενες θεραπείες. Ο λόγος είναι ότι, σύμφωνα με το Θεσμό 2 της Δ.64: «Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.». Προβάλλουν δύο προβλήματα για τους αιτητές: η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης και η παράλειψη αναφοράς στον προτεινόμενο λόγο για παραμερισμό. Η νομική βάση της κυρίως αίτησης είναι εμφανής στο σώμα της. Η κυρίως αίτηση επιδόθηκε σε ένα έκαστο των δύο αιτητών και συνδιαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτη στις 31.10.2013, οι οποίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία στις 27.11.2013 (καταχωρώντας σχετικό Σημείωμα Εμφάνισης μέσω δικηγόρου). Δεν υπέβαλαν τότε, οποιαδήποτε αίτηση για παραμερισμό της κυρίως αίτησης, για το λόγο που τώρα επιδιώκουν την απόρριψη της. Αντ' αυτού υπέβαλαν ένσταση στην αίτηση, μέσω του δικηγόρου που τότε τους εκπροσωπούσε, προβάλλοντας σωρεία λόγων ένστασης. Για να λάβουν στη συνέχεια, τα λοιπά δικονομικά διαβήματα που αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση του κ. Γιαννή που υποστηρίζει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Είναι, λοιπόν, εμφανές ότι ακόμη και αν η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 52
(5)του Νόμου 22/1985 συνιστούσε «παρατυπία» που ενέπιπτε εντός της Δ.64, η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε δύο και πλέον έτη μετά την επίδοση της κυρίως αίτησης στους αιτητές, και αφότου προέβηκαν σε διάφορα διαβήματα στα πλαίσια αυτής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Δ.64 Θ. 2, οι προτεινόμενοι λόγοι για τον παραμερισμό, θα πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτητές αναφέρουν μεν ότι η κυρίως αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και σε λανθασμένους κανονισμούς, πλην, όμως, δεν αναφέρεται, είτε στην αίτηση είτε στην ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη αυτής, ποιο, είναι το ακριβές κατ' ισχυρισμό σφάλμα της καθ' ης η αίτηση, το οποίο, εν τέλει, μόνο από την αγόρευση των αιτητών είναι που προκύπτει, όπου και εξειδικεύεται ως παράλειψη στήριξης της κυρίως αίτησης στο άρθρο 52
(5)του Νόμου 22/85. Και δικαίως, κατά την κρίση μου, παραπονείται η καθ' ης η αίτηση, μέσω των δικηγόρων της στα πλαίσια της γραπτής τους αγόρευσης, ότι δεν είναι αντιληπτό ποιος είναι ο ακριβής λόγος για τον οποίο ζητείται η απόρριψη της κυρίως αίτησης. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση των αιτητών στερείται έγκυρης νομικής βάσης και ως τέτοια υπόκειται σε απόρριψη. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ της καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.