← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5535/11, 12/4/2016

ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5535/11, 12/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A237 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5535/11 ΜΕΤΑΞΥ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγοντα -και- ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ Εναγομένου --------------------- Αίτηση για επαναφορά (reinstatement) αγωγής 12 Απριλίου 2016 Για τον αιτητή: κος Δράκος Για τον καθ' ου η αίτηση: κα Οικονομίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ένα μεγάλο μέρος των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα διαπιστώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου και γι' αυτό το λόγο σπεύδω να το συνοψίσω. Η αγωγή καταχωρίστηκε την 18.08.2011. Αντικείμενο τούτης είναι η αξίωση του ενάγοντα δια ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, λόγω σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν από τροχαίο δυστύχημα. Ο τύπος του κλητηρίου εντάλματος που χρησιμοποιήθηκε αντιστοιχεί σε εκείνο που προβλέπεται στη Δ.2 κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Μέχρι και σήμερα δεν καταχωρίστηκε έκθεση απαιτήσεως. Επιπλέον, παρ' ότι στο φάκελο του δικαστηρίου δεν βρίσκεται ένορκη δήλωση σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, εν τούτοις διαπιστώνεται ότι την 21.09.2011 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης. Τούτο καταχωρίστηκε από τους πρώτους δικηγόρους του εναγομένου. Λέγω πρώτοι δικηγόροι εφόσον τα μέρη δέχονται ότι την 26.02.2015 ο εναγόμενος προέβη σε αλλαγή δικηγόρων. Έκτοτε εκπροσωπείται από την ίδια συνήγορο. Τώρα, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο ότι από την καταχώριση του σημειώματος εμφανίσεως (21.09.2011) μέχρι και την 25.02.2014, ο ενάγων δεν προέβη σε οιονδήποτε δικονομικό διάβημα. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο την 25.02.2014 το πρωτοκολλητείο ταχυδρόμησε στον ενάγοντα και το συνήγορό του, επιστολή βάσει της Δ.26 κ.13

(1)των Θεσμών. Το τυποποιημένο αυτό έντυπο αναφέρει τα ακόλουθα· «Έχω εντολή από το Δικαστήριο να απαιτήσω από εσάς, σύμφωνα με τον Θεσμό 13
(1)της Διατάξεως 26 να καταχωρήσετε στο Δικαστήριο και παραδώσετε την Έκθεση Απαίτησης σας μέσα σε 14 μέρες από την επίδοση ή ταχυδρόμηση αυτής της ειδοποίησης και να σας πληροφορήσω ότι αν παραλείψετε να συμμορφωθείτε μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη προθεσμία των 14 ημερών η αγωγή θα υπόκειται σε απόρριψη για την παράλειψη σας να λάβετε τα αναγκαία διαβήματα ενώπιον του Δικαστηρίου.» Ούτε αυτή η ενέργεια φαίνεται να είχε κάποια επίδραση στον ενάγοντα, εφόσον ουδέν έπραξε, νοείται υπό μορφή δικονομικού διαβήματος. Γι' αυτό το λόγο το πρωτοκολλητείο επανήλθε, αυτή τη φορά επιδίδοντας την πιο πάνω ειδοποίηση βάσει της Δ.26 κ.13
(1). Την 17.03.2014 η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε σε δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα, εν προκειμένω την ομνύουσα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Εν τούτοις ούτε αυτό το μέτρο έθεσε τον ενάγοντα σε εγρήγορση. Αποτέλεσμα ήταν την 24.09.2015 η υπόθεση να τεθεί ενώπιον δικαστηρίου δυνάμει της Δ.26 κ.13
(1)των θεσμών, δια υλοποίηση των προηγηθεισών προειδοποιήσεων του πρωτοκολλητείου. Ως εκ τούτου, την 24.09.2015 η αγωγή απορρίφθηκε δυνάμει διαταγής του δικαστηρίου. Αυτή εν προκειμένω η κατάληξη της αγωγής είναι και το αντικείμενο της επίδικης αίτησης. Στηριζόμενος στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα τη Δ.17 κ.14
(2), Δ.26 κ.14, Δ.48 κ.9 και Δ.64 κ.1, ο ενάγων αιτείται· «Επαναφορά (Reinstatement) της ανωτέρω αγωγής.» Κρίνω πως δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε η παράθεση των λόγων ένστασης αυτολεξεί. Θα επιχειρήσω όμως να σχολιάσω τούτους, έστω ομαδοποιώντας τους, στο πλαίσιο διερεύνησης του αιτήματος. Η πλευρά του εναγομένου διατείνεται ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και ότι στηρίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς. Επιπλέον, αφήνει να νοηθεί, έστω εμμέσως, ότι το δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Με όλο το σεβασμό αλλά οι παρά πάνω θέσεις δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Η υπόθεση Evagorou v. Christodoulou a.o.
(1982)1 C.L.R. 771, 773, που επικαλείται η πλευρά του ενάγοντα, αποκαλύπτει του λόγου το ασφαλές. Η Δ.26 κ.14 διέπει το ζήτημα, εφόσον επιτρέπει ακύρωση απόφασης, σε αυτό το πλαίσιο της απόφασης που οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής. Στην υπόθεση Evagorou λέχθηκε ότι· «The attention of the learned trial Judge was not drawn, it seems, either to the provisions of Ord. 26, r.14 or those of Ord. 64, r.2 of the Civil Procedure Rules. Ord. 26, r.14, expressly provides that any judgment by default whether given under Ord. 26 or under any other order of the Civil Procedure Rules may be set aside. Judgment is any order finally disposing of the matter whether on the merits or on any other ground. So, in virtue of the plain provisions of this rule the order for the dismissal of the action by default could be set aside on appropriate terms. Ord. 26, r.14, derives its origin from R.S.C. Ord. 27, r.15 (old English Rules). Therefore, a study of its interpretation and application in England throws light on the ambit and scope of Ord. 26, r.
  1. (See the Annual Practice 1958, p. 615). In Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473 it was pointed out that the discretion of the Court to set aside a judgment by default is not subject to any limitations other than those that may be imposed by the Court in the exercise of its discretion. There is jurisdiction to set aside any judgment not founded on an appraisal of the merits of the case and revoke the prior exercise of the coersive power of the Court. This statement of the law is adopted in the White Book as accurately reflecting the practice of English Courts as respects applications for setting aside a judgment given by default. Reinstatement may be ordered upon such terms as the Court deems appropriate. (See Annual Practice (supra), p. 617). The power to reinstate may be invoked in every kind of action (Annual Practice (supra) p. 618). A judgment given by default may be set aside not only under Ord. 25, r.14, but under Ord. 64, r.1, as well.» Με δεδομένη λοιπόν την εξουσία του δικαστηρίου να ακυρώσει προηγούμενη διαταγή δια απόρριψη της αγωγής και να επαναφέρει την τελευταία, υποδεικνύω ότι η νομική βάση της επίδικης αίτησης είναι ορθή, εφόσον οι εκεί αναφερόμενοι κανονισμοί και δη η Δ.26 κ.14, δικαιολογούν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση του εναγομένου δεν περιορίζεται όμως μόνο στον τύπο της αίτησης. Επεκτείνεται εν προκειμένω και στο πραγματικό υπόβαθρο τούτης, δηλώνοντας ότι όσα εκεί αναφέρονται δεν δικαιολογούν έκδοση του διατάγματος. Σε αυτό το πλαίσιο επιβάλλεται να λεχθεί ότι πέραν όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί από το περιεχόμενο του φακέλου, η ομνύουσα τη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση αναφέρει πως ο λόγος δια τον οποίο οι συνήγοροι του ενάγοντα δεν προχώρησαν την αγωγή, είναι γιατί βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις με τους πρώτους συνηγόρους του εναγομένου. Όταν δε την 26.02.2015 ο εναγόμενος διόρισε νέο συνήγορο, δεν προχώρησαν με τη δικογραφία ευελπιστώντας σε προοπτική νέων διαπραγματεύσεων. Εν τούτοις ο πιο πάνω ισχυρισμός προσέκρουσε στην ένσταση του εναγόμενου. Ο τελευταίος ανέφερε σχετικά ότι· «. αρνούμαι ότι η αλλαγή του δικηγόρου μου που επήλθε στις 26.02.2015, δικαιολογεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την καθυστέρηση που επέδειξε ο Ενάγοντας/Αιτητής να καταχωρίσει την Έκθεση Απαίτησής του και να προωθήσει την υπόθεσή του, διότι ως με ενημέρωσε η Δικηγόρος μου, δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του Δικηγορικού Γραφείου που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα/Αιτητή, για εξώδικη διευθέτηση, ούτε καν προσπάθεια για επικοινωνία. Με την επίδοση της παρούσας αίτησης για επαναφορά της αγωγής, στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου μου, από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που τη συνοδεύει πληροφορηθήκαμε και το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή στις 24.09.2015 απορρίφθηκε αυτεπάγγελτα από το Σεβαστό Δικαστήριο λόγω μη προώθησής της.» Ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε επί του προκειμένου και επιπλέον, η πλευρά του ενάγοντα δεν αιτήθηκε συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Υποδεικνύω περαιτέρω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του εναγομένου δεν αναδεικνύει εγγενές πρόβλημα αξιοπιστίας και ούτε είναι εξωπραγματικός ή αντιφατικός προς άλλο μέρος του μαρτυρικού υλικού. Ως εκ των πιο πάνω δεν βρίσκω λόγο να μην δεχθώ την αξιόπιστη και αναντίλεκτη εν προκειμένω θέση τούτου, δηλαδή ότι σύμφωνα με ενημέρωση που έλαβε από τη συνήγορό του, νοείται τη συνήγορο που διορίστηκε την 26.02.2015, η πλευρά του ενάγοντα δεν προέβη σε προσπάθεια επικοινωνίας μαζί τους. Τώρα, έχει σημασία να δούμε ποια η τυχόν επίδραση της πιο πάνω θέσης του εναγομένου στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού και ιδιαίτερα έναντι των ισχυρισμών του ενάγοντα. Ευθέως απαντώ ότι στο δικό μου μυαλό η πιο πάνω θέση δεν είναι εντελώς αντίθετη με όσα ο ενάγων διατείνεται. Αυτό γιατί η πληροφόρηση του εναγομένου πηγάζει, σύμφωνα με ό,τι ο ίδιος αναφέρει, από τη νυν συνήγορό του, η οποία όμως διορίστηκε την 26.02.
  2. Εν ολίγοις, άγνωστο παραμένει κατά πόσο οι προηγούμενοι συνήγοροι του εναγομένου είχαν επικοινωνία με τον ενάγοντα ή τους συνηγόρους του, εφόσον ο εναγόμενος δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Η θέση του δεν φαίνεται να αφορά το σύνολο του χρόνου που διέρρευσε αλλά μόνο την περίοδο που η νυν συνήγορος του γνωρίζει, δηλαδή από 26.02.2015 και εντεύθεν. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι από την 26.02.2015 και εντεύθεν ο ενάγων ή οι συνήγοροί του, δεν επιχείρησαν να επικοινωνήσουν με τον εναγόμενο ή τη συνήγορό του. Εν τούτοις δέχομαι ότι πριν την 26.02.2015 ο ενάγων ή οι συνήγοροί του είχαν διαβουλεύσεις με τον τότε συνήγορο του εναγομένου, εφόσον η σχετική θέση της ομνύουσας την αίτηση δεν αμφισβητήθηκε. Η πλευρά του ενάγοντα διατείνεται πως η υπό κρίση περίπτωση είναι πανομοιότυπη με τα γεγονότα της υπόθεσης Evagorou και γι' αυτό το δικαστήριο οφείλει να ακολουθήσει ανάλογη προσέγγιση και να εγκρίνει το αίτημα. Με όλο το σεβασμό αλλά είμαι της γνώμης ότι τούτο δεν συνιστά ορθή απόδοση των γεγονότων αλλά και της απόφασης στην υπόθεση Evagorou. Στην υπόθεση Evagorou το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την επαναφορά αφ' εαυτή και κατ' επέκταση δεν εξέτασε το εύλογο ή μη της επαναφοράς, όπως ούτε τον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική ευχέρειά του. Εκεί ζητούμενο ήταν οι ενέργειες του πρωτόδικου δικαστηρίου μετά την επαναφορά, δηλαδή η απόφασή του να ακυρώσει το διάταγμα επαναφοράς θεωρώντας τούτο άκυρο εξ υπαρχής. Είναι γι' αυτό το λόγο που το Εφετείο ανέφερε· «In the present case the Court had discretion upon appropriate terms to set aside the dismissal of the action in the absence of a direction by the Court at the time of its dismissal that the proceedings should be regarded as void. ....... However, we need not discuss the matter further for in the present case reinstatement was ordered in the first place without any direction that the proceedings should be treated as void ab initio.» Αν αναφέρω όλα τα πιο πάνω, δεν είναι άνευ αποχρώντος λόγου. Όσο και αν έχω διερευνήσει τη νομολογία, δεν εντόπισα απόφαση που να αφορά επαναφορά αγωγής μετά από απόρριψη λόγω μη προώθησης. Βεβαίως το γεγονός και μόνο ότι αυτό ακριβώς το ζήτημα φαίνεται να είναι ελεύθερο νομολογίας, δεν αποτελεί κώλυμα. Η υπό κρίση διαδικασία μπορεί κάλλιστα να παραλληλιστεί με εκείνη που αφορά επαναφορά έφεσης λόγω μη προώθησης, στη βάση της Δ.35 κ.22, που έχει πλέον καταργηθεί. Οι κανονισμοί των δύο διαταγών - κ.22 της Δ.35 και κ.14 της Δ.26 - αντιπαραβάλλονται εφόσον η διαδικασία που και οι δύο προάγουν είναι η ίδια, δηλαδή αποβλέπει σε επαναφορά του ένδικου διαβήματος που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης. Η υπόθεση Α. Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κ.Κ. Χρυσόστομος ν. Χριστοφόρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 470, 474, είναι δηλωτική του τρόπου άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Υιοθετήθηκε εκεί ο λόγος της υπόθεσης Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 όπου λέχθηκε ότι· «"..................................the failure of the advocate or the litigant to take the appropriate steps for the filing of an appeal within the time prescribed by the Rules, is not a sufficient ground upon which the discretion of the Court should be exercised in such an application. That as a general statement; but, as already said, the discretion of the Court must be exercised in each case on the facts before it; and in this particular case we see nothing, in the facts put forward in support of the application, justifying the exercise of our discretion in favour of the applicant."» Το δικαστήριο επικαλέστηκε περαιτέρω την Kyriacou v. Georghiadou
(1970)1 C.L.R. 145 όπου λέχθηκε πως· «It is in the public interest that there should be some end to litigation, and the stipulations as to time in procedural matters laid down in the Rules of Court are to be observed unless justice clearly indicates that they should be relaxed.» Έμφαση δόθηκε και στην απόφαση του δικαστή Πογιατζή στην υπόθεση Σολιάτης & Συνεργάται ν. Χριστοδουλίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162 στην οποία διαπραγματεύτηκε την πτυχή άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου κάτω από το φακό της εισήγησης ότι η παράλειψη έγκαιρης αντίδρασης οφειλόταν σε σφάλμα δικηγόρου. Λέχθηκε εκεί ότι· «Και στις δυο πιο πάνω αποφάσεις τονίστηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι απεριόριστη· ότι η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης· και ότι η απροσεξία, το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή είναι δυνατό να αποτελεί σε μερικές περιπτώσεις ικανοποιητικό λόγο για την παράταση της προθεσμίας.» Για να καταλήξει στη συνέχεια πως· «Σε αντίθεση με τα γεγονότα των δυο πιο πάνω υποθέσεων, στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν, ούτε ο αιτητής επικαλείται άλλα συντρέχοντα περιστατικά αποκαλυπτικά της ύπαρξης κάποιας μορφής αντικειμενικών δυσκολιών για την εμπρόθεσμη υποβολή της έφεσης του. Δεν μας έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε υπόθεση στην οποία η παράλειψη ή η αμέλεια του δικηγόρου να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του έχει θεωρηθεί από μόνη της ως ικανοποιητικός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης της προθεσμίας.» Ανάλογη ήταν η κατάληξη και στην υπόθεση Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, πιο πάνω, δηλαδή ότι δεν υποδείχθηκε κανένα συντρέχον περιστατικό που να αποκαλύπτει αντικειμενική δυσκολία. Απ' όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι αν και η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι απεριόριστη και κριτήριο άσκησης τούτης είναι τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, η έγκριση του αιτήματος εξαρτάται από απόδειξη αντικειμενικής δυσκολίας ως η αιτία που οφείλεται δια μη συμμόρφωση με τις προθεσμίες. Στην προκείμενη περίπτωση δεν αντιλαμβάνομαι τι είναι εκείνο που εμπόδισε τον ενάγοντα να συμμορφωθεί με τις δικονομικές επιταγές και να προωθήσει την αγωγή του. Το γεγονός και μόνο ότι διαβουλευόταν με τους πρώτους δικηγόρους του εναγομένου, δεν αναδεικνύει αντικειμενική αδυναμία. Τουναντίον, έτι περισσότερο αναδεικνύει την καθυστέρηση του ενάγοντα. Αυτό γιατί ενώ ήταν σε διαβούλευση έλαβε την πρώτη επιστολή του πρωτοκολλητείου. Υπενθυμίζω ότι η επιστολή στάληκε την 25.02.2014. Αντί όμως να αντιδράσει και να υποβάλει έκθεση απαίτησης, ουδέν έπραξε μέχρι και την 17.03.2014 που του επιδόθηκε η προειδοποιητική επιστολή για απόρριψη της αγωγής. Η λογική θέλει πρόσωπο που επιθυμεί την προώθηση της υπόθεσής του, άμα την παραλαβή τέτοιας προειδοποιητικής επιστολής να σπεύδει σε συμμόρφωση και όχι να αδιαφορεί. Τα πιο πάνω γεγονότα φανερώνουν αδιαφορία και έλλειψη ενδιαφέροντος και αποδυναμώνουν τον ισχυρισμό περί διαβούλευσης. Περιπλέον, αξίζει να αναφερθεί ότι το πρωτοκολλητείο δεν έθεσε την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της προειδοποιητικής επιστολής. Η αγωγή τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου την 24.09.2015, δηλαδή την ημερομηνία απόρριψης. Εν ολίγοις, τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου 18 μήνες μετά τη δεύτερη προειδοποίηση. Μάλιστα τους 7 τελευταίους μήνες, δηλαδή από την 25.02.2015, είχε ήδη διοριστεί η νέα συνήγορος του εναγομένου και αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι ουδεμία διαβούλευση έγινε σε αυτό το διάστημα. Από όποια σκοπιά και να δει κανείς την υπόθεση δεν μπορεί παρά να διαγνώσει έκδηλη καθυστέρηση που ερμηνεύεται σε αδιαφορία. Τούτα τα γεγονότα δεν επιτρέπουν θετική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Λέγοντας τούτο δεν παραγνωρίζω τυχόν συνέπειες που δυνατό να έχει η μη επαναφορά της αγωγής. Παρ' όλα αυτά, είμαι της γνώμης ότι η δικαιοσύνη εξαρτάται από σταθερότητα, ακρίβεια και τελεσιδικία. Στη δοσμένη περίπτωση τα περιβάλλοντα γεγονότα δεν επιτρέπουν επαναφορά της αγωγής, εφόσον η προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντα αποκαλύπτει μόνο αδιαφορία και καθυστέρηση που δεν μπορεί σήμερα να δικαιολογηθεί και να παραγκωνισθεί. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα τούτης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.