ΕΛΛΗ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΜΑΥΡΗ) ν. ΕΦΟΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2004/08, 15/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A249 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2004/08 ΜΕΤΑΞΥ: ΕΛΛΗ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΜΑΥΡΗ) Ενάγουσα -και-
- ΕΦΟΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων --------------------- Αίτηση για επαναφορά (reinstatement) αγωγής 15 Απριλίου 2016 Για την ενάγουσα: κα Π. Δαμιανού Για τον εναγόμενο 1: κος Παπαλοΐζου και κα Στυλιανού Για τον εναγόμενο 2: κα Κοτσώνη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση η ενάγουσα αιτείται επαναφορά της αγωγής, η οποία απορρίφθηκε την 28.09.
- Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, εν προκειμένω στις διαταγές Δ.33 κ.1, Δ.48 κκ1-3 και 9, Δ.57 και Δ.64 κκ1 και 2· στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων· στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 30 και 35· στην πρακτική, στη νομολογία, στο φυσικό δίκαιο, στο δίκαιο της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Περαιτέρω, η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει η ενάγουσα. Προτού συνοψίσω τα γεγονότα στα οποία η αίτηση στηρίζεται, υποδεικνύω ότι στον αντίποδα βρίσκεται η ένσταση των δύο εναγομένων. Και οι δύο εναγόμενοι, που ας λεχθεί εν παρόδω ότι εκπροσωπούνται από διαφορετικό συνήγορο, ενίστανται στο αίτημα της ενάγουσας. Οι λόγοι ένστασης και τα γεγονότα που επικαλούνται οι εναγόμενοι, δεν χρειάζεται να παρατεθούν αυτολεξεί. Στην έκταση που ενδιαφέρουν, σχολιάζονται πιο κάτω. Ένα άλλο ζήτημα που επιβάλλεται να ειπωθεί είναι ότι η επίδικη αγωγή εκδικάστηκε από άλλο δικαστή. Η απόφαση λοιπόν, εν προκειμένω η απόφαση ημερομηνίας 28.09.2015, η οποία οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής, αποδίδεται σε άλλο δικαστή. Ο μόνος λόγος δια τον οποίο αναφέρω τούτο έχει να κάνει με τη νομολογιακή επιταγή ότι· αίτημα για επαναφορά αγωγής που έχει απορριφθεί είναι δέον να αντιμετωπίζεται από το δικαστή που εκδίκασε την αγωγή (βλ. Mesolongitis v. Koutas
(1986)1 CLR 161, 165 με αναφορά στο Annual Practice του 1956 όπου αναφέρεται· «The application should be made if possible to the Judge who tried the case Schafer v. Blyth,
(1920)3 K.B. 141»). Δυστυχώς στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση δεν ήταν δυνατό να ακουστεί από τον ίδιο δικαστή, εφόσον στην πορεία του πράγματος εξαιρέθηκε. Δεν είναι του παρόντος, όπως ούτε αντικείμενο τούτης της αίτησης, οι λόγοι εξαίρεσης του δικαστή που εκδίκασε την αγωγή. Είναι όμως ένα γεγονός που δυσχεραίνει το έργο τούτου του δικαστηρίου, εφόσον καλείται να επανεξετάσει και μάλιστα με ενδεχόμενο αναθεώρησης, την απόφαση άλλου ομοιόβαθμου δικαστηρίου. Έχει η Δ.33 αυτή την ιδιαιτερότητα, δηλαδή ότι το δικαστήριο κέκτηται εξουσία δια αναθεώρηση προηγούμενης απόφασής του, εκεί όπου οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Είναι γι' αυτό, προφανώς, το λόγο που η εξέλιξη της νομολογίας θέλει το αίτημα να τίθεται ενώπιον του ίδιου δικαστή, εφόσον εκείνος γνωρίζει καλύτερα το περιεχόμενο του φακέλου και έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων, της διαδικασίας και της όποιας συμπεριφοράς των εμπλεκομένων, στοιχεία που συναποτιμήθηκαν πριν την απόρριψη της αγωγής. Σπεύδω τώρα να εξετάσω τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο αίτημα. Επαναλαμβάνω ότι δεν εξυπηρετεί σύνοψη όσων οι δύο πλευρές, εν προκειμένω, ενάγουσα και εναγόμενοι, υποστηρίζουν στις ένορκες δηλώσεις. Αυτό γιατί η μεταξύ τους διαφορά δεν εντοπίζεται στα γεγονότα αλλά στην αντίληψη των προεκτάσεων τούτων. Κατά τα λοιπά, τα γεγονότα που όλες οι πλευρές επικαλούνται αναφύονται από το περιεχόμενο του φακέλου και συνεπώς το δικαστήριο είναι σε εξίσου καλή θέση να διαπιστώσει τούτα με απλή μελέτη του φακέλου (βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 808, 814 με αναφορά στη Δ.48 κκ1, 2 και 3 και Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, 1943). Η πιο πάνω διαπίστωση εκμηδενίζει, πιστεύω, τη θέση της συνηγόρου της ενάγουσας, ως ετέθη στην αγόρευση, ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψιν του τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις δύο ενστάσεις, καθ' ότι τα πρόσωπα που ομνύουν τούτες είναι δικηγόροι, πράγμα ανεπίτρεπτο, σύμφωνα με τη συνήγορο. Παρ' ότι έχω ήδη αναφέρει ότι οι όποιες διαπιστώσεις είναι προϊόν έρευνας του περιεχομένου του φακέλου του δικαστηρίου, εν τούτοις κρίνω ορθό να αποφανθώ για το ζήτημα που τέθηκε, ώστε να εξανεμισθεί κάθε πιθανότητα αμφιβολίας. Ευθύς υποδεικνύω ότι η νομολογία αποκαλύπτει πως είναι ανεπιθύμητο δικηγόρος να προβαίνει σε ένορκη δήλωση. Αυτό όμως δεν συνιστά άκαμπτο κανόνα και ούτε ακριβή μεταφορά της σχετικής δικανικής αρχής. Η νομολογιακή αρχή συμπυκνώνεται στο σκεπτικό της υπόθεσης Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A Α.A.Δ. 82, 93 και 94. Όπως εκεί αναφέρεται. «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Από τα πιο πάνω ευκρινώς προκύπτει ότι δήλωση δεν είναι ανεπίτρεπτη για μόνο λόγο ότι την ορκίζεται δικηγόρος. Μάλιστα, ενίοτε δεν είναι απλώς επιτρεπτό για το δικηγόρο να προβεί σε ένορκη δήλωση, είναι και αναγκαίο. Αυτή κρίνω πως είναι η επίδικη περίπτωση. Ο λόγος είναι γιατί οι δικηγόροι είναι τα πρόσωπα που γνωρίζουν τα γεγονότα και τις ενέργειες που έγιναν, εφόσον εδώ ζητούμενο είναι εκείνο που διημείφθη εντός δικαστηρίου εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας. Κατ' επέκταση, αρμόδιο πρόσωπο να εξηγήσει τους λόγους που εδώ προβάλλονται, είναι δικηγόρος και όχι άλλος. Είναι εν τούτοις αναμενόμενο ότι ο δικηγόρος που επιλέγει να καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα στη διαδικασία, δεν θα εμφανιστεί στη συνέχεια ως εκπρόσωπος του διαδίκου. Αυτό είναι και το απαύγασμα της απόφασης Rybolovlev, πιο πάνω. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι η θέση της συνηγόρου της αιτήτριας δεν βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο και απορρίπτεται. Αυτή η κατάληξη απελευθερώνει την αίτηση από τα δεσμά της σχετικής εισήγησης και ως εκ τούτου σπεύδω σε διερεύνηση των ισχυρισμών που αμφότερες οι πλευρές προβάλλουν στις ένορκες δηλώσεις. Όπως προανέφερα η ουσία της αίτησης άπτεται της απόφασης του δικαστηρίου ημερομηνίας 28.09.2015. Αυτή λοιπόν η ημερομηνία βρίσκεται στον ομφαλό των γεγονότων της αίτησης. Εκείνο που διημείφθη στο δικαστήριο και εν τέλει η απόφαση του δικαστή, διαπιστώνονται από το πρακτικό της ίδιας ημερομηνίας, που ας σημειωθεί ότι είναι αποστενογραφημένο. Η δε αντικειμενικότητα ενός πρακτικού που δεν αμφισβητήθηκε και δεν ζητήθηκε να διορθωθεί, είναι καλά νομολογημένη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερης αιτιολόγησης (βλ. Σωτηριάδης ν. Βασιλείου κ.α. (αρ.1)
(1992)1Β Α.Α.Δ. 801). Από τα αναφερόμενα στο πρακτικό ημερομηνίας 28.09.2015 διαπιστώνονται τα ακόλουθα· τη δικάσιμο που ενδιαφέρει (28.09.2015) όλοι οι συνήγοροι των διαδίκων ήταν παρόντες, μεταξύ αυτών και η κα Δαμιανού Π., συνήγορος της ενάγουσας· η τελευταία μάλιστα υπέβαλε αίτημα αναβολής, το οποίο και απερρίφθη· στη συνέχεια ηγέρθηκαν και επαναλήφθηκαν από την ενάγουσα διάφορα νέα άλλα και παλαιά αιτήματα, τα οποία όμως επίσης απορρίφθηκαν· εν τέλει, δόθηκε χρόνος 30 λεπτών ώστε να εντοπιστεί η ενάγουσα· μετά πάροδο τούτου του χρόνου η συνήγορος της ενάγουσας ανέφερε ότι εντόπισε την πελάτιδά της, η οποία όμως υπέφερε με ημικρανίες και τάση προς εμετό· νέο αίτημα αναβολής απερρίφθη εκ νέου, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να καταλήξει ότι· «Είχε τονιστεί κατά την προηγούμενη δικάσιμο ότι εάν παρ' ελπίδα η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο θα έπρεπε να προωθηθεί η υπόθεση με παρουσία άλλου μάρτυρος. Δεν έγινε κάτι τέτοιο ούτε ζητήθηκε άδεια κλήσης μάρτυρος σε συντομότερη ημερομηνία. Η δικονομική συμπεριφορά της Ενάγουσας συνιστά κατάχρηση της δικαστικής εξουσίας και με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παρούσα υπόθεση πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.» Η ενάγουσα εδράζει το επίδικο αίτημα και σε παρεμφερή ζητήματα, εν προκειμένω τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν διάφορα άλλα αιτήματα που υπέβαλε. Καταλήγει δε ότι η τύχη τούτων αποκαλύπτει πως «στη βιασύνη του [εννοεί τον δικαστή] να απορρίψει εκδίκασε το αίτημα για αναστολή στις 17.09.2015 και/ή να υλοποιήσει προειρημένη απόφαση καταπιεστικά και χωρίς αποχρώντα λόγο .. για απόρριψη εδώ και τώρα όλων των αιτημάτων, χωρίς να ακουστώ, και χωρίς να προβάλω τη θέση μου .». Ας λεχθεί ότι ενσυνείδητα είναι που παραβλέπω τους όποιους μειωτικούς χαρακτηρισμούς προβάλλει η ενάγουσα. Όπως έχω ήδη αναφέρει, έργο του δικαστηρίου στο πλαίσιο αίτησης ως η υπό κρίση, δεν είναι να κρίνει τις ενέργειες του προηγούμενου δικαστή, δίκην Εφετείου, αλλά να αποφανθεί, στο πλαίσιο νέου αιτήματος που υποβάλλεται σε δεύτερο χρόνο, κατά πόσο τυχόν νέα γεγονότα, που για κάποιο λόγο δεν τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου όταν αποφάσιζε την απόρριψη της αγωγής, οδηγούν σήμερα στο συμπέρασμα ότι η αγωγή δεν θα έπρεπε να είχε απορριφθεί. Υπό αυτή την έννοια είναι που προσεγγίζω το αίτημα, εξ ου και οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί δεν λαμβάνονται υπόψιν. Υποδεικνύω εν τούτοις ότι χαρακτηρισμοί και υπονοούμενα ως αυτά που αναφέρονται πιο πάνω, δεν έχουν θέση σε αίθουσα δικαστηρίου, πόσω δε μάλλον όταν αποδίδονται σε λειτουργό της δικαιοσύνης που τάχθηκε να υπηρετήσει τούτη συμφώνως των διατάξεων του Συντάγματος και των νόμων. Ανάρμοστα όμως είναι και για το διάδικο που αναζητεί το δίκαιό του σε τούτες ακριβώς τις αίθουσες, τη στιγμή όμως που στηλιτεύει τους λειτουργούς της δικαιοσύνης και με αυτό τον τρόπο πλήττει το θεσμό που καλεί να τον βοηθήσει. Αν χρειάζεται να αναφερθεί, προσθέτω ότι οι διαδικασίες, καθώς επίσης οι αποφάσεις των δικαστηρίων, ελέγχονται σε δεύτερο βαθμό από το Εφετείο. Αναφέρω τούτο σε μια προσπάθεια καθησυχασμού της ενάγουσας σε όσα αναφέρει, αλλά και υποδείξεως ότι γι' αυτό ακριβώς το λόγο, τα επίθετα και οι χαρακτηρισμοί δεν έχουν θέση, εφόσον οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δεν είναι ανέλεγκτοι. Στο τέλος της ημέρας το δίκαιο πάντα πρυτανεύει. Αυτό όμως μέσα από τις διαδικασίες του δικαστηρίου και κατ' επιβεβαίωση του αξιώματος «έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά» (Αισχύλος). Επανέρχομαι όμως στα γεγονότα της διαδικασίας. Διαπιστώνω ότι πριν την 28.09.2015, δηλαδή την ημερομηνία που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση αναβολής. Τούτη καταχωρίστηκε την 22.09.2015, είχε μονομερή χαρακτήρα και ακούστηκε την 25.09.
- Για δικονομικούς λόγους, συγκεκριμένα επειδή η νομική βάση τούτης ήταν λανθασμένη, οδηγήθηκε σε απόρριψη. Η αίτηση για αναβολή είναι το τεκμήριο Γ στην επίδικη αίτηση. Πέραν της αίτησης για αναβολή, την 22.09.2015 η ενάγουσα καταχώρισε και αίτηση για νομική αρωγή. Καίτοι σχετική αίτηση δεν εντοπίζεται στο φάκελο του δικαστηρίου, δέχομαι ότι η ενάγουσα προέβη σε τέτοια ενέργεια. Προσθέτω δε ότι είναι απολύτως φυσιολογικό να μην εντοπίζεται στον επίδικο φάκελο οτιδήποτε αφορά τη νομική αρωγή, εφόσον η διαδικασία νομικής αρωγής έχει τη δική της αυτοτέλεια και η πρακτική θέλει αιτήματα αυτής της φύσης να καταχωρούνται σε άλλο μητρώο και να λαμβάνουν διαφορετικό αύξοντα αριθμό. Η αίτηση που υπέβαλε η ενάγουσα είναι το τεκμήριο Β στην επίδικη αίτηση. Λόγω των πιο πάνω, άγνωστο είναι για το δικαστήριο τι απέγινε η διαδικασία νομικής αρωγής. Τέλος, η ενάγουσα καταχώρισε και αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, μέχρι εκδικάσεως έφεσης που υπέβαλε. Τούτη η αίτηση, τεκμήριο Δ στην επίδικη αίτηση, καταχωρίστηκε την 15.09.2015 και σύμφωνα με τα αναφερόμενα από την κα Δαμιανού, η έφεση έχει ως αντικείμενο ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου, εν προκειμένω την απόφαση ημερομηνίας 24.07.2015, με την οποία απερρίφθη αίτημα τροποποίησης της έκθεσης απαιτήσεως. Είναι γεγονός ότι το δικαστήριο επιλήφθηκε τούτη την αίτηση την 17.09.2015 και για λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό του δικαστηρίου απερρίφθη. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου και ως εκ τούτου καθίστανται διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Αν είναι κάτι που απομένει να αποφασιστεί είναι ο ισχυρισμός που επαναλαμβάνει η ενάγουσα, δηλαδή πως ο λόγος δια τον οποίο δεν προσήλθε στο δικαστήριο την 28.09.2015, είναι γιατί ασθενούσε. Προς επίρρωση τούτου η ενάγουσα προσκόμισε το τεκμήριο Α, δηλαδή αντίγραφο πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών. Από τα εκεί αναφερόμενα προκύπτει ότι την 28.09.2015 χορηγήθηκε στην ενάγουσα αναρρωτική άδεια μέχρι και την 03.10.
- Το πρόβλημα, σύμφωνα με τα εκεί αναφερόμενα, ήταν περιστροφική ζάλη και υπερτασική κρίση. Παρά τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο Α, ορθή κρίνεται η επισήμανση των εναγομένων στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και στην γραπτή αγόρευση. Το τεκμήριο Α αναγράφει ημερομηνία και ώρα εισαγωγής της ενάγουσας στο Γενικό Νοσοκομείο. Αναφέρεται εκεί ότι εισήχθη την 28.09.2015 και ώρα 18:
- Η σχετική υπόδειξη της υπεράσπισης δεν απαντήθηκε από την ενάγουσα που δεν ζήτησε άδεια να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ώστε να δώσει εξηγήσεις. Γεγονός λοιπόν παραμένει ότι η ενάγουσα μετέβη στο Νοσοκομείο η ώρα 18:
- Ποια ήταν η κατάσταση της ενάγουσας τις πρωινές ώρες όταν η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, δηλαδή αν ασθενούσε και σε ποιο βαθμό, και γιατί δεν μετέβη στο νοσοκομείο ενωρίτερα, το δικαστήριο δεν γνωρίζει και ούτε δικαιούται να εικάσει. Αταλάντευτη όμως παραμένει η διαπίστωση ότι τις πρωινές ώρες, δηλαδή όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση (11:00), η ενάγουσα δεν είχε εισαχθεί στο Νοσοκομείο. Κάτι τέτοιο έπραξε μετά την απόρριψη της αγωγής και συγκεκριμένα η ώρα 18:52 της 28.09.
- Έχω αναφέρει ήδη το πώς αντιλαμβάνομαι την εξουσία που παρέχεται από τη Δ.33 και δεν προτίθεμαι να επεκταθώ. Παραθέτω μόνο το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Mesolongitis, πιο πάνω, όπου εναργώς διαγράφεται η εξουσία του δικαστηρίου. Αναφέρθηκε εκεί ότι· «It is abundantly clear from the exposition of the Law made above, that the jurisdiction to reinstate rests with the trial Court and should preferably and whenever possible be dealt with by the Judge who tried the case. Although there can be an appeal against a judgment given in default, the matter of reinstatement should as a rule be raised in the first place before the trial Court. That being so the case for the appellant collapses, for the sole issue raised on appeal is that the District Court had no Jurisdiction to entertain the application for reinstatement and that by so doing the learned trial Judge acted as a Court of Appeal from his own judgment. The learned trial Judge by his order for reinstatement did, in our view, justice in a case where he had apparently acted, when he dismissed the action for want of prosecution, without having had before him the full facts, although in all fairness to him we must say that by so dismissing it he was making the point and rightly so that cases cannot be adjourned at will by the consensus of counsel.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Toumbouros Estates Limited v. Ιωαννίδου κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1512, 1516, όπου λέχθηκε ότι· «Η γνώμη μας είναι πως η υπόθεση Μεσολλογίτη είναι αυθεντική και καθοριστική, πάνω στο ζήτημα που μας απασχολεί. Το νομικό θέμα, με το οποίο καταπιάνεται η απόφαση ήταν απλό και ποτέ αμφιλεγόμενο στη νομολογία μας. Έτσι, δε νιώθουμε να έχουμε την ευχέρεια να εκφράσουμε και εμείς, ως Εφετείο, κάποια δική μας διαφοροποιημένη άποψη, που εν πάση περιπτώσει δεν έχουμε. Το ζήτημα αφορά σε ένα καθαρά διαδικαστικό θέμα και η ερμηνεία που αποδίδεται στον Κ.33 θ.5 συνάδει απόλυτα με την ορθή και δίκαιη αντιμετώπιση της κατάστασης, στην οποία σκοπεί η εφαρμογή του. Ας σημειωθεί, όπως έχει σχολιαστεί και στην υπόθεση Ευαγόρου, πως και η Δ.26 θ.14 δίδει γενική εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίζει απόφασή του που εκδίδεται ερήμην.» Αν αναφέρω όλα τα πιο πάνω είναι γιατί οι εναγόμενοι διατείνονται πως στην προκείμενη περίπτωση κατάλληλο διαδικαστικό διάβημα είναι εκείνο της έφεσης και όχι η επαναφορά της αγωγής. Δεν μπορώ να αποκρύψω ότι βλέπω τη λογική του επιχειρήματος των εναγομένων, καθώς ότι σε κάποιο βαθμό συμμερίζομαι την άποψή τους. Έχω δε υπόψιν μου την υπόθεση Terzian κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2007)1B Α.Α.Δ. 1283, 1284, όπου λέχθηκε ότι· «Διαβάζοντας το πρακτικό της διαδικασίας ημερ. 7.12.05, όπου και απερρίφθη η αγωγή, στη δική μας κρίση ο λόγος της απόρριψης ήταν γιατί οι εφεσείοντες δεν ήσαν έτοιμοι να την προωθήσουν. Η απορριπτική απόφαση θεραπευόταν μόνο με έφεση, και όχι με αίτηση στο ίδιο το Δικαστήριο για επαναφορά της αγωγής, όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση.» Μάλιστα ανάλογη επισήμανση έγινε και στη μεταγενέστερη υπόθεση Σοφοκλέους κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2009)1Β Α.Α.Δ. 818, 824. Λέχθηκε εκεί ότι· «Κατά την ακρόαση της έφεσης το δικαστήριο έθεσε και το ερώτημα κατά πόσο η ορθή διαδικασία για να επιδιωχθεί η ανατροπή της εκδοθείσας απόφασης ήταν η καταχώρηση αίτησης για παράταση χρόνου για καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό ή η έφεση (με καταχώρηση αίτησης για παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης εφ' όσον η προθεσμία θα είχε λήξει). Εν όψει της πιο πάνω κατάληξής μας, δεν θα μας απασχολήσει σε έκταση το θέμα, αφού και οι ίδιοι οι συνήγοροι δεν ήσαν σε θέση να επιχειρηματολογήσουν επαρκώς επ' αυτού με αναφορά σε νομολογία, και θα περιορισθούμε να σημειώσουμε την απόφαση στην υπόθεση Terzian κ.ά. v. Liberty Life Insurance Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ. 1283, όπου απεφασίσθη ότι το ορθό δικονομικό μέτρο στην περίπτωση αγωγής απορριφθείσας λόγω μη προώθησής της δεν ήταν η αίτηση για επαναφορά αλλά η έφεση.» Προσθέτω εδώ και εκείνο που αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 832, αναφορικά με την Ο.36 r.34, που αντιστοιχεί στην ημεδαπή Δ.33 κ.6. Κάτω από τον τίτλο «Inherent Power to Adjourn», αναφέρεται ότι· «The adjournment of a proceeding is a judicial act which may be reviewed on appeal ..» Εν τούτοις τα dicta των υποθέσεων Terzian και Σοφοκλέους, πιο πάνω, φαίνεται να λέχθηκαν εν παρόδω (obiter). Από την άλλη τα γεγονότα των υποθέσεων Mesolongitis και Toumbouros, πιο πάνω, ανταποκρίνονται στα γεγονότα της παρούσης και δεν αφήνουν αμφιβολία ότι αρμόζουσα διαδικασία είναι η αίτηση επαναφοράς και όχι η έφεση. Αυτή ήταν η απόφαση και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2071. Με αποφασισμένο πλέον το ορθό δικονομικό μέτρο, ό,τι πρέπει να εξεταστεί είναι η άλλη ένσταση των εναγομένων, δηλαδή πως η αίτηση εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Επί του προκειμένου η θέση των εναγομένων κρίνεται ορθή και καθ' όλα δικαιολογημένη. Έχω αναφέρει ήδη ότι διαπίστωση του δικαστηρίου είναι πως την ημέρα της δίκης, εν προκειμένω την 28.09.2015, η συνήγορος της ενάγουσας παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν απόντες και οι δύο διάδικοι (parties), όπως αναφέρεται στον κ.1 της Δ.33 που εδράζεται η αίτηση. Μάλιστα, ορθολογιστική θεώρηση του κ.1 της Δ.33 δεν θεωρεί το διάδικο απόντα, όταν ο συνήγορος του βρίσκεται στο δικαστήριο και απλώς απουσιάζει είτε ο ενάγων είτε ο εναγόμενος. Προς επίρρωση όλων των ανωτέρω παραπέμπω στην υπόθεση Παναγίδης κ.α. ν. Κουρούσιη
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1583, 1585, όπου σε γεγονότα ανάλογα, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά· «Η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Αρκεί να λεχθεί ότι η αίτηση βασίστηκε στη Δ.33, θ.1, η οποία δεν μπορεί να ισχύσει στην παρούσα περίπτωση. Όπως έχουμε πει και πιο πάνω, η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου κανένας από τους δύο διάδικους δεν εμφανίστηκε στην ακρόαση, ενώ στην παρούσα περίπτωση υπήρξε εμφάνιση και από τους δύο. Το Δικαστήριο, υποθέτουμε παρασυρόμενο από το λάθος του εφεσείοντα, θεώρησε ότι η αίτηση βασιζόταν στη Δ.33, θ.5 και προχώρησε σε ανάλυση της νομικής θέσης με βάση τον κανονισμό αυτό. Δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε στην ουσία της υπόθεσης, ιδιαιτέρως αφού το παράπονο του εφεσείοντα όπως διαγράφεται στην ειδοποίηση έφεσης είναι ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να βασίσει την απόφασή του σε πρόνοια, τη Δ.33, θ.1, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να εφαρμοστεί. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Ann-Clair Developments Ltd v. Κυριακίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 537, στην περίπτωση δεν παρέχεται περιθώριο εμπλοκής άλλης δικονομικής διάταξης.» Γι' αυτό και μόνο το λόγο η αίτηση κρίνεται ανυπόστατη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Παρ' όλα αυτά, λόγω της ιδιαιτερότητας της υπόθεσης αλλά και επειδή πάντα υπάρχει η πιθανότητα ανατροπής της απόφασης του δικαστηρίου κατ' έφεση, κρίνω ορθό να θέσω τη θέση μου, έστω εν συντομία και επί της ουσίας του αιτήματος. Έχω παραθέσει σε έκταση τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου αναφορικά με ό,τι προηγήθηκε της ημερομηνίας 28.09.2015. Η ενάγουσα δεν δικαιολόγησε την απουσία της από το δικαστήριο. Για μόνο λόγο ότι το τεκμήριο Α είναι ετεροχρονισμένο της ακρόασης, δηλαδή 6 με 7 ώρες μετά το χρόνο ορισμού της υπόθεσης, αποδυναμώνεται. Από την άλλη δεν είναι μόνο η απουσία της ενάγουσας το ζητούμενο. Η συνήγορος της ενάγουσας είχε κάθε ευκαιρία, τόσο πριν την 28.09.2015 όσο και την ίδια ημέρα, να καλέσει οιονδήποτε άλλον μάρτυρα. Εν τούτοις η κα Δαμιανού δεν μερίμνησε σχετικά. Απλώς εναπόθεσε όλες τις ελπίδες της στο αίτημα αναβολής. Παραδόξως όμως εφόσον από την προηγούμενη ημερομηνία ακροάσεως, εν προκειμένω την 17.09.2015, το δικαστήριο κατέστησε σαφές σε όλες τις πλευρές ότι ανέμενε να είναι έτοιμες, αν μη τι άλλο για έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Ας μου επιτραπεί να παρεμβάλω εδώ ότι συμμερίζομαι απόλυτα τις ανησυχίες του δικαστηρίου. Ο αύξων και μόνο αριθμός της αγωγής καταδεικνύει ότι είναι παλαιά και ταλαιπωρημένη. Δικαιολογημένα όσο και αν ήταν τα προηγούμενα αιτήματα αναβολής, αναμενόμενο είναι ότι για κάθε επόμενο αίτημα, δηλαδή όσο παλαιώνει η υπόθεση, ο διάδικος που αιτείται τούτην πρέπει να είναι σε θέση να την αιτιολογήσει σε αυξημένο βαθμό. Εδώ κάτι τέτοιο δεν έγινε. Η όλη στάση της ενάγουσας και της συνηγόρου της αναδεικνύει κωλυσιεργία και αδιαφορία άνευ προηγουμένου. Θα ανέμενε κανείς ότι ο πρώτος ο οποίος κόπτεται για την προώθηση μιας αγωγής είναι εκείνος ο οποίος αξιώνει θεραπεία, εδώ ο ενάγων. Δυστυχώς σε αυτή την περίπτωση η στάση της ενάγουσας καθώς και της συνηγόρου της δεν δικαιολογεί τέτοιο συμπέρασμα. Η συχνότητα αιτημάτων, και δη η επανάληψη τούτων ακόμη και μετά την απόρριψη, σε συνδυασμό με την αδιαφορία που διαπιστώνεται σε σχέση με τις ρητές οδηγίες του δικαστηρίου περί ετοιμότητας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πλευρά της ενάγουσας έχασε κάθε ενδιαφέρον για προώθηση της αγωγής. Σημειώνω δε ότι η παρούσα αίτηση δεν έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου οιονδήποτε νέο στοιχείο. Περιορίστηκε απλώς σε όσα κατ' επανάληψη υπεβλήθηκαν και απορρίφθηκαν. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι η παρούσα δεν δικαιολογεί διαφοροποίηση από την απόφαση ημερομηνίας 28.09.2015 και παραμερισμό τούτης. Συνεπώς και επί της ουσίας του πράγματος, δεν θα ασκούσα τη διακριτική μου εξουσία υπέρ του αιτήματος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η επίδικη αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο