Αναφορικά με την ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΤΣΙΩΝ ΛΤΔ ν. Αναφορικά με τους ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗ ΜΑΧΑΙΡΙΩΤΗ ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτη, Αρ. Αίτησης: 2219/2013, 6/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A227 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2219/2013 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β), τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ. 4 άρθρο 21 και Αναφορικά με την ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΤΣΙΩΝ ΛΤΔ Αιτήτριας και Αναφορικά με τους ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗ ΜΑΧΑΙΡΙΩΤΗ ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μίνου Μαχαιριώτη Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 23.11.2015 για διαγραφή κυρίως αιτήσεως 06 Απριλίου 2016 Για αιτητές: αυτοπροσώπως Για καθ' ης η αίτηση: κα Παπαθωμά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση παρεμβάλλει στο πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως που αφορά αίτημα δια εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Περιπλέον, το επίδικο αίτημα δεν είναι η πρώτη φορά που εγείρεται. Ανάλογο αίτημα υπεβλήθη την 28.04.2015, για να απορριφθεί όμως την 22.10.2015, λόγω του ότι η αίτηση δεν επικαλείτο την ορθή νομική βάση. Εν τούτοις τα πιο πάνω είναι όσα προηγήθηκαν. Ζητούμενο σήμερα είναι η τύχη της αίτησης που τώρα απασχολεί. Με αυτήν οι αιτητές, δηλαδή οι καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση, ζητούν· «α) Απόφαση του Δικαστηρίου που να απορρίπτει άμεσα την Αίτηση 2220/2013 αφού: 1) Το αίτημα της Αιτήτριας για εγγραφή διαιτησίας εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση και σε λανθασμένους κανονισμούς. 2) Η Αιτήτρια δηλώνει στην αίτηση της ότι αυτή βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4). Το αίτημα της Αιτήτριας όμως δεν βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β και 4). Συνεπώς αιτούμεθα την άμεση απόρριψή της.» Σε αυτή την περίπτωση η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 28, 29 και 30 του Συντάγματος· στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60· στις Δ.23, Δ.25, Δ.48 κκ1-9, Δ.50, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών· και στη συμφυή και διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση που ορκίζεται η Μαριάννα Σταυρινού, δηλαδή μια εκ των διαχειριστών της περιουσίας που εγκαλείται. Οφείλω να ομολογήσω ότι δύσκολα διαπιστώνει κανείς ποιο είναι το αντικείμενο της επίδικης αίτησης. Παρ' ότι οι αιτητές ζητούν ό,τι πιο πάνω αναφέρεται, εν τούτοις η νομική βάση της αίτησης δεν δικαιολογεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι αιτητές ζητούν παραμερισμό της κυρίως αιτήσεως δια το λόγο ότι εδράζεται σε λάθος νομική βάση. Έστω ότι τούτη η θέση είναι ορθή, δεν βλέπω πώς επηρεάζεται η κυρίως αίτηση. Αν αυτό που θέλουν να πουν οι αιτητές είναι ότι η κυρίως αίτηση είναι παράτυπη, εξ ου και επικαλούνται τη Δ.64, ρητά αναφέρω ότι η νομολογία δεν υποστηρίζει τη θέση αυτή. Υποδεικνύω εν προκειμένω την υπόθεση Bank for Foreign Trade of Russian Federation v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1Γ A.A.Δ. 1728, 1733 όπου λέχθηκε ότι· «Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Στην περίπτωση της εφεσείουσας είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει.» Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να υποστηρίζουν πως η μη αναφορά συγκεκριμένου άρθρου στην κυρίως αίτηση, καθιστά τούτη παράτυπη. Προσθέτω όμως ότι μπορούν και δύνανται να θίξουν τις επιπτώσεις, που οι ίδιοι θεωρούν ότι επιφέρει η παράλειψη, στην ένστασή τους. Από την άλλη, αν λανθάνομαι σε σχέση με τα πιο πάνω και οι αιτητές δεν είναι αυτό που υποστηρίζουν αλλά ότι η κυρίως αίτηση πρέπει να διαγραφεί (strike out), επί τω ότι δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής, τότε και σε αυτή την περίπτωση δεν είναι πολλά όσα χρειάζεται να ειπωθούν. Η αίτηση είναι προδήλως ανυπόστατη και δικανικά αβάσιμη. Αυτό γιατί καμία από τις διαταγές που εκεί αναφέρονται έχουν να κάνουν με απόρριψη αίτησης δια το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει καλή αιτία αγωγής. Ούτε βεβαίως οι διατάξεις του Συντάγματος ή του περί Δικαστηρίων Νόμου, που ούτως ή άλλως οι αιτητές επικαλούνται γενικά και αόριστα, παρέχουν έρεισμα για υποβολή αιτήματος ως το υπό κρίση. Αν χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε επιπλέον, υποδεικνύω ότι αρμόζουσα διαταγή είναι η Δ.27 κ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Αυτή είναι η διαταγή που μεριμνά δια τη διαγραφή δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εκεί καλή αιτία αγωγής. Τούτη όμως η διαταγή δεν αναφέρεται στη νομική βάση της αίτηση. Δυστυχώς για δεύτερη φορά οι αιτητές υποβάλλουν αίτημα που αιτείται τη διαγραφή της κυρίως αιτήσεως και όμως δεν επικαλούνται τη Δ.27 των Θεσμών. Λέγω δυστυχώς καθ' ότι οι αιτητές προωθούν την υπόθεσή τους εξ ιδίων και δίχως βοήθεια συνηγόρου. Αποτελεί βεβαίως συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου να προωθεί την υπόθεσή του ο ίδιος προσωπικά, εν τούτοις είμαι της γνώμης πως η πολυπλοκότητα της διαδικασίας και η σπουδαιότητα της δικανικής κατάρτισης, είναι ζητήματα που δεν πρέπει να υποτιμούνται. Αν η παρουσίαση υποθέσεων στο δικαστήριο ήτο ζήτημα απλό, καθημερινό και προσιτό στον καθένα, θα σήμαινε πως οι χιλιάδες τόμοι συγγραμμάτων και οι αιώνες ύπαρξης τούτης της νομικής επιστήμης, δεν ήταν παρά χάσιμο χρόνου. Με κάθε σεβασμό είμαι όμως της γνώμης ότι η ιστορία, καθώς και η εμπειρία που αποκομίζει κανείς από υποθέσεις όπως η παρούσα, αποκαλύπτει ακριβώς το αντίθετο. Επανερχόμενος λοιπόν στην υπό κρίση περίπτωση διαπιστώνω ότι είναι μετέωρη νομικής βάσης. Μάλιστα αυτό αναφέρεται στους δύο πρώτους λόγους στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, όπου υποδεικνύεται ότι· « 1. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αιτούμενη θεραπεία και/ή η Αίτησης τους είναι αβάσιμη και/ή ανυπόστατη, χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα. 2. Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλειπής και/ή λανθασμένη και/ή η αίτηση δεν στηρίζεται στις ορθές νομικές και δικονομικές διατάξεις και/ή η γενικότητα της διατύπωσης τους είναι νομικά ανεπαρκής και/ή λανθασμένη και/ή ελαττωματική.» Όπως είχα την ευκαιρία να υποδείξω και στην προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση, κάθε αίτηση πρέπει να αναφέρει το άρθρο του νόμου ή τον κανονισμό στον οποίο εδράζεται. Είναι τούτο δικονομική επιταγή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στον κ.1 της Δ.48 που διέπει τις ενδιάμεσες αιτήσεις. Παράλειψη συμμόρφωσης με τη σχετική δικονομική υποχρέωση οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη. Επί του προκειμένου σχετική κρίνεται η υπόθεση Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd
(2007)1ΑΑΔ 393, 397, όπου λέχθηκε ότι· «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη.» Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η υπό κρίση αίτηση οδηγείται εκ νέου σε απόρριψη. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση στην επίδικη αίτηση και εις βάρος των αιτητών. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο