← Κύπρος

D & A PLATINUM TRAVEL LTD ν. ΣΩΜΑΤΕΙΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1297/12, 14/4/2016

D & A PLATINUM TRAVEL LTD ν. ΣΩΜΑΤΕΙΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1297/12, 14/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A244 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1297/12 Μεταξύ: D & A PLATINUM TRAVEL LTD Ενάγοντες και ΣΩΜΑΤΕΙΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένων και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Μεσεγγυούχοι Αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου 14 Απριλίου 2016 Για ενάγοντες: κα Κ. Λιασίδου Για εναγόμενους: κα Κ. Νεοφύτου Για μεσεγγυούχους: κος Παπαμιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση έχει ως αντικείμενο την έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Ο αιτητής ζητά εν προκειμένω· «Α. Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος κατασχέσεως χρημάτων εις χείρας τρίτου (Writ of Attachment) τα οποία ο Εναγόμενος έχει να λαμβάνει από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, Αχαιών 10, Έγκωμη, 2413 Λευκωσία, μεσεγγυούχων, και διατάττον τους μεσεγγυούχους όπως μη παραιτηθούν της φυλάξεως των χρημάτων και/ή να μην αποχωρισθούν το ποσό το οποίο η ενάγουσα δικαιούται να λάβει και/ή έχει να λαμβάνει δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 11.5.2012 στην αγωγή με αρ. 1297/2012 μεταξύ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου. Β. Διάταγμα κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους ως άνω μεσεγγυούχους, Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, Αχαιών 10, Έγκωμη, 2413 Λευκωσία, όπως πληρώσουν και/ή καταβάλουν στην ενάγουσα/αιτήτρια τα ποσά, τα οποία επεδικάσθηκαν υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου στην αγωγή με αρ. 1297/2012 δυνάμει αποφάσεως του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.5.2012, ήτοι: (α) Ποσό €10,058.40 πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 22.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως πλέον (β) Ποσό €761.00 έξοδα της αγωγής πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 22.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. πλέον (γ) Ποσό €11 έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, και συγκεκριμένα στα άρθρα 4, 9 και 73 έως 81 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.43 και Δ.48 κκ1, 2, 3, 7 και

  1. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση που ομνύει ο Δημήτρης Κλαρκ. Παρεμβάλλω εδώ διαδικαστικό ζήτημα και αυτό έχει να κάνει με τη διαδικασία που ο αιτητής επέλεξε να ακολουθήσει και τις εμφανίσεις των διαδίκων. Ο αιτητής δεν προώθησε ex parte αίτηση δια έκδοση διατάγματος nisi. Απλώς καταχώρισε αίτηση δια κλήσεως την οποία απηύθυνε, ως άλλωστε προβλέπεται, στον εναγόμενο (στη συνέχεια καθ' ου η αίτηση) και στο μεσεγγυούχο. Και οι δύο εμφανίστηκαν στο δικαστήριο και μάλιστα καταχώρισαν ένσταση. Σπάνιο όσο και αν είναι για ένα μεσεγγυούχο να καταχωρίσει ένσταση, στην προκείμενη περίπτωση αυτό ακριβώς έγινε. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου και του μεσεγγυούχου ακολουθούν κοινή πορεία πλεύσης, τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου. Είναι θέση και των δύο ότι ο μεσεγγυούχος δεν έχει στην κατοχή του κινητή περιουσία που ο εναγόμενος έχει συμφέρον (is beneficially interested). Ως εκ τούτου, είναι η θέση τους ότι το αίτημα δεν είναι δικαιολογημένο και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί, εξ ου και οι δύο, καθ' ου η αίτηση και μεσεγγυούχος, καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Πριν οτιδήποτε άλλο οφείλω να παρατηρήσω ότι ο καθ' ου η αίτηση υποστήριξε περαιτέρω πως ο αιτητής δεν δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία και αυτό γιατί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος πάσχει και συνεπώς η εκδοθείσα απόφαση είναι άκυρη. Από το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνω ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 22.02.
  2. Φαίνεται να επιδόθηκε δύο ημέρες αργότερα, εξ ου και την 17.03.2012 καταχωρίστηκε αίτηση για απόδειξη. Προσθέτω εδώ ότι οι αιτιάσεις του καθ' ου η αίτηση περί κακής επίδοσης δεν υποστηρίχθηκαν από μαρτυρία. Απλώς τέθηκαν εν είδει επιχειρήματος. Άλλωστε ο καθ' ου η αίτηση ανέφερε ότι προτίθεται να καταχωρίσει σχετική αίτηση, ισχυρισμός που υποδηλώνει ότι τέτοια αίτηση δεν έχει καταχωριστεί. Υπό το φως αυτών των δεδομένων δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με την επίδοση, εφόσον δεν δικαιολογείται από το περιεχόμενο του φακέλου. Περαιτέρω διαπιστώνεται εκεί ότι μετά την επίδοση και συγκεκριμένα την 11.05.2012, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Το γεγονός και μόνο ότι η εκδοθείσα απόφαση δεν έχει ακυρωθεί και εξακολουθεί να είναι σε ισχύ, δεν επιτρέπει υιοθέτηση των ισχυρισμών του καθ' ου η αίτηση. Ως εκ τούτου διαπιστώνω ότι την 11.05.2012 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, για το ποσό των €10.058,40 πλέον τόκο 5,5% από 22.02.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα €761 πλέον τόκο 5,5% από 22.02.2012 και €11 έξοδα επίδοσης. Η πιο πάνω διαπίστωση θέλει τον καθ' ου η αίτηση να είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης του αιτητή. Τα πιο πάνω συνιστούν διαπιστώσεις δικαστηρίου. Ας δούμε τώρα τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, εφόσον τούτες θα αναδείξουν ό,τι σχετικό και ιδιαίτερα τα στοιχεία εκείνα στα οποία το δικαστήριο οφείλει να επικεντρώσει την προσοχή του. Η εκτέλεση με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου ρυθμίζεται από τα άρθρα 73 έως και 81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  3. Όπως έχει νομολογηθεί η έκδοση του διατάγματος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, γεγονός που συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 78 του Κεφ. 6 (βλ. Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd κ.α.

(1990)1 Α.Α.Δ.28, 31). Η διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VII του Κεφ. 6 συνοψίσθηκε στην υπόθεση F. Hoffman La Roche and Co A.G. v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Ltd
(1969)1 CLR 106, 113. Αναφέρθηκε εκεί ότι∙ «Sections 73 to 81 (Part VII) of the Civil Procedure Law, Cap.6 (which we need not quote verbatim) provide that, if an application for the issue of a writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or be due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the Court, after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.» Επιπλέον, σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 16, σελίδα 79, παράγραφος 119 όπου αναφέρεται ότι· «. a judgment creditor is enabled to reach money due to the judgement debtor which is in the hands of a third person. For this purpose the ordinary methods of execution are inapplicable; but there is power to order the third person to pay to the judgment creditor the debt due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the judgment creditor's claim.» Εξέταση των άρθρων 73 και 78 του Κεφ. 6 υπό το φώς της σχετικής νομολογίας (βλ. Carna, πιο πάνω, και Impregilo SPA v. Του Πλοίου Marwa M
(2002)1A A.A.Δ.382) αποκαλύπτει ότι η έγκριση του αιτήματος εξαρτάται από απόδειξη των ακόλουθων προϋποθέσεων· ότι ο αιτητής είναι εξ αποφάσεως πιστωτής του καθ' ου η αίτηση, και ότι ο καθ' ου η αίτηση, δηλαδή ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε ποσό χρημάτων ή αντικειμένων στην κατοχή τρίτου προσώπου, δηλαδή του μεσεγγυούχου, ή το τρίτο πρόσωπο είναι οφειλέτης του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Επιπλέον, το συμφέρον του εξ αποφάσεως οφειλέτη στο αντικείμενο της κατάσχεσης πρέπει να είναι άμεσο και η άσκησή του να μην τελεί υπό όρους (βλ. Carna, πιο πάνω, στη σελ. 33). Τέλος, η έκδοση του διατάγματος περιορίζεται σε περιουσία που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν απασχολεί εάν ο καθ' ου η αίτηση είναι οφειλέτης του αιτητή, εφόσον έχει ήδη διαπιστωθεί ότι ο τελευταίος εξασφάλισε δικαστική απόφαση εναντίον του πρώτου, γεγονός που τον καθιστά εξ αποφάσεως οφειλέτη. Ό,τι ενδιαφέρει εδώ είναι εάν ο μεσεγγυούχος έχει στην κατοχή του περιουσία που οφείλεται στον καθ' ου η αίτηση. Επί του προκειμένου ο αιτητής ρητά αναφέρει ότι δεν έχει υπόψη του συγκεκριμένο ποσό που ο μεσεγγυούχος οφείλει στον καθ' ου η αίτηση. Γνωρίζει όμως, ως αναφέρει, ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι σωματείο και λόγω τούτου κατά καιρούς λαμβάνει από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου επιχορήγηση. Αυτό το ποσό είναι που ζητά να δεσμευτεί, παρ' ότι δέχεται ότι δυνατό σήμερα να μην υφίσταται τέτοια χορηγία. Διατείνεται όμως ότι κάποια στιγμή στο μέλλον δυνατό να προκύψει και γι' αυτό το λόγο αιτείται την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Προς επίρρωση όλων των ανωτέρω επικαλείται το ακόλουθο απόσπασμα από το Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, σελίδα 327, παράγραφος 527· «To be capable of attachment there must be in existence, at the date the attachment becomes operative, something which the law recognizes as a debt, and not merely something which may or may not become a debt.» Έχω ήδη αναφέρει ότι ο καθ' ου η αίτηση και ο μεσεγγυούχος αρνούνται ότι ο τελευταίος έχει στην κατοχή του οιονδήποτε ποσό που οφείλεται στον καθ' ου η αίτηση. Εν τούτοις προσεκτική ανάγνωση των δύο ενστάσεων, καθ' ου η αίτηση και μεσεγγυούχου, φανερώνει ότι ουδέν αναφέρουν για μελλοντικό ποσό. Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο παρέχεται εξουσία δια έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για απροσδιόριστο ποσό, το οποίο θα καταβληθεί στον καθ' ου η αίτηση σε κάποια στιγμή στο μέλλον. Είναι μέχρι στιγμής αντιληπτό ότι βασική προϋπόθεση δια έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, είναι η σχέση του μεσεγγυούχου με τον καθ' ου η αίτηση. Η έκδοση του διατάγματος επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που ο πρώτος (μεσεγγυούχος) είναι οφειλέτης του τελευταίου (καθ' ου η αίτηση). Όπως υποδεικνύεται στο Annual Practice του 1958, σελίδα 1093, κάτω από τον τίτλο "All debts owing or accruing"· «It is essential that the relation of creditor and debtor should exist between the judgment debtor and the garnishee. If the judgment debtor could sue the garnishee for the amount and recover it, it is plain that there should be an attachable debt; ..... Of course a garnishee order cannot accelerate the time for payment of a debt. Where the debt is not due there is nothing to be attached. .. A judgment creditor cannot, by means of attachment, stand in a better position as regards the garnishee than the judgment debtor did; he can only obtain what the judgment debtor could honestly give him.» Διαπιστώνεται λοιπόν ότι επιβάλλεται απόδειξη σχέσης πιστωτή - οφειλέτη μεταξύ καθ' ου η αίτηση και μεσεγγυούχου. Αυτή η σχέση είναι που παρέχει δικαίωμα στον εξ αποφάσεως πιστωτή, εδώ τον αιτητή, να αιτηθεί κατάσχεση της περιουσίας που ο μεσεγγυούχος κατέχει δια όφελος του καθ' ου η αίτηση. Από την άλλη το γεγονός και μόνο ότι το ποσό που ζητείται να κατασχεθεί δεν προσδιορίζεται, φαίνεται να μην αποτελεί εμπόδιο. Στο Annual Practice και πάλιν, στη σελίδα 1094, κάτω από τον τίτλο Debt of Unascertained Amount, αναφέρεται ότι· «Money payable to a "panel doctor" by an Insurance Committee under the National Insurance Acts, after receipt by the Committee of funds received by them to enable them to pay such doctor was held to be attachable, although the precise sum payable to him had not yet been ascertained (O' Driscoll v. Manchester Insurance Committee, [1915] 3 K. B. 499. C. A., affirming Rowlatt, J., [1915] 1 K. B., p. 811). Note that it was of the essence of the decision in that case that the garnishees were found as a fact to be indebted in a specified sum at the date of the inquiry by the Court. While this did not represent the entire indebtedness, it was the actual amount ascertained and proved to be due at the date of the inquiry. In Olds Discount Co., Ltd v. Alldred in Champers in March, 1952 (unreported), where moneys belonging to a judgment debtor were alleged to be in the hands of the Law Society under the Legal Aid and Advice Act, 1949, and it was denied that anything was owing to the debtor, an order was made directing an inquiry whether in respect of the debt owing by the garnishees to the judgment debtor any and what amount had been ascertained and determined to have become payable pursuant to Regulation 16 of the Legal Aid (General) Regulations, 1950, the amount to which the garnishees were indebted to the judgment debtor to be certified, and ordering the garnishees to pay to the judgment creditor the amount so certified, and ordering the garnishees to pay to the judgment creditor the amount so certified, and ordering the garnishees to pay to the judgment creditor the amount so certified. This order was based upon Form 39A, App. K., Pt. IV. See Dawson v. Preston (Law Society, Garnishees), [1955] 1 W. L. R. 1219; [1955] 3 All E. R. 314.» Οφείλω εν τούτοις να επαναλάβω, προς αποφυγή πιθανότητας παρανόησης, πως στις προαναφερθείσες υποθέσεις το δικαστήριο διαπίστωσε ως γεγονός ότι ο μεσεγγυούχος όφειλε στον καθ' ου η αίτηση κάποιο ποσό, απλώς παρέμενε να διαπιστωθεί το ύψος της οφειλής. Αυτός ήταν και ο λόγος δια τον οποίο η απροσδιοριστία του ποσού που κατείχε ο μεσεγγυούχος δεν επέδρασε εις βάρος της έκδοσης του διατάγματος. Εν κατακλείδι, ούτε και το γεγονός ότι το ποσό που ζητείται να κατασχεθεί παραπέμπει σε βάθος χρόνου φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα. Διαφωτιστικό εν προκειμένω είναι και πάλιν το Annual Practice, όπου στη σελίδα 1096 αναφέρεται η αρχή "A debitum in praesenti, solvendum in futuro" ή αλλιώς "Owed at the present time, payable (or to be performed) in the future". Το απόσπασμα που ακολουθεί επεξηγεί ευσύνοπτα και με μεστότητα την αρχή. Αναφέρεται εκεί ότι· «As where, for example, there is an existing debt, payable by instalments. In such a case an order may be made in respect of the future instalments "as and when they become due". But the distinction must be borne in mind between the case where there is an existing debt, payment whereof is deferred, and the case where both the debt and its payment rest in the future. In the former case there is an attachable debt, in the latter case there is not. (This passage, which has appeared in many editions of the Annual Practice, was cited with approval by Bankes, L.J., in O' Driscoll v. Manchester Insurance Committee, [1915] 3 K. B., at p. 516).» Συνεπώς εάν σήμερα ο μεσεγγυούχος ήθελε θεωρηθεί οφειλέτης του καθ' ου η αίτηση, το γεγονός και μόνο ότι η αποπληρωμή της οφειλής θα διενεργηθεί σε βάθος χρόνου ή με δόσεις, δεν αφαιρεί και δεν περιορίζει την ευχέρεια κατάσχεσης του ποσού αυτού. Σχετική εν προκειμένω είναι και η απόφαση Christou v. Hajdipandela
(1981)2 J.S.C. 283 του Αρτεμίδη Α.Ε.Δ, ως ήταν τότε. Έχοντας απαντήσει όλα τα πιο πάνω ό,τι απομένει να διερευνηθεί είναι κατά πόσο ο μεσεγγυούχος, εδώ η Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, μπορεί να θεωρηθεί οφειλέτης του καθ' ου η αίτηση, εν προκειμένω του σωματείου. Σε αυτό το πλαίσιο ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει η έννοια της λέξης χορηγία. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να καταλήξει κανείς στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι η σχετική λέξη σημαίνει δίνω, προσφέρω. Από αυτή όμως τη θεώρηση του πράγματος κατ' ουδένα λόγο μπορεί κανείς να καταλήξει ότι το ποσό που χορηγείται συνιστά περιουσία που οφείλεται. Τουναντίον, χορηγείται από κάποιο, είτε αυτός είναι κρατική ή άλλη θεσμική αρχή, δια εξυπηρέτηση ενός σκοπού. Αν για τον οποιοδήποτε λόγο ο χορηγός ήθελε διακόψει την προσφορά του, ουδείς δύναται να του επιβάλει το αντίθετο. Εν ολίγοις, το πρόσωπο που ωφελείται της χορηγίας, εδώ το σωματείο, δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει τούτη. Δηλαδή δεν θεωρείται πιστωτής που δικαιούται να αξιώσει εκείνο που του οφείλεται. Είναι απλώς ο προσποριζόμενος το όφελος, του οποίου όμως η τύχη εξαρτάται από την καλή διάθεση του διαθέτη. Επί του προκειμένου σχετική είναι η απόφαση Nicolic v. Αθλητικής Ένωσης Καϊμακλίου Αχιλλέας κ.α., Αρ. Αίτ. 160/02, ημερομηνίας 11.10.2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που δόθηκε από τον Γιασεμή Α.Ε.Δ., ως ήταν τότε. Το επίμαχο απόσπασμα, το οποίο υιοθετώ πλήρως, αναφέρει τα ακόλουθα· «Τέτοια απόφαση όπως αυτή που αναφέρεται πιο πάνω σε καμιά περίπτωση δε δημιουργεί οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα, σε σχέση με τα χρήματα της χορηγίας, προς όφελος του αθλητικού φορέα ο οποίος θα επωφεληθεί από αυτή ενόσω το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό παραμένει στο ταμείο του Οργανισμού. Η συνέπεια αυτή της απόφασης του Οργανισμού βασίζεται στη λογική ότι ο Οργανισμός θα πρέπει πάντοτε να διατηρεί τη δυνατότητα να ασκεί έλεγχο σε σχέση με τη χρήση της χορηγίας από τον αθλητικό φορέα που θα επωφεληθεί εφόσον αυτή δίδεται για πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Με βάση τον κ.16 των περί Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού (Γενικές Διατάξεις και Πειθαρχία) Κανονισμών του 1970 έως 1996, μεταξύ των άλλων εξουσιών που έχει ο Οργανισμός για έλεγχο και παρακολούθηση της διάθεσης των χορηγιών, δύναται εάν συντρέχουν κάποιες περιστάσεις - τις οποίες περιγράφει σε γενικές γραμμές - να διακόψει τη χορηγία. Εφόσον δηλαδή το ποσό της χορηγίας δίδεται τμηματικά, ο αθλητικός φορέας δεν έχει οποιοδήποτε άμεσο συμφέρο σε σχέση με το μέρος της που παραμένει στο ταμείο του Οργανισμού και κατά συνέπεια ούτε και δικαίωμα να απαιτήσει την προς αυτό πληρωμή του. Και οπωσδήποτε δεν αποτελεί το μέρος αυτό της χορηγίας ποσό «νομίμως οφειλομένον» υπό του Οργανισμού, όρος ο οποίος χρησιμοποιείται στο άρθρο 17
(2)(γ) του Νόμου 41/69 σε σχέση με ποσά που πληρώνονται από το ταμείο του. Αποκτά, ενδεχομένως, τέτοια υπόσταση μετά που θα γίνει καταλογισμός του (is appropriated), ως το ποσό που θα λάβει ο συγκεκριμένος αθλητικός φορέας, με την ενεργοποίηση της απόφασης για πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού. Στην προκείμενη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έχει ακόμα συμβεί αν και όταν συμβεί μάλλον θα είναι δύσκολο να το γνωρίζει οποιοσδήποτε άλλος πλην των λειτουργών του Οργανισμού. Το ποσό της χορηγίας που αποφάσισε να δώσει το Οργανισμός στους εναγόμενους δεν υπόκειται σε κατάσχεση δυνάμει εντάλματος μεσεγγύησης και για έναν άλλο λόγο. Άπτεται του σκοπού για τον οποίο συστάθηκε και λειτουργεί ο Οργανισμός. Και που είναι μεταξύ άλλων, «η προαγωγή της εξωσχολικής σωματικής αγωγής και του εν γένει αθλητισμού της νήσου, η καλλιέργεια και ανάπτυξις του Ολυμπιακού ιδεώδους και του φίλαθλου πνεύματος παρά τω λαώ .».» Δυνάμει όλων των ανωτέρω διαπιστώνει κανείς ότι η χορηγία δεν είναι οφειλή. Ως εκ τούτου στη δοσμένη περίπτωση ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγκαλεί την Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, εφόσον δεν είναι οφειλέτης του καθ' ου η αίτηση, δηλαδή του σωματείου. Κατ' επέκταση ο αιτητής δεν επιτρέπεται να βρεθεί σε καλύτερη θέση από τον καθ' ου η αίτηση και να διεκδικήσει τη χορηγία που δεν είναι βέβαιο ότι θα λάβει ο καθ' ου η αίτηση. Ας σημειωθεί δε ότι ο αιτητής δεν υποστήριξε ότι ο καθ' ου η αίτηση εγκρίθηκε να λάβει τέτοια χορηγία. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα τούτης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου και εναντίον του αιτητή. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.