Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Ευθύμιου Μπουλούτα, Αρ. Αγωγής: 6843/2014, 25/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A267 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6843/2014 Μεταξύ: Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ενάγουσας v. Ευθύμιου Μπουλούτα Εναγομένου Αίτηση ημ. 27 Μαρτίου 2015 για Αναστολή Αγωγής, για Παραμερισμό Διαταγμάτων Σφράγισης και Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας και για Παραμερισμό Επίδοσης Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ. Τριανταφυλλίδη για ΄Αντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος - Αιτητής ζητά τα ακόλουθα: (
- i)Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και ή απορρίπτεται η Αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ή αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων, (
- ii)Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και ή απορρίπτεται και ή ακυρώνεται και ή παραμερίζεται το διάταγμα ημ. 3.11.14 για σφράγιση και καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 936/14 Ε.Δ. Λευκωσίας, (iii) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται και ή απορρίπτονται και ή ακυρώνονται και ή παραμερίζονται · το κλητήριο ένταλμα και ή η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, και · το διάταγμα ημ. 9.1.15 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος και ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, (
- iv)Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και των λοιπών εγγράφων ως άκυρη και ή κακή και ή παράνομη. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.5 θ.1 και 2, Δ.6, Δ.16 θ.9, Δ.27 θ.3, Δ.48 θ.1-4, 7, 8
(1)και
(4), 9 και 13, Δ.57 θ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 1, 2, 25, 26 και 59 του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις 44/01, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/07, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στο περιεχόμενο του φακέλου, στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Στάλως Παπουή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Εναγόμενο - Αιτητή. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται πως τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή και πως τόσο το διάταγμα για σφράγιση όσο και το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν εκδόθηκαν νομότυπα. Αναφέρει επίσης ότι δεν έγινε καλή επίδοση στον Αιτητή και πως η προθεσμία εμφάνισης που καθορίστηκε από το Δικαστήριο είναι ανεπαρκής. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Ενάγουσα νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας Αγωγής. 2) Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να εκδικάσουν την Αγωγή. 3) Τόσο η αίτηση για σφράγιση όσο και η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ήταν ορθές και έγκυρες και στηρίχθηκαν στην ορθή νομική βάση. 4) Οι ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν την αίτηση για σφράγιση και την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι νομότυπες και ή περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία. 5) Η Ενάγουσα κατέδειξε εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον του Αιτητή και ικανοποίησε τις πρόνοιες της Δ.6 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 6) Η προθεσμία για καταχώριση εμφάνισης είναι επαρκής και νομότυπη. 7) Η επίδοση είναι νόμιμη, νομότυπη και ορθή. 8) Καμία σύγχυση δεν έχει προκληθεί στον Αιτητή με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησης του κλητηρίου. 9) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στα δικαιώματα της Ενάγουσας η οποία προώθησε την υπόθεση της βασιζόμενη στη νομιμότητα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη των Δ.2 θ.1-3, Δ.5Α, Δ.9 θ.1-4, 7, 10 και 11 και Δ.51 θ.1, του ΕΚ 1215/12 και της γενικής πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ρήγα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Σε αυτή ο κ. Ρήγας ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται πως στην αίτηση για σφράγιση αποκαλύπτοντο όλα τα στοιχεία που δικαιολογούσαν την έκδοση του αντίστοιχου διατάγματος, πως το Δικαστήριο ουδόλως παραπλανήθηκε αναφορικά με τον τόπο διαμονής του Καθ΄ ου και πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή με βάση τον ΕΚ 44/
- Επίσης αναφέρει πως η επίδοση έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου και είναι καθόλα νομότυπη. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Στα πλαίσια της Αίτησης εγείρονται διάφορα θέματα τα οποία θα τύχουν εξέτασης με τη σειρά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και όχι κατ΄ ανάγκη με τη σειρά προβολής των λόγων ένστασης. Κατά την εξέταση του κάθε θέματος θα γίνεται αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών όπως αυτές περιέχονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και στις αγορεύσεις. Ι. Δικαιοδοσία και Αρμοδιότητα Κυπριακών Δικαστηρίων Σημειώνεται πως και οι δύο πλευρές επικαλούνται τον ΕΚ 44/01 για να υποστηρίξουν, ο μεν Αιτητής πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή αλλά πως αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση αυτής έχουν τα Ελληνικά Δικαστήρια, η δε Καθ΄ ης πως στη βάση του Κανονισμού τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Ι.1 Φύση Αγωγής Για σκοπούς εξέτασης του εγειρόμενου ζητήματος καθίσταται αναγκαία η αναφορά στη φύση και στο αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Με βάση την έκθεση απαίτησης, προκύπτει πως η Αγωγή αφορά την αξίωση των ποσών των €100.000 και €705.000, ως διοικητικών προστίμων τα οποία επέβαλε η Ενάγουσα, δυνάμει δύο αποφάσεων της, στον Εναγόμενο για παραβάσεις των Ν.114(Ι)/05, 116(Ι)/05 και 190(Ι)/07, καθ΄ ον χρόνο ο Εναγόμενος κατείχε τη θέση του Διευθύνοντα Συμβούλου του Ομίλου της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Αναφέρεται επίσης πως η Ενάγουσα απέστειλε επιστολές προς τον Εναγόμενο, ενημερώνοντας τον για την επιβολή των προστίμων και επισυνάπτοντας σχετικά τιμολόγια, πλην όμως ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει τα εν λόγω ποσά. Όπως αναφέρεται και στην έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η λειτουργία της διέπεται από τον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ν.73(Ι)/
- Ανάμεσα στις αρμοδιότητες που της παρέχονται δυνάμει του άρθρου 25
(1)είναι η επιβολή διοικητικών κυρώσεων όπως προβλέπεται από τον εν λόγω Νόμο ή την κείμενη νομοθεσία. Οι Ν.114(Ι)/05, 116(Ι)/05 και 190(Ι)/07 ρητώς περιλαμβάνονται στον ορισμό της κείμενης νομοθεσίας όπως αυτός δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου. Και οι τρεις αυτές νομοθεσίες περιέχουν πρόνοιες οι οποίες επίσης παρέχουν στην Ενάγουσα εποπτική αρμοδιότητα και εξουσία να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά πρόστιμα για παραβάσεις των προνοιών αυτών. Επιπλέον και οι τρεις περιλαμβάνουν την ίδια πρόνοια, ήτοι πως «σε περίπτωση παράλειψης πληρωµής διοικητικών προστίµων, λαµβάνονται δικαστικά µέτρα προς είσπραξη τους ως προνοείται από τον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Σύσταση και Αρµοδιότητες) Νόµο». Το άρθρο 39
(2)του Ν.73(Ι)/09 προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής διοικητικού προστίµου ή χρηµατικής πληρωµής που καθορίζεται στα πλαίσια συµβιβασµού, η Επιτροπή δύναται- (α) να λαµβάνει δικαστικά µέτρα προς είσπραξή του, οπότε το οφειλόµενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος· (β) να λαµβάνει οποιαδήποτε άλλα µέτρα, τα οποία δύναται να καθορίζει µε οδηγία της.» Με βάση τις προαναφερθείσες νομοθετικές πρόνοιες καθίσταται σαφές πως η Ενάγουσα δύναται να εγείρει αγωγή προς είσπραξη των διοικητικών προστίμων που επέβαλε και τα οποία εισπράττονται ως αστικό χρέος. Ι.2 ΕΚ 44/01 Με δεδομένη την εμπλοκή, ως Εναγομένου, προσώπου το οποίο φέρεται να έχει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ευλόγως εγείρεται ζήτημα εφαρμογής του ΕΚ 44/01 ο οποίος διέπει τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Είναι γεγονός πως ο ΕΚ 44/01 έχει αντικατασταθεί από τον ΕΚ 1215/12. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 66 του ΕΚ 1215/12 ο ΕΚ 44/01 τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση καθότι η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε πριν τις 10.1.15, ήτοι στις 26.11.14. Αποτελεί κοινό έδαφος πως ο ΕΚ 44/01 έχει επαυξημένη νομική ισχύ έναντι των διατάξεων του εθνικού δικαίου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 1Α του Συντάγματος (βλ. και υπόθεση Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 452). Σημειώνεται δε πως σύμφωνα με το άρθρο 3.1 του εν λόγω Κανονισμού, πρόσωπα τα οποία έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο με βάση τους κανόνες των άρθρων 5-24 του ίδιου Κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕΚ 44/01, αυτός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ενώ εξαιρούνται φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις. Ι.2.Α Καθ΄ ύλην Πεδίο Εφαρμογής - Αστικές και Διοικητικές Υποθέσεις Με βάση τις θέσεις των δύο πλευρών το βασικό ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσον η επίδικη διαφορά είναι αστικής ή διοικητικής φύσης, έτσι ώστε αυτή να εμπίπτει ή να εξαιρείται από το καθ΄ ύλην πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Ο ΕΚ 44/01, με έναρξη ισχύος την 1.3.02, αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών του
- Σύμφωνα με τη 19η αιτιολογική σκέψη του Καν. είναι απαραίτητο «να διασφαλισθεί η συνέχεια στην ερμηνεία των δύο αυτών νομοθετημάτων, δεδομένου ότι η συνέχεια αυτή αποτελεί και το μέσο για να διασφαλισθεί η τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, η οποία συνιστά ένα από τα θεμέλια των νομοθετημάτων αυτών» - βλ. SCT Industri AB i likvidation v. Alpenblume AB, C-111/08, ημ. 2.7.
- Επίσης το ΔΕΚ (πλέον ΔΕΕ) έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει ότι στον βαθμό που ο Καν. αντικαθιστά, στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, τη Σύμβαση των Βρυξελλών, «η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο όσον αφορά τις διατάξεις της τελευταίας ισχύει και για τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού όταν οι διατάξεις της εν λόγω Συμβάσεως και αυτές του κανονισμού 44/2001 μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμες» - βλ. German Graphics Graphische Maschinen GmbH v. Alicevan der Schee, C-292/08, ημ. 20.9.
- Ως εκ τούτου η ερμηνεία του ΔΕΕ για τη Σύμβαση των Βρυξελλών είναι καθοδηγητική για την οριοθέτηση του καθ΄ ύλην πεδίου εφαρμογής του ΕΚ 44/
- Κατ΄ αρχάς είναι σημαντικό να λεχθεί πως στην προδικαστική απόφαση του στην υπόθεση Fahnenbrock κ.ά. v. Ελληνικής Δημοκρατίας, C-226/13, C-245/13, C/247/13 και C-578/13, ημ. 11.6.15, το ΔΕΕ επανέλαβε την πάγια νομολογιακή αρχή πως η έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» στη Σύμβαση «πρέπει να θεωρείται ως αυτοτελής και ερμηνευτέα σε συνάρτηση, αφενός, προς τους σκοπούς και το σύστημα της Συμβάσεως των Βρυξελλών και, αφετέρου, προς τις γενικές αρχές που συνάγονται από το σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ζητήματα από την Εφαρμογή του Κανονισμού 44/01 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και Εκτέλεση Αποφάσεων, Ιωάννη Στ. Δεληκωστόπουλου, στη σελ. 16, η αυτόνομη ερμηνεία της Σύμβασης σημαίνει πως ο όρος αστικές και εμπορικές υποθέσεις «δεν καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο οποιουδήποτε κράτους μέλους, αλλά με αυτόνομα κριτήρια, που λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς και το σύστημα του κανονισμού, όπως επίσης και τις γενικές δικαιϊκές αρχές, οι οποίες προκύπτουν από το σύνολο των εννόμων τάξεων των κρατών μελών». Στην υπόθεση Μελέτιος Αποστολίδης v. Orams κ.ά., C-420-07, ημ. 28/4/09, τονίστηκε πως «προέχει να υπομνησθεί ότι, προς διασφάλιση, κατά το μέτρο του δυνατού, της ισότητας και της ομοιομορφίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 44/2001 για τα κράτη μέλη και για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ο όρος «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απλή παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιο του ενός ή του ετέρου των οικείων κρατών». Στην υπόθεση Fahnenbrock το Δικαστήριο υιοθέτησε μεταξύ άλλων την υπόθεση Λεχουρίτου κ.ά. v. Δημοσίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, C-292/05, ημ. 14.11.02, η οποία περιέχει μιαν αναλυτική παράθεση των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της φύσης της επίδικης διαφοράς ως αστικής ή μη στο ακόλουθο απόσπασμα: «Κατά το Δικαστήριο, η ερμηνεία αυτή επάγεται τον αποκλεισμό ορισμένων αγωγών ή δικαστικών αποφάσεων από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών λόγω στοιχείων που χαρακτηρίζουν τη φύση των εννόμων σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων στη διαφορά διαδίκων ή του αντικειμένου αυτής (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις LTU, σκέψη 4· Rüffer, σκέψη 14· Baten, σκέψη 29· Préservatrice foncière TIARD, σκέψη 21· ČEZ, σκέψη 22, και την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2002, C-167/00, Henkel, Συλλογή 2002, σ. I-8111, σκέψη 29). Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι, καίτοι ορισμένες διαφορές μεταξύ δημόσιας αρχής και προσώπου ιδιωτικού δικαίου εμπίπτουν ενδεχομένως στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών, τούτο δεν ισχύει οσάκις η δημόσια αρχή ενεργεί κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις LTU, σκέψη 4· Rüffer, σκέψη 8· Henkel, σκέψη 26· Baten, σκέψη 30· Préservatrice foncière TIARD, σκέψη 22, και την απόφαση της 21ης Απριλίου 1993, C-172/91, Sonntag, Συλλογή 1993, σ. I‑1963, σκέψη 20). .. Κατ' αρχάς, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι ο ενάγων ενεργεί βάσει αξιώσεως πηγάζουσας από πράξη δημόσιας εξουσίας αρκεί για να θεωρηθεί ότι η αγωγή του αποκλείεται, ανεξάρτητα από τη φύση της διαδικασίας που του παρέχει προς τούτο το εθνικό δίκαιο, από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Rüffer, σκέψεις 13 και 15).» Ο δικηγόρος του Αιτητή βασίστηκε ειδικώς στην τελευταία παράγραφο του πιο πάνω αποσπάσματος για να υποστηρίξει πως στην υπό κρίση περίπτωση η Ενάγουσα ενεργούσε στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας και επομένως το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς δεν εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής του ΕΚ. Παρόλο που η πιο πάνω νομική αρχή έτυχε εξέτασης σε σωρεία υποθέσεων του ΔΕΕ, εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί ότι χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι δύο ακόλουθες υποθέσεις. Η πρώτη είναι η υπόθεση Ολλανδικό Δημόσιο (Υπουργείο Συγκοινωνιών και Πλωτών Οδών) v. Ruffer, C-814/79, ημ. 16.12.
- Αυτή αφορούσε αγωγή του Ολλανδικού κράτους για είσπραξη των δαπανών που προκλήθηκαν λόγω της ανέλκυσης ναυαγίου από πλωτή δημόσια οδό. Το ΔΕE επισήμανε πως η ανάθεση της ανέλκυσης του ναυαγίου ενέπιπτε σε εκτέλεση υποχρέωσης που είχε στο πλαίσιο των καθηκόντων της ακτοφυλακής, τα οποία της είχαν ανατεθεί για την εν λόγω πλωτή οδό από Συνθήκη, και έτσι στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε ως φορέας δημόσιας εξουσίας. Το Δικαστήριο επισήμανε πως: «Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορά δεν αφορά την ίδια την επιχείρηση ανελκύσεως του ναυαγίου αλλά την απόδοση των δαπανών που συνδέονται με την ανέλκυση αυτή και ότι η απόδοση των δαπανών αυτών επιδιώκεται από το Ολλανδικό Δημόσιο με αγωγή εξ αναγωγής και όχι, όπως προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο άλλων κρατών μελών, διά της διοικητικής οδού, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι το επίδικο ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως των Βρυξελλών.» Η δεύτερη υπόθεση είναι η Land Berlin v. Sapir κ.ά., C-645/11, ημ. 11.4.13, η οποία αφορούσε αγωγή για την επιστροφή υπερβάλλοντος ποσού που καταβλήθηκε εκ παραδρομής στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας για την αποκατάσταση της ζημιάς η οποία προκλήθηκε από την απώλεια ακινήτου λόγω των διώξεων υπό το ναζιστικό καθεστώς. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Κατά συνέπεια, προκειμένου να καθοριστεί αν τούτο ισχύει σε μια διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης, πρέπει να εξεταστούν η βάση της ασκηθείσας αγωγής και ο τρόπος ασκήσεώς της. ... .. Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί ότι η αγωγή της κύριας δίκης αφορά την αναζήτηση του υπερβάλλοντος ποσού που καταβλήθηκε εκ παραδρομής κατά την εκ μέρους του Land Berlin ικανοποίηση της περί καταβολής αξιώσεως των ζημιωθέντων προσώπων. Αφενός, όμως, η επιστροφή του υπερβάλλοντος αυτού ποσού δεν αποτελεί τμήμα της διοικητικής διαδικασίας που προβλέπουν ο Vermögensgesetz και ο Investitionsvorranggesetz. Αφετέρου, για την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος, ο ιδιοκτήτης, είτε πρόκειται για ιδιώτη είτε για δημόσια οντότητα, πρέπει να ασκήσει αγωγή κατά των ζημιωθέντων προσώπων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Ομοίως, η εν λόγω επιστροφή έχει ως νομική βάση τους κανόνες που προβλέπει το άρθρο 812, παράγραφος 1, του γερμανικού αστικού κώδικα περί της αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Κατόπιν όλων των προεκτεθεισών εκτιμήσεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι η έκφραση «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» καταλαμβάνει μια αγωγή προς επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων στην περίπτωση στην οποία ένας δημόσιος οργανισμός, δεδομένου ότι έλαβε εντολή, από δημόσια αρχή συσταθείσα με νόμο περί επανορθώσεως των διώξεων που άσκησε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, να καταβάλει σε ζημιωθέντα, ως αποζημίωση, τμήμα του προϊόντος της πωλήσεως ακινήτου, κατέβαλε εκ παραδρομής στο πρόσωπο αυτό το σύνολο του τιμήματος της πωλήσεως και, εν συνεχεία, ζητεί διά της δικαστικής οδού την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως το γεγονός πως η εθνική μας νομοθεσία καθορίζει ως διαδικασία για την είσπραξη διοικητικών προστίμων τη διαδικασία που ακολουθείται για αστικό χρέος δεν είναι από μόνο του καθοριστικό κριτήριο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της υπό κρίση υπόθεσης. Η αυτόνομη ερμηνεία του ΔΕΕ συνεπάγεται πως αυτό λαμβάνεται μεν υπόψιν αλλά συνεκτιμάται με τις αρχές του συνόλου των εννόμων τάξεων των κρατών μελών. Είναι γεγονός πως η επιβολή των διοικητικών προστίμων στον Εναγόμενο από την Ενάγουσα αποτελεί διοικητική πράξη στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας. Αυτή υπόκειται σε διοικητικό έλεγχο ως προς τη νομιμότητα της στα πλαίσια άσκησης προσφυγής στο αρμόδιο δικαστήριο, όπως προβλέπεται και στο άρθρο 38
(7)του Ν.73(Ι)/
- Με δεδομένη όμως την επιβολή των διοικητικών προστίμων και στη βάση του τεκμηρίου της νομιμότητας, η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα δια νόμου να λάβει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη αυτών ως αστικό χρέος μέσω αγωγής. Στα πλαίσια της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια προσβολής της νομιμότητας της διοικητικής πράξης και συνεπώς η παρούσα διαδικασία εκφεύγει και διακρίνεται σαφώς από τη διοικητική διαδικασία. Επίσης η αγωγή είναι το ένδικο μέσο για την είσπραξη αστικού χρέους το οποίο ως νομικό διάβημα αναγνωρίζεται και υπάρχει τόσο μεταξύ δημόσιας αρχής και ιδιώτη όσο και μεταξύ ιδιωτών χωρίς οποιαδήποτε διάκριση ως προς τον τρόπο άσκησης του. Αυτά τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν με την υπόθεση Land Berlin, στην οποία έγινε ακριβώς ο ίδιος διαχωρισμός. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Land Berlin εκείνο που πρέπει πρωτίστως να εξεταστεί είναι η βάση της ασκηθείσας αγωγής και ο τρόπος άσκησης της. Στην προκειμένη περίπτωση η βάση της απαίτησης είναι το αστικό χρέος, και όχι η διοικητική πράξη, το οποίο διεκδικείται μέσω αγωγής. Έτσι, με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο καταλήγει πως η παρούσα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως διοικητική υπόθεση εν τη εννοία του ΕΚ 44/
- Σαφέστατα είναι αστική υπόθεση και ως εκ τούτου εμπίπτει εντός του καθ΄ ύλην πεδίου εφαρμογής του ΕΚ 44/
- Δεν πρόκειται δηλαδή για διοικητική υπόθεση για την οποία εκ προοιμίου στη βάση του Κανονισμού δεν θα μπορούσαν να ληφθούν ένδικα μέτρα εναντίον του Εναγομένου σε κράτος άλλο από αυτό της διαμονής του. Ι.2.Β Ειδική Δικαιοδοσία - Αδικοπραξία Ανεξαρτήτως της πιο πάνω γενικότερης κατάληξης σημειώνεται πως κατά λογική συνέχεια του άρθρου 3 ο Καν. καθορίζει στα άρθρα 5-24 τις ειδικότερες περιπτώσεις στις οποίες κάτοικος ενός κράτους μέλους επιτρέπεται να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος και προνοεί στο άρθρο 5 «ειδικές δικαιοδοσίες», μεταξύ αυτών και τον τόπο της αδικοπραξίας («locus delicti»). Ειδικότερα η Ενάγουσα επικαλείται την εφαρμογή του άρθρου 5.3 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
- ..
- ..
- ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» Το άρθρο 5.3 έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση Powertools Electro Srl v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε., Πολ. Έφ. 320/09, ημ. 23.10.13, ως εξής: «Το άρθρο 5
(3)προβλέπει τη δυνατότητα καταχώρισης αγωγής σε άλλο κράτος μέλος ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιωνεί (sic) αδικοπραξίας ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου όπου επεσυνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Στο βαθμό λοιπόν που η αγωγή βασίζεται σε αδικοπραξίες, δικαιοδοσία έχει η χώρα στην οποία έγινε ή δημιουργήθηκε η αδικοπραξία, με αποτέλεσμα πρόσωπο που κατοικεί σε έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος. Στην υπόθεση C-189/97, Athanasios Kalfelis v. Bankhaus Schroder
(1988)ECR 5565 αποφασίστηκε, με την τότε σε ισχύ Συνθήκη των Βρυξελλών από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ότι οι λέξεις "matters, relating to a tort, delict or quasi-delict" άρθρο 5
(3), καλύπτει όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές. . Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ) ημερ. 16.7.2009, Αρ. C-189/08, Zuid-Chemie BV κατά Philippo΄s Mineralenfabriek NV/SA, την οποία παρέθεσε ο κ. Αγγελίδης, αποφασίστηκε ότι: «23. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, στην περίπτωση κατά την οποία ο τόπος όπου έλαβε χώρα το γεγονός που δύναται να στοιχειοθετήσει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου το γεγονός αυτό προκάλεσε ζημία, η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών έκφραση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο του αιτιώδους γεγονότος, οπότε ο εναγόμενος δύναται να εναχθεί, κατ΄ επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου τόπου (Υπογράμμιση Δικαστηρίου.)» Στη δεύτερη υπόθεση του ΔΕΕ στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα το δεύτερο ερώτημα που είχε τεθεί ήταν κατά πόσο ο τόπος όπου επεσυνέβη το ζημιογόνο γεγονός αφορά τον τόπο όπου επήλθε η αρχική ζημιά και εάν αυτή η ζημιά πρέπει να συνίσταται σε μια φυσική βλάβη προσώπων ή πραγμάτων ή εάν πρόκειται για αμιγώς οικονομική ζημιά. Το ΔΕΕ ανέφερε πως εφόσον η αρχική ζημιά συνίστατο σε φυσική βλάβη πραγμάτων το δεύτερο ερώτημα περί της οικονομικής ζημιάς κατέστη θεωρητικό και έτσι κατέληξε πως δεν υπήρχε λόγος να δοθεί απάντηση. Όμως από αυτό συνάγεται πως η ζημιά δεν πρέπει να είναι απαραιτήτως οικονομική αλλά αυτή συνδέεται με το ίδιο το γεγονός της τέλεσης της επίδικης πράξης, δηλαδή της αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας η οποία, όπως έχει λεχθεί στην πρώτη προαναφερόμενη υπόθεση περιλαμβάνει όλες τις μορφές ευθύνης πέραν των συμβατικών. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Powertools Electro, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, ήτοι τη δικογραφία. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο βασίζεται στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης το οποίο εκτίθεται ανωτέρω. Εφόσον το άρθρο 39 του Ν.73(Ι)/09 προνοεί για τον τρόπο είσπραξης του διοικητικού προστίμου σε περίπτωση μη καταβολής του, εξυπακούεται πως αυτό επιβάλλει στον επηρεαζόμενο και υποχρέωση καταβολής του διοικητικού προστίμου. Παράλειψη καταβολής του ισοδυναμεί με παράβαση εκπλήρωσης νομίμου καθήκοντος για το οποίο παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα και δη αστική θεραπεία στην Ενάγουσα. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Κουππαρής v. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1780, το αστικό αδίκημα της παράβασης του εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος αποτελεί μέρος του Κυπριακού Δικαίου βάσει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Ν.14/
- Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος φέρει την ευθύνη καταβολής των επίδικων διοικητικών προστίμων, τότε είναι σαφές πως αυτή η μορφή ευθύνης, η οποία σαφώς δεν είναι συμβατική, αποτελεί αδικοπραξία ή τουλάχιστον οιονεί αδικοπραξία εντός της έννοιας του άρθρου 5.
- Tο ζημιογόνο γεγονός είναι η ίδια η παράλειψη που στοιχειοθετεί το αστικό αδίκημα, ήτοι η παράλειψη καταβολής του ποσού των διοικητικών προστίμων, η οποία αναμφίβολα συντελείται στον τόπο που θα έπρεπε να καταβληθεί. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης λοιπόν προκύπτει πως και η επίδικη αδικοπραξία, ή τουλάχιστον οιονεί αδικοπραξία, τελέστηκε στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Powertools Electro «στη βάση λοιπόν των προνοιών του άρθρου 5
(3)του Κανονισμού και των πιο πάνω αποφάσεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας δικαιοδοσία αποδίδεται τόσο στο Δικαστήριο της χώρας όπου τελέστηκε η αδικοπραξία ή επεσυνέβη το ζημιογόνο γεγονός, κατ΄ επιλογήν του ενάγοντος.» Αποτελεί κοινό έδαφος πως ο Εναγόμενος έχει την κατοικία του στην Ελλάδα. Με βάση το άρθρο 5.3 αυτός μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, ήτοι την Κύπρο, και έτσι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. ΙΙ. Αίτηση και Διάταγμα για Σφράγιση Η Δ.2 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Αποτελεί κοινό έδαφος πως πριν την καταχώριση της παρούσας Αγωγής υπεβλήθη η Αίτηση αρ. 936/14 Ε.Δ. Λευκωσίας και πως το Δικαστήριο εξέδωσε σχετικό διάταγμα για τη σφράγιση και καταχώριση αυτής. Αντίγραφα της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, καθώς επίσης και του διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 3.11.14, επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της κας Παπουή. Σημειώνεται πως η αίτηση είχε ως νομική βάση τη Δ.2 θ.2 καθώς επίσης και άλλες πρόνοιες των Θεσμών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1584, το βάρος απόδειξης εκ πρώτης όψεως καλής ή συζητήσιμης υπόθεσης παραμένει στους ώμους της Ενάγουσας καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας παραμερισμού διαταγμάτων για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Είναι ισχυρισμός του Αιτητή πως η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για σφράγιση δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο καθότι είναι γενική και αόριστη, χωρίς να εξειδικεύονται οι λόγοι, και δεν στοιχειοθετεί αιτία αγωγής. Η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση προέρχετο από την κα Εύα Ιωάννου, προϊστάμενη του νομικού τμήματος της Ενάγουσας. Η Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιέχουν γεγονότα για τα οποία ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις από πληροφορίες για τις οποίες ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Η ένορκη δήλωση της κας Ιωάννου συνάδει πλήρως με αυτή τη δικονομική πρόνοια εφόσον η ίδια δηλώνει πως, ως εκ της ιδιότητας της, έχει γνώση των γεγονότων και ταυτόχρονα αποκαλύπτει και την πηγή των πληροφοριών της, ήτοι έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της και νομική συμβουλή από τον κ. Γ. Τριανταφυλλίδη. Η εν λόγω ένορκη δήλωση περιέχει λεπτομερή αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν την παρούσα Αγωγή, ήτοι στην ιδιότητα των διαδίκων, στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων της Ενάγουσας, στη φύση και στο αντικείμενο αυτών, στις ενέργειες της Ενάγουσας για ενημέρωση του Εναγομένου και στην παράλειψη του τελευταίου να καταβάλει τα σχετικά ποσά. Επίσης η ενόρκως δηλούσα παραθέτει τη νομική βάση η οποία δίδει δικαίωμα στην Ενάγουσα να εγείρει αγωγή προς είσπραξη των ποσών. Επιπλέον αναφέρει πως ο Εναγόμενος άσκησε προσφυγή εναντίον των σχετικών αποφάσεων για την επιβολή των διοικητικών προστίμων προβάλλοντας τη θέση πως η καταχώριση προσφυγής δεν αποτελεί καλό λόγο για μη είσπραξη των προστίμων εφόσον δεν ζητήθηκε η αναστολή καταβολής τους από το αρμόδιο δικαστήριο. Αντίγραφο της Αγωγής που προτίθετο να καταχωριστεί επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση. Πέραν της πλήρους αναφοράς και παράθεσης όλων των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πως η Ενάγουσα έχει πολύ καλή βάση αγωγής δίδοντας και τις εξηγήσεις προς τούτο. Ειδικότερα αναφέρεται πως η Ενάγουσα επέβαλε πρόστιμο, το οποίο ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει και το οποίο η πρώτη έχει δια νόμου δικαίωμα να το εισπράξει ως αστικό χρέος. Περαιτέρω αναφέρει πως η αιτία αγωγής έχει προκύψει στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην επαρχία Λευκωσίας, πως ο Εναγόμενος είναι ο κατάλληλος διάδικος και πως το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα και συντρέχουν όλες οι νομικές προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης. Με βάση το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου πως αυτή περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία προς υποστήριξη του αιτήματος για σφράγιση και καταχώριση και ειδικότερα πως αυτή αποκαλύπτει την αιτία αγωγής. Παρόλο που στην ένορκη δήλωση δεν γίνεται αναφορά στην υπηκοότητα ή τόπο διαμονής του Εναγομένου, όπως ορθώς επισημαίνει ο Αιτητής, εντούτοις ο τόπος διαμονής φαίνεται ξεκάθαρα από το περιεχόμενο του επισυνημμένου κλητηρίου εντάλματος, όπου αναγράφεται ως διεύθυνση του Εναγομένου «Λεωφ. Θησέως 57, Νέα Ερυθραία, 14671 Αθήνα, Ελλάδα». Επομένως, αυτό το στοιχείο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς έτσι να τίθεται θέμα παραπλάνησης του, ως ο ισχυρισμός του Αιτητή. Περαιτέρω είναι ορθή η θέση της Ενάγουσας πως εκείνο το οποίο απαιτείται να καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα που παρουσιάζεται για σφράγιση, δυνάμει της Δ.2 θ.3, είναι η διεύθυνση του Εναγομένου και όχι η υπηκοότητα του. Είναι γεγονός πως στη νομική βάση της αίτησης για σφράγιση δεν περιλαμβάνετο ο ΕΚ 44/01. Αυτός βεβαίως αφορά το θέμα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή, κάτι για το οποίο το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης και εξέδωσε το διάταγμα είχε ικανοποηθεί ενώ αυτό το ζήτημα δύναται να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Εκείνο το οποίο ήταν απαραίτητο να περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης ήταν η πρόνοια που δίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να διατάξει τη σφράγιση και καταχώριση της Αγωγής, κάτι το οποίο βεβαίως υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση. Σχετική είναι η υπόθεση Μιχαηλίδη v. Πουργουρίδη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.
- Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο θεωρεί πως η αίτηση για σφράγιση και η ένορκη δήλωση που τη συνόδευε ήταν νομότυπες και δικαιολογούσαν επαρκώς την έκδοση του διατάγματος ημ. 3.11.
- IΙΙ. Αίτηση και Διάταγμα για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση ημ. 12.12.14 δυνάμει της οποίας στις 9.1.15 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η αίτηση βασίζετο στις Δ.2 θ.1-3, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 θ.1(c), (g), (h) και (f), 4-6, Δ.48 θ.1-8 και Δ.51, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/07, και ειδικότερα στα άρθρα 1, 4 και 14, και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Sehnh Dau κ.ά., Πολ. Εφ. Ε23-Ε29/13, ημ. 13.9.13, το ευρωπαϊκό δίκαιο που διέπει το θέμα της επίδοσης «καλύπτεται εμμέσως από τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 και ευθέως από τον ΕΚ 1393/07». Ειδικότερα αναφέρθηκε πως ο ΕΚ 1393/07 «είναι πιο εξειδικευμένος και αφορά ευθέως στον τρόπο επίδοσης και κοινοποίησης δικαστικών (judicial) και εξωδίκων (extra-judicial) «πράξεων» (documents) σε αστικές υποθέσεις, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Στην εν λόγω απόφαση γίνεται παραπομπή και στο προοίμιο του ΕΚ 1393/07 παρ.
(1)και
(2)όπου γίνεται αναφορά στην επιδίωξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς μέσω της καλύτερης και ταχύτερης διαβίβασης μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων. Μάλιστα από την υπόθεση V.K.C. Quality Investments Ltd v. Shammusi-Deen Alabi, Shitta Bey, Πολ. Έφ. 113/12, ημ. 4.3.14, εξάγεται πως σε τέτοιες περιπτώσεις προέχει η εφαρμογή του ΕΚ 1393/07, ο οποίος υπερισχύει των εθνικών προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης και κατά την εξέταση των σχετικών ζητημάτων δεν πρέπει να αγνοείται το φιλελεύθερο πνεύμα του. Οι δε ημεδαποί κανονισμοί πρέπει να ερμηνεύονται με τρόπο που να διευκολύνουν τη διαδικασία. Εφόσον το ζήτημα της επίδοσης ρυθμίζεται ειδικώς από τον ΕΚ 1393/07 τότε ορθώς αυτός περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης ημ. 12.12.14, ενώ δεν υπήρχε λόγος συμπερίληψης του ΕΚ 44/01 ο οποίος διέπει γενικώς το θέμα της δικαιοδοσίας. Το επιχείρημα του Αιτητή πως ο ΕΚ 1393/07 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση λόγω του ότι εφαρμόζεται μόνο σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και όχι σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις, δεν ευσταθεί με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τον ΕΚ 44/01 και τη φύση της παρούσας υπόθεσης. Με μιαν ανάγνωση του ΕΚ 1393/07 διαφαίνεται πως αυτός δεν περιέχει οποιαδήποτε ρητή πρόνοια περί κατάργησης των εθνικών διατάξεων που διέπουν το θέμα επίδοσης. Αντιθέτως περιέχει διάφορες πρόνοιες οι οποίες καταδεικνύουν σαφώς πως οι εθνικές διατάξεις εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ, να αναγνωρίζονται και να εφαρμόζονται προς τον σκοπό επίτευξης του σκοπού του Καν. Συγκεκριμένα στο άρθρο 7 αναφέρεται πως «η υπηρεσία παραλαβής επιδίδει ή κοινοποιεί την πράξη ή μεριμνά προς τούτο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής» και στο άρθρο 9 αναφέρεται πως «η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε είναι σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής». Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καταρρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή πως οι Θεσμοί έχουν καταστεί ανενεργοί συνεπεία του Καν. 1393/07. Σημειώνεται επίσης πως αυτή η προσέγγιση εξάγεται και από την υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd στην οποία το Εφετείο αναγνώρισε την ισχύ τόσο του ΕΚ 1393/07 όσο και των δικών μας Διαδικαστικών Κανονισμών. Συγκεκριμένα χαρακτήρισε την εισήγηση των εφεσιβλήτων αναφορικά με τον τρόπο της επίδοσης ως μια «τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του ΕΚ 1393/07 αλλά και τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς». Επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η αίτηση ημ. 12.12.14 στηρίζετο στην ορθή νομική βάση. Η Δ.6 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται ειδικώς στο τι πρέπει να περιλαμβάνει μια ένορκη δήλωση για άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αυτή προνοεί τα ακόλουθα: «Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order.» Έχει ήδη αναφερθεί η νομική αρχή πως το βάρος απόδειξης εκ πρώτης όψεως καλής ή συζητήσιμης υπόθεσης παραμένει στους ώμους της Ενάγουσας. Στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 447 λέχθηκε πως «η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν». Το ζήτημα αυτό αναλύεται στην υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. Of State for Def. v. A.P. Lanitis Inv. Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 995, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". To κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στη Sekavin S.A. ν. Ship «Platon Ch"
(1981)1 C.L.R. 297, 300: " . . . the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its dicrection in favour of the proponent of service outside jurisdiction".» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Amathus Navigation Co. Ltd. v. Concorde Express Liners κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Η υπό κρίση αίτηση ημ. 12.12.14 συνοδεύετο από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ρήγα. Αρχικά ο κ. Ρήγας αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του, όπως επιτάσσει η Δ.39, ήτοι παραπέμποντας σε μελέτη του φακέλου και σε πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Γ. Τριανταφυλλίδη ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση. Περαιτέρω αναφέρεται στην Αίτηση 936/14 και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε εκεί και επισυνάπτει το διάταγμα και την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννου, την οποία και υιοθετεί. Επαναλαμβάνει ότι η Αγωγή αφορά την είσπραξη διοικητικών προστίμων τα οποία επιβλήθηκαν στον Εναγόμενο, προβάλλοντας ότι αυτός παρέλειψε να τα καταβάλει και τα οποία η Ενάγουσα έχει δικαίωμα με βάση τη νομοθεσία να ζητά να εισπράξει ως αστικό χρέος. Με βάση το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων, ήτοι της κας Ιωάννου και του κ. Ρήγα, κρίνεται πως η Ενάγουσα έχει παραθέσει πλήρως το σύνολο των γεγονότων που αφορούν την επίδικη απαίτηση ούτως ώστε να αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση. Ο κ. Ρήγας επίσης αναφέρει πως ο Εναγόμενος ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα, παραθέτοντας και τη διεύθυνση του εκεί, προς συμμόρφωση και πάλι με τις πρόνοιες της Δ.6 θ.
- Όπως περαιτέρω απαιτείται από την εν λόγω δικονομική πρόνοια ο κ. Ρήγας παραθέτει τους λόγους για τους οποίους η παρούσα υπόθεση κρίνεται κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ήτοι πως η αιτία αγωγής έχει προκύψει στην Κύπρο και πως ο Εναγόμενος διαμένει στην Ελλάδα. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα πως η αίτηση ημ. 12.12.14 είναι καθόλα νομότυπη και ορθή και πως η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αυτής δεν είναι γενική και αόριστη αλλά πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.6 θ.
- Με βάση την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει πως η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.6 θ.1(f), ήτοι η Αγωγή βασίζεται σε αστικό αδίκημα («civil wrong») το οποίο διαπράχθηκε στην Κύπρο, και ως τέτοια ήταν κατάλληλη για να επιτραπεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Τέλος, στην ένορκη του δήλωση ο κ. Ρήγας ισχυρίζεται πως, βάσει συμβουλής που έλαβε από τον δικηγόρο κ. Γιώργο Μπαζίνα στην Ελλάδα, η επίδοση δικαστικών εγγράφων μπορεί να γίνει μέσω δικαστικού επιμελητή σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd με βάση το άρθρο 4
(2)του ΕΚ 1393/07, η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο», εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν και «όλες οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες είναι ευανάγνωστες». Επίσης το άρθρο 15 επιτρέπει την επίδοση «μέσω δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής αν αυτό επιτρέπεται από τη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους». Έτσι το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως η αίτηση, ήτοι «για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και ή του κλητηρίου εντάλματος και ή της αίτησης σφράγισης ημερομηνίας 17.10.2014 και ή του διατάγματος ημερομηνίας 3.11.2014 και ή όλων των σχετικών εγγράφων στην παρούσα αγωγή στον εναγόμενο μέσω δικαστικού επιμελητή στην Ελλάδα στη διεύθυνση Λεωφ. Θησέως αρ. 67, Νεα Ερυθραία, 14671 Αθήνα, Ελλάδα». IV. Επίδοση Όσον αφορά την επίδοση υπάρχει κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου σχετική ένορκη δήλωση ημ. 22.12.15 της κας Μαρίνας Ιεροκηπιώτου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Η αναφορά της κας Ιεροκηπιώτου στα έγγραφα τα οποία έχουν επιδοθεί επιβεβαιώνεται από την κα Παπουή στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Εξάλλου υπάρχει πλήρης ταύτιση των εγγράφων καθότι αντίγραφα αυτών επισυνάπτονται και στις δύο ένορκες δηλώσεις. Ως εκ τούτου είναι κοινό έδαφος πως τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν είναι τα ακόλουθα: · Το κλητήριο ένταλμα της παρούσας Αγωγής · Η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος · Το διάταγμα ημ. 3.11.14 στη Αίτηση 936/14 · Το διάταγμα ημ. 9.1.15 · Η αίτηση ημ. 12.12.14 μαζί με τη συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Ρήγα και την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννου · Η Αίτηση 936/14 μαζί με τη συνημμένη ένορκη δήλωση της κας Ιωάνου και τα συνημμένα έγγραφα Αξίζει να σημειωθεί πως παρόλο που στην ένορκη δήλωση της κας Παπουή παραλείπεται η αναφορά στην Αίτηση 936/14 ως μέρος των εγγράφων που επιδόθηκαν, εντούτοις αυτή επισυνάπτεται στη δέσμη των εγγράφων που έχουν επιδοθεί. ΙV.1 Μη Προσωπική Επίδοση Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως η επίδοση έγινε από δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος, και όχι στον Αιτητή προσωπικά αλλά σε συνεργάτη του, τον κ. Κωνσταντίνο Ρίζο. Όντως το διάταγμα δεν περιέχει πρόνοια για προσωπική επίδοση στον Αιτητή, όπως ορθώς επισημαίνει η Ενάγουσα. Σύμφωνα δε με την ένορκη δήλωση της κας Ιεροκηπιώτου, κατά την επίσκεψη της δικαστικής επιμελήτριας κας Αναστασίας Ζουγανέλη στην καθορισθείσα στο διάταγμα διεύθυνση αυτή δεν βρήκε τον Εναγόμενο αλλά επέδωσε στον «αρμόδιο για παραλαβή συνεργάτη του» τον κ. Κ. Ρίζο ο οποίος παρέλαβε τα έγγραφα εκ μέρους του. Αυτό επιβεβαιώνεται ρητώς από την ίδια την Επιμελήτρια στη σχετική Έκθεση Επίδοσης υπ΄ αρ. 8146 η οποία αποτελεί το Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της κας Ιεροκηπιώτου. Η αναφορά της κας Ζουγανέλη πως επέδωσε στο αρμόδιο για παραλαβή εκ μέρους του Εναγομένου και πως τον ενημέρωσε για τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 8 του Καν. 1393/07 (ήτοι το δικαίωμα άρνησης παραλαβής) και κυρίως η υπογραφή του κ. Ρίζου κάτω από τον τίτλο «Για την Παραλαβή» με τη δήλωση «Με την ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος του κ. Ευθυμίου Μπουλούτα» καταδεικνύουν την ικανότητα του κ. Ρίζου να δεχθεί επίδοση εκ μέρους του Εναγομένου και γενικά το νομότυπο της επίδοσης. Άλλωστε, όπως και στην υπόθεση V.K.C. Quality Investments Ltd (ανωτέρω), στην παρούσα η επίδοση έγινε και το κράτος μέλος που εκτέλεσε την επίδοση βεβαίωσε ότι έγινε σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/07 και όπως επίσης αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση: «Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης.» ΙV.2 Επίδοση Κλητηρίου και Ειδοποίησης Είναι γεγονός πως έχουν επιδοθεί τόσο η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, όπως προνοεί η Δ.6 θ.6, όσο και το κλητήριο ένταλμα. Αυτό έγινε προς συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου λόγω του τρόπου διατύπωσης του (βλ. υπόθεση Pat Jones v. Ξένιας Δημητρίου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Και στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd το διάταγμα του Δικαστηρίου προέβλεπε για την επίδοση του κλητηρίου και της ειδοποίησης με τις μεταφράσεις τους. Αυτά επισυνάπτοντο στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας και έτσι οι εφεσίβλητοι παραπονέθηκαν πως αυτή δεν ήταν καλή επίδοση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Εφετείο αποφάσισε πως αυτή ήταν μια «τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του ΕΚ 1393/07 αλλά και τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς». Απέδωσε σημασία στο γεγονός πως τόσο το κλητήριο όσο και η ειδοποίηση, που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσίβλητων. Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονείται πως η αναγκαιότητα επίδοσης ειδοποίησης αντί του κλητηρίου σε διάδικο που διαμένει στο εξωτερικό δεν αποτελεί παρά μόνο «μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία να ειδοποιείται ο διάδικος που μένει στο εξωτερικό πως εκκρεμεί κάποια διαδικασία εις βάρος του στη χώρα από την οποία εκδίδεται η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος», όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τηλέτυπος Α.Ε. v. Mega Channel Management Ltd
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Ως εκ τούτου ανάλογη θα πρέπει να είναι και η προσέγγιση του παρόντος Δικαστηρίου, ήτοι πως με την επίδοση και των δύο αυτών εγγράφων ο Εναγόμενος έλαβε γνώση για τη διαδικασία εναντίον του χωρίς να προκαλείται σε αυτόν οποιαδήποτε σύγχυση. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνεται πως ο ισχυρισμός περί πρόκλησης σύγχυσης τίθεται με αοριστία και πλήρη γενικότητα στην ένορκη δήλωση της Αίτησης έτσι ώστε να μην καθίσταται αντιληπτό σε τι συνίσταται ενδεχομένως αυτή η σύγχυση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η επίδοση έγινε σύμφωνα με το διάταγμα και καθόλα νομότυπα και κανονικά. V. Χρόνος Εμφάνισης Το διάταγμα ημ. 9.1.15 καθόρισε ως χρόνο εμφάνισης του Εναγόμενου 25 μέρες από την επίδοση. Είναι κοινό έδαφος πως η επίδοση έγινε στις 3.3.
- Ο ισχυρισμός του Αιτητή πως η προθεσμία εμφάνισης των 25 ημερών δεν είναι επαρκής παραμένει εντελώς γενικός και αόριστος και ως τέτοιος δεν μπορεί να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Εκείνο όμως το οποίο εξάγεται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πως στο χρονικό διάστημα 24 ημερών μετά την επίδοση, ο Αιτητής όντως διόρισε και ενημέρωσε δικηγόρο για την παρούσα διαδικασία ο οποίος μάλιστα (δικηγόρος) καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση. Άλλωστε ο ίδιος ο δικηγόρος του Αιτητή αναγνώρισε πως ο Αιτητής έδρασε μέσω της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης «σχεδόν άμεσα από την ημερομηνία που περιήλθε εις γνώση του η ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας και χωρίς καμία καθυστέρηση». Αυτά τα δεδομένα τείνουν να καταρρίψουν τον ισχυρισμό του Αιτητή καθότι εμφανώς καταδεικνύουν τη δυνατότητα αυτού κατ΄ ελάχιστον στην ενημέρωση δικηγόρου και στη λήψη διαβημάτων στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. VI. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο