← Κύπρος

Chumachenko Alisa κ.α. ν. Bestlink Consultants Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6398/2012, 14/4/2016

Chumachenko Alisa κ.α. ν. Bestlink Consultants Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6398/2012, 14/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6398/2012 Μεταξύ: 1. Chumachenko Alisa 2. OOO Game Insight Εναγουσών v. 1. Bestlink Consultants Ltd, Χονγκ Κονγκ 2. Alex Vargas, Χονγκ Κονγκ 3. Anton Tsen, Χονγκ Κονγκ 4. Game Insight International Ltd, Χονγκ Κονγκ 5. Pacific Trading Solutions (HK) Ltd, Χονγκ Κονγκ 6. Topgroup Sales Ltd, Χονγκ Κονγκ 7. Profit Forest Investment Ltd, Χονγκ Κονγκ 8. Mountain China Partner Ltd, Χονγκ Κονγκ 9. Guo Zhou, Κίνα 10. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Λευκωσία 11. Melouskia Commercial Ltd, Λεμεσός 12. Kosiforo Trading Ltd, Λεμεσός 13. Κατερίνας Λεωνίδου Λεάντζη, Λεμεσός 14. Μαρίας Κωνσταντίνου, Λεμεσός 15. Άντρης Κυριάκου, Λεμεσός 16. Χαρούλας Νεοφύτου, Λεμεσός Εναγομένων Αίτηση Eναγομένων 11-16 ημ. 11 Σεπτεμβρίου 2015 για παραμερισμό διαταγμάτων παγοποίησης λόγω παράλειψης προώθησης της διαδικασίας Ημερομηνία: 14 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τις Εναγόμενες 11-16 - Αιτήτριες: κ. Τ. Παντελή με κα Χ. Αντωνιάδου για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη 10 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Χ. Πεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενες 11-16 - Αιτήτριες ζητούν:
  2. i)Τον παραμερισμό και ή την ακύρωση του διατάγματος παγοποίησης ημ. 19.9.12 το οποίο εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων 11 και 12 αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν στην Εναγομένη 10 (και το οποίο κατέστη απόλυτο στις 29.4.13) λόγω παράλειψης συνέχισης και ή προώθησης της διαδικασίας και ή λόγω παράλειψης καταχώρισης έκθεσης απαίτησης.
  3. ii)Τον παραμερισμό και ή την ακύρωση του διατάγματος παγοποίησης ημ. 19.9.12 το οποίο εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης 10 αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 11 και 12 (και το οποίο κατέστη απόλυτο στις 26.9.12) λόγω παράλειψης συνέχισης και ή προώθησης της διαδικασίας και ή λόγω παράλειψης καταχώρισης έκθεσης απαίτησης. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.20 θ.1, Δ.26 θ.1 και Δ.48 θ.1-4, 7 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στη σχετική νομολογία και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μενέλαου Σαζού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τις Εναγόμενες 11-16, Αιτήτριες. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής επισημαίνοντας πως ενώ η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 19.9.12 και οι Αιτήτριες καταχώρισαν εμφάνιση στις 26.9.12, οι Ενάγουσες παρέλειψαν να καταχωρίσουν έκθεση απαίτησης. Ισχυρίζεται πως με την παγοποίηση των λογαριασμών των Αιτητριών από τις 19.9.12, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες τους έχουν παραλύσει και πως τα διατάγματα είναι καταπιεστικά εφόσον δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε εξαίρεση που να επιτρέπει σε αυτές να λειτουργούν στη συνήθη πορεία των εργασιών τους. Οι Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση στερείται ορθής νομικής βάσης και είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη. 2) Οι Ενάγουσες καταχώρισαν έκθεση απαίτησης στις 30.10.15 και επομένως η Αίτηση έχει καταστεί άνευ ουσίας και ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 3) Οι Ενάγουσες ακολούθησαν την ορθή διαδικασία και η οποιαδήποτε καθυστέρηση δεν οφείλεται σε αμελή και ή δόλια συμπεριφορά τους. 4) Οι Αιτήτριες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν εκ μέρους της Εναγομένης 10 το διάταγμα ως το αιτητικό υπ΄ αρ. (ii). 5) ΟΙ Αιτήτριες καταχρηστικά επιχειρούν να επαναφέρουν θέματα τα οποία έχουν ήδη κριθεί τόσο με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 29.4.13 όσο και με την απόφαση του Εφετείου ημ. 30.9.14 στην Πολ. Έφ. Ε71/13. 6) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα δημιουργήσει αδικία και ή ανεπανόρθωτη ζημιά στις Ενάγουσες, εφόσον θα παρεμποδιστούν από του να διασφαλίσουν το τελέσφορο της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 29.4.13. 7) Τυχόν παραμερισμός των διαταγμάτων παγοποίησης θα έχει ως μοναδική επίπτωση να πλήξει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη των Δ.19, Δ.26 θ.2-25 και Δ.57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των αρχών του κοινοδικαίου και της επιείκειας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Πωλίνας Κωνσταντίνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τις Ενάγουσες. Η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα ισχυρίζεται πως η Δ.26 θ.1 δεν παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει τα διατάγματα παρά μόνο να απορρίψει την Αγωγή. Και αυτή επίσης αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας και παραθέτει τους λόγους για τους οποίους η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 30.10.15. Ισχυρίζεται ακόμη πως τυχόν έγκριση της Αίτησης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στις Ενάγουσες οι οποίες δεν θα είναι σε θέση να ανακτήσουν τα χρηματικά ποσά που δόλια αποσπάστηκαν από τον τραπεζικό τους λογαριασμό. Η Εναγομένη 10 δήλωσε πως δεν θα καταχωρούσε ένσταση στην παρούσα Αίτηση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με το κάθε θέμα ξεχωριστά με τη σειρά όπως το ίδιο θεωρεί ορθή και όχι κατ΄ ανάγκη με τη σειρά που προβάλλονται οι λόγοι ένστασης. Κατά την ενασχόληση με το κάθε θέμα θα γίνεται και αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών. Ι. Νομική Βάση Αίτησης Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης το πρώτο θέμα το οποίο χρήζει ενασχόλησης είναι ο λόγος ένστασης πως η Αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη καθότι στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και την αγόρευση του δικηγόρου των Εναγουσών, προκύπτει πως οι Ενάγουσες θεωρούν ως νομική βάση της Αίτησης τη Δ.26 θ.1. Εξ ου και ισχυρίζονται πως η Αίτηση στερείται νομικής βάσης για τον λόγο ότι η εν λόγω δικονομική πρόνοια δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει και ή ακυρώσει τα διατάγματα παγοποίησης παρά μόνο να απορρίψει την Αγωγή. Όπως ορθώς επισημαίνεται από τις Αιτήτριες, η Αίτηση δεν έχει ως μοναδική νομική βάση την εν λόγω δικονομική πρόνοια. Κατά την ακρόαση της Αίτησης ο δικηγόρος των Αιτητριών δήλωσε πως αυτή στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, το οποίο όντως περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 προνοεί τα εξής: «

(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ..
(2)Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα.» Είναι προφανές πως αυτή η νομοθετική πρόνοια παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία καθ΄ οιονδήποτε χρόνο να ακυρώσει ή τροποποιήσει προσωρινό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 32
(1), με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη εύλογης αιτίας. Αποτελεί κοινό έδαφος, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, πως στις 19.9.12 οι Ενάγουσες καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 11 και 12 και εναντίον της Εναγομένης 10 ξεχωριστά για την παγοποίηση των λογαριασμών που οι Εναγόμενες 11 και 12 διατηρούν στην Εναγομένη
  1. Ειδικότερα τα εν λόγω διατάγματα απαγορεύουν την αποξένωση και ή διάθεση και ή με οποιονδήποτε τρόπο επιβάρυνση και ή μεταφορά οποιουδήποτε ποσού βρίσκεται κατατεθειμένο στους εν λόγω λογαριασμούς. Το προσωρινό διάταγμα παγοποίησης αναφορικά με την Εναγομένη 10 κατέστη απόλυτο εκ συμφώνου στις 26.9.
  2. Κατόπιν εκδίκασης της μονομερούς αίτησης, το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημ. 29.4.13 διέταξε όπως το προσωρινό διάταγμα παγοποίησης που αφορούσε τις Εναγόμενες 11 και 12 καταστεί απόλυτο. Ασκήθηκε έφεση η οποία κατόπιν εκδίκασης απορρίφθηκε στις 30.9.14, επικυρώνοντας έτσι την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση. Διαφαίνεται ξεκάθαρα τόσο από την πρωτόδικη απόφαση όσο και την απόφαση του Εφετείου, Τεκμήριο 1 στην Αίτηση, πως τα διατάγματα παγοποίησης στα οποία αφορά η παρούσα Αίτηση είναι παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου
  3. Επομένως αναμφίβολα αυτά δύνανται να ακυρωθούν ή τροποποιηθούν με βάση το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει η υπόθεση ABP Holdings κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Επίσης στην Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, αναγνωρίστηκε πως η ενδιάμεση θεραπεία «παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» ΙΙ. Ιστορικό της Διαδικασίας Πριν την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο όπως τεθεί το ιστορικό της διαδικασίας το οποίο σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου έχει ως ακολούθως:
  1. Οι Ενάγουσες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 19.9.
  2. Την ίδια μέρα καταχώρισαν την προαναφερόμενη μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα προσωρινά διατάγματα παγοποίησης των λογαριασμών. Με την ίδια αίτηση ζητούνταν και διατάγματα αποκάλυψης και φίμωσης τα οποία δεν εγκρίθηκαν μονομερώς και το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση αυτού του μέρους της αίτησης.
  3. Στις 25.9.12 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης για την Εναγομένη
  4. Έχει ήδη λεχθεί πως το προσωρινό διάταγμα παγοποίησης αναφορικά με την Εναγομένη 10 κατέστη απόλυτο εκ συμφώνου στις 26.9.
  5. Στις 26.9.12 οι Εναγόμενες 11-16 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης.
  6. Κατόπιν εκδίκασης της μονομερούς αίτησης, με την ενδιάμεση απόφαση ημ. 29.4.13 το προσωρινό διάταγμα παγοποίησης που αφορούσε τις Εναγόμενες 11 και 12 κατέστη απόλυτο και περαιτέρω εκδόθηκαν τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων 10 και 13-
  7. Το Δικαστήριο καθόρισε ως χρόνο συμμόρφωσης 21 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Όσον αφορά το διάταγμα φίμωσης το Δικαστήριο θεώρησε πως αυτό το αιτητικό είχε εγκαταλειφθεί και έτσι το απέρριψε.
  8. Στις 13.5.13 οι Εναγόμενες 11-16 καταχώρισαν την Έφεση αρ. Ε71/13 εναντίον της ενδιάμεσης απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 29.4.13 όσον αφορά τα διατάγματα αποκάλυψης.
  9. Δυνάμει μονομερούς αίτησης των Εναγομένων 11-16 ημ. 17.5.13, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 28.5.13 μονομερώς διάταγμα αναστολής εκτέλεσης των διαταγμάτων αποκάλυψης μέχρι την εκδίκαση του αιτητικού 1 της μονομερούς αίτησης, ήτοι για αναστολή εκτέλεσης μέχρι εκδίκασης της έφεσης, ή μέχρι νεοτέρας απόφασης του Δικαστηρίου.
  10. Στις 11.6.13 καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους της Εναγομένης 10 προς συμμόρφωση της με τα εκδοθέντα διατάγματα αποκάλυψης ημ. 29.4.
  11. Κατόπιν ακρόασης της αίτησης, στις 24.10.13 το Δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεση των διαταγμάτων αποκάλυψης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης.
  12. Στις 30.9.14 το Εφετείο απέρριψε την έφεση Ε71/
  13. Οι Εναγόμενες 13-16 συμμορφώθηκαν με τα διατάγματα αποκάλυψης στις 17.10.
  14. Στις 11.9.15 οι Εναγόμενες 11-16 καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση η οποία ορίστηκε στις 30.10.
  15. Την ημέρα ορισμού της Αίτησης, καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης, όμως η Αίτηση προχώρησε προς ακρόαση. ΙΙΙ. Εξέταση της Αίτησης Με βάση τα αιτητικά της Αίτησης προκύπτει πως ο παραμερισμός των διαταγμάτων παγοποίησης ζητείται λόγω της παράλειψης προώθησης της διαδικασίας εκ μέρους των Εναγουσών και ειδικότερα της παράλειψης καταχώρισης έκθεσης απαίτησης. Είναι γεγονός πως μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης οι Ενάγουσες δεν είχαν καταχωρίσει την έκθεση απαίτησης η οποία ακολούθησε την επίδοση της Αίτησης και καταχωρίστηκε την ημερομηνία ορισμού αυτής. Είναι καλά καθιερωμένη η νομική αρχή πως παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να στοχεύουν στην παροχή προσωρινής θεραπείας λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας της άμεσης διεξαγωγής της δίκης και πως η καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής από τον διάδικο προς όφελος του οποίου εκδόθηκαν οδηγεί είτε σε απόρριψη της σχετικής αίτησης είτε σε ακύρωση των διαταγμάτων. Αυτή η αρχή τέθηκε με χαρακτηριστικό τρόπο στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, ως εξής: «Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτηση τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Όπως τονίζεται και στο πιο πάνω απόσπασμα, στην εν λόγω υπόθεση οι εφεσείοντες καταχώρισαν την έκθεση απαίτησης τριάμισι περίπου χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής. Εξίσου μεγάλη καθυστέρηση σημειώθηκε στην υπόθεση Ελευθερίου v. Λαϊκού Καφεκοπτείου Δημόσια Λτδ, Πολ. Έφ. 39/10, ημ. 23.1.14, στην οποία η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε τρία χρόνια και τέσσερις μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής. Πράγματι στην εν λόγω υπόθεση είχαν εκδοθεί διατάγματα παγοποίησης και δέσμευσης όλων των λογαριασμών της εφεσείουσας και ταυτόχρονα διατάγματα που την εμπόδιζαν από το να πωλήσει, υποθηκεύσει ή αποξενώσει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία. Στα πλαίσια της έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης για την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων, η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας οδήγησε το Εφετείο χωρίς άλλο στην ακύρωση των διαταγμάτων με το σκεπτικό πως η συνέχιση τους θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Τα διατάγματα που εκδίδονται στο πλαίσιο αιτήσεως πριν από την έναρξη της δίκης έχουν ως σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων, ιδιαίτερα των εναγόντων, μέχρι την έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Τούτου δοθέντος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η έκδοση διαταγμάτων αυτής της μορφής από τη φύση τους, θέτουν στους ώμους των εναγόντων, του διάδικου που επεδίωξε τη θεραπεία, την υποχρέωση να προωθήσουν την υπόθεση τους επί της ουσίας, το συντομότερο δυνατό. Η παρατηρηθείσα καθυστέρηση είναι τέτοιας έκτασης που σαφώς μπορεί να χαρακτηριστεί, ως απαράδεκτη τακτική, που κατάντησε δυστυχώς, την παρασχεθείσα ενδιάμεση θεραπεία, ως αυτοσκοπό και όχι ως συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη.» Ανάλογη είναι και η υπόθεση Akis Express v. Akis Express
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 149, στην οποία η μεγάλη, όπως χαρακτηρίστηκε, καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής, ήτοι η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης δυόμισι έτη μετά την καταχώριση της αγωγής, άφησε να νοηθεί πως η επιδιωκόμενη έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων αποτελούσε αυτοσκοπό για τους εφεσείοντες. Ως εκ τούτου κρίθηκε πως τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων από το Εφετείο (τα οποία δεν εκδόθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο) θα συνιστούσε παραβίαση της πιο πάνω νομολογιακής αρχής. Παρόμοια καθυστέρηση παρατηρήθηκε και στην υπόθεση Κίτσιος κ.ά. v. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1262, στην οποία δεν είχε καταχωριστεί έκθεση απαίτησης μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Εφετείου, ήτοι στις 14.7.10. Το Εφετείο έκρινε πως είτε λάμβανε ως αφετηρία του χρόνου την καταχώριση της αγωγής, ήτοι 9.10.07, είτε ακόμη την απόρριψη της αίτησης του προσωρινού διατάγματος, ήτοι 19.3.08, θα κατέληγε πως η αδράνεια στην προώθηση της αγωγής και στην καταχώριση έκθεσης απαίτησης δικαιολογούσε την εφαρμογή της ίδιας αρχής και απέρριψε την έφεση η οποία ασκήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά. v. ΚΟΤ
(2002)1(Β) 1274 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Στην μεν πρώτη η καθυστέρηση ήταν για 15 μήνες ενώ στη δεύτερη για 10,5 μήνες. Ανεξαρτήτως του χρόνου καθυστέρησης, σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις ήταν σαφές πως υπήρξε πλήρης αδράνεια εκ μέρους του διαδίκου που εξασφάλισε ή επιδίωκε την ενδιάμεση θεραπεία. Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε το Εφετείο στην υπόθεση Akis Express «Όταν εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ένα και πλέον χρόνο μετά την καταχώρηση της αγωγής, οι εφεσείοντες δεν έλαβαν κανένα μέτρο για να προχωρήσουν την αγωγή τους προς εκδίκαση, παραλείποντας την ΄Εκθεση Απαίτησης τους». Στην υπόθεση Κίτσιος το Εφετείο κατέληξε πως «. η αδράνεια για καταχώρηση έκθεσης απαίτησης και προώθηση της αγωγής μέχρι σήμερα, είναι τέτοια, που τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στις προαναφερθείσες υποθέσεις ούτως ώστε η έφεση να απορριφθεί χωρίς την ανάγκη να εξεταστεί η ουσία της». Στην υπόθεση Rousounides λέχθηκε πως «Αντί τούτου, η υπόθεση αφέθη εντελώς αδρανής για δεκαπέντε ολόκληρους μήνες, . ενώ το σημαντικότατο αυτό διάταγμα συνέχιζε να είναι σε ισχύ». Στη Goody's το Εφετείο είπε πως «Ενώ, όπως φάνηκε, κάθε άλλο παρά ενδιαφέρτηκαν να προωθήσουν την αγωγή τους, η αγωγή αφέθη στάσιμη με την προσδοκία της ικανοποίησης του ουσιαστικού αιτήματος της, με παρεμπίπτον διάταγμα». (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ξεκάθαρα πως η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης αφ΄ εαυτής δεν εξουδετερώνει την εφαρμογή της εν λόγω καθιερωμένης αρχής νοουμένου ότι αυτή δικαιολογείται λόγω της παρατηρηθείσας καθυστέρησης και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, ο λόγος ένστασης πως η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης καθιστά την Αίτηση άνευ αντικειμένου δεν βρίσκει έρεισμα στην προαναφερόμενη νομολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εντύπωση που αποκομίζεται είναι πως παρατηρείται μια καθυστέρηση τριών ετών από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Όμως η κατάσταση διαφοροποιείται άρδην ενόψει της απόφασης του Εφετείου στην Ε71/
  2. Το ίδιο επιχείρημα, ήτοι ότι η παράλειψη καταχώρισης έκθεσης απαίτησης, αποτέλεσε έναν εκ των λόγων έφεσης, ο οποίος, κατόπιν αιτήματος των εφεσειουσών, εξετάστηκε κατά προτεραιότητα και πριν την εξέταση της ουσίας. Ο έντιμος Δικαστής κ. Χριστοδούλου αναφέρθηκε στη νομολογία η οποία παρατίθεται ανωτέρω επισημαίνοντας πως σε αυτές τις υποθέσεις τερματίστηκε η ισχύς των εκδοθέντων διαταγμάτων χωρίς την ενασχόληση με την ουσία της έφεσης. Ακολούθως όμως προέβη στις εξής παρατηρήσεις: «Όμως, όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, υπάρχουν περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες. Τέτοια είναι κατά την άποψή μας και η παρούσα περίπτωση, στην οποία η προώθηση της αγωγής - ετοιμασία και καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης - φαίνεται πως προϋποθέτει την παροχή των πληροφοριών για τις οποίες εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα που, όμως, αναστάληκαν μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Κατά συνέπεια θεωρούμε πως υπό τα περιστατικά της υπόθεσης η μη καταχώριση της έκθεσης απαίτησης δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ώστε να τερματιστεί η ισχύς των διαταγμάτων χωρίς την ενασχόληση με την ουσία της έφεσης. Θα παρατηρούσαμε όμως ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το δικονομικώς ορθό είναι να υποβάλλεται αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης (Δ.20 θ.1 και Δ.57 θ.2) και, όπου αυτό δεν γίνεται, να καταχωρείται από την άλλη πλευρά αίτηση για απόρριψη της αγωγής (Δ.26 θ.1) αν όντως το ενδιαφέρον της για την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου είναι γνήσιο. Στην παρούσα όμως περίπτωση ουδέν έγινε, όπως δεν ενεργοποιήθηκε και από το Δικαστήριο ο μηχανισμός της Δ.26 θ.13 για απόρριψη της αγωγής ώστε, εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα της δυνατότητας ετοιμασίας της έκθεσης απαίτησης ενόψει της αναστολής των διαταγμάτων να εξεταστεί - όπως είναι και το δικονομικώς ορθό - από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγουμε ότι λόγω της φύσεως της αγωγής και της αναστολής εκτέλεσης των επίδικων διαταγμάτων, η μη καταχώριση της έκθεσης απαίτησης μέχρι σήμερα δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ο σχετικός λόγος έφεσης (18ος) δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.» Με τη διαπίστωση του Εφετείου πως η παροχή των πληροφοριών που αφορούσαν στα διατάγματα αποκάλυψης ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, είναι ξεκάθαρο πως ο χρόνος αρχίζει να μετρά από την παροχή των πληροφοριών, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν και οι Αιτήτριες. Παρόλο που οι Εναγόμενες 13-16 συμμορφώθηκαν στις 17.10.14, εντούτοις παραμένει αναντίλεκτος ο ισχυρισμός των Εναγουσών πως αυτές τελικώς έλαβαν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες περί τον Δεκέμβριο του 2014, όταν η Εναγομένη 10 παρέδωσε ορισμένες περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες δεν περιλήφθηκαν στην αρχική της αποκάλυψη. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως ο χρόνος για την ετοιμασία και καταχώριση της έκθεσης απαίτησης μετρά από τον Δεκέμβριο του 2014 όταν πλέον οι Ενάγουσες είχαν στην κατοχή τους όλα τα αναγκαία στοιχεία. Είναι γεγονός πως οι Ενάγουσες ουδέποτε αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης αλλά ούτε και οι Αιτήτριες υπέβαλαν αίτηση για απόρριψη της Αγωγής λόγω μη προώθησης αυτής, παρά μόνο καταχώρισαν την παρούσα για ακύρωση των διαταγμάτων. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, καταδεικνύεται πως μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα δέκα μηνών μέχρι την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, το οποίο σημειώνεται πως είναι πολύ μικρότερο σε σχέση με τις πλείστες των προαναφερθεισών υποθέσεων. Επιπλέον, σημαντικό είναι το γεγονός πως στο χρονικό αυτό διάστημα οι Ενάγουσες δεν παρέμειναν αδρανείς. Σύμφωνα και πάλι με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό των Εναγουσών, «ο όγκος των πληροφοριών που αποκαλύφθηκαν ήταν πολύ μεγάλος και σε συνδυασμό με πρακτικές δυσκολίες που υπήρξαν λόγω του γεγονότος ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση βρίσκονται στη Ρωσία αλλά και της ανάγκης για συνεργασία με τους δικηγόρους των Καθ΄ ων η Αίτηση στις υπόλοιπες δικαιοδοσίες, ήτοι στο Χονγκ Κονγκ και στην Σιγκαπούρη, καταναλώθηκε αρκετός χρόνος για την ενδελεχή μελέτη των αποκαλυφθέντων στοιχείων.» Οι Ενάγουσες, στηριζόμενες σε αυτά τα δεδομένα, ισχυρίζονται επίσης πως η όποια καθυστέρηση δεν οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά τους ή περιφρόνηση προς το Δικαστήριο εκ μέρους τους. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των Αιτητριών χαρακτηρίζει αυτούς τους ισχυρισμούς των Εναγουσών ως προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Εισηγείται πως πέραν των στοιχείων που αποκαλύφθηκαν από τις Αιτήτριες αναφορικά με τον τελικό δικαιούχο των Εναγομένων 11 και 12 και των προσώπων που είχαν εξουσία υπογραφής σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, ουδέν καινούργιο στοιχείο δεν συμπεριέλαβαν στην έκθεση απαίτησης. Κάλεσε το Δικαστήριο να αντιπαραβάλει την ένορκη δήλωση των Εναγουσών που συνόδευε τη μονομερή αίτηση ημ. 19.9.12 με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης για να καταδείξει πως τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτές οι θέσεις των Αιτητριών δεν ανατρέπουν την ανάγκη ούτως ή άλλως μελέτης των πληροφοριών που αποκαλύφθηκαν ούτε και διαγράφουν τη διαδικασία της συνεργασίας των Εναγουσών με άλλες χώρες λόγω της φύσης της υπόθεσης μέχρις ότου ετοιμαστεί το κείμενο της έκθεσης απαίτησης. Αντιθέτως αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου πως οι Ενάγουσες προβάλλουν κάποια εξήγηση με βάση την οποία διαφαίνεται πως στο διάστημα που μεσολάβησε από τη λήψη των πληροφοριών μέχρι και την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης αυτές δεν παρέμειναν στάσιμες και αδρανείς αλλά μελετούσαν τις πληροφορίες και βρίσκονταν σε επικοινωνία και συνεννόηση με άλλες χώρες ως προς το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Αυτή η συμπεριφορά των Εναγουσών είναι στοιχείο το οποίο σαφώς διακρίνει την παρούσα περίπτωση από όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις. Η παρούσα προσομοιάζει με την υπόθεση Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, την οποία μάλιστα το Εφετείο υιοθέτησε στην απόφαση του στην Έφ. Ε73/10 προβαίνοντας στη διάκριση της από τις υπόλοιπες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως φαίνεται στο πιο πάνω απόσπασμα που παρατίθεται από την εν λόγω απόφαση. Και σε εκείνη την υπόθεση υπήρξε καθυστέρηση δέκα μηνών και η εφεσείουσα επικαλέστηκε τις υποθέσεις Akis Express και Goody's. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφεαυτής. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες. Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ η καθυστέρηση των περίπου δέκα μηνών φανερώνει σφάλμα και προκαλεί ανησυχία, κατά τη γνώμη μας δεν σημαίνει αυτόματα και κατάχρηση διαδικασίας. Το διάταγμα ημερ. 14 Σεπτεμβρίου 2001 για παράταση χρόνου, το οποίο εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση χωρίς εν συνεχεία να υπάρξει από μέρους της εφεσείουσας αμφισβήτηση βάσει της Δ.48 θ.8
(4), στηρίχθηκε και στο ότι αρχικά διεξήγοντο διαπραγματεύσεις μεταξύ των δικηγόρων για διευθέτηση της υπόθεσης. Δεν είναι άτοπη η αναγνώριση περιθωρίων για τέτοιο σκοπό. Και εξηγεί σε κάποιο βαθμό την καθυστέρηση. Σε σχέση με την οποία δεν νομίζουμε ότι δικαιολογούνται λεπτές γραμμές. Καταλήγουμε ότι με τα όσα συνθέτουν την υπό εξέταση περίπτωση δεν δικαιολογείται η άποψη ότι η σημειωθείσα καθυστέρηση συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας.» Είναι γεγονός πως σε εκείνη την υπόθεση, και μετά από διάστημα απραξίας, εκκρεμούσης της ακρόασης για το προσωρινό διάταγμα και κατόπιν αίτησης για απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης προώθησης, η εφεσείουσα αποτάθηκε με μονομερή αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρισης έκθεσης απαίτησης. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης απόφασης με την οποία το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο και εγκρίθηκε. Παρόλο που τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης διαφέρουν από αυτά της παρούσας, εντούτοις η νομική αρχή που καθιερώνεται από την εν λόγω υπόθεση είναι πως κατά την εξέταση τέτοιου ζητήματος λαμβάνεται υπόψιν όχι μόνο ο χρόνος της καθυστέρησης αλλά συνεκτιμούνται και άλλοι παράγοντες. Αυτή η θέση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τα όσα λέχθηκαν σε εκείνη την απόφαση αλλά βρίσκει έρεισμα και στο σκεπτικό του Εφετείου στην Έφ. Ε71/
  1. Ως εκ τούτου, συνεκτιμώντας την έκταση της καθυστέρησης και του γεγονότος πως αυτή δεν οφείλετο σε αδράνεια των Εναγουσών στην προώθηση της Αγωγής αλλά στη μελέτη και διαβούλευση με ξένους δικηγόρους ενόψει της φύσης της υπόθεσης και του ότι εμπλέκονται διάδικοι από άλλες χώρες, το Δικαστήριο καταλήγει πως δεν υπήρξε τέτοια καθυστέρηση η οποία να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Επομένως, αυτή η βάση για έγκριση της Αίτησης δεν ευσταθεί. Περαιτέρω, οι Αιτήτριες προβάλλουν ακόμη ένα λόγο προς υποστήριξη του αιτήματος για παραμερισμό των διαταγμάτων. Ειδικότερα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο κ. Σαζός ισχυρίζεται πως η ύπαρξη των διαταγμάτων έχει επιφέρει την παράλυση των δραστηριότητων των Εναγομένων 11 και
  2. Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού ο κ. Σαζός υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση των Εναγομένων 11-16 στην αίτηση για τα προσωρινά διατάγματα. Είναι ορθή η θέση των Εναγουσών πως τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης για την έκδοση των διαταγμάτων. Μάλιστα και αυτό το σκέλος της πρωτόδικης απόφασης υιοθετήθηκε πλήρως από το Εφετείο. Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από τις επισημάνσεις που έγιναν στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670 ως προς τον τρόπο προσέγγισης του ισοζυγίου της ευχέρειας, έκρινε πως η οριστικοποίηση του διατάγματος παγοποίησης που είχε εκδώσει μονομερώς στις 19.9.12 ενείχε τους λιγότερους κινδύνους αδικίας απ΄ ότι η ακύρωση του. Και αυτό στη βάση ότι τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς θα παραμείνουν δεσμευμένα και ως εκ τούτου θα εξασφαλιστεί η μη αποξένωσή τους, ενώ σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του διατάγματος υφίσταται άμεσος κίνδυνος αποξένωσης τους, όπως έγινε και με ποσό πέραν των US$4,5 εκατομμυρίων που είχε ήδη εξανεμιστεί και μεταφερθεί σε άλλους λογαριασμούς και ενδεχομένως σε άλλες δικαιοδοσίες. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, παραπονούνται οι εφεσείουσες, έκλινε σαφώς υπέρ της ακύρωσης του διατάγματος παγοποίησης καθότι με αυτό έχουν παραλύσει πλήρως οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, αφού δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε εξαίρεση που να τους επιτρέπει να καταβάλουν την αμοιβή των δικηγόρων τους και να ενεργούν σε σχέση με τη συνήθη πορεία των εργασιών τους. Ο υπό συζήτηση λόγος έφεσης, αντέτειναν οι εφεσίβλητες, είναι τελείως αβάσιμος και τα όσα αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση είναι αρκούντως ικανοποιητικά για απόρριψη του. Εξετάσαμε και επ΄ αυτού του ζητήματος τις εκατέρωθεν θέσεις και χωρίς καμιά επιφύλαξη συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε σαφώς υπέρ των εφεσιβλήτων. Να υπενθυμίσουμε συναφώς ότι το υπό αναφορά ισοζύγιο υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορήγησε το παρεμπίπτον διάταγμα (Baccardi & Co v. Vinco
(1996)1(B) A.Α.Δ. 788 και Milton Investment Company Ltd (ανωτέρω) και από το υλικό που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν χωρούσε αμφιταλάντευση προς τα πού έκλινε. Όπως ορθώς επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, σημαντικό μέρος του προϊόντος της κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραξίας - άνω των US$5 εκατομμυρίων - κατέληξε στους επίδικους λογαριασμούς και στη συνέχεια ουσιαστικά εξανεμίστηκε αφού μεταφέρθηκε σε άλλους λογαριασμούς και ενδεχομένως σε άλλες δικαιοδοσίες. Με αποτέλεσμα στους λογαριασμούς που παγοποιήθηκαν να παραμείνει ποσό μόνο US$472.040, το οποίο με την υιοθέτηση των θέσεων των εφεσειουσών θα υπήρχε άμεσος κίνδυνος αποξένωσης του που θα επέφερε πλήρη αδυναμία ικανοποίησης μιας ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης προς όφελος των εφεσιβλήτων, ενώ με την οριστικοποίηση του διατάγματος παγοποίησης διατηρείται η δυνατότητα έστω και μερικής ικανοποίησης. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ο λόγος έφεσης που αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας (Λόγος Έφεσης 6) δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως έχει αποφασιστεί στην προαναφερόμενη υπόθεση Avila Management Services Ltd προσωρινά διατάγματα δύνανται να ακυρωθούν ή τροποποιηθούν νοουμένου ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, καθότι οι Αιτήτριες επαναλαμβάνουν τους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς όπως στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Η δε αναφορά τους στο ότι οι εργασίες των Εναγομένων 11 και 12 έχουν παραλύσει και ότι αυτές δεν μπορούν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ούτε και να συνάψουν δάνεια αποτελεί, όπως οι ίδιες το χαρακτηρίζουν, μια περίληψη των ισχυρισμών που προέβαλαν στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Πέραν αυτού, οι θέσεις τους τίθενται με τέτοια γενικότητα και αοριστία που ως τέτοιες δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την όποια ακύρωση των διαταγμάτων. Το Δικαστήριο θεωρεί πως προς τον σκοπό αυτό απαιτείται συγκεκριμένη αναφορά και εξειδίκευση με στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν την όποια δυσχέρεια ενδεχομένως προκαλείται σε αυτές. Τέλος, η θέση των Αιτητριών πως τα διατάγματα παγοποίησης είναι καταπιεστικά καθότι δεν τους επιτρέπουν να διαθέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία στη συνήθη πορεία των εργασιών τους επίσης παραμένει εντελώς γενική και αόριστη. Δεν δίδονται οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία είτε για αυτές τις ανάγκες είτε για το ποσό που ενδεχομένως αφορά το τεθέν ζήτημα ή για το οποίο ζητείται η όποια διαφοροποίηση. Εν πάση περιπτώσει αίτημα για τροποποίηση ή διαφοροποίηση των διαταγμάτων δεν περιέχεται στο αιτητικό της παρούσας Αίτησης και έτσι δεν θα μπορούσε να εγκριθεί στα πλαίσια αυτής. Τέτοιο αίτημα θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής αίτησης προς τούτο. Για όλους τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπολοίπων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. IV. Κατάληξη Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 11-16 - Αιτητριών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης αναφορικά με την Εναγομένη 10 η οποία δικαιωματικά εμφανίστηκε στα πλαίσια της Αίτησης αλλά δεν καταχώρισε ένσταση ούτε και συμμετείχε στην ακρόαση αυτής, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων 11-16 - Αιτητριών (i) αναφορικά με τις δικασίμους κατά τις οποίες η Αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες, (ii) αναφορικά με τη δικάσιμο της ακρόασης της Αίτησης με βάση το κονδύλι που υπολογίζεται για την εμφάνιση για οδηγίες και (iii) αναφορικά με τη σημερινή δικάσιμο για την απαγγελία της απόφασης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.