Ketonis Developments Limited ν. Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας, εγκαθιδρυθέντος δυνάμει του Ν.112(Ι)/13 κ.α., Αρ. Αγωγής: 6035/2015, 14/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6035/2015 Μεταξύ: Ketonis Developments Limited Εναγόντων v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δια 1.Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας, εγκαθιδρυθέντος δυνάμει του Ν.112(Ι)/13 2.Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας, εγκαθιδρυθέντος δυνάμει του Ν.33(Ι)/03 3.Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού 4.Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών Εναγομένων Αίτηση ημ. 8 Δεκεμβρίου 2015 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 14 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χ. Προύντζος με κ. Κ. Αγαθοκλέους και κ. Κ. Μιχαήλ για Προύντζος & Προύντζος Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Θ. Μαυρομουστάκη με κα Ν. Τζιτζιρπή για Γενικό Εισαγγελέα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: (
- i)Διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και ή 2 να απέχουν από οποιεσδήποτε ενέργειες ή παραλείψεις ή άλλως πως από τη μη εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων όπως αυτές απορρέουν από τη Σύμβαση Επιδότησης μεταξύ της Επιτροπής Διαχείρισης του Ειδικού Ταμείου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και Εξοικονόμησης Ενέργειας (ΕΞΕ) και των Εναγόντων και ή από τον περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Ν.112(Ι)/13, (
- ii)Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς του τερματισμού της Σύμβασης Επιδότησης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, (iii) Διάταγμα για διατήρηση σε ισχύ και ή εν ζωή της Σύμβασης Επιδότησης χωρίς αυτό να συνιστά ειδική εκτέλεση της μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, (
- iv)Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η απόφαση των Εναγομένων 1 και 2 για τερματισμό της Σύμβασης Επιδότησης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, (
- v)Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 και ή αντιπροσώπους και ή υπαλλήλους τους να αποξενώσουν, διαθέσουν και ή επιβαρύνουν ποσό ύψους €1.700.171 από τα ποσά που βρίσκονται κατατεθειμένα στο Ταμείο και ή στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και ή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, (
- vi)Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 3 και 4 και στη Δημοκρατία και ή στους εκπροσώπους και ή υπηρέτες και ή υπαλλήλους της από του να παρέμβουν, αποξενώσουν, διαθέσουν, αλλάξουν τη χρήση, τροποποιήσουν πολεοδομικά, ενοικιάσουν, διαθέσουν προς χρήση, τερματίσουν τη Σύμβαση Παραχώρησης ημ. 9.5.11 (εφεξής «η Σύμβαση Μίσθωσης») ή άλλως πως επηρεάσουν το δικαίωμα των Αιτητών να κατέχουν τα τεμάχια που αναφέρονται σε αυτή, παρέμβουν στα έργα που έχουν διεξαχθεί στα εν λόγω τεμάχια για την κατασκευή του Αιολικού Πάρκου Μαρί, καθώς επίσης και σε συνδεδεμένα με αυτά έργα, και απέχουν από την παρεμπόδιση των Αιτητών στη συνέχιση των εργασιών στην περιοχή. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάκη Κετώνη, μετόχου και διευθυντή των Εναγόντων - Αιτητών. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην υπογραφή δύο συμφωνιών, ήτοι της Σύμβασης Μίσθωσης ημ. 9.5.11 και της Σύμβασης Επιδότησης ημ. 24.6.11 οι οποίες αφορούσαν την κατασκευή και λειτουργία του Αιολικού Πάρκου Μαρί από τους Αιτητές. Αναγνωρίζει πως οι Αιτητές δεν μπόρεσαν να εκτελέσουν τις εργασίες εντός του χρονοδιαγράμματος της Σύμβασης Επιδότησης και έτσι ζήτησαν παράταση αυτού. Στις 11.9.15 το Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞΕ με επιστολή του προς τους Αιτητές τερμάτισε τη Σύμβαση Επιδότησης επικαλούμενο, μεταξύ άλλων, τη μη τήρηση του χρονοδιάγραμματος της. Ισχυρίζεται πως το Ταμείο απεμπόλησε το δικαίωμα τερματισμού της Σύμβασης, ο οποίος εν πάση περιπτώσει είναι παράνομος και αυθαίρετος καθότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται στους Αιτητές αλλά στους Καθ΄ ων η Αίτηση. Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε την Αίτηση μονομερώς και διέταξε την επίδοση αυτής. Ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην Αίτηση προβάλλοντας διάφορους λόγους ένστασης, οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι: 1. Ο τίτλος της Αγωγής είναι λανθασμένος διότι δεν είναι σύμφωνος με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60. 2. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει τέτοια διατάγματα, καθότι με αυτά επιδιώκεται η επαναφορά της ισχύος της Σύμβασης χωρίς την απαιτούμενη πρόθεση των δύο πλευρών. 3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη. 4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5. Οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. 6. Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 7. Δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος και η Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. 8. Η Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι οι Αιτητές δεν είχαν τηρήσει τα συμφωνηθέντα και αυτό αποτέλεσε λόγο τερματισμού της Σύμβασης Επιδότησης με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ζητούν την επαναφορά της σε ισχύ εξουδετερώνοντας έτσι τις δικές τους παραλείψεις στην εκπλήρωση των όρων αυτής. 9. Ο τερματισμός της Σύμβασης Επιδότησης έγινε καθόλα νόμιμα, κάτι το οποίο δεν αμφισβητείται από τους Αιτητές και η Σύμβαση δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να αναβιώσει. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Λιζίδη, Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών στην Υπηρεσία Ενέργειας του Υπουργείου Ενέργειας, Βιομηχανίας και Τουρισμού (εφεξής «Υπουργείο Ενέργειας»). Σε αυτήν ο κ. Λιζίδης απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Αιτητών και αναφέρει πως το πρόβλημα στην εκτέλεση του έργου δεν οφείλετο στους Καθ΄ ων, αλλά στη μη τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων της Σύμβασης Επιδότησης από τους Αιτητές. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται πως το αίτημα για παράταση του χρονοδιαγράμματος του έργου δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό για λόγους τους οποίους απαριθμεί και πως ο τερματισμός έγινε καθόλα νόμιμα. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών, οι Ατητές καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προερχόμενη και πάλι από τον κ. Κετώνη, ενώ και οι δύο ενόρκως δηλούντες έτυχαν αντεξέτασης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες ανέπτυξαν επιγραμματικά προφορικώς. Οι αγορεύσεις ήταν αναλυτικές και εμπεριστατωμένες και προσέφεραν χρήσιμη καθοδήγηση προς το Δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση της Αίτησης και τους λόγους ένστασης, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση αυτής (της Αίτησης) κατά θέμα ξεχωριστά με τη σειρά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και όχι κατ΄ ανάγκη με τη σειρά που αυτά προβάλλονται μέσω των λόγων ένστασης. Σε αυτό το πλαίσιο θα διαφανούν και οι αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών, οι οποίες θα αποτελούν το αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο. Ι. Νομική Πτυχή για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». II. Σοβαρό Ζήτημα προς Εκδίκαση Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Με βάση το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος διαφαίνεται ότι οι βασικές αξιώσεις των Εναγόντων συνίστανται σε: α. Αναγνωριστική Απόφαση και ή Δήλωση πως η Σύμβαση Επιδότησης παραμένει δεσμευτική και συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ. β. Αναγνωριστική Απόφαση και ή Δήλωση πως ο τερματισμός της Σύμβασης Επιδότησης είναι αντισυμβατικός και εξ υπαρχής παράνομος. γ. Αναγνωριστική Απόφαση και ή Δήλωση πως η καθυστέρηση εκ μέρους των Εναγόντων για την ολοκλήρωση του Αιολικού Πάρκου ήταν δικαιολογημένη και ή εύλογη ως οι πρόνοιες της Σύμβασης Επιδότησης. δ. Απόφαση και ή Διάταγμα για την ειδική εκτέλεση της Σύμβασης Επιδότησης. ε. Περαιτέρω και ή Διαζευκτικά απόφαση για το ποσό των €1.700.171 ως αποζημίωση για απώλεια της αξίας της επένδυσης των Εναγόντων. στ. Διαζευκτικά Απόφαση και ή Διάταγμα για αποζημίωση λόγω απώλειας εσόδων και κερδών. ζ. Γενικές Αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης των συμβατικών και νομίμων καθηκόντων και ή λόγω αμέλειας των Εναγομένων και ή συνεπεία του παράνομου τερματισμού της Σύμβασης Επιδότησης. Λαμβάνοντας υπόψιν το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτή αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, κυρίως εφόσον αυτή αφορά σε ισχυριζόμενο παράνομο τερματισμό συμφωνίας της οποίας ζητείται η ειδική εκτέλεση. Τα στοιχεία αυτά ενισχύονται και μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση και τα αναφερόμενα σε αυτήν επίσης καταδεικνύουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. ΙΙΙ. Ορατή Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης εντάσσεται ο πρώτος λόγος ένστασης αναφορικά με τον τίτλο της Αγωγής, ο οποίος θα εξεταστεί πριν την ενασχόληση με τα γεγονότα της παρούσας Αίτησης. ΙΙΙ.1 Τίτλος Αγωγής Όσον αφορά το θέμα του τίτλου θα πρέπει να επισημανθεί κατ΄ αρχάς πως όντως σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, αγωγές εκ μέρους οποιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από οποιονδήποτε νόμο, εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας «ως Εναγομένου». Είναι λοιπόν αυτονόητο από την πιο πάνω πρόνοια πως οποιοσδήποτε επιθυμεί να εναγάγει τη Δημοκρατία ή οποιοδήποτε Τμήμα, Υπηρεσία, Αρχή ή άλλο Όργανο της θα πρέπει να εγείρει την αγωγή του εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα. Με βάση τον τίτλο της Αγωγής, καθίσταται σαφές πως οι Ενάγοντες θεώρησαν ότι η παρούσα Αγωγή έπρεπε να στραφεί εναντίον της Δημοκρατίας και ως εκ τούτου ως Εναγόμενος αναγράφεται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Πέραν αυτού όμως στον ίδιο τον τίτλο προσδιορίζεται πως ο Γενικός Εισαγγελέας ενάγεται δια του Ταμείου δυνάμει του Ν.112(Ι)/13 και δια της Δημοκρατίας μέσω διαφόρων Τμημάτων. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο επισημαίνει πως το ίδιο το άρθρο 57 απαιτεί την αναγραφή του Γενικού Εισαγγελέα ως εναγόμενου χωρίς την αναγκαιότητα οποιουδήποτε επιπρόσθετου προσδιορισμού όσον αφορά το Τμήμα της Δημοκρατίας για το οποίο ενάγεται και φέρεται να εκπροσωπεί στην κάθε αγωγή. Το γεγονός πως η Δημοκρατία ως εναγομένη (μέσω του Γενικού Εισαγγελέα) ενάγεται για διάφορα Τμήματα της δεν εξυπακούει πως τα τμήματα αυτά πρέπει να εξειδικεύονται στον τίτλο. Αυτό άλλωστε είναι πάντοτε κάτι που διαφαίνεται μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και ενδεχομένως των αξιώσεων του ενάγοντος. Δεν κρίνεται όμως πως η εκ του περισσού αυτή συμπερίληψη δημιουργεί οποιοδήποτε δικονομικό πρόβλημα αφ΄ εαυτής, δεδομένου ότι υπάρχει αναφορά στον Γενικόν Εισαγγελέα. Η δε καταγραφή στον τίτλο της Αγωγής σε «Εναγόμενους» θεωρείται μάλλον ατυχής και χωρίς σημασία καθότι προφανώς αποδίδεται στην προσπάθεια των Εναγόντων να διαχωρίσουν τα διάφορα Τμήματα για σκοπούς εύκολης αναφοράς και κατανόησης. Επιπλέον παρατηρείται μια ανεξήγητη διαφοροποίηση ως προς τον τρόπο περιγραφής του Ταμείου δυνάμει του Ν.112(Ι)/13 και των υπολοίπων τμημάτων. Στο μεν πρώτο αναγράφεται απευθείας το Ταμείο ενώ στα υπόλοιπα αναγράφεται πρώτα η Κυπριακή Δημοκρατία και ακολούθως το Τμήμα. Αυτή η διάκριση προκαλεί έκπληξη προς το Δικαστήριο το οποίο αδυνατεί να αντιληφθεί τη σκοπιμότητα τέτοιας τακτικής. Αντιθέτως εύλογα συνάγεται πως από τη στιγμή που ο Γενικός Εισαγγελέας ενάγεται και δια το Ταμείο, οι Ενάγοντες θεωρούν και το Ταμείο ως υπαγόμενο στην Κυβέρνηση και στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όσον αφορά τα αναφερόμενα στον τίτλο Υπουργεία Ενέργειας και Εσωτερικών δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία πως αυτά υπάγονται στην Κυβέρνηση και στην Κυπριακή Δημοκρατία και επομένως αυτά ενάγονται διά του Γενικού Εισαγγελέα. Αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών αποτέλεσαν τα δύο Ταμεία. Ήταν η θέση της δικηγόρου του Καθ΄ ου πως το εγκαθιδρυθέν δυνάμει του Ν.33(Ι)/03 Ταμείο έχει καταργηθεί και επομένως δεν δύναται να ενάγει και να ενάγεται, ενώ το Ταμείο που εγκαθιδρύθηκε δυνάμει του Ν.112(Ι)/13 αποτελεί ξεχωριστή οντότητα η οποία δεν εκπροσωπείται από τον Γενικό Εισαγγελέα. Πριν την εξέταση αυτού του ζητήματος κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί πως στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης για τον Εναγόμενο, ως ήταν ο ισχυρισμός του δικηγόρου των Αιτητών, παρά μόνο η ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, μετά τις επιδόσεις της Αίτησης. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από νόμο, πως ο περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και της Εξοικονόμησης Ενέργειας Ν.33(Ι)/03 καταργήθηκε με τον ομώνυμο Ν.112(Ι)/13- άρθρο 45
(1), και σύμφωνα με το άρθρο 9
(3)του νέου Νόμου το Ταμείο που είχε εγκαθιδρυθεί δυνάμει του παλαιότερου Νόμου έχει αυτόματα καταργηθεί με την εγκαθίδρυση του, δυνάμει του νέου Νόμου, Ταμείου. Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές πως το παλαιό Ταμείο δεν υφίσταται πλέον ούτε και υφίστατο κατά τον χρόνο έγερσης της παρούσας Αγωγής, και ως εκ τούτου δεν μπορεί ούτως ή άλλως να είναι διάδικο μέρος ένα ανύπαρκτο πρόσωπο ή οντότητα. Είναι σημαντικό όμως να σημειωθεί πως σύμφωνα με το άρθρο 12
(2)του Ν.33(Ι)/03 από την ημέρα γνωστοποίησης της διάλυσης του Ταμείου, παύει να υφίσταται και λειτουργεί η Επιτροπή και τερματίζεται η υποχρέωση καταβολής του τέλους κατανάλωσης προς το Ταμείο και οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατ΄ εκείνη τη στιγμή στο Ταμείο περιέρχεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. Με βάση το άρθρο 12
(3)«η Δημοκρατία μέσω του Πάγιου Ταμείου της αναλαμβάνει την υποχρέωση εκπλήρωσης των υφισταμένων κατά την ημερομηνία διάλυσης του Ταμείου υποχρεώσεων του, μέχρις ότου αυτές αποσβεστούν ολοσχερώς». Αυτή η νομοθετική ρύθμιση σαφώς έχει μεταθέσει την ευθύνη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του καταργηθέντος Ταμείου στη Δημοκρατία μέσω του Πάγιου Ταμείου. Επομένως η Δημοκρατία δύναται να εναχθεί αναφορικά με τις εν λόγω παλαιότερες υποχρεώσεις, όχι όμως το καταργηθέν Ταμείο. Όσον αφορά το νέο Ταμείο το όλο ζήτημα εξαρτάται από το κατά πόσον αυτό θα θεωρηθεί (
- i)ως μέρος της Δημοκρατίας, χωρίς δηλαδή χωριστή νομική προσωπικότητα, οπότε η Αγωγή ορθώς έχει εγερθεί εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα ή (
- ii)ως ανεξάρτητο σώμα από τη Δημοκρατία, με δική του νομική προσωπικότητα, οπότε η Αγωγή θα έπρεπε να στραφεί εναντίον του Ταμείου ως έχοντος την ικανότητα να ενάγει και ενάγεται (και όχι εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα). Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 122 του Συντάγματος ο όρος «δημόσια υπηρεσία» περιλαμβάνει ακόμα και οργανισμούς δημοσίου δικαίου άνευ νομικής προσωπικότητας, οι οποίοι ιδρύθηκαν προς το δημόσιο συμφέρον από κάποιο νόμο και των οποίων τα κεφάλαια είτε παρέχονται είτε είναι εγγυημένα από τη Δημοκρατία. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο του Ν.112(Ι)/13, αυτός θεσπίστηκε για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εξ ου και με βάση το άρθρο 3 του Νόμου σκοπός του «είναι η προώθηση και η ενθάρρυνση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές». Η ίδια η Οδηγία δεν καθορίζει ούτε και προβλέπει τον μηχανισμό επίτευξης του σκοπού αυτής αλλά επαφίεται στο κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει επί τούτου. Με βάση το άρθρο 9 του Νόμου, «Εγκαθιδρύεται Ταμείο, το οποίο τελεί υπό τη διοίκηση και τη διαχείριση της Επιτροπής και λειτουργεί Σχέδια Χορηγιών για την επιχορήγηση ή επιδότηση διαφόρων επενδύσεων ή δραστηριοτήτων προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της συμπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και της εξοικονόμησης ενέργειας». Δυνάμει του άρθρου 10
(1)του Νόμου το Ταμείο «αποτελεί ξεχωριστή οντότητα με δικούς του πόρους και δικό του προϋπολογισμό.». Ο προϋπολογισμός του καταρτίζεται από την Επιτροπή και υπόκειται σε έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου και της Βουλής των Αντιπροσώπων και τελεί υπό τη φύλαξη του Γενικού Λογιστή, ο οποίος εκδίδει τις αναγκαίες αποδείξεις και προβαίνει στις εκάστοτε εγκρινόμενες από την Επιτροπή εισπράξεις και εκταμιεύσεις - άρθρο 10
(2)και
(3). Οι λογαριασμοί του Ταμείου ελέγχονται από τον Γενικό Λογιστή και αποστέλλονται από την Επιτροπή στον Υπουργό Οικονομικών ο οποίος με τη σειρά του καταθέτει αυτούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας - άρθρο 10
(4)-
(6). Σημειώνεται πως το άρθρο 10 φέρει τον τίτλο «Πόροι και προϋπολογισμός Ταμείου». Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1), η Επιτροπή υπό τη διοίκηση της οποίας τελεί το Ταμείο απαρτίζεται από: (α) τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου, Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ή εκπρόσωπο του, ως Πρόεδρο της Επιτροπής, (β) τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών ή εκπρόσωπο του, (γ) τον Γενικό Διευθυντή του Γραφείου Προγραμματισμού ή εκπρόσωπο του, (δ) τον Διευθυντή Εμπορίου και Βιομηχανίας του Υπουργείου Ενέργειας, υπεύθυνο για θέματα ενέργειας ή εκπρόσωπο του, (ε) τον Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας ή εκπρόσωπο του, και (στ) Εκπρόσωπο του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ). Το άρθρο 12
(4)προνοεί πως κάτω από τη γενική εποπτεία του Υπουργού Ενέργειας και τηρουμένων των εκάστοτε οδηγιών του, «η Επιτροπή έχει την εξουσία και το καθήκον της διαχείρισης των χρηματικών ποσών που κατατίθενται και εισρέουν στο Ταμείο για την επιδίωξη και επίτευξη των σκοπών του». Είναι γεγονός πως για το Ταμείο που έχει εγκαθιδρυθεί με το Ν.112(Ι)/13αναφέρεται ότι έχει δική του ξεχωριστή οντότητα. Πέραν όμως του ότι η αναφορά αυτή εντοπίζεται σε άρθρο που αφορά τα έσοδα και την οικονομική διαχείριση του, όπως δύναται να συναχθεί από τον τίτλο του σχετικού άρθρου, θα πρέπει να σημειωθεί πως ο τρόπος διοίκησης και διαχείρισης του παραπέμπει σε σώμα το οποίο διοικείται και ελέγχεται πλήρως από τα αρμόδια κρατικά όργανα και αξιωματούχους. Είναι ορθή η παρατήρηση του δικηγόρου των Εναγόντων πως η Επιτροπή αποτελείται από πρόσωπα Τμημάτων τα οποία υπάγονται στο κράτος. Βασικά πρόκειται για πρόσωπα που συμμετέχουν ex officio στην Επιτροπή. Επιπλέον το Δικαστήριο επισημαίνει πως η Επιτροπή δεν λειτουργεί ανεξάρτητα αλλά βρίσκεται πάντοτε κάτω από την εποπτεία και τις οδηγίες του Υπουργού Ενέργειας, κρατικού αξιωματούχου. Παρόλο δε που το Ταμείο έχει τους δικούς του πόρους και δικό του προϋπολογισμό, εντούτοις προνοείται ρητώς πως αυτό τελεί υπό τη φύλαξη του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, ο οποίος και ορίζεται ως ο υπεύθυνος για την τήρηση και διαχείριση των λογαριασμών του Ταμείου. Άλλωστε με τη διάλυση του προηγούμενου Ταμείου τα χρήματα αυτού περιήλθαν στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας η οποία έχει την υποχρέωση εκπλήρωσης των υφιστάμενων υποχρεώσεων του. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων και στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης, διαφαίνεται πως το Ταμείο αποτελεί όργανο υπό πλήρη κρατικό έλεγχο έτσι ώστε αυτό να υπάγεται στη Δημοκρατία της οποίας συνιστά μέρος. Η θέση της δικηγόρου του Εναγόμενου πως το Ταμείο διοικείται από διαχειριστική Επιτροπή και διατηρεί δικούς του λογαριασμούς οι οποίοι ελέγχονται ξεχωριστά, με αποτέλεσμα να μην εκπροσωπείται από τον Γενικό Εισαγγελέα, παραγνωρίζει τη σύνθεση της Επιτροπής και το ποιος ασκεί τον έλεγχο των λογαριασμών του. Εκείνο το οποίο εξάγεται είναι πως ο Ν. 112(Ι)/13βασικά δημιούργησε ένα σώμα, ήτοι το Ταμείο, με αποκλειστικό σκοπό να χορηγεί και επιδοτεί έργα προς προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέσω σχετικών Σχεδίων, δηλαδή την οικονομική διαχείριση τέτοιων Σχεδίων. Είναι μόνο για την επίτευξη αυτού του σκοπού που ο Νόμος του δίδει ξεχωριστή οντότητα με δικούς του πόρους και προϋπολογισμό, δηλαδή ουσιαστικά το κατέστησε οικονομικά αυτοδύναμο, αλλά και τούτο υπό την εγγύηση και εποπτεία της Δημοκρατίας. Πέραν τούτου όμως καθίσταται σαφές πως ο Νόμος δεν του δίδει ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και ειδικότερα τη δυνατότητα να ενάγει και να ενάγεται. Αν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη, τότε θα περιείχετο συναφής ρητή πρόνοια περί τούτου, όπως π.χ. παρατηρείται στην περίπτωση του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 24
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Ν.24/67. Το άρθρο 24
(2)του Νόμου αναφέρει πως «Το Ταμείον κέκτηται νομικήν προσωπικότητα και την ικανότητα να συμβάλληται, να παρίσταται επί δικαστηρίου ως ενάγον ή εναγόμενον και να προβαίνει εις πάσαν ενέργειαν αναγκαίαν διά την λειτουργίαν του.» Παρόμοια πρόνοια ισχύει και για τα διάφορα Ταμεία Προνοίας δυνάμει του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Ν.208(I)/12, στα οποία δίδεται ρητώς νομική προσωπικότητα με την εγγραφή τους στο μητρώο. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και σε δύο επιστολές της Επιτροπής του Ταμείου προς τους Αιτητές ημ. 22.7.12 και 11.9.15, Τεκμήρια 20 και 32 στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη, οι οποίες γίνονται πλήρως αποδεκτές από την άλλη πλευρά. Αυτές συντάχθηκαν σε επιστολόχαρτα της Κυπριακής Δημοκρατίας και φέρουν το όνομα αυτής και του Ειδικού Ταμείου ΑΠΕ και ΕΞΕ με τα εμβλήματα τους. Αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη πως το Ταμείο υπάγεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, λειτουργεί ως τέτοιο και με αυτό τον τρόπο εμφανίζεται στις συναλλαγές του. Συνεπώς το Δικαστήριο θεωρεί πως το Ταμείο ορθώς ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως η προσθήκη του καταργηθέντος Ταμείου στην εξειδίκευση που γίνεται στον τίτλο δεν εμποδίζει την προώθηση της Αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης αλλά αναμφίβολα επηρεάζει τα αιτητικά στον βαθμό που το αφορούν εφόσον αυτά δεν θα μπορούσαν κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις να εγκριθούν εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. Όσον αφορά το νεοϊδρυθέν υφιστάμενο Ταμείο και τα δύο Υπουργεία, διαφαίνεται πως ο τίτλος της Αγωγής δεν έχει καταγραφεί με τον ορθό τρόπο, και πως ο Γενικός Εισαγγελέας έπρεπε να αναφέρεται ως ο μοναδικός Εναγόμενος στην παρούσα. Όπως όμως έχει ήδη αναφερθεί και με βάση τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, από τη στιγμή που ο Γενικός Εισαγγελέας είναι Εναγόμενος, το Δικαστήριο θεωρεί πως ο τρόπος σύνταξης του τίτλου πληροί τα απαραίτητα για την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης. ΙΙΙ.2 Πραγματικό Υπόβαθρο - Ανάλυση Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών πως είναι εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της κατασκευής και λειτουργίας αιολικών πάρκων και της παραγωγής ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ισχυρίζονται επίσης πως το 2011 κατασκεύασαν το αιολικό πάρκο Αλέξιγρος στην περιοχή Τερσεφάνου με 21 ανεμογγενήτριες και εγκατεστημένη ισχύ περί τα 31.5 MW, έργο το οποίο χρηματοδοτήθηκε μερικώς μέσω δανείου από τη China Development Bank (εφεξής «CDB»). Ο κ. Λιζίδης στην ένορκη του δήλωση αγνοεί και συνεπώς αρνείται αυτούς τους ισχυρισμούς, γεγονός το οποίο δεν είναι ικανό από μόνο του να τους αντικρούσει, ενώ κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε πως γνωρίζει για την κατασκευή του αιολικού πάρκου Αλέξιγρος. Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως κατόπιν μίσθωσης σε αυτούς Τουρκοκυπριακής γης το 2000 για την κατασκευή αιολικού πάρκου, εκδόθηκαν πολεοδομική άδεια, άδεια κατασκευής και λειτουργίας του πάρκου από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ) και άδεια οικοδομής. Ενόψει της θέσης του κ. Λιζίδη στην ένορκη του δήλωση πως κάποιες από αυτές είχαν λήξει, ο κ. Κετώνης στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του παραθέτει στοιχεία εις αντίκρουση των ισχυρισμών του κ. Λιζίδη. Με βάση τα εν λόγω στοιχεία και τη θέση του κ. Λιζίδη κατά την αντεξέταση του, προκύπτει πως η πολεοδομική άδεια λήγει στις 19.7.16, η άδεια οικοδομής επίσης λήγει στις 19.7.16 - Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και η άδεια λειτουργίας του αιολικού πάρκου από τη ΡΑΕΚ λήγει στις 9.12.34 - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του κ. Κετώνη, οι Αιτητές έχουν υποβάλει αίτηση για ανανέωση της άδειας κατασκευής του αιολικού πάρκου με επιστολή τους προς τη ΡΑΕΚ ημ. 19.5.15, Τεκμήριο 2, και είναι συνήθης πρακτική της ΡΑΕΚ όπως προβαίνει σε ανανέωση άδειας με αναδρομική ισχύ. Βεβαίως το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψιν τη θέση του κ. Λιζίδη κατά την αντεξέταση του πως για να λειτουργήσει ένα έργο πρέπει πρώτα να κατασκευαστεί, και επομένως απαιτείται η άδεια κατασκευής. Αποτελεί επίσης κοινή θέση και των δύο ενόρκως δηλούντων κατά την αντεξέταση τους πως η ανανεωμένη άδεια οικοδομής δεν απεστάλη στο Ταμείο και έτσι δεν υπήρχε στον σχετικό φάκελο του Ταμείου, εξ ου και ο κ. Λιζίδης στην ένορκη του δήλωση ανέφερε πως η άδεια οικοδομής είχε λήξει. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κ. Κετώνη πως κατά τις συναντήσεις που είχαν οι Αιτητές, γίνονταν αναφορές περί της ύπαρξης των αδειών και ουδέποτε τους ζητήθηκε να τις παρουσιάσουν παρέμεινε αναντίλεκτος. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να λεχθεί πως, σύμφωνα με την αναφορά του κ. Λιζίδη, αυτός εμπλέκεται προσωπικά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω της ιδιότητας του ως μέλος της Επιτροπής του Ταμείου τα τελευταία δυόμιση χρόνια, ενώ για τα προηγούμενα έτη αντλεί γνώση από το περιεχόμενο του φακέλου της Επιτροπής, στον οποίο περιλαμβάνεται και η αλληλογραφία με το Υπουργείο Ενέργειας. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω και αποτελεί κοινό έδαφος, οι πλείστες συναντήσεις έλαβαν χώρα μεταξύ των Αιτητών και του Υπουργείου Ενέργειας, με τον κ. Λιζίδη να είναι παρών μόνο σε δύο από αυτές, εξ ου και δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε αυτές, παρά μόνο να δώσει τη θέση του επί συγκεκριμένων περιορισμένων θεμάτων τα οποία ενέπιπταν στη δική του γνώση. Οι Αιτητές ισχυρίζονται επίσης πως υπέγραψαν συμφωνία σύνδεσης του Αιολικού Πάρκου Μαρί με το δίκτυο μεταφοράς ενέργειας από τον Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς (Δ.Σ.Μ.) ημ. 8.5.06 και πλήρωσαν το σχετικό τέλος. Επισυνάπτονται μια απόδειξη πληρωμής ημ. 18.8.06 και μια συμφωνία ημ. 8.6.15 ως Τεκμήρια 2Β και 2Α στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη. Σε υποβολή πως οι επισυνημμένες απόδειξη και συμφωνία δεν συνάδουν με την αναφερθείσα συμφωνία της 8.5.06, ο κ. Κετώνης αναγνώρισε πως η συμφωνία αναφέρεται σε 12ΜW ενώ η Σύμβαση Επιδότησης σε 6MW προσθέτοντας πως τελικώς η ΡΑΕΚ προέβη σε διαχωρισμό του έργου σε δύο φάσεις, για 6MW η καθεμιά, και υπάρχει η συμφωνία της 8.5.06, εξ ου και οι Αιτητές αποδέχθηκαν την τροποποίηση της άδειας οικοδομής αναλόγως. Παρόλο που η εν λόγω συμφωνία δεν παρουσιάστηκε, εντούτοις επισημαίνεται πως στην άδεια λειτουργίας της ΡΑΕΚ, Τεκμήριο 3 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη, αναγράφεται ως εγκατεστημένη ισχύς 12 MW και ακολούθως ως «Α΄ Φάση 6MW». Επομένως πέραν του ότι το Τεκμήριο 3 τείνει να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του κ. Κετώνη, αυτοί δεν αντικρούστηκαν και έτσι γίνονται δεκτοί. Με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, είναι κοινώς παραδεκτή η διαδικασία που ακολούθησε αναφορικά με το ζήτημα της απαλλοτρίωσης της γης για τους σκοπούς δημιουργίας του Αιολικού Πάρκου Μαρί. Αξίζει να σημειωθεί η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 14.5.08, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη, με την οποία εγκρίθηκε επέκταση του σκοπού ανέγερσης του ενεργειακού κέντρου «νοουμένου ότι δεν θα επηρεάζει την ανέγερση και λειτουργία του τερματικού πετρελαιοειδών και του τερματικού φυσικού αερίου» και η μετέπειτα απόφαση του ημ. 29.7.09, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του κ. Λιζίδη, για εξουσιοδότηση του Υπουργού Εμπορίου όπως δεσμεύσει τις οντότητες που θα αναλάβουν τα τερματικά φυσικού αερίου και πετρελαιοειδών να λάβουν υπόψιν στον τελικό σχεδιασμό το ήδη αδειοδοτημένο Αιολικό Πάρκο των Αιτητών στη θέση που θα υποδείξει η Υπηρεσία Ενέργειας. Κατόπιν ρύθμισης του θέματος μετακίνησης των τεσσάρων από τις οκτώ ανεμογεννήτριες από τον χώρο του Αιολικού Πάρκου Μαρί στο πάρκο Αλέξιγρος, ακολούθησε επιστολή του κ. Κασίνη για τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Εμπορίου (εφεξής είτε «Υπουργείο Εμπορίου» είτε «Υπουργείο Ενέργειας»), ημ. 17.5.10, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη, στην οποία γίνεται αναφορά στη διαδικασία που ακολουθείται κατά τη σύμβαση μίσθωσης Τουρκοκυπριακής γης, και ειδικότερα πως «η υπογραφή της μίσθωσης γίνεται ταυτόχρονα με την υπογραφή της σύμβασης επιδότησης για μικρό χρονικό διάστημα, μέχρι να ολοκληρωθεί η απαλλοτρίωση του σχετικού τεμαχίου». Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως στις 5.5.11 στάληκε επιστολή εκ μέρους του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών προς τους Αιτητές, Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη, με την οποία τους αποστέλλετο η Σύμβαση Παραχώρησης - Μίσθωσης της Τ/Κ γης προς υπογραφή. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται πως η Σύμβαση θα ισχύει μέχρι την ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης των επηρεαζόμενων τεμαχίων οπότε και θα προωθηθεί υπογραφή αναθεωρημένης νέας σύμβασης με τους Αιτητές. Η Σύμβαση Μίσθωσης ημ. 9.5.11, Τεκμήριο 13, είναι τριμερής και υπεγράφη μεταξύ του Υπουργείου Εσωτερικών, του Υπουργείου Εμπορίου και των Αιτητών. Με τη Σύμβαση Μίσθωσης παραχωρείται το δικαίωμα κατοχής και χρήσης της γης στους Αιτητές για όσο χρόνο οι τελευταίοι κατέχουν άδεια κατασκευής και λειτουργίας του αιολικού πάρκου - όρος
- Σύμφωνα με τον όρο 2 αυτό το δικαίωμα χρήσης αρχίζει από τις 9.5.11 και λήγει στις 8.4.14, δηλαδή ισχύει για αρχική περίοδο τριών ετών, και στη συνέχεια αυτό ανανεώνεται αυτόματα από χρόνο σε χρόνο μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης και την εγγραφή των κτημάτων στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ιδιοκτήτριας. Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών πως το Υπουργείο Εμπορίου με την προαναφερόμενη επιστολή του ημ. 17.5.10, αναφέρεται σαφώς σε μίσθωση μικρής διάρκειας. Η θέση του κ. Λιζίδη στην ένορκη του δήλωση πως αυτή η θέση δίδεται ως απάντηση επιστολής των Αιτητών ημ. 12.5.10, η οποία όντως δεν έχει παρουσιαστεί, και επομένως δεν μπορεί να εξαχθεί το πλαίσιο αυτής της αναφοράς είναι ορθή. Βεβαίως ο κ. Λιζίδης αδυνατούσε να ερμηνεύσει τη σχετική αναφορά του κ. Κασίνη λέγοντας πως δεν γνώριζε τις διαδικασίες για την απαλλοτρίωση γης. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναγνώρισαν και οι δύο ενόρκως δηλούντες κατά την αντεξέταση τους, γεγονός παραμένει πως η υπογραφείσα Σύμβαση Μίσθωσης είναι αορίστου διαρκείας μέχρι την απαλλοτρίωση της γης. Το θέμα της απαλλοτρίωσης αποτελεί βασικό επίδικο θέμα της επίδικης διαφοράς. Βασικός ισχυρισμός των Αιτητών είναι πως η Σύμβαση Μίσθωσης «ήταν μια ενδιάμεση λύση μέχρις ότου υλοποιηθεί η απαλλοτρίωση και υπογραφεί πλέον νέα μακροχρόνια σύμβαση μίσθωσης με τους Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 3 ως τελικούς δικαιούχους». Επίσης τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς ο κ. Κετώνης επέμενε πως η υπογραφή μακροχρόνιας μίσθωσης για τέτοια έργα είναι πάγια πολιτική του κράτους και υιοθετήθηκε σε όλα τα μεγάλα έργα ΑΠΕ «προκειμένου να συνάδει με τη διάρκεια της σύμβασης αγοράς ενέργειας και επιδότησης και να διασφαλίζει το δικαίωμα χρήσης της γης καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεων αυτών, ήτοι 20-25 χρόνια». Και αυτό καθότι ήταν η κάθετη θέση του κ. Κετώνη πως η ύπαρξη μακροχρόνιας σύμβασης μίσθωσης ήταν απολύτως αναγκαία για την εξεύρεση χρηματοδότησης του έργου. Σε υποβολή προς τον κ. Κετώνη πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την πάγια πολιτική του κράτους, αυτός επέμενε πως τη γνωρίζει λόγω της πείρας και εμπλοκής του σε αυτά τα θέματα ενέργειας, καθώς επίσης πως αυτή ήταν και η θέση του Υπουργείου Ενέργειας με ρητή παραδοχή του Γενικού Διευθυντή και του κ. Κασίνη εκ μέρους του Υπουργείου. Ο κ. Λιζίδης κατά την αντεξέταση του αντέκρουσε μερικώς αυτόν τον ισχυρισμό λέγοντας πως εάν υπήρχε τέτοια πολιτική του κράτους για μακροχρόνια μίσθωση αυτό θα περιλαμβάνετο ρητώς στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ανανεώσιμη Ενέργεια, κάτι το οποίο δεν υφίσταται. Ερωτηθείς ο κ. Λιζιδης για κάθε αιολικό πάρκο ξεχωριστά, ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση και έτσι μετέφερε τα στοιχεία από πληροφορίες συναδέλφων του. Εκείνο που έχει διαφανεί μέσα από τις υποβολές αλλά και τις απαντήσεις του κ. Λιζίδη είναι πως αναφορικά με δασική και γενικά κρατική γη οι συμβάσεις μίσθωσης είναι μακροχρόνιες, ήτοι για 25 ή 33 έτη, ενώ για Τ/Κ γη οι συμβάσεις είναι για αρχική περίοδο τριών ετών ανανεώσιμες ανά έτος. Συγκεκριμένα αποτέλεσε τελικώς κοινό έδαφος πως τα πιο πάνω δεδομένα ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις αιολικών πάρκων που αφορούν και κρατική και Τ/Κ γη, ήτοι αυτό στην Αγ. Άννα, το Ορείτες στην Πάφο και το Αλέξιγρος στην Τερσεφάνου. Μάλιστα διευκρινίστηκε πως η Τ/Κ γη που αφορά και στα τρία αυτά αιολικά πάρκα δεν είναι η γη εντός της οποίας εγκαταστάθηκαν οι ανεμογεννήτριες αλλά χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς περάσματος ή του λεγόμενου «overhanging» αυτών. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να λεχθεί πως οι πιο πάνω αναφερθείσες περιπτώσεις φαίνεται να διαφέρουν από την παρούσα, εφόσον εκείνες αφορούσαν τόσο άλλη γη, ήτοι δασική ή κρατική, όσο και Τ/Κ, ενώ η παρούσα αφορά εξ ολοκλήρου Τ/Κ γη. Εκείνο το οποίο συνάγεται όμως με ασφάλεια είναι πως όλες οι συμβάσεις για Τ/Κ γη έγιναν για αρχική περίοδο των τριών ετών με αυτόματη ανανέωση κατ΄ έτος. Ο κ. Κετώνης, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε πως το κείμενο της σύμβασης επιδότησης είναι τυποποιημένο και χρησιμοποιείται από το Υπουργείο σε όλες τις περιπτώσεις μίσθωσης γης. Η θέση πως το ίδιο κείμενο χρησιμοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις ως βασικός κορμός με μόνες διαφοροποιήσεις τις ιδιαιτερότητες του κάθε έργου έγινε δεκτή από τον κ. Λιζίδη κατά την αντεξέταση του. Η προσπάθεια όμως του δικηγόρου των Αιτητών να καταδείξει ότι η υπογραφή της Σύμβασης Μίσθωσης έγινε μέσα σε στενά και πιεστικά χρονικά πλαίσια για σκοπούς υποβολής της αίτησης για ένταξη στο Ταμείο ΑΠΕ και ΕΞΕ δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις των Αιτητών. Εκείνο όμως που διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι η κοινή θέση των δύο πλευρών πως η υπογραφή της Σύμβασης Μίσθωσης ήταν προαπαιτούμενο για την υπογραφή της Σύμβασης Επιδότησης. Σημειώνεται λοιπόν πως στην τριμερή Σύμβαση Μίσθωσης αναφέρεται ότι ίσχυε για αρχική περίοδο τριών ετών με αυτόματη ανανέωση κατ΄ έτος μέχρι την ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης της γης και εγγραφής της στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Αιτητές επιχειρούν να προσδώσουν άλλη ερμηνεία στην εν λόγω Σύμβαση όσον αφορά τη διάρκεια ισχύος της με αναφορά αρχικά στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και προγενέστερες της υπογραφής αυτής δηλώσεις του Υπουργείου Εμπορίου. Επί τούτου υπενθυμίζεται πως στο τελικό στάδιο η ερμηνεία κάθε γραπτής συμφωνίας γίνεται σύμφωνα με καθιερωμένη νομική αρχή, κατά κανόνα με βάση το περιεχόμενο αυτής και πως σκοπός της ερμηνείας θα είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύσσεται σε αυτή. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Λαζούρας v. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168 και Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623. Χρήσιμη αναφορά προσφέρει επίσης η υπόθεση Ζήνωνος v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 927, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ως προς τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία των συμβάσεων, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφασή μας στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ΄ αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.» » Η αρχή πως εξωγενής μαρτυρία δεν λαμβάνεται υπόψιν ως προς την ερμηνεία μιας συμφωνίας εκτός από συγκεκριμένες εξαιρετικές περιπτώσεις έχει μεταξύ άλλων τονισθεί στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου κ. ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ 1042, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ' εξαίρεση στο γενικό κανόνα εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί κάτω από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας (Μαύρου ν. Θεοδώρου
(1984)1 C.L.R. 635), την πραγματική φύση της συναλλαγής (Kypio (I.T.H.) Company v. Kassapi [1980] 2 J.S.C. 259) και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (Λοϊζίδου ν. Γεωργίου [1973] 9 J.S.C. 1219).» Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Αιτητών πως η εν λόγω Σύμβαση Μίσθωσης αποτελεί ένα τυποποιημένο κείμενο ενώ η πάγια πολιτική του κράτους ήταν η μακροχρόνια μίσθωση, αυτός φαίνεται να καταρρίπτεται με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει ήδη λεχθεί πως τέτοια πολιτική δεν αναφέρετο στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης. Περαιτέρω αποτελεί κοινό έδαφος πως το ίδιο κείμενο συμφωνίας χρησιμοποιήθηκε σε όλες τις περιπτώσεις μίσθωσης γης για τα αιολικά πάρκα και μάλιστα πως η μίσθωση αναφορικά με Τ/Κ γη δεν μετατράπηκε σε μακροχρόνια σε καμιά περίπτωση αλλά παρέμεινε με την ίδια ισχύ, ήτοι για αρχικά τρία έτη με ανανέωση κατ΄ έτος. Αυτή η διαδικασία ακολουθήθηκε ακόμη και για το αιολικό πάρκο το οποίο κατασκευάστηκε από τους Αιτητές, το Αλέξιγρος. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει επιπλέον να σημειωθεί, πέραν του ότι ο ισχυρισμός για «τυποποιημένο κείμενο» για μικρότερης διάρκειας μισθώσεις δεν φαίνεται να συνάδει απολύτως με τον άλλο ισχυρισμό για «πάγια πολιτική» για μακροχρόνιες συμβάσεις, πως τίποτε από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν θα διαφοροποιούσε στο τέλος το γεγονός πως αυτή ήταν η Σύμβαση Μίσθωσης που απεδέχθησαν και υπέγραψαν οι Ενάγοντες στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το γεγονός πως η Τ/Κ γη στην οποία αφορούν τα τρία αυτά άλλα αιολικά πάρκα χρησιμοποιήθηκε για άλλους σκοπούς, ήτοι για πέρασμα και για το «overhanging» των ανεμογεννητριών, και όχι για την τοποθέτηση των ανεμογεννητριών επί του εδάφους αυτής δεν φαίνεται να ενέχει σημασία αφού, με βάση τη θέση του κ. Λιζίδη, αυτή η γη είναι και θεωρείται μέρος του συνόλου της γης η οποία απαιτείται για την ανέγερση του κάθε αιολικού πάρκου. Έτσι η προσπάθεια των Αιτητών για διαχωρισμό της γης επί της οποίας τοποθετούνται οι ανεμογεννήτριες από τον υπόλοιπο χώρο του πάρκου ως στοιχείο που ενδεχομένως καθορίζει και τη διάρκεια της μίσθωσης αντικρούστηκε επαρκώς από τον κ. Λιζίδη. Άλλωστε δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως η Τ/Κ γη, διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης, τελεί κάτω από ένα ιδιόμορφο καθεστώς με βάση τους περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμους του 1991 μέχρι
- Ο κ. Κετώνης παρέπεμψε επίσης και σε σωρεία επιστολών, που ανταλλάγησαν μετά την υπογραφή της Σύμβασης Μίσθωσης, προς υποστήριξη της θέσης του πως η επίδικη κάλυπτε ένα μεταβατικό στάδιο μέχρι την υπογραφή μακροχρόνιας σύμβασης. Αποτελεί κοινό έδαφος πως αμέσως μετά την υπογραφή της Σύμβασης Μίσθωσης οι Αιτητές ενημέρωσαν το Υπουργείο Εμπορίου περί της αναγκαιότητας ύπαρξης μακροχρόνιας μίσθωσης και πως αυτό ήταν υπόψιν του Υπουργείου. Ειδικότερα είναι παραδεκτό πως ταυτόχρονα με την υπογραφή της Σύμβασης Μίσθωσης οι Αιτητές με επιστολή τους προς το Υπουργείο Εμπορίου ημ. 13.5.11, Τεκμήριο 14 στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη, αναφέρουν πως: · Από το κείμενο της Συμφωνίας κατέστη σαφές πως αυτή είναι ένα μεταβατικό στάδιο μέχρι την ολοκλήρωση της πράξης απαλλοτρίωσης · Έχουν ήδη παρέλθει τρία χρόνια από την ανακοίνωση της πρόθεσης για απαλλοτρίωση · Η υπογραφή της Σύμβασης αποτελεί μέρος της συμφωνηθείσας με το Υπουργείο διαδικασίας όμως η καθυστέρηση απαλλοτρίωσης αποτελεί εμπόδιο στη χρηματοδότηση του έργου εφόσον μια τέτοια επένδυση (πριν την απαλλοτρίωση) θεωρείται επισφαλής και επικίνδυνη · Ζητείται η προώθηση άμεσα της διαδικασίας ολοκλήρωσης της απαλλοτρίωσης και εκφράζεται η προθυμία συζήτησης και εξεύρεσης λύσης. Αποτελεί δε αδιαμφισβήτητο γεγονός πως στις 24.6.11 υπεγράφη η Σύμβαση Επιδότησης μεταξύ του Ταμείου και των Αιτητών αναφορικά με το επίδικο έργο, Τεκμήριο
- Η εν λόγω Σύμβαση δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά στη Σύμβαση Μίσθωσης και ή στην απαλλοτρίωση της γης. Ακολούθησαν άλλες επιστολές των Αιτητών με το ίδιο περιεχόμενο ημ. 4.7.11 και 2.9.11 προς το Υπουργείο Εμπορίου και τον Διευθυντή Τμήματος Ενέργειας αντίστοιχα, Τεκμήρια 15 και
- Στην πρώτη αναφέρεται ρητώς πως επειδή παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα εδώ και τρία έτη η διαδικασία απαλλοτρίωσης αυτό «προκαλεί σοβαρότατο εμπόδιο για την χρηματοδότηση του Αιολικού Πάρκου «Μαρί» εφόσον κανένας οργανισμός δεν μπορεί να αποδεχθεί την αποδέσμευση χρηματοδότησης εάν και εφόσον η κυριότητα του χώρου δεν είναι πλήρως εξασφαλισμένη και διασφαλισμένη». Στην επιστολή, Τεκμήριο 16, οι Αιτητές προτείνουν να πληρώσουν οι ίδιοι το ενοίκιο για να καλυφθεί το κόστος της απαλλοτρίωσης σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τα ανάλογα κονδύλια. Σε άλλη επιστολή των Αιτητών προς το Υπουργείο Εμπορίου ημ. 16.5.12, Τεκμήριο 17, επαναλαμβάνουν τα ίδια, προσθέτοντας πως η Υπηρεσία Ενέργειας ανταποκρίθηκε θετικά και πως ξεκίνησε η διαδικασία απαλλοτρίωσης η οποία προφανώς βρίσκεται στα τελικά στάδια. Στις 22.5.12 οι Αιτητές με επιστολή τους προς το Ταμείο, Τεκμήριο 18, επαναλαμβάνουν εκ νέου τα ίδια και εκφράζουν την ετοιμότητα έναρξης των εργασιών εντός των προσεχών λίγων εβδομάδων. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως όλες οι προαναφερόμενες επιστολές δεν έχουν απαντηθεί από τα αρμόδια Τμήματα. Μάλιστα ο κ. Λιζίδης αναγνώρισε πως αυτές οι επιστολές έπρεπε να είχαν απαντηθεί αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο αυτό δεν έγινε. Ενώ στις 12.6.12 οι Αιτητές υπέβαλαν Αίτηση για Χορήγηση Πιστοποιητικού Έναρξης Εργασιών εφόσον η πολεοδομική άδεια έληγε στις 19.7.12, Τεκμήριο 19, στις 25.7.12 έλαβαν επιστολή από την Επιτροπή Διαχείρισης του Ταμείου, Τεκμήριο 20, με την οποία τους πληροφορούσαν ότι: · Η πολεοδομική άδεια και η άδεια οικοδομής είχαν λήξει στις 19.7.12 · Το χρονοδιάγραμμα του έργου δεν υλοποιήθηκε κατά παράβαση του όρου 12.1.5 της Σύμβασης Επιδότησης, με τον οποίο το Ταμείο διατηρεί το δικαίωμα άμεσου τερματισμού · Όσον αφορά τις επιστολές ημ. 4.7.11, 2.9.11 και 16.5.12, η πρόταση για καταβολή του ενοικίου από τους Αιτητές δεν μπορεί να υλοποιηθεί σύμφωνα με πληροφόρηση από το Υπουργείο Εσωτερικών · Το θέμα της απαλλοτρίωσης δεν είχε τεθεί ως προϋπόθεση στη Σύμβαση Επιδότησης και δεν αφορά το Ταμείο, και εν πάση περιπτώσει η Σύμβαση Μίσθωσης ανανεώνεται αυτόματα και έτσι δεν αποτελούσε απαγορευτικό παράγοντα για την υλοποίηση του έργου · Η Επιτροπή ζητούσε να ενημερωθεί εντός 15 ημερών κατά πόσον οι Αιτητές ενδιαφέροντο να υλοποιήσουν το έργο και ανεξαρτήτως της θέσης τους η Επιτροπή διατηρούσε άμεσα το δικαίωμα τερματισμού της Σύμβασης Επιδότησης και ή τυχόν αναθεώρησης της συνολικής τιμής πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό μέχρι στιγμής καταδεικνύεται για σκοπούς της Αίτησης πως μετά την υπογραφή της Σύμβασης Μίσθωσης οι Αιτητές, με σειρά επιστολών τους, έθεταν μονομερώς το ζήτημα της μακροχρόνιας μίσθωσης και επικαλούντο δυσκολίες στην εξεύρεση χρηματοδότη για την υλοποίηση του έργου χωρίς αυτή. Η παράλειψη του Υπουργείου να απαντήσει στις επιστολές, ενόσω μάλιστα η Σύμβαση Μίσθωσης βρισκόταν σε ισχύ και περιείχε δικαίωμα ανανέωσης κατ΄ έτος, εκτιμάται ότι δεν θα μπορούσε στο τέλος να κριθεί πως αποκαλύπτει αφ΄ εαυτής την όποια δέσμευση ή άλλως πως συναίνεση του Υπουργείου όσον αφορά το θέμα της μακροχρόνιας σύμβασης. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως η αντίδραση του Υπουργείου ήταν μια προσπάθεια χειρισμού και αντιμετώπισης του όλου ζητήματος. Εξ ου, όπως αναγνωρίζουν και οι δύο πλευρές, ο κ. Κασίνης εκ μέρους της Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου Εμπορίου με επιστολή του ημ. 15.10.12 προς το Υπουργείο Εσωτερικών, το Κτηματολόγιο και την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και τους Αιτητές, Τεκμήριο 21, συγκάλεσε σχετική συνάντηση «One Stop Shop». Τα θέματα προς συζήτηση ήταν η υλοποίηση του Αιολικού Πάρκου Μαρί σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 29.7.09, η μακροχρόνια μίσθωση γης και τα προβλήματα που προκύπτουν στην υλοποίηση του έργου και στον επενδυτή λόγω της μη εξασφάλισης της υπό απαλλοτρίωση περιοχής. Στην επιστολή σημειώνεται επίσης πως οι Αιτητές έχουν προσκομίσει «Letter of Intent» από χρηματοπιστωτικό οργανισμό για τη χρηματοδότηση του έργου και πως η Επιτροπή απέστειλε την επιστολή ημ. 25.7.
- Σύμφωνα με τα πρακτικά της Συνάντησης αυτής ημ. 19.11.12, Τεκμήριο 22, οι εκπρόσωποι των Αιτητών ανέφεραν πως η μίσθωση για τρία έτη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εξασφάλισης χρηματοδότησης και εισηγήθηκαν τη μίσθωση για 16 έτη μέχρι την ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης. Ο κ. Κασίνης ανέφερε πως πρέπει να βρεθεί λύση και πως η πιο ορθή είναι η μίσθωση για 16 έτη, καθώς επίσης και ότι η απαλλοτρίωση πρέπει να προχωρήσει κατά προτεραιότητα με τον προϋπολογισμό του 2013 κατά το πρώτο τρίμηνο, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε σε τηλεφωνική συνομιλία του ιδίου με λειτουργό του Υπουργείου Οικονομικών. Η κα Λάμπρου επέμεινε στη θέση του Υπουργείου Εσωτερικών αναφορικά με τη μη δυνατότητα καταβολής του ενοικίου από τους Αιτητές και πως η επέκταση σε 16 έτη εφαρμόστηκε σε μεμονωμένες περιπτώσεις βιομηχανικών και βιοτεχνικών μονάδων για λόγους που σχετίζονται με χρηματοδότηση. Το Κτηματολόγιο απλώς επισήμανε ότι πολλές απαλλοτριώσεις είχαν ανακληθεί λόγω των νέων τότε οικονομικών δεδομένων. Η θέση του κ. Κετώνη πως έγινε λόγος για 16ετή σύμβαση καθότι με βάση τη νομοθεσία ο χρήστης γης για πέραν των 15 ετών δικαιούται να την εγγράψει στο Κτηματολόγιο δεν αντικρούστηκε από τον κ. Λιζίδη κατά την αντεξέταση του, ο οποίος δεν γνώριζε περί αυτού του θέματος. Επίσης η θέση του κ. Κετώνη πως το τεθέν από τους Αιτητές ζήτημα της ύπαρξης μακροχρόνιας σύμβασης ήταν υπόψιν του κ. Κασίνη, ο οποίος ενεργούσε υπό διπλή ιδιότητα, ήτοι ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Ενέργειας και ως Πρόεδρος της Επιτροπής του Ταμείου, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Όμως ο κ. Λιζίδης επισήμανε πως ο κ. Κασίνης ήταν ένα εκ των έξι μελών της Επιτροπής του Ταμείου η οποία λάμβανε τις αποφάσεις. Αναγνώρισε όμως πως γίνονταν προσπάθειες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας της απαλλοτρίωσης. Ήταν η θέση του κ. Κετώνη πως η τοποθέτηση του κ. Κασίνη στη συνάντηση ημ. 19.11.12 ήταν παραδοχή και επίσημη θέση του Υπουργείου Εμπορίου ως προς το ζήτημα της μακροχρόνιας σύμβασης. Αυτή η θέση δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία. Εκείνο το οποίο αποκαλύπτεται είναι η θετική ανταπόκριση του Υπουργείου στις δυσκολίες που οι Αιτητές αντιμετώπιζαν, και η σύγκληση συνάντησης για συζήτηση του όλου θέματος. Η εισήγηση του κ. Κασίνη εκ μέρους του Υπουργείου Εμπορίου δεν φαίνεται να τέθηκε ως δεσμευτική και αμετάκλητη θέση, αλλά ως μια εισήγηση, κυρίως εφόσον το Υπουργείο το οποίο εκπροσωπούσε δεν ήταν το μόνο αρμόδιο τμήμα για να αποφασίσει επί αυτού. Βασικά η μαρτυρία αναφέρεται στο ότι αυτός απλώς δέχθηκε ότι ορθότερη θα ήταν μια μακροχρόνια μίσθωση. Όπως καταγράφεται στα πρακτικά, η θέση του άλλου αρμόδιου τμήματος, ήτοι του Υπουργείου Εσωτερικών, εκφράστηκε με κάποιες επιφυλάξεις όσον αφορά τη δυνατότητα υλοποίησης της εισήγησης του κ. Κασίνη. Επομένως, τόσο η σύγκληση της συνάντησης όσο και το τι ελέχθη σε αυτή δεν φαίνεται να ισοδυναμούν με ρητή παραδοχή του κ. Κασίνη και συνακόλουθα του Υπουργείου Εμπορίου πως ο λόγος μη υλοποίησης του έργου ήταν η μη απαλλοτρίωση, ως ο ισχυρισμός του κ. Κετώνη. Ο κ. Λιζίδης πάντως επέμεινε πως η Σύμβαση Επιδότησης δεν συναρτάτο με τη Σύμβαση Μίσθωσης, παρά μόνο ότι η δεύτερη ήταν προαπαιτούμενο της πρώτης και πως ήταν η θέση του Ταμείου ότι το θέμα της απαλλοτρίωσης δεν αποτελούσε απαγορευτικό παράγοντα στην υλοποίηση του έργου. Μάλιστα αναφέρθηκε στο γεγονός πως οι Αιτητές είχαν βρει δύο χρηματοδότες για το έργο στη βάση της Σύμβασης που είχε ήδη υπογραφεί, δηλαδή προτού γίνει οποιαδήποτε απαλλοτρίωση. Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι πρώτοι χρηματοδότες που επέδειξαν ενδιαφέρον για το έργο ήταν η CDB. Ο ισχυρισμός του κ. Κετώνη πως η CDB θα χρηματοδοτούσε το έργο υπό τον όρο ότι η απαλλοτρίωση θα ολοκληρώνετο πριν την εκταμίευση, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν αμφισβητήθηκε από τον κ. Λιζίδη αφού εκ των πραγμάτων δεν είχε προσωπική γνώση είτε γι΄ αυτό είτε για τους λόγους απόσυρσης ενδιαφέροντος. Είναι όμως κοινή διαπίστωση πως η CDB απέσυρε το ενδιαφέρον της μετά τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 και «λόγω της αντίξοης χρηματοπιστωτικής επάρκειας και αξιοπιστίας της Κυπριακής Δημοκρατίας», όπως καταγράφεται στην επιστολή των Αιτητών προς την Επιτροπή του Ταμείου ημ. 19.12.13, Τεκμήριο
- Πέραν αυτού στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται πως οι Αιτητές διερευνούν εναλλακτικές λύσεις χρηματοδότησης, πως η προσέγγιση των ασφυκτικών πλαισίων για εκτέλεση των έργων δυνάμει δημόσιων συμβάσεων αντιβαίνει την πολιτική του κράτους όπως αυτή κοινοποιήθηκε από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας ημ. 20.11.13, και υποβάλλουν αναθεωρημένο πρόγραμμα εκτέλεσης του έργου. Παρόλο που η CDB απέσυρε το ενδιαφέρον της λόγω της οικονομικής κρίσης, εντούτοις η θέση των Αιτητών παραμένει πως η χρηματοδότηση θα δινόταν υπό την προϋπόθεση της ολοκλήρωσης της απαλλοτρίωσης μέχρι την εκταμίευση και πως η απόσυρση της CDB οφείλεται στους Καθ΄ ων εφόσον, εάν η απαλλοτρίωση ολοκληρώνετο πριν την οικονομική κρίση, το όλο έργο θα προχωρούσε κανονικά με τη χρηματοδότηση. Παρά ταύτα δεν αμφισβητείται πως οι Αιτητές δεν σταμάτησαν τις προσπάθειες εξεύρεσης χρηματοδότη επιβεβαιώνοντας την επιθυμία τους για συνέχιση των εργασιών για την ολοκλήρωση του Αιολικού Πάρκου. Αυτή η στάση τους επιβεβαιώνεται από τις επιστολές τους ημ. 10.1.14, 4.11.14 και 21.1.15 προς την Επιτροπή του Ταμείου, Τεκμήρια 25-
- Στην τελευταία επιστολή μάλιστα γίνεται αναφορά για την εξεύρεση άλλου χρηματοδότη, ήτοι της EBRD. Αυτό ανακοινώνεται και στο Υπουργείο Ενέργειας με επιστολή του δικηγόρου των Αιτητών ημ. 28.4.15, Τεκμήριο
- Ακολούθησε ακόμα μια επιστολή των Αιτητών προς το Υπουργείο ημ. 29.5.15, Τεκμήριο 30, στην οποία γίνεται αναφορά σε συνάντηση ημ. 27.5.15, επισημαίνεται πως το έργο είχε αρχίσει με την καταβολή τεράστιου ποσού εξόδων και επαναλαμβάνεται η θέση τους ως προς την ευθύνη του κράτους για την καθυστέρηση στην υλοποίηση του έργου. Ακολούθησε συνάντηση ημ. 24.6.15 στην οποία παρόντες ήταν μεταξύ άλλων εκπρόσωπος της EBRD και ο κ. Λιζίδης. Με επιστολή τους ημ. 30.6.15 προς το Υπουργείο Ενέργειας, Τεκμήριο 31, οι Αιτητές υπογραμμίζουν τη διαβεβαίωση της EBRD για το ενδιαφέρον της και την αναγκαιότητα διαβεβαίωσης πως τα αδειοδοτημένα έργα θα υλοποιηθούν καθότι η διαδικασία είναι ως εκ της φύσεως της χρονοβόρα και δαπανηρή. Όπως φαίνεται από τις εν λόγω επιστολές, οι Αιτητές στην πραγματικότητα κατάφεραν να εξεύρουν νέο χρηματοδότη για το έργο, ήτοι την EBRD. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επιστολών αλλά και από ρητή παραδοχή του κ. Κετώνη κατά την αντεξέταση του, στις εν λόγω επιστολές δεν γίνεται πλέον αναφορά για το θέμα της μακροχρόνιας σύμβασης. Υπάρχει βεβαίως μια κάπως παλαιότερη επιστολή των Αιτητών προς το Υπουργείο Ενέργειας ημ. 10.3.15, Τεκμήριο 28, στην οποία αναφέρουν πως κατόπιν πληροφόρησης από το Υπουργείο Εσωτερικών το καθεστώς απαλλοτρίωσης έχει ολοκληρωθεί και ζητούν την αναθεώρηση της Σύμβασης Μίσθωσης σε διμερή μεταξύ Αιτητών και Υπουργείου Ενέργειας και μακροχρόνια σύμβαση. Επομένως προκύπτει πως το θέμα αυτό εξακολουθούσε να τίθεται και να αποτελεί απαίτηση των Αιτητών. Η θέση του κ. Κετώνη ήταν πως ακόμη και στην περίπτωση του νέου χρηματοδότη τα θέματα της μακροχρόνιας σύμβασης μίσθωσης και της παράτασης ολοκλήρωσης του έργου παρέμεναν βασικά για τη διατήρηση του ενδιαφέροντος εκείνου. Όσον δε αφορά το θέμα της Σύμβασης Επιδότησης, ήταν επίσης η θέση του κ. Λιζίδη πως η EBRD κατέστησε σαφές πως και αυτή ήταν απαραίτητη για τη χρηματοδότηση του έργου. Ακολούθησε η επιστολή τερματισμού της Σύμβασης Επιδότησης από την Επιτροπή του Ταμείου ημ. 11.9.15, Τεκμήριο 32, την οποία συνέταξε ο κ. Λιζίδης κατόπιν της ομόφωνης απόφασης της Επιτροπής. Σε αυτή προβάλλονται διάφοροι λόγοι για τον τερματισμό, για τους οποίους σημειώνονται τα ακόλουθα: (α) Παραβίαση χρονοδιαγράμματος υλοποίησης του έργου, το οποίο αποτελούσε ουσιώδη όρο του συμβολαίου Με παραδοχή του κ. Λιζίδη κατά την αντεξέταση του αυτός ήταν ο βασικός λόγος τερματισμού. Ο όρος 12.1.5 της Σύμβασης Επιδότησης προνοεί για την εκτέλεση κάποιων καθοριζόμενων εργασιών εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της Σύμβασης, επιπρόσθετων εργασιών εντός των επόμενων τεσσάρων μηνών και άλλων εντός των τελευταίων τεσσάρων μηνών. Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι απαιτούμενες εργασίες εντός των καθοριζόμενων δύο πρώτων τετραμήνων δεν είχαν εκτελεστεί σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα. Ο κ. Κετώνης κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως αυτές οι εργασίες δεν ήταν σημαντικές και μπορούσαν να γίνουν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτές αποτελούν χωματουργικές και άλλες παρεμφερείς εργασίες. Επί τούτου το Δικαστήριο επισημαίνει πως τέτοιος διαχωρισμός όσον αφορά τη σημασία των εργασιών δεν προβλέπεται από τον συγκεκριμένο όρο και εν πάση περιπτώσει στο τέλος δεν θα μπορούσε να αναιρέσει το γεγονός πως δεν είχαν τηρηθεί τα προβλεπόμενα. Επίσης σημειώνεται πως στην επιστολή γίνεται αναφορά στην καθυστέρηση σε συνάρτηση και με τη δέσμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για παραγωγή 275 GWh ηλεκτρικής ενέργειας στις εγκαταστάσεις αιολικών συστημάτων από την αρχή του έτους 2013 και μετέπειτα. Ήταν επίσης η θέση του κ. Κετώνη πως ουδέποτε τέθηκε ζήτημα καθυστέρησης και πως ήταν εξ αρχής γνωστή η θέση των Αιτητών πως για να προχωρήσουν έπρεπε να υπήρχε η μακροχρόνια σύμβαση. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της εισήγησης του αυτό αντικρούεται από την επιστολή της Επιτροπής του Ταμείου ημ. 25.7.12 στην οποία τέθηκε υπό τύπον προειδοποίησης ρητώς αυτό το ζήτημα και με πλήρη επιφύλαξη του δικαιώματος άμεσου τερματισμού της Σύμβασης. Η θέση του κ. Κετώνη πως όλες οι συμβάσεις με το Ειδικό Ταμείο δεν τηρήθηκαν κατά γράμμα παρέμεινε ουσιαστικά χωρίς αντίκρουση από την άλλη πλευρά. Αυτό το γεγονός βεβαίως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με όλα τα δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης, αλλά τονίζεται και πάλι πως εν πάση περιπτώσει ακόμα και αυτή η δήλωση συνιστά αποδοχή μη τήρησης των συμφωνηθέντων, ασχέτως του πόσοι είχαν πράξει το ίδιο. Εκείνο το οποίο δύναται να λεχθεί στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο είναι πως στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μια Σύμβαση Επιδότησης, ανεξάρτητη από τη Σύμβαση Μίσθωσης, υπό την έννοια ότι η πρώτη δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια για το θέμα της απαλλοτρίωσης της γης και μεταξύ διαφορετικών μερών. Οι Αιτητές παρέλειψαν να εκτελέσουν τις εργασίες εντός των καθορισθέντων σε αυτή χρονοδιαγραμμάτων. Το Ταμείο απέστειλε την προειδοποιητική επιστολή ημ. 25.7.12 με πλήρη επιφύλαξη του δικαιώματος άμεσου τερματισμού και, παρά τη συνέχιση του ενδιαφέροντος των Αιτητών για τη συνέχιση του έργου, την προσπάθεια εξεύρεσης νέου χρηματοδότη και τις επαφές με το Υπουργείο Ενέργειας προς εξεύρεση λύσης όσον αφορά το θέμα της μίσθωσης, το Ταμείο εν τέλει προέβη στον τερματισμό της Σύμβασης Επιδότησης. Είναι γεγονός πως το Ταμείο προέβη στον τερματισμό της Σύμβασης τρία έτη μετά την προειδοποιητική επιστολή του. Όμως ο κ. Λιζίδης ανέφερε πως σε αυτό το μεσοδιάστημα και ενόσω γίνονταν προσπάθειες μεταξύ Αιτητών και Υπουργείου για εξεύρεση λύσης, το Ταμείο ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε άλλη θέση εκτός από αυτήν που αναφέρεται στην προειδοποιητική επιστολή τους. Αυτή η θέση του αντικρούει τον ισχυρισμό των Αιτητών πως η συμπεριφορά του Ταμείου είτε αποκαλύπτει πρόθεση παράτασης της Σύμβασης είτε ισοδυναμεί με απεμπόληση του δικαιώματος τερματισμού. Το γεγονός πως το θέμα της απαλλοτρίωσης ήταν εξ αρχής γνωστό και στο Ταμείο δεν είναι ικανό να διαφοροποιήσει τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Η θέση πως επειδή ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου ήταν ταυτόχρονα και ο Πρόεδρος της Επιτροπής του Ταμείου καταδεικνύει πως τα δύο αυτά όργανα της Δημοκρατίας δεν μπορούν να διαχωρίζουν τις ενέργειες τους εφόσον αποτελούν μέρη μιας ενιαίας κρατικής μηχανής δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα σε σχέση με τη φύση και ερμηνεία των δύο Συμβάσεων και την ιδιότητα του κ. Κασίνη στα δύο αυτά όργανα. Οι Αιτητές προβάλλουν ως βασικό επιχείρημα πως δεν υπάρχει παραβίαση του όρου 12.1.5 καθότι αυτός δίνει δικαίωμα τερματισμού της Σύμβασης μόνο εάν ο παραγωγός δεν προχωρεί ευλόγως («the Producer does not reasonably proceed .») με τις εργασίες εντός του καθορισθέντος χρονοδιαγράμματος και στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές δεν παρέλειψαν χωρίς εύλογη αιτία να συμμορφωθούν με το χρονοδιάγραμμα αλλά έπραξαν ό,τι ήταν δυνατό να πράξουν. Οι Αιτητές αποδίδουν την ευθύνη στο κράτος, επικαλούμενοι την καθυστέρηση στην απαλλοτρίωση και στην υπογραφή μακροχρόνιας μίσθωσης. Από τη στιγμή που αυτό το επιχείρημα στηρίζεται εξ ολοκλήρου στα σχετιζόμενα με απαλλοτρίωση, τότε αυτό αντικρούεται επαρκώς από όσα εκτίθενται ανωτέρω για το συγκεκριμένο θέμα και εκτιμάται επίσης ότι θα έχει αναλόγως μειωμένες πιθανότητες επιτυχίας. (β) Λόγοι δημοσίου συμφέροντος Σε αυτόν τον λόγο εμπίπτουν τα ακόλουθα: § Η καθυστέρηση στην υλοποίηση της επένδυσης και η συνεπακόλουθη αβεβαιότητα στη Δημοκρατία να λάβει υπόψιν την ενέργεια που θα παράγετο για σκοπούς υλοποίησης των δεσμεύσεων της βάσει του Εθνικού Σχεδίου Δράσης. Αυτός ουσιαστικά είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο γίνεται σχολιασμός ανωτέρω. § Το γεγονός πως η Αίτηση αξιολογήθηκε με βάση το Σχέδιο που προκηρύχθηκε το 2009 όταν η συνολική τιμή πώλησης με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν 0,166 ευρώ/KWh, ενώ τα τεχνοοικονομικά δεδομένα ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ήταν η θέση του κ. Λιζίδη κατά την αντεξέταση του πως το Σχέδιο Χορηγιών, το οποίο σημειωτέον δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε λήξει. Ο κ. Λιζίδης ανέφερε πως το Ταμείο εκλαμβάνει ως ημερομηνία λήξης την ημερομηνία λήψης απόφασης για ένταξη στο Σχέδιο από την Επιτροπή. Στην υποβολή πως από τη στιγμή που κάποιος έχει ενταχθεί στο Σχέδιο τότε αυτό παραμένει σε ισχύ, ο κ. Λιζίδης απάντησε καταφατικά νοουμένου ότι η Σύμβαση παραμένει σε ισχύ. Όταν του τέθηκε πως η υπό εξέταση Σύμβαση ήταν σε ισχύ μέχρι τον τερματισμό της τότε αυτός απλώς παρέπεμψε στα πρακτικά της Επιτροπής, χωρίς όμως να δώσει ικανοποιητική απάντηση. Επίσης, παρόλο που ο κ. Λιζίδης αναγνώρισε πως η Σύμβαση Επιδότησης δεν παρείχε τη δυνατότητα για αναπροσαρμογή της τιμής, εντούτοις εκείνο το οποίο λήφθηκε υπόψιν από την Επιτροπή ήταν πως εάν δίνετο παράταση θα ενεργοποιείτο μια διατίμηση ενώ υπήρχαν πλέον άλλες επιλογές και τεχνολογίες με πολύ πιο χαμηλές τιμές. § Τα δυσχερή οικονομικά δεδομένα του Ταμείου τα οποία προκύπτουν από τη μεγάλη μείωση των τιμών των πετρελαιοειδών και τη χαμηλή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Ο κ. Λιζίδης ευθαρσώς αναγνώρισε τη δυσχερή οικονομική κατάσταση του Ταμείου κατά το 2015, εξ ου και θεσπίστηκε ειδικός Νόμος για την επιβολή του «πράσινου τέλους» στους υφιστάμενους παραγωγούς αιολικής ενέργειας. Αυτή η νομοθεσία ίσχυε μέχρι το τέλος του 2015 και μέσω αυτής εξασφαλίστηκε η βιωσιμότητα του Ταμείου για το
- § Η πρόσφατη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία καθορίζεται νέα πολιτική για τα καθεστώτα στήριξης των ΑΠΕ, ότι δηλαδή καταργούνται οι μακροχρόνιες σταθερές τιμές πώλησης της παραγόμενης από ΑΠΕ ηλεκτρικής ενέργειας και όλα τα έργα θα πρέπει να εντάσσονται και λειτουργούν στα πλαίσια της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού. Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 15.4.15 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 5 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη. Σε αυτή αναφέρεται ρητώς πως τα υφιστάμενα συμβόλαια του Ταμείου με παραγωγούς ηλεκτρισμού ΑΠΕ θα συνεχίσουν να ισχύουν και μετά τη λειτουργία της ανταγωνιστικής αγοράς. Παρά την ύπαρξη αυτής της πρόνοιας ο κ. Λιζίδης κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως η Επιτροπή θεώρησε πως από τη στιγμή που ένα συμβόλαιο τερματίζεται τότε θεωρείται ως νέο έργο και έτσι ερμηνεύθηκε η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου από την Επιτροπή. Επίσης ανέφερε πως το Υπουργικό Συμβούλιο έχει πρόσφατα εγκρίνει σχέδιο για την ανταγωνιστική αγορά το οποίο θα δημοσιευτεί σύντομα και αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το
- (γ) Η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα λήψης νέας απόφασης για το έργο αφού το Σχέδιο, βάσει του οποίου υποβλήθηκε η Αίτηση, εκδόθηκε η έγκριση και υπεγράφη η Σύμβαση Επιδότησης, έχει λήξει. Το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με αυτόν τον λόγο ανωτέρω. (δ) Η έκδοση νέας πολιτικής απόφασης από το Υπουργικό Συμβούλιο για το καθεστώς που διέπει τα νέα έργα ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ, με βάση την οποία καταργούνται οι επιδοτήσεις και τα έργα πρέπει να εντάσσονται και λειτουργούν στα πλαίσια της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού. Και αυτός ο λόγος έχει ήδη τύχει ενασχόλησης ανωτέρω. Στην εν λόγω επιστολή σημειώνεται επίσης πως για άλλες παρατάσεις, που δόθηκαν στο παρελθόν για υλοποίηση επενδύσεων μέσα στα πλαίσια διαφόρων Σχεδίων Χορηγιών, ίσχυαν διαφορετικά δεδομένα και συνθήκες. Αυτό το θέμα ηγέρθη από τους Αιτητές στις επιστολές ημ. 28.4.15 και 29.5.15, εν σχέσει με δοθείσα παράταση για άλλο έργο αιολικού πάρκου με μειωμένη διάρκεια ισχύος της σύμβασης ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης ολοκλήρωσης αυτού και την προσδοκία ανάλογης και ίσης μεταχείρισης προς τους Αιτητές. Σε υποβολή ότι αυτό ακριβώς έγινε σε μια περίπτωση, ήτοι του αιολικού πάρκου στην Αγ. Άννα, ο κ. Λιζίδης ανέφερε πως η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών έργων ήταν η ύπαρξη απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για την παράταση πριν την απόφαση της Επιτροπής καθότι η Επιτροπή είχε παραπέμψει το ζήτημα στον Υπουργό Ενέργειας μετά την υποβολή ένστασης και πριν τη λήψη απόφασης από την ίδια, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή έλαβε την απόφαση της και ακολούθως παρέπεμψε το θέμα στον Υπουργό Ενέργειας. Κατόπιν επανειλημμένων ερωτήσεων επί τούτου διεφάνη τελικώς πως ο κ. Λιζίδης δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω και ικανοποιητικές εξηγήσεις για τη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων. Είναι αντιληπτό πως οι Αιτητές προτίθενται να προβάλουν ένα τέτοιο επιχείρημα στην προσπάθεια τους να πείσουν για το παράνομο του τερματισμού της Σύμβασης. Διαφαίνεται δηλαδή πως εμπλέκουν αρχές του διοικητικού δικαίου με το δίκαιο των συμβάσεων, επιζητώντας ουσιαστικά να κριθεί από Επαρχιακό Δικαστήριο ότι ο αντισυμβαλλόμενος τους όφειλε να χειριστεί με τον ίδιο τρόπο όλες τις συμβάσεις στις οποίες εμπλέκετο. Είναι βεβαίως εξίσου προφανές πως οι ίδιοι δεν έχουν αντιμετωπίσει τον τερματισμό ως διοικητική πράξη και δεν έχουν αποταθεί σε αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο επιζητώντας ακύρωση της απόφασης τερματισμού λόγω π.χ. άνισης μεταχείρισης. Συνεπώς το στοιχείο αυτό θα συνεκτιμηθεί βεβαίως στα πλαίσια ελέγχου της νομιμότητας του τερματισμού, αλλά κυρίως ως στοιχείο ελέγχου της αξιοπιστίας και καλής πίστης για τους λόγους τερματισμού, στη συγκεκριμένη επίδικη περίπτωση και σε συνάρτηση πάντοτε με την ελευθερία των συμβάσεων, για την οποία δεν δύναται να λεχθεί πως επιβάλλει οπωσδήποτε την όμοια μεταχείριση. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Λιζίδης ισχυρίζεται ακόμη πως αντίστοιχες αποφάσεις λήφθηκαν από την Επιτροπή για άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις. Προφορικά διευκρίνισε πως αυτές αφορούν άλλου είδους έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκά και ηλιοθερμικά, προσθέτοντας πως υπάρχει κατάλογος έργων για τα οποία δεν δόθηκε παράταση. Ο κ. Λιζίδης ανέφερε πως αντίστοιχα έργα θεωρούνται τα έργα ΑΠΕ, ενώ τελικώς αναγνώρισε πως αντίστοιχη απόφαση δεν έχει ληφθεί για την κατηγορία «μεγάλα αιολικά πάρκα» που είναι ενταγμένα σε Σχέδιο και σύμβαση επιδότησης. Μετά την επιστολή τερματισμού οι Αιτητές με επιστολές τους ημ. 28.9.15 και 4.11.15, Τεκμήρια 33 και 34, εξέφρασαν την έκπληξη και αντίθεση τους στον ισχυριζόμενο παράνομο τερματισμό προβάλλοντας τις θέσεις τους επί των λόγων τερματισμού και ζητώντας αναθεώρηση ή ανάκληση της απόφασης του Ταμείου. Οι Αιτητές προέβαλαν επίσης τον ισχυρισμό πως ο τερματισμός δεν οφείλετο στην παρέλευση της προθεσμίας υλοποίησης αλλά στην προσπάθεια απαλλαγής του Ταμείου από τις ευθύνες και υποχρεώσεις του δυνάμει της Σύμβασης. Στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Κετώνη γίνεται ειδική αναφορά σε συνάντηση ημ. 30.11.15 μεταξύ των Αιτητών και του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Ενέργειας και ταυτόχρονα Προέδρου της Επιτροπής του Ταμείου, στην οποία ο τελευταίος ανέφερε ευθαρσώς πως ο τερματισμός δεν οφείλετο στην καθυστέρηση υλοποίησης του έργου αλλά (i) στο ότι ο χώρος στον οποίο θα ανεγείρετο το πάρκο ενδεχομένως να επηρεάσει τους σχεδιασμούς για τη δημιουργία του Ενεργειακού Κέντρου και (ii) στη ψηλή τιμή της Σύμβασης. Επιπλέον εισηγήθηκε τη μετακίνηση του αιολικού πάρκου, κάτι το οποίο, σύμφωνα με τους Αιτητές, δεν είναι εφικτό καθότι συνεπάγεται έξοδα μετακίνησης εξοπλισμού, νέες μελέτες και άδειες και την έγκριση από το νέο χρηματοδότη. Αυτοί οι ισχυρισμοί των Αιτητών αντικρούστηκαν επαρκώς από την πλευρά των Καθ΄ ων. Πέραν της άρνησης αυτών από τον κ. Λιζίδη στην ένορκη του δήλωση, κατά την αντεξέταση του αρχικά κατέστη σαφές πως αυτή η συνάντηση έγινε μετά τον τερματισμό. Διαφώνησε και προφορικά με τους ισχυρισμούς των Αιτητών και είπε πως ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου απλώς έκανε κάποιες εισηγήσεις και συγκεκριμένα πως, από τη στιγμή που έγινε ο τερματισμός, τότε θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός νέου έργου με άλλη διατίμηση λόγω αλλαγής των δεδομένων και πιθανώς σε άλλη περιοχή, δηλαδή πως εισηγείτο τη χωροθέτηση ενός νέου έργου με άλλους όρους. Οι Αιτητές ισχυρίζονται επίσης πως ο Γενικός Διευθυντής παρέπεμψε σε κάποια μελέτη για την περιοχή Βασιλικού. Μετά από έρευνα εντόπισαν την ύπαρξη δύο Σχεδίων «Master Plans of the Vasilikos Area», ημ. 31.10.13 και Μαΐου του 2015, Τεκμήρια 38 και 39, στα οποία γίνεται αναφορά σε εξέταση ανάκλησης των αδειών για τις ανεμογεννήτριες στην περιοχή του Ενεργειακού Κέντρου στο Μαρί. Αποδίδουν τον τερματισμό σε αυτό ακριβώς το ζήτημα, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 29.7.09, Τεκμήριο 5, και εισηγούνται πως το χρονοδιάγραμμα αποτελεί «μια ψευδή και ανυπόστατη αφορμή και όχι νόμιμη αιτία τερματισμού». Και αυτοί οι ισχυρισμοί αντικρούστηκαν από τον κ. Λιζίδη ο οποίος εμμένει στους λόγους τερματισμού όπως αυτοί εκτίθενται στη σχετική επιστολή και περαιτέρω ισχυρίστηκε προφορικά πως τα Σχέδια αποτελούν εισηγήσεις των συμβούλων, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψιν από την Επιτροπή κατά την εξέταση του θέματος και τη λήψη απόφασης τερματισμού. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές ήγειραν ακόμα δύο νομικά ζητήματα τα οποία κρίνεται σκόπιμο όπως εξεταστούν. Το πρώτο αφορά τον όρο 8 της Σύμβασης Επιδότησης. Ο όρος 8.1 προνοεί πως τα δύο μέρη συμφωνούν πως κατά τη διάρκεια της Σύμβασης θα συνεργαστούν αρμονικά και με καλή πίστη με μοναδικό σκοπό την υλοποίηση της Σύμβασης. Ο δικηγόρος των Αιτητών βασίστηκε στην εν λόγω πρόνοια για να καταδείξει πως σκοπός της Σύμβασης είναι η υλοποίηση της και όχι ο τερματισμός της. Το λεκτικό της εν λόγω πρόνοιας είναι σαφές και είναι αυτονόητο πως εξυπακούεται για κάθε σύμβαση είτε συμπεριληφθεί τέτοιος όρος είτε όχι. Πέραν τούτου όμως δεν πρέπει ταυτόχρονα να παραγνωρίζεται η ύπαρξη του όρου 12 που διέπει το θέμα του τερματισμού της Σύμβασης και δίδει τέτοιο δικαίωμα τερματισμού στο Ταμείο υπό τις ορισθείσες σε αυτόν προϋποθέσεις. Επίσης πρόκειται για δικαίωμα που κατοχυρώνεται ούτως ή άλλως από τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.
- Ο συνήγορος παρέπεμψε επίσης στον όρο 8.2 ο οποίος προβλέπει τη δημιουργία μιας Επιτροπής Φιλικής Διευθέτησης («Friendly Settlement Committee»). Αυτός ο όρος όμως αφορά τις περιπτώσεις ύπαρξης διαφοράς («dispute») αναφορικά με την εκπλήρωση («implementation») της Σύμβασης και δεν αφορά τις περιστάσεις εκείνες που δίδουν το δικαίωμα τερματισμού δυνάμει αυτής. Αυτό καταδεικνύεται και από το γεγονός πως ο όρος 8.2 υπόκειται ρητώς στις πρόνοιες του όρου 8.3 που αναφέρει πως ενόσω τα μέρη βρίσκονται σε φιλική διευθέτηση, η Σύμβαση Επιδότησης δεν αναστέλλεται παρά μόνο αναστέλλεται η πληρωμή δυνάμει αυτού και με την επίλυση της διαφοράς θα πρέπει να γίνει οποιαδήποτε ανασταλείσα πληρωμή. Επίσης ο δικηγόρος των Αιτητών αμφισβήτησε το δικαίωμα του νέου Ταμείου να τερματίσει την επίδικη Σύμβασης Επιδότησης. Εισηγήθηκε πως το άρθρο 9
(3)του Ν.112(Ι)/13 περιορίζει τις εξουσίες του νέου Ταμείου στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του παλαιού χωρίς να του παρέχει το δικαίωμα τερματισμού οποιασδήποτε υφιστάμενης Σύμβασης. Το άρθρο 9
(3)του Νόμου προνοεί τα εξής: «Το Ταμείο το οποίο εγκαθιδρύεται με τον παρόντα Νόμο, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου και κατά την ταυτόχρονη κατάργηση του περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και της Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμου, αναλαμβάνει την εκπλήρωση οποιασδήποτε συμβατικής υποχρέωσης έχει αναληφθεί από το Ταμείο το οποίο έχει ιδρυθεί βάσει του άρθρου 3 του περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και της Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμου.» Το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση του Καθ΄ ου πως η ερμηνεία η οποία δίδεται από τους Αιτητές είναι περιοριστική και δεν ανταποκρίνεται στη λογική. Σκοπός του νομοθέτη ήταν να υπάρξει συνέχεια στον τρόπο λειτουργίας του Ταμείου με την αυτόματη μεταφορά των συμβατικών υποχρεώσεων του παλαιού Ταμείου στο νέο. Η ανάληψη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του παλαιού από το νέο είναι σε αυτό ακριβώς που αποσκοπεί, ήτοι στη συνέχιση των συμβατικών υποχρεώσεων από το νέο Ταμείο. Αυτό συνεπάγεται τόσο την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που απορρέουν από την όποια σύμβαση όσο και την άσκηση των δικαιωμάτων που δίδονται στο Ταμείο από αυτήν. Στη βάση της προηγηθείσας ανάλυσης θα πρέπει να εξεταστεί η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας των Αιτητών στην παρούσα Αγωγή. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι υπάρχουν διαζευκτικές αξιώσεις και θα πρέπει να εξεταστεί αναλόγως αν για κάποιες από αυτές - και ποιες - υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας των Αιτητών. Αυτές διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, ήτοι την ειδική εκτέλεση και τις αποζημιώσεις. Η ειδική εκτέλεση διέπεται από το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Όπως αναγνωρίζεται στην υπόθεση Hadjiyiannis v. The Attorney General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32, αυτή η θεραπεία είναι ιδιαίτερη και δίδεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Undoubtedly section 76
(1)of our Contract Law, reproduces the provisions of the equitable remedy of specific performance as enforced in England. The following extract from Halsbury's Laws, third edition, volume 36, page 263, paragraph 359, is helpful in construing and applying the provisions of our section 76
(1): "The remedy is special and extraordinary in its character, and the court has a discretion to grant it, or to leave the parties to their rights at law. The discretion is, however, not an arbitrary or capricious discretion; it is a discretion to be exercised on fixed principles in accordance with the previous authorities. The judge must exercise his discretion in a judicial manner. If the contract is valid in form and has been made between competent parties and is unobjectionable in its nature and circumstances, specific performance is in effect granted as a matter of course, even though the judge may think it involves hardship. The mere existence, however, of a valid contract is not in itself enough to bring about the interference of the court; the conduct of the plaintiff, such as delay, acquiescence, breach on his part, or some other circumstance outside the contract, may render it inequitable to enforce it, or the contract itself may, for example, on the ground of misdescription, be such that the Court will refuse to enforce it."» Επίσης στην υπόθεση Απαισιώτη κ.ά. v. Ραγιά κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 882 τονίστηκε πως «η εξουσία για έκδοση διαταγής για ειδική εκτέλεση είναι διακριτική. Το ίδιο το άρθρο 76 θέτει ως όρο για την έκδοση της την ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, δεν θα ήταν παράλογη ή κατά άλλο τρόπο ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη». Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, για σκοπούς της παρούσας Αίτησης και χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, προκύπτει πως το ζήτημα της νομιμότητας του τερματισμού της Σύμβασης Επιδότησης θα είναι στο τέλος τόσο πραγματικό όσο και νομικό. Εκείνο το οποίο έχει διαφανεί μέσα από τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών είναι πως οι Αιτητές επέλεξαν την υπό αναφορά Τ/Κ γη για την κατασκευή του αιολικού πάρκου Μαρί και προς τούτο υπεγράφη η συνήθης τριμερής Σύμβαση Μίσθωσης με αόριστη διάρκεια και ακολούθως η Σύμβαση Επιδότησης. Οι Αιτητές επιχειρούν να δώσουν στη Σύμβαση Μίσθωσης μιαν ερμηνεία εκτός των αναγραφόμενων σε αυτή όρων, επικαλούνται την πάγια πολιτική του κράτους στη σύναψη μακροχρόνιων μισθώσεων η οποία δεν εφαρμόστηκε ποτέ σε Τ/Κ γη για παρόμοια έργα και τη συνδέουν με τη Σύμβαση Επιδότησης η οποία ουδεμία αναφορά περιέχει στο θέμα της γης. Οι επίδικες Συμβάσεις, όπως είχαν υπογραφεί, εξασφάλιζαν την κατοχή και χρήση της γης και υπ΄ αυτή την έννοια παρείχαν την ευχέρεια και δυνατότητα έναρξης των έργων κατά τις φάσεις που είχαν συμφωνηθεί. Εξ ου και κατέστη δυνατή η εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών. Παρά ταύτα φαίνεται πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα για την ολοκλήρωση των έργων και εξ υπαρχής ανέκυψε δυσκολία στην εξεύρεση χρηματοδότη για το έργο. Ενώ οι Αιτητές κατέβαλαν συνεχείς προσπάθειες προς τον σκοπό αυτό και το Υπουργείο επέδειξε ενδιαφέρον για εξεύρεση πιθανής λύσης, οι Αιτητές δεν προέβησαν στην εκτέλεση των εργασιών σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της Σύμβασης Επιδότησης, με αποτέλεσμα την αποστολή από το Ταμείο αρχικώς προειδοποιητικής επιστολής και ακολούθως επιστολής τερματισμού. Προφανώς οι Αιτητές επιδιώκουν δια της παρούσας την αναστολή του τερματισμού και τη διατήρηση της Σύμβασης Επιδότησης εν ζωή ακριβώς για να έχουν την ευχέρεια σε μελλοντικό στάδιο να αξιώσουν την ειδική εκτέλεση της. Είναι επίσης προφανές πως το θέμα της νομιμότητας ή όχι του τερματισμού θα έχει τη δική του καταλυτική σημασία και για τις δύο βασικές διαζευκτικές αξιώσεις των Αιτητών. Κρίνεται δε πως με βάση όλη την προηγηθείσα ανάλυση, αυτά τα υφιστάμενα δεδομένα δεν είναι ικανά να καταδείξουν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας των Αιτητών στην παρούσα Αγωγή. Αλλά εν πάση περιπτώσει ακόμα και εάν επιτύγχαναν στη θέση τους για το παράνομο του τερματισμού, εκτιμάται πως το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψιν τον εξαιρετικό χαρακτήρα της ειδικής εκτέλεσης και συνεκτιμώντας το όλο ιστορικό (π.χ. καθυστέρηση, μη τήρηση όρων από τους Αιτητές κ.λ.π.) δεν θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ μιας τέτοιας διαταγής ειδικής εκτέλεσης, αλλά θα επέλεγε τη θεραπεία μέσω αποζημιώσεων. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, καθιστά αχρείαστη την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.1980, στην οποία λέχθηκε ότι από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Επομένως, θεωρώ ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν. ΙV. Πρόκληση Ανεπανόρθωτης Ζημιάς Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης και για σκοπούς πληρότητας, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση και αυτής της προϋπόθεσης νοουμένου ότι ήθελε κριθεί πως συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση, εννοείται, ως προς το θέμα των αποζημιώσεων. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
- Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών πως η μη υλοποίηση του έργου εμπεριέχει κινδύνους για την απώλεια του χρηματοδότη, για την έγκριση των απαιτούμενων αδειών για τη συνέχιση του έργου και κατά συνέπεια καταστροφικές και ανεπανόρθωτες ζημιές στους Αιτητές «αφήνοντας τεράστιες ζημιές ένεκα των εξόδων που έχουν ήδη υποστεί οι Αιτητές αλλά και μελλοντικές απώλειες από τη λειτουργία του Αιολικού Πάρκου Μαρί». Μάλιστα στην αρχική ένορκη του δήλωση ο κ. Κετώνης επισυνάπτει Έκθεση Εκτίμησης του Οίκου KPMG ημ. 25.10.15, Τεκμήριο 37, την οποία ο κ. Λιζίδης δεν αμφισβήτησε, στην οποία υπολογίζεται πως με τον τερματισμό του έργου οι ζημιές των Αιτητών αυτόματα ανέρχονται στα €1.700.
- Όπως άλλωστε αναγνώρισε και ο κ. Λιζίδης κατά την αντεξέταση του, εξάγεται το εύλογο συμπέρασμα πως ο τερματισμός της Σύμβασης Επιδότησης ενέχει τον κίνδυνο απώλειας του χρηματοδότη και των απαραίτητων αδειών προς υλοποίηση του έργου. Μάλιστα η απώλεια άδειας της ΡΑΕΚ προφανώς θα οδηγήσει σε απώλεια της Σύμβασης Μίσθωσης, σύμφωνα με τους όρους αυτής όπως εκτίθενται ανωτέρω. Επομένως με τον τερματισμό της Σύμβασης Επιδότησης πιθανολογείται και η απώλεια προοπτικής ολοκλήρωσης του έργου με βάση το υφιστάμενο Σχέδιο και με τους ίδιους όρους. Ό,τι εξετάζεται στο παρόν στάδιο είναι η κατ΄ ισχυρισμόν αδυναμία υπολογισμού τυχόν αποζημιώσεων στο μέλλον στην περίπτωση που κριθεί παράνομος ο τερματισμός. Με τα δεδομένα όμως που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει πως είναι δυνατός ο υπολογισμός της ζημιάς που έχει μέχρι στιγμής προκληθεί λόγω του τερματισμού της Σύμβασης Επιδότησης, όπως αυτό επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους Αιτητές και την Έκθεση Εκτίμησης. Όσον αφορά δε τη μελλοντική απώλεια, το Δικαστήριο θεωρεί πως και αυτή είναι δυνατό να υπολογιστεί καθότι το έργο θα προχωρούσε με βάση την ήδη καθορισθείσα τιμή διατίμησης της ενέργειας όπως προβλέπεται στη Σύμβαση Επιδότησης, όπως άλλωστε είναι και η θέση των Αιτητών. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο υπολογισμός της ζημιάς είναι εφικτός στην υπό κρίση περίπτωση. Απασχόλησε τους Αιτητές το ζήτημα της οικονομικής κατάστασης του Ταμείου θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο αυτό είναι σε θέση να καλύψει το όποιο ποσό αποζημιώσεων ήθελε επιδικαστεί υπέρ των Αιτητών. Πράγμα που προφανώς διασυνδέεται με το αιτητικό τους υπό στοιχείο (v) για μη αποξένωση συγκεκριμένου ποσού. Η οικονομική δυσκολία που το Ταμείο αντιμετώπισε κατά το 2015 είναι δεδομένη. Όπως έχει ήδη λεχθεί το θέμα ρυθμίστηκε με νομοθεσία για το συγκεκριμένο έτος με αποτέλεσμα την εισροή χρημάτων στο Ταμείο και την αντιμετώπιση του προβλήματος. Επομένως, συνάγεται πως υπάρχει τρόπος αλλά και βούληση του κράτους να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του Ταμείου. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)και
(3)του Ν.112(Ι)/13, όπως αυτό εκτίθεται ανωτέρω, τα έσοδα και τα χρηματικά ποσά που κατά τη διάλυση του παλαιού Ταμείου βρίσκονταν σε εκείνο περιήλθαν στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας η οποία μέσω του Πάγιου Ταμείου αναλαμβάνει την ευθύνη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του Ταμείου. Εκτός του ότι παραμένει άγνωστο το ποσό που περιήλθε στο Πάγιο Ταμείο με τη διάλυση του παλαιού Ταμείου, καθίσταται σαφές πως για την υπό κρίση Σύμβαση Επιδότησης την ευθύνη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του Ταμείου που απορρέουν από αυτή και συνακόλουθα καταβολής αποζημιώσεων λόγω ενδεχομένως παράνομου τερματισμού αυτής έχει μεταφερθεί και αναληφθεί διά Νόμου από τη Δημοκρατία και ειδικότερα το Πάγιο Ταμείο. Να προστεθεί πως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι το κράτος θεωρείται πάντοτε φερέγγυο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 404 και Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ.6)
(1993)1 Α.Α.Δ 788. Και οι δύο αφορούσαν αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και το υπό εξέταση ζήτημα ήταν κατά πόσο αυτός όφειλε να παράσχει εγγύηση δυνάμει του άρθρου 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Στη δεύτερη υπόθεση ο Γενικός Εισαγγελέας ενάγετο εκ μέρους του Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων και αποφασίστηκε πως σύμφωνα με το άρθρο 44 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 και τις αρχές του κοινοδικαίου, εκτός εάν το αντίθετο ρητά αναφέρεται ή κατ΄ ανάγκη εξυπακούεται σε νόμο ή κανονισμό, ο όρος «πρόσωπο» δεν περιλαμβάνει την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία εξάλλου ως fiscus θεωρείται πάντοτε φερέγγυα και κατά συνέπεια δεν τίθετο θέμα παροχής εγγύησης. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, διαφαίνεται πως σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής αφενός υπάρχει δυνατότητα υπολογισμού των αποζημιώσεων και αφετέρου ο Εναγόμενος θα είναι σε θέση να καταβάλει το όποιο ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι αποζημιώσεις θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην παρούσα Αγωγή και βασικά ότι δηλαδή δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, θα απέληγε αφ΄ εαυτής και πάλι στην απόρριψη της παρούσας Αίτησης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σταυράκης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας, Πολ. Έφ. Ε68/13 ημ. 24.3.15 και Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ. Έφ. Ε6/14, ημ. 27.2.
- V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η Αίτηση Γενικού Εισαγγελέα και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο