Χρ. Χ΄΄Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λτδ ν. JCC Payment Systems Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6962/2014, 25/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6962/2014 Μεταξύ: Χρ. Χ΄΄Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λτδ Ενάγουσας v.
- JCC Payment Systems Ltd
- Bank of Cyprus Public Company Ltd Εναγομένων Αίτηση της Ενάγουσας ημ. 6 Ιουλίου 2015 για Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες από την Εναγομένη 1 Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Ρ. Λοϊζίδης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Γ. Στυλιανού για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με συγκεκριμένες παραγράφους της υπεράσπισης της Εναγομένης
- Δεν αμφισβητείται πως η Ενάγουσα είχε προηγουμένως ζητήσει τις αιτούμενες λεπτομέρειες με επιστολή ημ. 3.6.15 προς την Εναγομένη 1, η οποία παρέλειψε να συμμορφωθεί με αυτήν. Η Εναγομένη 1 καταχώρισε ένσταση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: 1) Η Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου. 2) Η καταχώριση της προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 3) Ζητούνται λεπτομέρειες πέραν των ουσιωδών γεγονότων τα οποία περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση. 4) Ζητείται μαρτυρία η οποία μπορεί να δοθεί μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία. 5) Η Αίτηση έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης και τον εκτροχιασμό της διαδικασίας. 6) Η Ενάγουσα δεν καταδεικνύει επαρκείς λόγους για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία να περιέχει τα στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών. 7) Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι αναγκαίες και ή επιθυμητές για σκοπούς πλήρους απονομής της δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Ιωαννίδη, Γενικού Διευθυντή της Εναγομένης 1, στην οποία βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με κάθε θέμα ξεχωριστά με τη σειρά την οποία το ίδιο θεωρεί ορθή και όχι κατ΄ ανάγκην όπως προβάλλονται οι λόγοι ένστασης. Κατά την ενασχόληση με το κάθε θέμα θα γίνεται αναφορά και στις θέσεις των δύο πλευρών. Ι. Νομική Πτυχή Όπως προκύπτει από τη Δ.19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που αυτά περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να την εφοδιάσει με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Δεν είναι επιτρεπτή η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα ή η προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Libyan National Supply Corporation v. Achaia Shipping Ltd.
(1975)12 J.S.C. 1807, Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R. 666, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. ν. Libanais
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σια
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 718. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δίας Λτδ. ν. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση γεγονότων υπαγορεύεται από διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ.
(2000)1 Α.Α.Δ. 157 περιέχεται μια χρήσιμη σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα στο πιο κάτω απόσπασμα: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιαστεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απήνης (sic). Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας ως προς τον βαθμό εξειδίκευσης που απαιτείται σε κάθε δικόγραφο, αλλά αυτός εξαρτάται από τις περιστάσεις και τη φύση των ισχυρισμών στην κάθε υπόθεση. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 110 είναι διαφωτιστικό: «The practice as to particulars demands in every pleading such a sufficiency of detail as will elucidate the issues to be tried and prevent "surprise" at the trial. No hard-and-fast line can be laid down as to the degree of particularity which is required of the pleader and which an opponent may demand of him when formulating his claim or defence. .. The precise degree of particularity required in any particular case cannot of course be predicated, but as much certainty and particularity must be insisted on as is reasonable having regard to the circumstances and the nature of the acts alleged. As Cotton L.J. stated in Phillips v. Phillips.» ΙΙ. Φύση Αγωγής - Περιεχόμενο Δικογράφων Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμη μια συνοπτική αναφορά στη φύση της Αγωγής και στο περιεχόμενο των δικογράφων. Στην έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα επικαλείται γραπτή συμφωνία συμμετοχής στα συστήματα καρτών ημ. 22.11.11 και ή άλλες γραπτές και ή προφορικές συμφωνίες μεταξύ αυτής και της Εναγομένης 1, δυνάμει των οποίων η τελευταία συμφώνησε να παρέχει προς την Ενάγουσα υπηρεσίες διεκπεραίωσης και αποπληρωμής συναλλαγών μέσω συγκεκριμένων συστημάτων επεξεργασίας καρτών στα οποία είναι μέλος έναντι συμφωνηθείσας και ή εύλογης αμοιβής. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως ήταν ρητοί και ή εξυπακουόμενοι όροι της μεταξύ των μερών συμφωνίας πως, κατόπιν αποκοπής δικαιωμάτων εξυπηρέτησης πελατών, οι πιστώσεις ποσών, με βάση τις συναλλαγές οι οποίες παραλαμβάνονταν από τα τερματικά των εμπόρων, στον λογαριασμό της Ενάγουσας θα γίνονταν εντός μίας εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία λήψης της κατάθεσης. Σύμφωνα με την Ενάγουσα ως «εργάσιμη μέρα» ορίστηκε οποιαδήποτε μέρα πλην των τραπεζικών αργιών όπως αυτές καθορίζονται στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο. Η συμφωνία τροποποιήθηκε με επιστολή της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα ημ. 19.7.12 με την οποία επαναλαμβανέτο ο όρος περί πίστωσης των ποσών των συναλλαγών εντός μίας εργάσιμης μέρας. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας πως μετά την απόφαση του Eurogroup ημ. 16.3.13 για την απομείωση καταθέσεων («κούρεμα») τηρήθηκαν διάφορες τραπεζικές αργίες μεταξύ 16-27.3.13, κατά τις οποίες η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευε προσωρινά την εισαγωγή εντολών πληρωμής ή μεταφοράς κεφαλαίων σε οποιοδήποτε σύστημα εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών (παρ. 11 και 12). Η Ενάγουσα συνέχισε να τηρεί τους όρους της συμφωνίας κατόπιν οδηγιών και διαβεβαιώσεων από την Εναγομένη 1 περί μη πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς (παρ. 13). Παρά ταύτα, η Εναγομένη 1, κατά παράβαση της συμφωνίας και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, προχωρούσε σε πληρωμές των καταθέσεων της Ενάγουσας, δηλαδή σε πιστώσεις στον λογαριασμό της σε μέρες κατά τις οποίες τηρείτο τραπεζική αργία (παρ. 14). Αυτή η ενέργεια συνιστά αμέλεια εκ μέρους της Εναγομένης 1, η οποία, με βάση τους όρους της συμφωνίας και τη συνήθη πρακτική, όφειλε να κρατήσει στους δικούς της λογαριασμούς (οι οποίοι εξαιρέθηκαν από το «κούρεμα») τα ποσά που αναλογούσαν στην Ενάγουσα και να προβεί στις πληρωμές την επόμενη εργάσιμη μέρα, ήτοι στις 28.3.13. Έτσι η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ύψους €444.804,81 το οποίο και αξιώνει μαζί με αποζημιώσεις. Στην υπεράσπιση της η Εναγομένη 1 παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας ημ. 22.11.11 και την αποστολή της επιστολής ημ. 19.7.12 και ισχυρίζεται πως μεταξύ 16-26.3.13 προέβη στη διεκπεραίωση συναλλαγών με κυπριακές και ξένες κάρτες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, κατόπιν απόφασης και ή έγκρισης και ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Αρνείται ότι έδωσε οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις στην Ενάγουσα πλην του ότι ενημέρωσε όλους τους πελάτες της ότι τα συστήματα καρτών λειτουργούσαν κανονικά κατόπιν της σχετικής απόφασης και ή των καθημερινών εγκρίσεων της Κεντρικής Τράπεζας. Ισχυρίζεται ακόμη πως ήταν αναγκασμένοι, λόγω των πρωτόγνωρων γεγονότων του Μαρτίου του 2013, να συμμορφώνονται με τις οδηγίες της αρμόδιας αρχής, ήτοι της Αρχής Εξυγίανσης (Κεντρικής Τράπεζας), οι οποίες ήταν άκρως δεσμευτικές. Έτσι αρνείται ότι επέδειξε αμέλεια και ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εφόσον η ίδια ακολούθησε πιστά τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, κάτι για το οποίο δεν είχε επιλογή. Στην απάντηση στην υπεράσπιση η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 1 και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Επίσης ισχυρίζεται πως δεν έχει γνώση οδηγιών και ή εντολών της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες να υποχρέωναν την Εναγομένη 1 να προβεί σε πληρωμές κατά την επίδικη περίοδο και πως η Εναγομένη 1 προβάλλει εκ των υστέρων ισχυρισμούς στην προσπάθεια της να αποφύγει τις συμβατικές της ευθύνες. Τέλος, προβάλλει τη θέση πως η Εναγομένη 1 δεν ενήργησε με βάση τη συνήθη πρακτική. ΙΙΙ. Νομότυπο Αίτησης Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αιτήσεις που στηρίζονται στη Δ.19 θ.6 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση εκτός αν ζητήσει διαφορετικά το Δικαστήριο, κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Σχετική είναι η υπόθεση Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R.
- Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψιν τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα των λεπτομερειών, θεωρώ ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση προκύπτουν σαφώς και φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου και ειδικότερα στην ίδια την υπεράσπιση. Επομένως η Αίτηση δεν πρέπει ούτε είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Αίτηση είναι νομότυπη και αποκαλύπτει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται εφόσον αυτοί φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου. IV. Εξέταση Αίτησης Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν την παρ. 6 της υπεράσπισης και διαχωρίζονται σε τέσσερα αιτητικά. Στην εν λόγω παράγραφο αρχικά η Εναγομένη 1 αρνείται τις παραγράφους 11-14 της έκθεσης απαίτησης (για τις οποίες γίνεται αναφορά ανωτέρω) και ακολούθως προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς. Είναι αναφορικά με κάποιους από αυτούς τους ισχυρισμούς που η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες. Κρίνεται πως το κάθε αίτημα θα πρέπει να τύχει χωριστής εξέτασης, αφού παρατεθεί ο κάθε ισχυρισμός και οι αιτούμενες λεπτομέρειες ως ακολούθως: (i) «Οι εναγόμενοι δηλώνουν ότι κατά την διάρκεια της περιόδου 16.3.2013 μέχρι 26.3.2013 συμπεριλαμβανομένης, οι εναγόμενοι, καθώς και γενικότερα τα Διεθνή Συστήματα Καρτών, συμπεριλαμβανομένων και των διαφόρων τραπεζών, καθώς άλλων εταιρειών αποδοχής καρτών, προέβαιναν στην διεκπεραίωση συναλλαγών τόσο με κυπριακές καθώς και με ξένες κάρτες, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, κατόπιν απόφασης και/ή έγκρισης και/ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.» Η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες «ως προς το κατά πόσο οι ισχυριζόμενες οδηγίες ήταν γραπτές και ή προφορικές, πότε και πώς κοινοποιήθηκαν στους Εναγόμενους 1». Είναι προφανές πως η Εναγομένη 1 προβάλλει ένα θετικό ισχυρισμό, ήτοι τη διεκπεραίωση συναλλαγών σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, το βάρος απόδειξης του οποίου φέρει η ίδια προς υποστήριξη της θέσης της περί μη ύπαρξης ευθύνης και ή αμέλειας εκ μέρους της. Αυτή η αναφορά σε οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας είναι γενική και αόριστη και ως τέτοια δεν παρέχει τη δυνατότητα στην Ενάγουσα να γνωρίζει αυτές τις οδηγίες, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζει την αξίωση της και σε παράβαση οδηγιών της Κεντρικής τράπεζας. Επισημαίνεται πως και η Ενάγουσα, στην έκθεση απαίτησης, επικαλείται την έκδοση οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας σε συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο, ήτοι την απαγόρευση της διεκπεραίωσης συναλλαγών εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου. Μάλιστα στην απάντηση της η Ενάγουσα δηλώνει άγνοια περί της ύπαρξης των ισχυριζόμενων από την Εναγομένη 1 οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να γνωρίζει τις αιτούμενες λεπτομέρειες για να γνωρίζει τη θέση της άλλης πλευράς και έτσι να δύναται να την αντικρούσει στο πλαίσιο της δίκης. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν αφορούν μαρτυρία αλλά στοιχεία σε σχέση με ισχυρισμούς αναφορικά με ουσιώδη επίδικα θέματα της υπόθεσης, ήτοι τις ενέργειες της Εναγομένης 1 σε συνάρτηση με τις εν ισχύι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά την εκτέλεση των συναλλαγών που αφορούν την Ενάγουσα κατά την επίδικη περίοδο. Η υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787 είναι διαφωτιστική. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ωστόσο, όπως υποδεικνύεται στο Annual Practice 1960, σελ. 461 "ο κάθε διάδικος δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που θα παρουσιάσει ο αντίδικος του εναντίον του και να τον δεσμεύσει οριστικά. Επομένως θα διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών όπου το δικαστήριο ικανοποιείται ότι χωρίς αυτά ο αιτητής δε θα γνωρίζει τί θα προσπαθήσει να αποδείξει εναντίον του ο αντίδικος του στη δίκη". Στην κρινόμενη περίπτωση από μια απλή ανάγνωση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι εφεσείοντες στο δικόγραφο τους προκύπτει ότι εισάγουν γεγονότα τα οποία δεν φαίνεται να είναι σε γνώση των εφεσιβλήτων-εναγόντων. Πρόσθετα οι τελευταίοι δικαιούνται να γνωρίζουν το περίγραμμα της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσουν. Έπεται πως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο διέταξε την παροχή λεπτομερειών.» Χρήσιμη καθοδήγηση προς την ίδια κατεύθυνση προσφέρει και το ακόλουθο απόσπασμα από το The Annual Practice 1958, σελ. 461: «.each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars will therefore be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» (
- ii)«Οι εναγόμενοι ενημέρωσαν όλους τους πελάτες τους σχετικά, ήτοι ότι τα συστήματα καρτών εργάζονταν κανονικά, κατόπιν της σχετικής απόφασης και /ή των καθημερινών εγκρίσεων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.» (ii)(α) Η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες «ως προς το κατά πόσον η ισχυριζόμενη ενημέρωση ήταν γραπτή ή προφορική, πότε και πώς κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες». Παρομοίως και εδώ προβάλλεται θετικός ισχυρισμός εκ μέρους της Εναγομένης 1 περί ενημέρωσης των πελάτων της, συμπεριλαμβανομένης της Ενάγουσας, για τον οποίο η πρώτη φέρει το βάρος απόδειξης. Στην έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα επικαλείται διαβεβαιώσεις από την Εναγομένη 1 άλλου περιεχόμενου, ήτοι πως δεν υπήρχε κίνδυνος πρόκλησης ζημιάς, ενώ στην απάντηση της διερωτάται επισημαίνοντας πως εάν η Εναγομένη 1 είχε ενημερώσει όλους τους πελάτες της τότε γιατί δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και τη συνήθη πρακτική την οποία η ίδια επικαλείται στην υπεράσπιση της, ήτοι την πληρωμή εντός μίας εργάσιμης μέρας από την ημερομηνία λήψης της κατάθεσης. Διαπιστώνεται και πάλι πως αυτός ο ισχυρισμός της Εναγομένης 1 τίθεται με γενικότητα και αοριστία και αφορά βασικό ζήτημα για την υπόθεση, ήτοι το τι διαβιβάστηκε στην Ενάγουσα από την Εναγομένη 1 αναφορικά με τον τρόπο διεκπεραίωσης των επίδικων συναλλαγών. Το γεγονός πως η Ενάγουσα προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς επί αυτού του θέματος δεν είναι ικανό να της αποδώσει γνώση όσον αφορά τις θέσεις που προβάλλει η Εναγομένη 1 περί τούτου στην υπεράσπιση της. Ως εκ τούτου και πάλι το Δικαστήριο θεωρεί πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν αφορούν μαρτυρία αλλά στοιχεία αναφορικά με τις παραστάσεις της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα και τα οποία είναι απαραίτητα για να αποδώσουν στην Ενάγουσα σαφή και πλήρη εικόνα της υπόθεσης της Εναγομένης 1 ούτως ώστε αυτή (η Ενάγουσα) να ετοιμάσει κατάλληλα τη δική της υπόθεση. (ii)(β) Αναφορικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό ζητούνται επίσης λεπτομέρειες «ως προς το ποιες ήταν οι ισχυριζόμενες αποφάσεις και/ή εγκρίσεις της Κεντρικής Τράπεζας και κατά πόσο αυτές ήταν γραπτές ή προφορικές, και ως προς το πότε και πώς κοινοποιήθηκαν στους Εναγόμενους 1». Πέραν των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη παρ. (ii)(α), επισημαίνεται πως αυτή η αναφορά είναι παντελώς ασαφής και αόριστη («vague and general» όπως αναφέρεται και στο The Annual Practice 1958, σελ. 460), με αποτέλεσμα να μην δίδεται η πλήρης εικόνα και έκταση του σχετικού ισχυρισμού της Εναγομένης 1. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως και αυτές οι λεπτομέρειες πρέπει να δοθούν για να γνωρίζει η Ενάγουσα την ακριβή φύση και έκταση της υπόθεσης της Εναγομένης 1 και να ετοιμάσει τη δική της χωρίς να βρεθεί προ εκπλήξεως κατά τη δίκη. Διευκρινίζεται βεβαίως πως ο ισχυρισμός της Εναγομένης 1 αναφέρεται σε «απόφαση» και όχι «αποφάσεις» της Κεντρικής Τράπεζας. (iii) «Οι εναγόμενοι δηλώνουν περαιτέρω ότι ήταν αναγκασμένοι λόγω των πρωτόγνωρων γεγονότων που λάμβαναν χώρα τον Μάρτιο του 2013 να ακολουθούν τις οδηγίες που λάμβαναν από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι την Κεντρική Τράπεζα και να συμμορφώνονται με τις οδηγίες που εξέδιδε η Αρμόδια Αρχή.» Η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες «ως προς το ποιες ήταν οι οδηγίες αυτές, το κατά πόσο οι ισχυριζόμενες οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας ήταν γραπτές ή προφορικές, και ως προς το πότε και πώς κοινοποιήθηκαν στους Εναγόμενους 1». Αυτός ο θετικός ισχυρισμός, ο οποίος και πάλι επαφίεται στην Εναγομένη 1 να αποδειχθεί, τίθεται με πλήρη γενικότητα και ασάφεια χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε στοιχείο που να δίδει τη δυνατότητα στην Ενάγουσα να αντιληφθεί σε τι αναφέρεται. Όπως επισημαίνεται και στην παρ. (
- i)αυτός ο ισχυρισμός αφορά ουσιώδες ζήτημα για την υπόθεση, ήτοι τη συμπεριφορά της Εναγομένης 1 σε σχέση με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας την οποία η τελευταία συνδέει με το θέμα της αποποίησης οποιασδήποτε ευθύνης της στην παρούσα υπόθεση. Επομένως είναι σημαντικό να δοθούν οι αιτούμενες λεπτομέρειες ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην Ενάγουσα να γνωρίζει ακριβώς τις θέσεις της Εναγομένης 1 και να μπορέσει να τις αντιμετωπίσει κατά τη δίκη. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως η παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών είναι δικαιολογημένη και απαραίτητη για να διευκρινιστούν και διασαφηνιστούν οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1 αναφορικά με τις οδηγίες και αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας τις οποίες η Εναγομένη 1 όφειλε να ακολουθεί και αναφορικά με την ενημέρωση την οποία έκανε στους πελάτες της σχετικά με τη διεκπεραίωση των συναλλαγών κατά τον επίδικο χρόνο. Κρίνεται δε πως οι αιτούμενες πληροφορίες αφορούν και περιορίζονται στα στοιχεία εκείνα τα οποία είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση από την Ενάγουσα της πλήρους εικόνας της υπόθεσης της Εναγομένης 1 και αφορούν ουσιώδη ζητήματα στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Σε αντίθετη περίπτωση, η Ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει ακριβώς την αληθή και συγκεκριμένη θέση της Εναγομένης 1, παρά μόνο τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που προβάλλει αναφορικά με τα πιο πάνω και για τα οποία η ίδια η Ενάγουσα δεν έχει γνώση. Έτσι δεν θα μπορεί να προετοιμαστεί κατάλληλα για την υπόθεση και ειδικότερα να φέρει την απαραίτητη μαρτυρία για να αντικρούσει αυτούς τους ισχυρισμούς, πέραν της δικής της μαρτυρίας προς υποστήριξη και απόδειξη της απαίτησης της όπως αυτή σκιαγραφείται στην έκθεση απαίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει ακόμα ότι η παροχή των λεπτομερειών ουδόλως αφορά μαρτυρία που η πλευρά της Εναγομένης 1 θα προσκομίσει προς απόδειξη των ισχυρισμών της, ούτε και αποσκοπεί στην αποκάλυψη αυτής. Επίσης, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε για αλλότριο σκοπό και ότι ως εκ τούτου είναι καταχρηστική. Θεωρώ ότι αυτή έγινε καλόπιστα σε μια γνήσια προσπάθεια ενημέρωσης για την υπόθεση της άλλης πλευράς και καλύτερης προετοιμασίας για την ακρόαση, εφόσον προηγούμενο αίτημα της Ενάγουσας μέσω επιστολής παρέμεινε αναπάντητο και ανικανοποίητο - βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 460. Η Εναγομένη 1 προέβαλε επίσης τον ισχυρισμό πως δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για λεπτομέρειες πριν να υπάρξει αποκάλυψη εγγράφων. Αυτό το ζήτημα έτυχε ανάλυσης στο The Annual Practice 1958, σελ. 461. Εκεί γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Ross v. Blakes Motors Ltd.
(1951)2 All E.R. 689, στην οποία συνοψίζονται οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα με παραπομπή σε δύο άλλες υποθέσεις, ήτοι την Waynes v. Merthyr Co.
(1896)1 Ch. 29 και την Millar v. Harper
(1888)38 Ch. D.
- Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, σελ. 21: «When the circumstances are such that the party ordered to give particulars does not know the facts necessary to enable him to do so, but his opponent does or ought to know them, he may frequently obtain discovery before giving the particulars. There is no fixed rule, the question depending on the circumstances of each case, and being one for the discretion of the Court. In most of the reported cases where it has been allowed some fiduciary relationship has existed between the parties, but the existence of this relationship is not essential.» Είναι σαφές πως η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει εντός αυτών για τις οποίες γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα. Ειδικότερα εδώ η Ενάγουσα δεν ζητά λεπτομέρειες για θέματα τα οποία βρίσκονται εις γνώση της αλλά ακριβώς για αυτά τα οποία δεν γνωρίζει και δεν καθορίζονται με την απαιτούμενη ακρίβεια στην υπεράσπιση της. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, και έχοντας υπόψιν όλα τα περιστατικά της υπό κρίση Αίτησης, και ειδικότερα τη φύση της υπόθεσης και των αιτούμενων λεπτομερειών, θεωρώ ότι η τυχόν προγενέστερη αποκάλυψη δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό εφόσον δεν θα φωτίσει ούτε και θα προσφέρει καθοδήγηση για όλα τα θέματα των οποίων ζητούνται οι λεπτομέρειες για τον λόγο ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν αφορούν μόνο σε έγγραφα τα οποία ενδεχομένως να αποτελέσουν μέρος της αποκάλυψης εκ μέρους της Εναγομένης
- Εν πάση περιπτώσει σημειώνεται πως δεν έχει καταχωριστεί τέτοια αίτηση από πλευράς Εναγομένης 1 και ούτε έχουν αναφερθεί γεγονότα τα οποία να αγνοεί η ίδια και τα οποία να καθιστούν αδύνατη την παροχή των λεπτομερειών. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει και εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα παροχής των ανωτέρω λεπτομερειών ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες να δοθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο