Χρ. Χ΄΄Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λτδ ν. JCC Payment Systems Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6962/2014, 25/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A269 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6962/2014 Μεταξύ: Χρ. Χ΄΄Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λτδ Ενάγουσας v.
- JCC Payment Systems Ltd
- Bank of Cyprus Public Company Ltd Εναγομένων Αίτηση της Ενάγουσας ημ. 6 Ιουλίου 2015 για Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες από την Εναγομένη 2 Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Ρ. Λοϊζίδης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Γ. Στυλιανού για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με συγκεκριμένες παραγράφους της υπεράσπισης της Εναγομένης
- Δεν αμφισβητείται πως η Ενάγουσα είχε προηγουμένως ζητήσει τις αιτούμενες λεπτομέρειες με επιστολή ημ. 3.6.15 προς την Εναγομένη 2, η οποία παρέλειψε να συμμορφωθεί με αυτήν. Η Εναγομένη 2 καταχώρισε ένσταση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: 1) Η Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου. 2) Η καταχώριση της προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 3) Ζητούνται λεπτομέρειες πέραν των ουσιωδών γεγονότων τα οποία περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση. 4) Ζητείται μαρτυρία η οποία μπορεί να δοθεί μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία. 5) Η Αίτηση έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης και τον εκτροχιασμό της διαδικασίας. 6) Η Ενάγουσα δεν καταδεικνύει επαρκείς λόγους για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία να περιέχει τα στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών. 7) Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι αναγκαίες και ή επιθυμητές για σκοπούς πλήρους απονομής της δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Μιχαήλ, Εσωτερικής Ανώτερης Νομικής Συμβούλου της Εναγομένης 2, στην οποία βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με κάθε θέμα ξεχωριστά με τη σειρά την οποία το ίδιο θεωρεί ορθή και όχι κατ΄ ανάγκην όπως προβάλλονται οι λόγοι ένστασης. Κατά την ενασχόληση με το κάθε θέμα θα γίνεται αναφορά και στις θέσεις των δύο πλευρών. Ι. Νομική Πτυχή Όπως προκύπτει από τη Δ.19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που αυτά περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να την εφοδιάσει με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Δεν είναι επιτρεπτή η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα ή η προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Libyan National Supply Corporation v. Achaia Shipping Ltd.
(1975)12 J.S.C. 1807, Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R. 666, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. ν. Libanais
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σια
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 718. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δίας Λτδ. ν. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση γεγονότων υπαγορεύεται από διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ.
(2000)1 Α.Α.Δ. 157 περιέχεται μια χρήσιμη σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα στο πιο κάτω απόσπασμα: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιαστεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απήνης (sic). Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας ως προς τον βαθμό εξειδίκευσης που απαιτείται σε κάθε δικόγραφο, αλλά αυτός εξαρτάται από τις περιστάσεις και τη φύση των ισχυρισμών στην κάθε υπόθεση. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 110 είναι διαφωτιστικό: «The practice as to particulars demands in every pleading such a sufficiency of detail as will elucidate the issues to be tried and prevent "surprise" at the trial. No hard-and-fast line can be laid down as to the degree of particularity which is required of the pleader and which an opponent may demand of him when formulating his claim or defence. .. The precise degree of particularity required in any particular case cannot of course be predicated, but as much certainty and particularity must be insisted on as is reasonable having regard to the circumstances and the nature of the acts alleged. As Cotton L.J. stated in Phillips v. Phillips.» ΙΙ. Φύση Αγωγής - Περιεχόμενο Δικογράφων Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμη μια συνοπτική αναφορά στη φύση της Αγωγής και στο περιεχόμενο των δικογράφων. Στην έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα επικαλείται γραπτή συμφωνία συμμετοχής στα συστήματα καρτών ημ. 22.11.11 και ή άλλες γραπτές και ή προφορικές συμφωνίες μεταξύ αυτής και της Εναγομένης 1, δυνάμει των οποίων η τελευταία συμφώνησε να παρέχει προς την Ενάγουσα υπηρεσίες διεκπεραίωσης και αποπληρωμής συναλλαγών μέσω συγκεκριμένων συστημάτων επεξεργασίας καρτών στα οποία είναι μέλος έναντι συμφωνηθείσας και ή εύλογης αμοιβής. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως ήταν ρητοί και ή εξυπακουόμενοι όροι της μεταξύ των μερών συμφωνίας πως, κατόπιν αποκοπής δικαιωμάτων εξυπηρέτησης πελατών, οι πιστώσεις ποσών, με βάση τις συναλλαγές οι οποίες παραλαμβάνονταν από τα τερματικά των εμπόρων, στον λογαριασμό της Ενάγουσας θα γίνονταν εντός μίας εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία λήψης της κατάθεσης. Σύμφωνα με την Ενάγουσα ως «εργάσιμη μέρα» ορίστηκε οποιαδήποτε μέρα πλην των τραπεζικών αργιών όπως αυτές καθορίζονται στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο. Η συμφωνία τροποποιήθηκε με επιστολή της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα ημ. 19.7.12 με την οποία επαναλαμβανέτο ο όρος περί πίστωσης των ποσών των συναλλαγών εντός μίας εργάσιμης μέρας. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας πως για την πραγματοποίηση της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας η ίδια διατηρούσε στο όνομα της στην Εναγομένη 2 τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο. Αυτός ήταν ο λογαριασμός που είχε συμφωνηθεί μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 στον οποίο η τελευταία θα προέβαινε στις πληρωμές των καταθέσεων της Ενάγουσας. Μετά την απόφαση του Eurogroup ημ. 16.3.13 για την απομείωση καταθέσεων («κούρεμα») τηρήθηκαν διάφορες τραπεζικές αργίες μεταξύ 16-27.3.13, κατά τις οποίες η Κεντρική Τράπεζα απαγόρευε προσωρινά την εισαγωγή εντολών πληρωμής ή μεταφοράς κεφαλαίων σε οποιοδήποτε σύστημα εκκαθάρισης ή και διακανονισμού συναλλαγών. Η Ενάγουσα συνέχισε να τηρεί τους όρους της συμφωνίας κατόπιν οδηγιών και διαβεβαιώσεων από την Εναγομένη 1 περί μη πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς. Παρά ταύτα, η Εναγομένη 1, κατά παράβαση της συμφωνίας και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, προχωρούσε σε πληρωμές των καταθέσεων της Ενάγουσας, δηλαδή σε πιστώσεις στον λογαριασμό της σε μέρες κατά τις οποίες τηρείτο τραπεζική αργία. Η Εναγομένη 2 επέλεξε να ενεργήσει έξω από τα πλαίσια και κατά παράβαση των Νόμων και ή των Διαταγμάτων που καθόριζαν τις τραπεζικές αργίες και ή των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας που απαγόρευαν προσωρινά την εισαγωγή εντολών πληρωμής ή μεταφοράς κεφαλαίων σε σύστημα πληρωμών και επέτρεψε στην Εναγομένη 1 να προβαίνει σε πληρωμές των καταθέσεων της Ενάγουσας ενώ τηρείτο τραπεζική αργία. Αυτή η ενέργεια συνιστά αμέλεια εκ μέρους της Εναγομένης 2 κατά τη διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών της εν σχέσει με συναλλαγές που αφορούσαν την Ενάγουσα. Επίσης η Εναγομένη 1 επέδειξε αμέλεια εφόσον, με βάση τους όρους της συμφωνίας και τη συνήθη πρακτική, όφειλε να κρατήσει στους δικούς της λογαριασμούς (οι οποίοι εξαιρέθηκαν από το «κούρεμα») τα ποσά που αναλογούσαν στην Ενάγουσα και να προβεί στις πληρωμές την επόμενη εργάσιμη μέρα, ήτοι στις 28.3.13. Έτσι η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ύψους €444.804,81 την οποία και αξιώνει μαζί με αποζημιώσεις. Οι Εναγόμενες ηθελημένα απέφυγαν να απαντήσουν στην επιστολή της Ενάγουσας ημ. 4.4.13 αφού με την αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά τους επωφελήθηκε η Εναγομένη 2 η οποία είναι η μεγαλύτερη μέτοχος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1. Στην υπεράσπιση της η Εναγομένη 2 ισχυρίζεται πως τα όσα αναφέρονται από την Ενάγουσα δεν την αφορούν, πως η Ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της με βάση τα άρθρα 12
(15)και
(16)του Ν.17(Ι)/13 και επικαλείται την υπεράσπιση της ματαίωσης της σύμβασης («frustration»). Στην παρ. 8 αναφέρει πως η Εναγομένη 2 δεν είχε άλλη επιλογή παρά από το να εφαρμόσει και να συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες του Διατάγματος (Κ.Δ.Π. 103/13) και της ευρύτερης νομοθεσίας επί της οποίας αυτό είχε εκδοθεί και στον βαθμό που ιδιωτική σύμβαση προβλέπει το αντίθετο, αυτή έχει ματαιωθεί και ή δεν είναι εφαρμόσιμη. Επίσης ισχυρίζεται πως ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και εντός των πλαισίων των μεταξύ των μερών συμφωνιών και δεν ενήργησε αμελώς. Ακόμη, στην παρ. 9 ισχυρίζεται πως ουδέποτε ενήργησε παράνομα και ή αντισυμβατικά και ή με σκοπό τον αθέμιτο πλουτισμό και ή τη βλάβη των συμφερόντων της Ενάγουσας, αλλά ενήργησε σύμφωνα με τις δέουσες τραπεζικές πρακτικές, εγκυκλίους και νομοθεσίες. Στην απάντηση στην υπεράσπιση η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2 και ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. ΙΙΙ. Νομότυπο Αίτησης Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αιτήσεις που στηρίζονται στη Δ.19 θ.6 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση εκτός αν ζητήσει διαφορετικά το Δικαστήριο, κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Σχετική είναι η υπόθεση Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R.
- Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψιν τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα των λεπτομερειών, θεωρώ ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση προκύπτουν σαφώς και φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου και ειδικότερα στην ίδια την υπεράσπιση. Επομένως η Αίτηση δεν πρέπει ούτε είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Αίτηση είναι νομότυπη και αποκαλύπτει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται εφόσον αυτοί φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου. IV. Εξέταση Αίτησης Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν τις παρ. 8 και 9 της υπεράσπισης και διαχωρίζονται σε έξι αιτητικά. Όσον αφορά την παρ. 8 οι αιτούμενες λεπτομέρειες διαχωρίζονται σε τρία κεφάλαια, ήτοι το μεν πρώτον αναφορικά με πράξεις και ενέργειες της Εναγομένης 2, το δεύτερον αναφορικά με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και το τρίτον αναφορικά με τα πλαίσια των μεταξύ των μερών συμφωνιών, τα οποία θα τύχουν ξεχωριστής εξέτασης: (i) Η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες σχετικά «με το είδος των πράξεων και ενεργειών στις οποίες ισχυρίζονται ότι προέβαιναν προς πλήρη συμμόρφωση τους με τις τραπεζικές πρακτικές». Στην παρ. 8 μετά τους ισχυρισμούς ότι η Εναγομένη 2 δεν είχε επιλογή παρά να συμμορφωθεί με το Διάταγμα και τη νομοθεσία και ότι ιδιωτική σύμβαση που προβλέπει το αντίθετο από αυτά δεν είναι εφαρμόσιμη, αναφέρει πως «Οι εναγόμενοι 2 επιφυλάσσονται όπως κάνουν αναφορά κατά την ακροαματική διαδικασία σε όλες τις πράξεις και ενέργειες τους, όπου αυτό είναι αναγκαίο και επιθυμητό προς υποστήριξη των θέσεων τους περί πλήρους συμμόρφωσης τους με τις τραπεζικές πρακτικές». Είναι γεγονός πως αυτή η αναφορά είναι γενική και ουδόλως προσδιορίζει τις εν λόγω πράξεις και ενέργειες. Εκείνο το οποίο όμως εξάγεται από αυτόν τον ισχυρισμό, ανεξαρτήτως του τρόπου διατύπωσης του, είναι ουσιαστικά πως η Εναγομένη 2 προέβη σε πλήρη συμμόρφωση με τις τραπεζικές πρακτικές. Σημειώνεται ότι ζητούνται λεπτομέρειες σχετικά με το «είδος» και κυρίως ότι δεν ζητούνται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τις τραπεζικές πρακτικές, κάτι το οποίο καταδεικνύει πως αυτές είναι σε γνώση της Ενάγουσας. Κατ΄ επέκταση συνάγεται πως ο εν λόγω ισχυρισμός είναι σαφής και πως η Ενάγουσα είναι σε θέση να αντιληφθεί και γνωρίζει σε τι αφορά η ισχυριζόμενη συμπεριφορά της Εναγομένης 2 η οποία συναρτάται άμεσα με τις τραπεζικές πρακτικές. Επιπλέον αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου πως οι ισχυριζόμενες πράξεις και ενέργειες, ήτοι ο τρόπος συμμόρφωσης της Εναγομένης 2 με τις τραπεζικές πρακτικές, αποτελούν μαρτυρία η οποία θα πρέπει να παρουσιαστεί στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2) (ανωτέρω) «η μαρτυρία δεν αποτελεί αντικείμενο των εγγράφων προτάσεων, ούτε μπορεί να διαταχθούν λεπτομέρειες του περιεχόμενου της εφόσον αποκαλύπτεται» και γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Temperton v. Russel
(1893)9 T.L.R.
- Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης το σύγγραμμα Odger's Principles of Pleadings and Practice, 21η έκδοση, σελ. 432 όπου αναφέρονται τα εξής: «Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered.» Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει πως τέτοιες λεπτομέρειες δεν μπορούν να δοθούν. (ii) Ακολούθως στην ίδια παρ. προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: «Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 2 δηλώνουν ότι οι ενάγοντες κωλύονται όπως προβάλλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς καθότι οι εναγόμενοι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουν τις σαφείς και ρητές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, σύμφωνα πάντα με τους Νόμους και Διατάγματα, ως αυτά έλαβαν χώρα τον Μάρτιο του
- Οι εναγόμενοι δηλώνουν ότι ενήργησαν πάντοτε σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και εντός των πλαισίων των μεταξύ των μερών συμφωνιών, ουδέποτε ενήργησαν με αμέλεια και/ή ελλιπή επιμέλεια και/ή ελλιπή φροντίδα προς τους ενάγοντες». Η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες σε σχέση και με τις δύο πιο πάνω αναφορές στις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας «ως προς το κατά πόσο οι ισχυριζόμενες οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας ήταν γραπτές ή προφορικές, και ως προς το πότε και πώς κοινοποιήθηκαν στους Εναγόμενους 2». Είναι προφανές πως η Εναγομένη 2 προβάλλει θετικούς ισχυρισμούς, ήτοι την υποχρέωση και πλήρη συμμόρφωση της με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει η ίδια προς υποστήριξη της θέσης της περί μη ύπαρξης ευθύνης και ή αμέλειας εκ μέρους της. Αυτές οι αναφορές σε οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας είναι γενικές και αόριστες και ως τέτοιες δεν παρέχουν τη δυνατότητα στην Ενάγουσα να γνωρίζει αυτές τις οδηγίες, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζει την αξίωση της και σε παράβαση οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Επισημαίνεται πως και η Ενάγουσα, στην έκθεση απαίτησης, επικαλείται την έκδοση οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας σε συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο, ήτοι την απαγόρευση της διεκπεραίωσης συναλλαγών εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να γνωρίζει τις αιτούμενες λεπτομέρειες για να γνωρίζει τη θέση της άλλης πλευράς και έτσι να δύναται να την αντικρούσει στο πλαίσιο της δίκης. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν αφορούν μαρτυρία αλλά στοιχεία σε σχέση με ισχυρισμούς αναφορικά με ουσιώδη επίδικα θέματα της υπόθεσης, ήτοι τις ενέργειες της Εναγομένης 2 σε συνάρτηση με τις εν ισχύι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά την πληρωμή καταθέσεων της Ενάγουσας σε λογαριασμό της τελευταίας κατά την επίδικη περίοδο. Η υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787 είναι διαφωτιστική. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ωστόσο, όπως υποδεικνύεται στο Annual Practice 1960, σελ. 461 "ο κάθε διάδικος δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που θα παρουσιάσει ο αντίδικος του εναντίον του και να τον δεσμεύσει οριστικά. Επομένως θα διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών όπου το δικαστήριο ικανοποιείται ότι χωρίς αυτά ο αιτητής δε θα γνωρίζει τί θα προσπαθήσει να αποδείξει εναντίον του ο αντίδικος του στη δίκη". Στην κρινόμενη περίπτωση από μια απλή ανάγνωση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι εφεσείοντες στο δικόγραφο τους προκύπτει ότι εισάγουν γεγονότα τα οποία δεν φαίνεται να είναι σε γνώση των εφεσιβλήτων-εναγόντων. Πρόσθετα οι τελευταίοι δικαιούνται να γνωρίζουν το περίγραμμα της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσουν. Έπεται πως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο διέταξε την παροχή λεπτομερειών.» Χρήσιμη καθοδήγηση προς την ίδια κατεύθυνση προσφέρει και το ακόλουθο απόσπασμα από το The Annual Practice 1958, σελ. 461: «.each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars will therefore be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» (iii) Η Ενάγουσα επίσης ζητά λεπτομέρειες «ως προς το ποια είναι τα πλαίσια των μεταξύ των μερών συμφωνιών». Στην παρ. 5 της υπεράσπισης η Εναγομένη 2 επιφυλάσσει το δικαίωμα της να αναφερθεί στην ακρόαση της υπόθεσης στους λογαριασμούς τους οποίους η Ενάγουσα διατηρούσε με την Εναγομένη 2 και τους όρους λειτουργίας αυτών, καθώς επίσης και σε «πλήρη και εκτενή αναφορά στην μεταξύ των μερών συμφωνία ημερομηνίας 15.4.1998, στο έγγραφο και/ή συμφωνία αναθεώρησης αυτής ημερομηνίας 7.2.2012, στους όρους αυτών καθώς και στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμών, κίνησης αυτών και τιμολόγηση τους». Είναι σαφές πως οι συμφωνίες στις οποίες γίνεται αναφορά στην παρ. 8 καθορίζονται ρητώς στην παρ. 5. Ως εκ τούτου υπάρχει καθορισμός των πλαισίων αυτών των συμφωνιών από την Εναγομένη 2 με αναφορά στις ίδιες τις συμφωνίες, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η παροχή οποιωνδήποτε περαιτέρω στοιχείων υπό μορφή λεπτομερειών επί αυτών, ιδιαίτερα εφόσον παρέχεται η δυνατότητα αποκάλυψης εγγράφων, θέμα για το οποίο γίνεται αναφορά κατωτέρω. Επίσης η τυχόν ερμηνεία των συμφωνιών και το ζήτημα του κατά πόσον οι όποιες ενέργειες της Εναγομένης 2 εμπίπτουν εντός αυτών των πλαισίων αποτελεί θέμα νομικό αλλά και μαρτυρίας. Υπό το φως αυτών των δεδομένων δεν καθίσταται αναγκαία η παροχή οποιωνδήποτε λεπτομερειών αναφορικά με αυτές τις συμφωνίες και ειδικότερα τα πλαίσια αυτών. Σε σχέση τώρα με την παρ. 9 ζητούνται λεπτομέρειες αναφορικά με επιστολές και κάποιες ενέργειες σε σχέση με τους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Στην εν λόγω παρ. η Εναγομένη 2 απορρίπτει τις παρ. 22-26 της έκθεσης απαίτησης, οι οποίες αναφέρονται βασικά στην αποστολή επιστολών και στην απαίτηση της Ενάγουσας για την καταβολή του ποσού των €440.804,81, στη μη ανταπόκριση των Εναγομένων σε αυτές, και στο ότι οι Εναγόμενες έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα με το συγκεκριμένο ποσό. Αφού τις απορρίπτει επιφυλάσσει τα δικαιώματα της να αναφερθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης «σε όλες τις μεταξύ των μερών ανταλλαγείσες επιστολές προς υποστήριξη των ισχυρισμών της». (
- iv)Η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες «ως προς τις ημερομηνίες των επιστολών αυτών και τον τρόπο που κοινοποιήθηκαν στους Ενάγοντες». Κρίνεται πως τα αιτούμενα στοιχεία θα μπορούσαν να διαπιστωθούν μέσω της διαδικασίας αποκάλυψης εγγράφων και όχι μέσω λεπτομερειών. Το θέμα της αποκάλυψης θα απασχολήσει και ξεχωριστά πιο κάτω. (
- v)Ακολούθως στην ίδια παρ. αναφέρεται πως «Οι εναγόμενοι 2 δηλώνουν ότι ποτέ δεν συμπεριφέρθηκαν παράνομα και/η αντισυμβατικά και/ή με σκοπό τον αθέμιτο πλουτισμό και/ή με σκοπό την πλήξη των συμφερόντων των εναγόντων και επιφυλάσσονται όπως αναφερθούν κατά την δικάσιμο σε όλες τις δέουσες τις πράξεις και/ή ενέργειες τους, οι οποίες ήταν πάντοτε συμμορφούμενες με τις δέουσες τραπεζικές πρακτικές, εγκυκλίους και Νομοθεσίες προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους». Η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες «ως προς το κατά πόσον τις ουσιώδεις ημερομηνίες πιστώνονταν και λειτουργούσαν κανονικά όλοι οι λογαριασμοί όλων των πελατών των Εναγομένων 2.» Δίδεται η εικόνα πως η Ενάγουσα με το αίτημα αυτό ζητά εξειδίκευση του ισχυρισμού της Εναγομένης 2 και μάλιστα για θέματα τα οποία εκ πρώτης όψεως δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, όπως «όλοι» οι λογαριασμοί «όλων» των πελατών της Εναγομένης 2. Η ουσία όμως του σχετικού ισχυρισμού της Εναγομένης 2 είναι πως αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη, ισχυριζόμενη πως ενεργούσε πάντοτε ορθά εν σχέσει με την Ενάγουσα. Το Δικαστήριο θεωρεί πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν μαρτυρία προς υποστήριξη και απόδειξη των ισχυρισμών της Εναγομένης 2, η οποία (μαρτυρία) δεν μπορεί να αποτελεί το αντικείμενο λεπτομερειών. Επομένως, δεν δικαιολογείται η παροχή τέτοιων λεπτομερειών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παροχή των λεπτομερειών αναφορικά με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας ουδόλως αφορά μαρτυρία που η πλευρά της Εναγομένης 2 θα προσκομίσει προς απόδειξη των ισχυρισμών της, ούτε και αποσκοπεί στην αποκάλυψη αυτής. Θεωρώ ότι η Αίτηση, όσον αφορά αυτό το σκέλος, κρίνεται δικαιολογημένη ως μια γνήσια και καλόπιστη προσπάθεια ενημέρωσης για την υπόθεση της άλλης πλευράς και καλύτερης προετοιμασίας για την ακρόαση, εφόσον προηγούμενο αίτημα της Ενάγουσας μέσω επιστολής παρέμεινε αναπάντητο και ανικανοποίητο - βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 460. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως το αίτημα για παροχή των υπόλοιπων λεπτομερειών αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας ή αφορά θέματα τα οποία είναι εις γνώση της Ενάγουσας, και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η παροχή λεπτομερειών. Η Εναγομένη 2 προέβαλε επίσης τον ισχυρισμό πως δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για λεπτομέρειες πριν να υπάρξει αποκάλυψη εγγράφων. Αυτό το ζήτημα έτυχε ανάλυσης στο The Annual Practice 1958, σελ. 461. Εκεί γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Ross v. Blakes Motors Ltd.
(1951)2 All E.R. 689, στην οποία συνοψίζονται οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα με παραπομπή σε δύο άλλες υποθέσεις, ήτοι την Waynes v. Merthyr Co.
(1896)1 Ch. 29 και την Millar v. Harper
(1888)38 Ch. D.
- Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, σελ. 21: «When the circumstances are such that the party ordered to give particulars does not know the facts necessary to enable him to do so, but his opponent does or ought to know them, he may frequently obtain discovery before giving the particulars. There is no fixed rule, the question depending on the circumstances of each case, and being one for the discretion of the Court. In most of the reported cases where it has been allowed some fiduciary relationship has existed between the parties, but the existence of this relationship is not essential.» Είναι σαφές πως η υπό κρίση περίπτωση, μόνον όσον αφορά τις αιτούμενες λεπτομέρειες αναφορικά με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, δεν εμπίπτει εντός αυτών για τις οποίες γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα. Ειδικότερα εδώ η Ενάγουσα δεν ζητά λεπτομέρειες για θέματα τα οποία βρίσκονται εις γνώση της αλλά ακριβώς για αυτά τα οποία δεν γνωρίζει και δεν καθορίζονται με την απαιτούμενη ακρίβεια στην υπεράσπιση της. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, και έχοντας υπόψιν όλα τα περιστατικά της υπό κρίση Αίτησης, και ειδικότερα τη φύση της υπόθεσης και των αιτούμενων λεπτομερειών, θεωρώ ότι η τυχόν προγενέστερη αποκάλυψη δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό εφόσον δεν θα φωτίσει ούτε και θα προσφέρει καθοδήγηση για όλα τα θέματα των οποίων ζητούνται οι λεπτομέρειες για τον λόγο ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν αφορούν μόνο σε έγγραφα τα οποία ενδεχομένως να αποτελέσουν μέρος της αποκάλυψης εκ μέρους της Εναγομένης
- Είναι σαφές πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας πως η αποκάλυψη θα πρέπει να προηγείται της παροχής λεπτομερειών αλλά αυτό εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, σημειώνεται πως δεν έχει καταχωριστεί τέτοια αίτηση από πλευράς Εναγομένης 2 και ούτε έχουν αναφερθεί γεγονότα τα οποία να αγνοεί η ίδια και τα οποία να καθιστούν αδύνατη την παροχή των λεπτομερειών. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα παροχής των λεπτομερειών ως η παράγραφος Α (ii) και (iv) της Αίτησης. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες να δοθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα αιτητικά Α (i), (iii), (v) και (vi) της Αίτησης, αυτά απορρίπτονται. Ενόψει του αποτελέσματος, επιδικάζονται έξοδα στο 1/3 υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον της Εναγομένης 2 - Καθ' ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο