← Κύπρος

Arthur Khostikian ν. Rozco Middle East Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1825/10, 9/3/2016

Arthur Khostikian ν. Rozco Middle East Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1825/10, 9/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1825/10 Μεταξύ: Arthur Khostikian, από την Ρωσία Ενάγοντα και

  1. Rozco Middle East Limited, από την Λευκωσία
  2. Oleg Igorevicj Rozenberg, από την Ρωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 7.12.15 υπό ενάγοντα - αιτητή για παράταση χρόνου αποκάλυψης εγγράφων Ημερομηνία: 9 Μαρτίου 2016 Για ενάγοντα - αιτητή: κα Ελεάνα Χριστοφή Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση: κος Ανδρέας Χατζηχριστοφή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων, αφορά αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 10.3.2010 και αφού εκδικάστηκαν στο μεταξύ ενδιάμεσες αιτήσεις για λεπτομέρειες και τροποποίηση του κλητηρίου, στη συνέχεια με τη συμπλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων, εκδόθηκε στις 16.5.13 εκ συμφώνου διάταγμα από το Δικαστήριο για την εντός 40 ημερών ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που θα χρησιμοποιηθούν κατά την ακροαματική διαδικασία από αμφότερους τους διαδίκους. Μετά την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και από τις δύο πλευρές, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Ακολούθησε στις 10.6.2015 η καταχώρηση αίτησης με την οποία ο ενάγοντας ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων από τον ίδιο. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο για λόγους που εμφαίνονται στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 16.10.
  3. Κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι ο αιτητής λανθασμένα στηρίχθηκε στην Δ.28 Θ.11, η οποία αφορά ειδική αποκάλυψη εγγράφων από τον αντίδικο και όχι περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο όπως ήταν η περίπτωση. Αντιθέτως, η αίτηση θα μπορούσε να στηριχθεί στην Δ.57 Θ.2 με το να ζητηθεί παράταση χρόνου του αρχικού διατάγματος αποκάλυψης, πράγμα όμως που δεν έπραξε ο αιτητής. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την οποία ο αιτητής ζητά διάταγμα για παράταση του χρόνου καταχώρησης ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, μέσω συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.57 Θ.2 των Κανονισμών Πολιτικής δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων του ενάγοντα. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη αίτηση ημ. 10.6.15 ως προς την αναγκαιότητα της περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι κατά τη διάρκεια προετοιμασίας των συνηγόρων του ενάγοντα για την ακρόαση της αγωγής, διαπιστώθηκε η ανάγκη για την περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων που να υποστηρίζουν την αξίωση του ενάγοντα. Πρόκειται για 16 έγγραφα που επισυνάπτονται στον Πίνακα Α της ένορκης δήλωσης και τα οποία είτε δεν βρίσκονταν στον έλεγχο του ενάγοντα κατά την αρχική αποκάλυψη εγγράφων είτε ετοιμάστηκαν αργότερα ή ακόμα πρόκειται για έγγραφα που εκ παραδρομής δεν αποκαλύφθηκαν. Συγκεκριμένα, μετά από συναντήσεις του ενάγοντα με τους συνηγόρους του για προετοιμασία της ακρόασης, διαπιστώθηκε η ανάγκη να εντοπιστούν έγγραφα που εκ παραδρομής αλλά καλόπιστα δεν εντοπίστηκαν στο αρχικό στάδιο. Επαναλαμβάνεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οι δικηγόροι του ενάγοντα προσπάθησαν να λάβουν τη συγκατάθεση των αντίδικων δικηγόρων πριν καταχωρήσουν την αρχική αίτηση ημ. 16.10.15 με σκοπό την διαφύλαξη δικαστικού χρόνου και εξόδων. Οι συνήγοροι του εναγόμενου όμως δεν έχουν μέχρι σήμερα απαντήσει στα γραπτά τους αιτήματα. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου που απέρριψε την αίτηση με το αιτιολογικό ότι η πρέπουσα διαδικασία ήταν αυτή της Δ.57 Θ.2 και όχι η Δ.28 Θ.11, ο αιτητής λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου, καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Επαναλαμβάνεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η περαιτέρω αποκάλυψη δεν θα οδηγήσει σε αδικία τους εναγομένους, οι οποίοι έχουν ήδη λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων. Αναφέρεται τέλος ότι θα ήταν άδικο υπό τας περιστάσεις να στερηθεί ο ενάγοντας της δυνατότητας να παρουσιάσει τα εν λόγω έγγραφα στην προσπάθειά του να αποδείξει την αξίωσή του. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, επικαλούνται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αλλά και κώλυμα λόγο δεδικασμένου ενόψει της προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση ημ. 10.6.
  4. Οι εναγόμενοι επαναλαμβάνουν επιπλέον τους ισχυρισμούς που ανέφεραν στην προηγούμενη ένσταση τους στην αίτηση ημ. 10.6.15 ότι σε αυτό το στάδιο δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αποκάλυψη οποιουδήποτε εγγράφου. Αναφέρεται επίσης ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων για δίκαιη δίκη. Αγορεύσεις. Η συνήγορος του ενάγοντα - αιτητή στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι δεν συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Ούτε κατάχρηση διαδικασίας έχει αποδειχθεί στην παρούσα υπόθεση αφού το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ημ. 10.6.15 λόγω λανθασμένης νομικής βάσης χωρίς να εξετάσει την ουσία του αιτήματος. Απέρριψε επίσης την θέση για καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι προτού καταχωρηθεί η πρώτη αίτηση, οι συνήγοροι του αιτητή προσπάθησαν να πάρουν την συγκατάθεση των καθ' ων η αίτηση στους οποίους έστειλαν τα επίδικα έγγραφα για να τα μελετήσουν. Εντούτοις, χρειάστηκαν 4 μήνες για να ενημερώσουν ότι δεν συναινούν στο αίτημα. Η πρώτη αίτηση καταχωρήθηκε αμέσως μετά. Έχοντας δε υπόψη τον λόγο απόρριψης της λόγω λανθασμένης νομικής βάσης, ο αιτητής προχώρησε άμεσα στην καταχώρηση της παρούσας για να εξεταστεί η ουσία του αιτήματος του. Το μεσοδιάστημα των δύο μηνών από την απόρριψη της πρώτης αίτησης μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας δεν είναι υπερβολικό κατά την συνήγορο. Όσον αφορά την ουσία της αίτησης, η συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Επιπλέον, ο αιτητής έχει δώσει επαρκείς εξηγήσεις γιατί τα υπό κρίση έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Αυτό που στην ουσία ζητά ο αιτητής, είναι να παραταθεί ο χρόνος που δόθηκε στο αρχικό διάταγμα αποκάλυψης ώστε να του επιτραπεί να καταχωρήσει περαιτέρω ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτει τα επίδικα έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά, σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και περιήλθαν στην κατοχή του αιτητή μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι σε περίπτωση που η αίτηση απορριφθεί, είναι δεδομένο ότι τα δικαιώματα του αιτητή για δίκαιη Δίκη θα παραβιαστούν εφόσον δεν θα του επιτραπεί να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπόθεση του. Από την άλλη, οι καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν καμιά ζημιά από την έγκριση της αίτησης αφού εδώ και ένα χρόνο έχουν στην κατοχή τους τα εν λόγω έγγραφα. Επιπλέον, η ακρόαση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει ώστε να επικαλούνται καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ο συνήγορος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση στην δική του αγόρευση, ανέφερε ότι δεν θα επιμένει στους ισχυρισμούς περί δεδικασμένου ενόψει της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16.4.
  5. Στην εν λόγω υπόθεση νομολογήθηκε ότι η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρείται ως τελεσίδικη απόφαση και ως εκ τούτου η καταχώρηση νέας αίτησης, δεν προσκρούει στην αρχή του δεδικασμένου. Αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα που επιχειρείται να αποκαλυφθούν, προϋπήρχαν του διατάγματος της αρχικής αποκάλυψης. Ως εκ τούτου, ο αιτητής όφειλε να τα αποκαλύψει με την αρχική ένορκη δήλωση του. Οι δικαιολογία που έδωσε ο αιτητής για αδυναμία εντοπισμού τους, είναι πολύ γενική κατά τον συνήγορο. Κανένας βάσιμος λόγος δεν έχει προβληθεί γιατί τόσος μεγάλος αριθμός εγγράφων που ο αιτητής θεωρεί σημαντικά δεν ήταν υπόψη του, όταν ετοιμάστηκε η αρχική ένορκη δήλωση. Ήταν επί του προκειμένου η θέση του συνηγόρου ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί προς όφελος αιτήματος για έγγραφα που προϋπήρχαν της αρχικής αποκάλυψης χωρίς να καταδειχθεί βάσιμος λόγος για την παράλειψη του αιτητή να τα συμπεριλάβει σε αυτήν. Νομική πτυχή Η Δ.28 ΘΘ 1, 2 & 3 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, καθορίζει την διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων μεταξύ των διαδίκων. Σκοπός της διαταγής είναι η αποφυγή εκπλήξεων στον αντίδικο, ο οποίος για σκοπούς σωστής απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να γνωρίζει το έγγραφο υλικό επί του οποίου θα στηριχθεί κατά την ακρόαση ο αντίδικος του (National Bank of Greece ν. Mitsides

(1962)C.L.R. 40). Η Δ.28 είναι αντιγραφή της παλαιάς Δ.31 Κ.12 των Κανονισμών του αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (Rules of the Supreme Court) που ίσχυαν στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (Nissho Iwai Corporation and others v. Lizard Shipping Company Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 31). Ως εκ τούτου, η Αγγλική Νομολογία είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Η Δ.57 Θ.2 επί της οποίας επίσης στηρίζεται η αίτηση, έχει ως ακολούθως: « A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed: provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.» Σε ελεύθερη μετάφραση: "To Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα έχει εξουσία να επεκτείνει ή συντομεύσει το χρόνο που καθορίζεται από αυτούς τους Κανονισμούς, ή ορίζεται από οποιοδήποτε διάταγμα για επέκταση χρόνου, για την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή τη λήψη οποιουδήποτε διαδικαστικού μέτρου, με τέτοιους όρους (εάν υπάρχουν) όπως θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση, και μπορεί να διαταχθεί τέτοια επέκταση παρ' όλον ότι η σχετική αίτηση δεν γίνεται πριν την λήξη του χρόνου, που καθορίζεται ή επιτρέπεται: νοουμένου ότι όταν ο χρόνος για παράδοση οποιουδήποτε δικογράφου ή εγγράφου ή καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως, απάντησης ή εγγράφου, ή τέλεση οποιασδήποτε πράξης είναι ή ήταν ορισμένος ή περιορισμένος από οποιαδήποτε οδηγία ή διάταγμα του Δικαστηρίου ή του Δικαστή, τα έξοδα οποιασδήποτε αίτησης για επέκταση του χρόνου και οποιουδήποτε διατάγματος, που εκδίδεται κατόπιν αίτησης, θα βαρύνουν το διάδικο, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση εκτός εάν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής διατάξει διαφορετικά.» Από την ανάγνωση της Δ.57 Θ.2, προκύπτει ως πρώτο στοιχείο ότι αυτή δεν περιορίζεται στις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά εκτείνεται και σε εκείνες που ορίζονται σε διατάγματα ή αποφάσεις του Δικαστηρίου όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Σύμφωνα με την νομολογία, σκοπός της Δ.57 Θ.2, είναι να δώσει στο Δικαστήριο, την διακριτική ευχέρεια να παρατείνει το χρόνο που προβλέπεται στους θεσμούς ή σε οποιοδήποτε διάταγμα ώστε να αποφεύγεται αδικία στους διαδίκους (Βλ. Αnnual Practice 1958, στη σελ.1814). Τα έξοδα της αίτησης τα βαρύνεται ο αιτητής εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει όλα τα δεδομένα με απώτερο σκοπό την αποφυγή αδικίας. Αυτό που στην ουσία το Δικαστήριο καλείται να πράξει, είναι να εξισορροπήσει δυο αντικρουόμενους παράγοντες. Από την μια το δικαίωμα ενός διαδίκου να προχωρήσει με τη διαδικασία όπως αυτός θεωρεί ορθό. Στην προκειμένη περίπτωση να προχωρήσει σε αποκάλυψη εγγράφου, προκειμένου να είναι σε θέση να το χρησιμοποιήσει στην διαδικασία. Από την άλλη θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα δικαιώματα του αντίδικου σε συνδυασμό με την ανάγκη, η αντιδικία να έχει ένα τέλος (Βλ. Edwards v. Edwards
(1967)2 All E.R. 1032). Λαμβάνεται επίσης υπόψη, η νομολογιακή αρχή ότι οι προθεσμίες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να τηρούνται αφού οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά, η παρέλευση μιας προθεσμίας δεν είναι μοιραία. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα την διακριτική ευχέρεια δυνάμει της Δ.57 Θ.2 να παρατείνει οιανδήποτε προθεσμία στις περιπτώσεις όπου τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το απαιτούν. Το ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του δικηγόρου του αιτητή ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, δεν αποτελεί από μόνο του λόγο απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο μπορεί και κάτω από αυτές τις περιστάσεις να εγκρίνει το αίτημα για την παράταση του χρόνου, νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Χόππη ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140). Σχετική είναι και η υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, όπου στην σελ. 952 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της.» Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο κέκτηται διακριτική εξουσία να διατάξει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28, παρατείνοντας για τον σκοπό αυτό σύμφωνα με την Δ.57 Θ.2, τον χρόνο που δόθηκε στο αρχικό διάταγμα αποκάλυψης. Προϋποτίθεται βέβαια ότι τα έγγραφα που σκοπείται να αποκαλυφθούν, είναι σχετικά με την εκδίκαση της υπόθεσης. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες μπορεί να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεσή του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του ή να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες άμεσα ή έμμεσα, ανεξάρτητα αν μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία. (βλ. μεταξύ άλλων Lagos Ltd. v. Πλοίου FT Zolotets κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600, G.A.P. Navig. Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624. Είναι γεγονός ότι η τμηματική αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι ενδεδειγμένη για σκοπούς της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας (βλ. Δ. Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798). Εντούτοις όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958 σελ. 713- 714, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων, εφόσον το απαιτούν οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται κατά πόσο η επιζητούμενη αποκάλυψη εγγράφων δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό αλλά προκαλεί μόνο καθυστέρηση καθώς και κατά πόσο είναι αναγκαία για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης (Βλ. Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, σελ. 30, αναφέρονται τα πιο κάτω στην παράγραφο 43 του Κεφαλαίου με τίτλο «Disclosure of documents». «Subsequent discovery of other documents. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Στην Αγγλική απόφαση Vernon v. Bosley (No 2)
(1997)1 All E.R 614, γίνεται εκτενής ανάλυση της διαδικασίας αποκάλυψης εγγράφων. Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση, συνεχής και αδιάκοπη υποχρέωση των διαδίκων να αποκαλύπτουν έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους έστω και αν αυτά έχουν ξεχαστεί ή αγνοηθεί ή υποτίθεται ότι δεν υπήρχαν πριν την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Συμπεράσματα Το ζήτημα του δεδικασμένου δεν θα με απασχολήσει αφού ο συνήγορος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, απέσυρε τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Ορθά κατά την άποψη μου αφού είναι νομολογημένο ότι η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν συνιστά κώλυμα για καταχώρηση νέας, δυνάμει των αρχών του δεδικασμένου (βλ. μεταξύ άλλων Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ ανωτέρω). Οι καθ' ων η αίτηση βέβαια μπορούν να επικαλεστούν κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους του αιτητή, γεγονός που επίσης προβάλουν με την ένσταση τους. Ούτε όμως κατάχρηση διαδικασίας έχει αποδειχθεί στην παρούσα υπόθεση. Η προηγούμενη αίτηση απορρίφθηκε λόγω λανθασμένης νομικής βάσης χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Η καταχώρηση νέας αίτησης που στηρίζεται στην ορθή νομική βάση δεν μπορεί από μόνη της να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κακοπιστία και αλλότριος σκοπός του αιτητή στην καταχώρηση της παρούσας ή προσπάθεια καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και στο κατά πόσον δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα νομολογία. Αυτό που προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, είναι ότι ο ενάγων επιθυμεί να προβεί σε αποκάλυψη των υπό κρίση εγγράφων για να έχει στην συνέχεια την δυνατότητα να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Δεν διαπιστώνω τίποτε το μεμπτό σε αυτή την συμπεριφορά του ενάγοντα. Υπό τας περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να λεχθεί ότι με την αίτηση του, ο ενάγων ενήργησε κακόπιστα ή καταχράστηκε με οιονδήποτε τρόπο την Δικαστική διαδικασία. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και σταθμίζοντας τα εκατέρωθεν συμφέροντα των διαδίκων, κρίνω ότι η έγκριση του αιτήματος δεν θα προξενήσει καμία ζημιά στους εναγομένους. Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι δεν θα βρεθούν εξ' απροόπτου. Αντίθετα κρίνω υπό τα δεδομένα της υπόθεσης ότι η απόρριψη της αίτησης θα αποστερήσει από τον ενάγοντα, της δυνατότητας να επικαλεστεί κατά την ακρόαση της αγωγής, γεγονότα και έγγραφα προς υποστήριξη της θέσης του. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τον ένορκη δήλωση της αίτησης, τα εν λόγω έγγραφα είναι σε γνώση των εναγομένων, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί με αίτημα αντεξέτασης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή αφού η περαιτέρω αποκάλυψη είναι αναγκαία για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Έτσι θα δοθεί η ευκαιρία στον ενάγοντα να προβάλει τις θέσεις του στο Δικαστήριο και ταυτόχρονα δεν θα ζημιωθούν με οιονδήποτε τρόπο, τα συμφέροντα των εναγομένων. Εκδίδεται ως εκ τούτου διάταγμα με το οποίο παρέχεται άδεια στον ενάγοντα όπως εντός δεκαπέντε ημερών από σήμερα, προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη των υπό κρίση εγγράφων με την καταχώρηση πρόσθετης ένορκης δήλωσης, την οποία να κοινοποιήσει και στους δικηγόρους των εναγομένων. Σύμφωνα με την Δ.57 Θ.2 τα έξοδα θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί ο αιτητής εκτός αν το Δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά. Ενόψει του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση δεν προέβαλαν με την ένσταση τους κανένα ουσιαστικό λόγο απόρριψης της αίτησης και δεδομένου ότι τα εν λόγω έγγραφα ήταν σε γνώση τους, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του επιτυχόντος ενάγοντα - αιτητή. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και υπέρ του ενάγοντα - αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε, στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.