← Κύπρος

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Ελευθέριος Χιλιαδάκης, Αρ. Αγωγής: 6842/14, 30/3/2016

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Ελευθέριος Χιλιαδάκης, Αρ. Αγωγής: 6842/14, 30/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6842/14 Μεταξύ: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ενάγουσας και Ελευθέριος Χιλιαδάκης, Εναγομένου Αίτηση ημερ. 24.11.15 υπό εναγομένου - αιτητή για παραμερισμό επίδοσης κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2016 Για εναγόμενο - αιτητή: κα Στάλω Παπουή Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Μάρλεν Τριανταφυλλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου εναντίον του εναγομένου, ανέρχεται στο ποσόν των €170.000,00 δυνάμει διοικητικού προστίμου που του επιβλήθηκε στις 28.4.14 ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων παραβάσεων του Νόμου 190(Ι)/

  1. Οι κατ' ισχυρισμό παραβάσεις διαπράχθηκαν τον Ιούνιο και Δεκέμβριο του 2010, χρόνο κατά τον οποίο ο εναγόμενος ήταν εκτελεστικός διευθυντής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Επειδή ο εναγόμενος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, πριν την καταχώρηση της αγωγής εκδόθηκε μετά από σχετικό αίτημα της ενάγουσας, διάταγμα στην Γενική Αίτηση 939/14 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Στην συνέχεια και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, εκδόθηκε στις 9.1.15 διάταγμα σε μονομερή αίτηση της ενάγουσας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και/ή ειδοποίησης του κλητηρίου, στην διεύθυνση του εναγομένου στην Ελλάδα, μέσω δικαστικού επιμελητή. Η ως άνω επίδοση, διατάχθηκε δυνάμει της Δ.6 Θ.1των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και των όσων προβλέπονται στον σχετικό Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Ε.Κ 1393/2007). Μετά την επίδοση της αγωγής, ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση ημ. 27.3.15 με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων την ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου. Εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για την ακύρωση της πιο πάνω επίδοσης. Στην συνέχεια έγινε εκ νέου επίδοση στις 26.10.15 δυνάμει του πιο πάνω διατάγματος του Δικαστηρίου για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο εναγόμενος - αιτητής ζητά την ακύρωση της νέας επίδοσης και διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται η αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων καθώς και ακύρωση των διαταγμάτων σφράγισης και επίδοσης της αγωγής στο εξωτερικό. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι στις 26.10.15 επιδόθηκε στο αιτητή από Έλληνα Δικαστικό Επιμελητή, το κλητήριο ένταλμα και ειδοποίηση του κλητηρίου καθώς και τα διατάγματα για την σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό. Επιδόθηκε επίσης η μονομερής αίτηση, στην βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα επίδοσης της αγωγής στο εξωτερικό. Ήταν η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι ο Ε.Κ. 1393/2007 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα αφού η αιτία αγωγής αφορά ζήτημα διοικητικής φύσης και προέρχεται από ενέργειες των καθ' ων η αίτηση στην άσκηση δημόσιας εξουσίας εκ μέρους τους. Αντιθέτως, ο Ε.Κ. 1393/2007 αφορά την επίδοση μόνο αστικών ή εμπορικών υποθέσεων. Αναφέρεται ακολούθως στην ένορκη δήλωση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή αφού ο εναγόμενος είναι Έλληνας υπήκοος και μόνιμος κάτοικος Ελλάδας. Αλλά και στην περίπτωση που εφαρμοζόταν το εσωτερικό δίκαιο της Κύπρου, οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας που επικαλείται η ενάγουσα δεν επιτρέπουν ανάληψη δικαιοδοσίας εναντίον ξένου υπηκόου που κατοικεί στο εξωτερικό. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι οι ενάγοντες δεν έχουν συμμορφωθεί με την Δ.48 Θ.14 για παράδοση της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα. Η ενάγουσα κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο Ε.Κ. 1393/2007έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή. Τα διατάγματα σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας εκδόθηκαν νομότυπα και η ενάγουσα συμμορφώθηκε πλήρως με την Δ.48 Θ.
  2. Ως εκ τούτου η αίτηση είναι καταχρηστική και μόνο σκοπό έχει, την καθυστέρηση της διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι για τους οποίους σύμφωνα με την ενάγουσα θα πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αίτηση. Αναφέρεται ειδικότερα ότι η αγωγή στηρίζεται σε αστικό χρέος και ως εκ τούτου εφαρμόζεται τόσον η Δ.6 όσον και ο Ε.Κ. 1393/2007 που καθορίζουν την διαδικασία επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Αγορεύσεις Η συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι μετά την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Ε.Κ. 44/01 έχει άμεση εφαρμογή σε ζητήματα επίδοσης εντός της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η Δ.6 είναι πλέον τυπικής μορφής και οι προϋποθέσεις που θέτει για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν μπορούν να εξεταστούν έξω από το πλαίσιο του Ε.Κ. 44/
  3. Το βάρος όμως, εξακολουθεί να παραμένει στον ενάγοντα να πείσει το Δικαστήριο ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για παροχή αδείας σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου στο εξωτερικό. Αλλά ακόμη και αν εξακολουθεί να ισχύει η Δ.6, η ενάγουσα στήριξε την αίτηση για επίδοση στο εξωτερικό στις υποπαραγράφους c,g,h & f της Δ.6 Θ.1, οι οποίες όμως δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της παρούσας αγωγής. Επιπλέον, η επίδοση που έγινε σύμφωνα με τον Ε.Κ. 1393/2007, είναι παράνομη και αντικανονική. Ο εν λόγω κανονισμός αφορά αστικές υποθέσεις και όχι διοικητικής φύσεως διαφορές. Τα ίδια ισχύουν και για τον Ε.Κ. 44/
  4. Η συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία του ΔΕΕ, εισηγήθηκε ότι η βάση της παρούσας αγωγής είναι εκτός του πεδίου εφαρμογής του Ε.Κ. 1393/2007 αφού προήλθε ξεκάθαρα από ενέργειες της ενάγουσας κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η επιβολή διοικητικού προστίμου από την ενάγουσα δυνάμει του Ν.73(Ι)/2009, συνιστά κατά την συνήγορο εκτελεστή διοικητική πράξη. Συνεπώς δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ενάγουσα ενήργησε ως δημόσια αρχή και ως εκ τούτου η βάση της αγωγής δεν εμπίπτει στον ορισμό των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, στις οποίες αναφέρεται ο Ε.Κ. 1393/
  5. Στην συνέχεια, η συνήγορος ανέφερε ότι δεν μπορεί η παρούσα αίτηση να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική αφού θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να αποφασιστεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Επιπλέον, ο αιτητής προχώρησε άμεσα στην καταχώρηση της παρούσας μόλις περιήλθε σε γνώση του η αγωγή. Ακολούθως έγινε αναφορά στην παράλειψη της ενάγουσας να στηριχθεί στον Ε.Κ 44/2001 κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Η παράλειψη αυτή από μόνη της, δικαιολογεί κατά την συνήγορο την ακύρωση του πιο πάνω διατάγματος καθώς και της επίδοσης που έγινε δυνάμει του Ε.Κ. 1393/
  6. Η πιο πάνω θέση, στηρίζεται στο γεγονός ότι η διαπίστωση της ύπαρξης δικαιοδοσίας για εκδίκαση από τα Κυπριακά Δικαστήρια των επίδικων αξιώσεων, διέπεται από τον Ε.Κ. 44/
  7. Έγινε στην συνέχεια από την συνήγορο, εκτενής αναφορά στο Ε.Κ. 44/
  8. Σύμφωνα με το άρθρο 2.1 του εν λόγω κανονισμού, πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους - μέλους, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων του εν λόγω κράτους ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Ο κανόνας αυτός της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου (domicile), αποτελεί την βασική φιλοσοφία της Σύμβασης των Βρυξελλών, την οποία αντικατέστησε ο Ε.Κ. 44/
  9. Η συνήγορος δέχθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ε.Κ. 44/2001, μεταξύ των εξαιρέσεων του κανόνα της δωσιδικίας της κατοικίας, είναι και οι περιπτώσεις αγωγών για αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία (tort, delict or quasi delict). Στις περιπτώσεις αυτές, η αγωγή καταχωρείται στο Δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Η παρούσα όμως περίπτωση δεν αφορά κατά την συνήγορο, αγωγή αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας ώστε να δικαιολογείται εξαίρεση από τον πιο πάνω κανόνα. Η μη απόδοση προστίμου που επιβλήθηκε από διοικητικό όργανο δεν συνιστά κατά το Κυπριακό δίκαιο, αστικό αδίκημα. Τέλος, η συνήγορος ανέφερε ότι η επίδοση έγινε στον εναγόμενο σε διεύθυνση άλλη από αυτή που αναφέρεται στο σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Δεν πρόκειται για απλή παρατυπία όπως είπε αλλά για παράβαση του διατάγματος του Δικαστηρίου που οδηγεί σε ακύρωση της επίδοσης. Η συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση στην δική της αγόρευση, αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, ανέπτυξε με παραπομπή σε νομολογία, όλους τους προβληθέντες λόγους ένστασης. Ήταν η θέση της ότι από την στιγμή που η Κυπριακή νομοθεσία καθορίζει ρητά ότι το επίδικο πρόστιμο μπορεί να εισπραχθεί ως αστικό χρέος, η παρούσα αγωγή συνιστά αστική υπόθεση και δεν σχετίζεται με ζητήματα διοικητικού ή φορολογικού δικαίου. Ως εκ τούτου, εμπίπτει εντός της εμβέλειας του Ε.Κ. 44/2001 αναφορικά με την επίδοση δικογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το αστικό χρέος κατά την συνήγορο, εντάσσεται στην έννοια της αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5.3 του Ε.Κ. 44/
  10. Η συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι πιο πάνω λέξεις καλύπτουν όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές. Στην παρούσα μάλιστα περίπτωση, ο τόπος δημιουργίας της αιτίας αγωγής καθώς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, συμπίπτουν. Το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα αλλά και η παράλειψη του εναγομένου να καταβάλει το επιβληθέν πρόστιμο, έχουν προκύψει στην Κύπρο. Από την στιγμή που η παράλειψη πληρωμής του προστίμου αποτελεί αστικό χρέος ήτοι μη συμβατική υποχρέωση, η ευθύνη του αιτητή εμπίπτει εντός του άρθρου 5.3 του Ε.Κ. 44/
  11. Συνεπώς, η παρούσα αγωγή νόμιμα εγείρεται στην Κύπρο, ανεξαρτήτως του ότι ο εναγόμενος διαμένει στην Ελλάδα. Ανεξαρτήτως τούτου, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι δεν εφαρμόζεται ο Ε.Κ. 44/2001, είναι η θέση της συνηγόρου ότι εφαρμόζεται στην παρούσα η Δ.6 Θ.1, σύμφωνα με την οποία τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να ακούσουν την παρούσα αγωγή. Στην νομική βάση της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφέρεται η Δ.6 Θ.1 καθώς και ο Ε.Κ. 1393/
  12. Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται και ο Ε.Κ. 44/2001 δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την νομιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου στην Ελλάδα. Ο Ε.Κ. 44/2001 ρυθμίζει ζητήματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, τα οποία είχαν ήδη αποφασιστεί με την έκδοση του διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου στην Γεν. Αίτηση 939/
  13. Η συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου σε σειρά πρωτόδικων αποφάσεων, στις οποίες αιτητής ήταν ο ενάγοντας στην παρούσα όπου τέθηκε παρόμοιο θέμα και στις οποίες αποφασίστηκε ότι ο κανονισμός που διέπει ευθέως το ζήτημα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, είναι ο Ε.Κ. 1393/07 και ως εκ τούτου η συμπερίληψη του Ε.Κ. 44/2001 στην νομική βάση της αίτησης δεν είναι αναγκαία. Το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημ. 9.1.2015, εκδόθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ε.Κ. 1393/07 εφόσον προνοεί την επίδοση όλων των σχετικών δικογράφων στον εναγόμενο μέσω δικαστικού επιμελητή. Ο λόγος για τον οποίο τα πιο πάνω δικόγραφα επιδόθηκαν σε άλλη διεύθυνση από αυτή που αναγράφει το διάταγμα, είναι γιατί εκεί βρίσκεται η κατοικία του εναγομένου όπου και τον εντόπισε ο δικαστικός επιμελητής. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την νομιμότητα της επίδοσης αφού αυτό που έχει σημασία είναι να λάβει γνώση ο εναγόμενος για τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του. Ούτε το γεγονός ότι επιδόθηκε εκτός από το κλητήριο και ειδοποίηση του κλητηρίου, επηρεάζει την νομιμότητα της διαδικασίας επίδοσης δεδομένου ότι αυτό προβλεπόταν από το εκδοθέν διάταγμα. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου ότι η επίδοση έγινε νομότυπα σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα και την φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και έχει στόχο την καθυστέρηση της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. Επιπλέον προκύπτει κατά την συνήγορο ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, η ενάγουσα θα υποστεί ζημία στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Ο αιτητής έχει επικαλεστεί μια σειρά από λόγους για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθεί η σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος. Θα εξετάσω στην συνέχεια ξεχωριστά τον καθένα από τους πιο πάνω λόγους, με ταυτόχρονη παραπομπή στις νομικές αρχές που διέπουν το κάθε ζήτημα όπως προκύπτουν από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. i. Υποχώρηση της Δ.6 Θ.1 έναντι των Ε.Κ. 44/01 & Ε.Κ. 1393/07 αναφορικά με επιδόσεις δικογράφων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι σε σχέση με επιδόσεις δικογράφων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας έχουν υποχωρήσει έναντι των Ευρωπαϊκών Κανονισμών Ε.Κ. 44/01 & Ε.Κ. 1393/
  14. Ως εκ τούτου, κακώς εκδόθηκε το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, στην βάση της Δ.6 Θ.
  15. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Ο Ε.Κ. 44/01 καθορίζει την διεθνή δικαιοδοσία των εθνικών Δικαστηρίων, ο δε ο Ε.Κ. 1393/07 ρυθμίζει τον τρόπο επίδοσης εντός της Ένωσης. Και οι δύο κανονισμοί εμπεριέχουν ρυθμίσεις για τον τρόπο επίδοσης, ιδιαίτερα ο Ε.Κ. 1393/
  16. Σκοπός είναι να διευκολύνουν την διαδικασία επίδοσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν αποσκοπούν όμως σε αποκλειστικότητα ούτε και καθορίζουν τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο θα γίνονται οι επιδόσεις δικογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πουθενά στον εν λόγω κανονισμούς ούτε και στην νομολογία που τους ερμηνεύει δεν αναφέρεται ότι είναι αποκλειστικής μορφής και ούτε αποκλείεται με οιονδήποτε τρόπο η άσκηση της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Υπό τας περιστάσεις δεν ευσταθεί η θέση ότι η ενάγουσα όφειλε στην επίδοση της αγωγής να ακολουθήσει αποκλειστικά την διαδικασία που προβλέπουν οι Ε.Κ 44/01 και Ε.Κ.1393/07 και να αγνοήσει αυτήν της Δ.
  17. Για τον ίδιο λόγο δεν ευσταθεί η θέση ότι επηρεάζεται η νομιμότητα της διαδικασίας λόγω του ότι επιδόθηκε εκτός από το κλητήριο και ειδοποίηση του κλητηρίου δεδομένου ότι αυτό προβλεπόταν από το εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου. ii. Εφαρμογή των Ε.Κ. 44/01 και Ε.Κ. 1393/
  18. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η διαδικασία πάσχει γιατί η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν αναφέρει στην νομική της βάση τον Ε.Κ. 44/
  19. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι ο Ε.Κ. 44/01 αλλά και ο Ε.Κ. 1393/07 αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις και εξαιρούν ειδικά τις υποθέσεις που σχετίζονται με διαφορές φορολογικής και διοικητικής φύσης. Υποστηρίχθηκε από τον αιτητή ότι με δεδομένο ότι η απαίτηση της ενάγουσας προέκυψε μετά άσκηση δημόσιας εξουσίας, η βάση της αγωγής δεν εμπίπτει στον ορισμό των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, στις οποίες αναφέρονται οι εν λόγω κανονισμοί. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι δυνάμει του Ε.Κ. 44/01, η αγωγή έπρεπε να καταχωρηθεί στην Ελλάδα όπου ο εναγόμενος έχει την μόνιμη κατοικία του. Προκειμένου να εξεταστούν οι πιο πάνω θέσεις του αιτητή, κρίνεται αναγκαίο όπως διερευνηθούν ο σκοπός αλλά και η εμβέλεια των πιο πάνω Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Ο Ε.Κ. 44/01 παρότι αντικαταστάθηκε από τον Ε.Κ. 1215/12, εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε υποθέσεις όπως η παρούσα που καταχωρήθηκαν πριν την έναρξη της ισχύος του Ε.Κ. 1215/12, στις 10.1.15 (βλ. άρθρο 66.
  20. του Ε.Κ.1215/12). Ο Ε.Κ. 44/01 ρυθμίζει την διεθνή δικαιοδοσία καθώς και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Στα πλαίσια αυτά, προβαίνει και σε ρυθμίσεις αναφορικά με την επίδοση δικογράφων. Σκοπός του όμως δεν είναι αποκλειστικά η ρύθμιση της επίδοσης δικογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά όπως αναφέρεται και στον τίτλο του, η διεθνής δικαιοδοσία και η αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων εντός της Ένωσης. Ο κανονισμός που ρυθμίζει ειδικά τα ζητήματα επίδοσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο Ε.Κ. 1393/
  21. Σχετική είναι η υπόθεση Alpha Bank ν. Si Senh Daw κα. Πολ. Εφέσεις 23-29/2013 ημ. 13.9.13, στην οποία λέχθηκε ότι σε αυτές τις υποθέσεις, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο που διέπει το θέμα ρυθμίζεται εμμέσως από τον Ε.Κ. 44/01 και ευθέως από τον Ε.Κ. 1393/
  22. Στην Γενική Αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου στην παρούσα υπόθεση, εξετάστηκαν τα ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή, όπως αυτά καθορίζονται στον Ε.Κ. 44/01 αλλά και στην Δ.6 Θ.
  23. Δεν ήταν κατά την κρίση μου υποχρέωση της ενάγουσας να στηριχθεί και στον Ε.Κ. 44/01, στην μεταγενέστερη ενδιάμεση αίτηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Δεν συμφωνώ ως εκ τούτου ότι η μη συμπερίληψη του Ε.Κ.44/01 στην νομική βάση της μονομερούς αιτήσεως για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, συνιστά παρατυπία που να οδηγεί την όλη διαδικασία σε ακύρωση. Αντιθέτως, η αίτηση στηρίζεται τόσον στην Δ.6 Θ.1 όσον και στον Ε.Κ. 1393/07 που αποτελούν τις δικονομικές πρόνοιες οι οποίες ρυθμίζουν ειδικά την διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Ούτε ο ισχυρισμός ότι η παρούσα αγωγή αφορά διαφορά διοικητικού δικαίου είναι ορθός. Η επιβολή των επίδικων προστίμων, έγινε για παραβάσεις συγκεκριμένων διατάξεων του Περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου 73(Ι)/
  24. Σύμφωνα με το άρθρο 39 του πιο πάνω Νόμου, σε περίπτωση παράλειψης καταβολής διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξή του, οπότε το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος. Είναι σαφές κατά την άποψη μου ότι το άρθρο 39 δίνει την δυνατότητα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να εισπράξει το επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο με πολιτική αγωγή. Η αγωγή αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί διοικητικής φύσης, δεδομένου και του χαρακτηρισμού που δίνει ο ίδιος ο Νόμος στο πρόστιμο ως «αστικό χρέος». Το γεγονός ότι το επίδικο αστικό χρέος δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα άσκησης δημόσιας εξουσίας από την ενάγουσα, ουδόλως αλλάζει την κατάσταση ούτε και μετατρέπει την πολιτική αγωγή για την είσπραξη του προστίμου σε διαφορά διοικητικής φύσης. Αυτό που στην ουσία παραμένει να εξεταστεί σε σχέση με την διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσον η ενάγουσα όφειλε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή στην Ελλάδα δυνάμει του άρθρου 2.1 του Ε.Κ. 44/01 ή αν η βάση της αγωγής είναι τέτοια που να εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 5 του Ε.Κ. 44/01 οπόταν είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την αγωγή στην Κύπρο. Ο Ε.Κ 44/01 καθορίζει στο άρθρο 2.1 ως γενική αρχή ότι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος - μέλος της Ένωσης, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους. Στον γενικό αυτό κανόνα που αναφέρεται στην νομική ορολογία ως "δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου", το άρθρο 5 του Ε.Κ. 44/01 καθορίζει κάποιες εξαιρέσεις. Για τους σκοπούς της παρούσας, μας ενδιαφέρει η εξαίρεση του άρθρου 5.3 που αφορά αγωγές ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας (tort, delict or quasi delict). Στις περιπτώσεις αυτές, η αγωγή καταχωρείται στο Δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Στην υπόθεση Poewrtools Electro Srl ν. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε Πολ. Έφεση 320/2009 ημ. 23.10.13 στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος της ενάγουσας, γίνεται παραπομπή στην απόφαση του Δ.Ε.Ε Athanasios Kalfelis v. Bankhaus Schroder

(1988)ECR 5565, όπου ερμηνεύθηκε η φράση "matters, relating to a tort, delict or quasi-delict" του άρθρου 5.3 Ε.Κ. 44/
  1. Αποφασίστηκε σύμφωνα µε την τότε σε ισχύ Συνθήκη των Βρυξελλών την οποία αντικατέστησε Ε.Κ. 44/01 ότι, καλύπτουν "όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές". Είναι νομολογημένο ότι η βάση αγωγής και κατά συνέπεια η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης, καθορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την έκθεση απαίτησης (βλ. μεταξύ άλλων Poewrtools Electro Srl ανωτέρω). Έχω την άποψη ότι από τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης, προκύπτει ότι η βάση της παρούσας αγωγής, εμπίπτει στην έννοια της αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας που καθορίζει το άρθρο 5.3 του Ε.Κ. 44/
  2. Πρόκειται σαφώς για μορφή ευθύνης που δεν είναι συμβατική, αλλά προκύπτει κατ' ευθείαν από τον Νόμο. Όπως έχει νομολογηθεί, είναι θέμα ερμηνείας του ιδίου του συγκεκριμένου Νόμου κατά πόσον στοιχειοθετεί αγώγιμο δικαίωμα για ανάκτηση ζημιάς από παράβαση καθήκοντος που επιβάλλει ο ίδιος ο νόμος (βλ. Peristeronopighi Transport Co Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R 196). Στην παρούσα περίπτωση, είναι αρκετά σαφές κατά την κρίση μου ότι ο Νόμος 73(Ι)/09 δίδει αγώγιμο δικαίωμα στην ενάγουσα εναντίον προσώπου που αρνείται ή παραλείπει να πληρώσει διοικητικό πρόστιμο, το οποίο του έχει επιβληθεί δυνάμει του ιδίου Νόμου. Υπό τας περιστάσεις, πρόσωπα που αρνούνται ή παραλείπουν την πληρωμή του διοικητικού προστίμου, δύνανται να εναχθούν για παράβαση καθήκοντος που επιβάλλει ο Νόμος. Η παράβαση θέσμιου καθήκοντος δεν αναφέρεται στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (ΚΕΦ. 148), αναγνωρίζεται ωστόσο από την Κυπριακή Νομολογία ως αστικό αδίκημα δυνάμει των αρχών του κοινοδικαίου (βλ. Μιχαήλ Κουππαρή ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 Α.Α.Δ 1780). Η βάση αγωγής εμπίπτει ως εκ τούτου στις εξαιρέσεις του άρθρου 5.3 του Ε.Κ. 44/01. Συνεπακόλουθα, δεν ευσταθεί η θέση του εναγομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ακούσει την υπόθεση ή ότι η αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί στην Ελλάδα όπου έχει την μόνιμη διαμονή του. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση εφαρμογής της Δ.6 Θ.1 (f) στην οποία γίνεται επίσης αναφορά σε αγωγές που αφορούν αστικό αδίκημα. iii. Επίδοση σε διεύθυνση διαφορετική από την αυτήν που προβλέπεται στο διάταγμα επίδοσης Είναι κοινά παραδεκτό ότι η επίδικη επίδοση, έγινε σε διεύθυνση άλλη από αυτή που αναφέρεται στο διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα στο διάταγμα ημ. 9.1.15, διατάχθηκε η επίδοση στην διεύθυνση εργασίας του αιτητή στην εταιρεία «Ρ. Λύκος Α.Ε» που βρίσκεται στο 5ο χλμ. της Λεωφόρου Βάρης- Κορωπίου. Τελικά όμως, η επίδοση επιτεύχθηκε στην οικία του εναγομένου στην οδό Ησιόδου 4 στην Αθήνα. Η συνήγορος του αιτητή ισχυρίστηκε στην αγόρευση της ότι η επίδοση είναι παράτυπη και πρέπει να ακυρωθεί για τον πιο πάνω λόγο. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Κρίνω ότι το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την νομιμότητα της επίδοσης. Σύμφωνα με την νομολογία, αυτό που έχει σημασία είναι να λάβει γνώση ο εναγόμενος για τις δικαστικές διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του. Αντίθετη προσέγγιση, προσδίδει τυπολατρική μορφή στην ερμηνεία του Ε.Κ. 1393/2007 και είναι έξω από το πνεύμα του ιδίου του Ευρωπαϊκού Κανονισμού αλλά και των Δ.6 Θ.1 (Βλ. Alpha Bank ν. Si Senh Daw ανωτέρω). iv. Τήρηση της Δ.48 Θ.13 Στην ένορκη δήλωση της αίτησης αναφέρεται ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες της Δ.48 Θ.13 για επίδοση μαζί με τα επίδικο διάταγμα και της μονομερούς αίτησης, δυνάμει της οποία εκδόθηκε. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι επιδόθηκε στον εναγόμενο το κλητήριο μαζί με την ειδοποίηση κλητηρίου καθώς και τα διατάγματα σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Έχουν επίσης επιδοθεί, οι δύο αιτήσεις στην βάση των οποίων εκδόθηκαν μονομερώς τα πιο πάνω διατάγματα. Πρόκειται για την Γενική Αίτηση 939/14 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όσον και την μονομερή αίτηση ημ. 12.12.14 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το γεγονός αυτό είναι εξ' άλλου παραδεκτό από την ίδια την ένορκη δήλωση της αίτησης όπου στην παράγραφο 3 αναφέρεται ότι έγινε επίδοση των πιο πάνω εγγράφων, στην διεύθυνση κατοικίας του εναγομένου στην Αθήνα. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο αιτητής δεν έχει υποδείξει κανένα ουσιαστικό λόγο που να δικαιολογεί τα αιτήματα του για ακύρωση της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αλλά και των διαταγμάτων για σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου ή ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου - αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.