← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βίκτωρα Καρή Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 1746/11, 30/3/2016

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βίκτωρα Καρή Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 1746/11, 30/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1746/11 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και Βίκτωρα Καρή Ιωάννου, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Αίτηση ημερ. 24.11.15 υπό εναγομένου - αιτητή για τροποποίηση και/ή καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2016 Για εναγόμενο - αιτητή: κος Γεώργιος Τρίγγας Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Κατερίνα Γιαπανά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται σε €250.360,00 πλέον τόκους και έξοδα και στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό σύμβαση ενυπόθηκου δανείου που παραχώρησε στον εναγόμενο. Επιζητείται επίσης διάταγμα για πώληση τεσσάρων ενυπόθηκων ακινήτων προς ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του, αρνείται αρχικά την εκ μέρους του σύναψη του εν λόγω δανείου, την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αλλά και ότι οφείλει οιονδήποτε ποσόν στην ενάγουσα. Στην συνέχεια και διαζευκτικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό, επικαλείται υπερχρέωση τόκων και εν πάση περιπτώσει επιβολή τόκων που ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε ή απεδέχθη. Αναφέρει επίσης ότι τρεις από τις κατ' ισχυρισμό υποθήκες δεν σχετίζονται καθόλου με το επίδικο δάνειο. Τέλος, αναφέρεται στην υπεράσπιση ότι η ενάγουσα κίνησε εναντίον του, άλλες τρεις αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τις ίδιες υποθήκες. Η ενέργεια της ενάγουσας να μην συμπεριλάβει σε μια αγωγή και τις τέσσερις απαιτήσεις της αφού στηρίζονται στις ίδιες υποθήκες, συνιστά κατά την υπεράσπιση κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ενάγουσα με την απάντηση στην υπεράσπιση της, αρνείται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς και επαναλαμβάνει τις θέσεις της όπως φαίνονται στην έκθεση απαίτησης. Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης από τον εναγόμενο για την συνένωση των υπολοίπων τριών αγωγών με την παρούσα. Στην συνέχεια όμως, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Μετά από αρκετές αναβολές της ακρόασης της αγωγής για λόγους που αναφέρονται στον φάκελο της υπόθεσης, καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για τον εναγόμενο. Στην συνέχεια ο νέος δικηγόρος του εναγομένου, καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την τροποποίηση της υπεράσπισης και/ή την καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Αιτείται συγκεκριμένα τη διαγραφή και την αντικατάσταση των παραγράφων 2, 3, 4, 5 και 6 που αφορούν το σύνολο των ισχυρισμών της υπεράσπισης, πλην της θέσης για κατάχρηση διαδικασίας λόγω μη συμπερίληψης όλων των απαιτήσεων της ενάγουσας σε μια αγωγή. Με τις προτεινόμενες νέες 7 παραγράφους της υπεράσπισης, ο εναγόμενος προβάλει ισχυρισμούς ότι η υπογραφείσα συμφωνία είναι καταχρηστική και αντίκειται στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο. Επιζητείται επίσης η προσθήκη ισχυρισμών για αμελείς και δόλιές παραστάσεις υπαλλήλων της ενάγουσας σε σχέση με την τιμή της καταναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφέρεται περαιτέρω σε παράνομη παραχώρηση δικαιωμάτων ασφαλειών ζωής του ιδίου προς την ενάγουσα, καθώς και για παράνομη επιβολή αυξημένου επιτοκίου πέραν του συμφωνηθέντος. Το ίδιο ισχύει και για την επιβολή τόκων μετά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση ενός εκ των δικηγόρων του εναγομένου. Αναφέρει ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης, προέκυψε ότι ο εναγόμενος δεν ανέφερε στον αρχικό του δικηγόρο κάποια γεγονότα για να συμπεριληφθούν στην αρχική υπεράσπιση. Στη συνέχεια και αφού το δικηγορικό τους γραφείο ανέλαβε την υπόθεση, διαφάνηκε ότι δεν είχαν δικογραφηθεί οι πιο πάνω ισχυρισμοί, οι οποίοι συνιστούν καλό λόγο υπεράσπισης. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η ενάγουσα δεν θα υποστεί οιανδήποτε ζημιά που να μην μπορεί να καλυφθεί με την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων. Αντίθετα αν δεν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, ο εναγόμενος θα αποστερηθεί των νομίμων δικαιωμάτων του να προβάλει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό τας περιστάσεις και αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, ο ενόρκως δηλών θεωρεί λογικό και δίκαιο όπως εγκριθεί το αίτημα τροποποίησης της υπεράσπισης. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, κατεχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και εισαγάγει στην ουσία νέα βάση υπεράσπισης. Επιπλέον, οι προτεινόμενοι νέοι ισχυρισμοί, ήταν γνωστοί στον αιτητή σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Υπό τα περιστάσεις, ο αιτητής προσπαθεί να διορθώσει λάθη και παραλείψεις με την αιτούμενη τροποποίηση. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση με αποκλειστικό σκοπό την κωλυσιεργία στην εκδίκαση της υπόθεσης. Τέλος, υποστηρίζεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται παράτυπα από δικηγόρο και όχι από τον εναγόμενο χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση για την παρατυπία αυτή. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας, ο οποίος δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στη συνέχεια επαναλαμβάνει όλους τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης. Έμφαση δίδεται στη θέση για πλήρη αλλαγή της υπεράσπισης με την προσπάθεια εισαγωγής νέων στοιχείων, αλλά και για κατάχρηση της διαδικασίας με σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Αγορεύσεις Οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως εμφαίνονται στα αντίστοιχα δικόγραφα της αίτησης και ένστασης. Ο συνήγορος του εναγομένου επικεντρώθηκε στον ισχυρισμό ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα της ενάγουσας δεδομένου ότι δεν έχει αρχίσει ακόμα η ακρόαση της αγωγής. Επανέλαβε επίσης την θέση ότι η έγκριση του αιτήματος θα δώσει την ευκαιρία στον εναγόμενο να προβάλει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα στερηθεί αυτού του δικαιώματος. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι θα πρέπει να επιδικαστούν στην καθ' ης η αίτηση, μόνο τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση και όχι αυτά που δημιουργήθηκαν από την ένσταση. Στήριξε την πιο πάνω θέση στον ισχυρισμό ότι η ένσταση της ενάγουσας είναι αχρείαστη και συνεπώς δεν θα πρέπει η καθ' ης η αίτηση να επωφεληθεί από αυτή της την αδικαιολόγητη ενέργεια. Η συνήγορος για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, αναφέρθηκε ειδικά στην καθυστέρηση του αιτητή να προωθήσει το αίτημα τροποποίησης της υπεράσπισης του. Σημείωσε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε 4 χρόνια μετά από την ημερομηνία καταχώρησης της αρχικής υπεράσπισης. Στην συνέχεια, η συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου στην τροποποίηση δικογράφων, εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν οι πιο πάνω ισχυρισμοί στην αρχική υπεράσπιση δεδομένου ότι αυτοί ήταν γνωστοί στον αιτητή από την αρχή. Ούτε και δόθηκε καμία αιτιολογία γιατί ο εναγόμενος καθυστέρησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα να προωθήσει την παρούσα αίτηση του. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα της ενάγουσας δεδομένου ότι με την αίτηση επιζητείται η ριζική μετατροπή της υπεράσπισης του εναγομένου. Νομική πτυχή. Ο αιτητής στο αιτητικό μέρος της αίτησης, ζητά διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της υπεράσπισης και διαζευκτικά την καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Τα δύο αιτήματα όμως δεν ταυτίζονται. Η διαδικασία καταχώρησης περαιτέρω υπεράσπισης (further defence) ρυθμίζεται από την Δ.23 Θ.2 και δεν έχει καμία σχέση με το αίτημα για τροποποίηση δικογράφων όπως αυτό ρυθμίζεται από την Δ.25. Όπως είναι συνταγμένη βέβαια η αίτηση, αυτό που επιδιώκει είναι την τροποποίηση της υφισταμένης υπεράσπισης με την διαγραφή και αντικατάσταση συγκεκριμένων παραγράφων. Δεν έχει σχέση ως εκ τούτου με αίτημα καταχώρησης περαιτέρω υπεράσπισης, το οποίο λανθασμένα προστέθηκε στο αιτητικό μέρος της αίτησης διαζευκτικά με το αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης. Εξ' άλλου η αίτηση δεν στηρίζεται στην Δ.23 Θ.2 αλλά στην Δ.25 Θ.1 που αφορά αίτημα τροποποίησης δικογράφου και όχι αίτημα για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Ως εκ τούτου, το δικονομικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης είναι η Δ.25 Θ.1, η οποία έχει ως ακολούθως: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real question in controversy between the parties." Σε ελεύθερη μετάφραση: "To Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να μεταβάλει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, κατά τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα ήταν δίκαιο, και όλες αυτές οι τροποποιήσεις πρέπει να γίνονται όπως θα ήταν αναγκαίο προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων τα οποία αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων." Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια νομολογιακή αρχή επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33 ως ακολούθως:
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Συμπεράσματα. Η συνήγορος για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι η ένορκη δήλωση της αίτησης είναι παράτυπη γιατί ο ενόρκως δηλών δεν είναι ο αιτητής αλλά ένας εκ των δικηγόρων του, που χειρίζεται την υπόθεση. Η παρατυπία έγινε χωρίς μάλιστα να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν ορκίστηκε ο αιτητής. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Είναι βέβαια ανεπιθύμητο όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί να εμφανίζονται οι δικηγόροι ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Το γεγονός όμως αυτό δεν καθιστά χωρίς άλλο, την ένορκη δήλωση παράτυπη. Σχετική είναι η υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ 82, στην οποία με παρέπεμψε η ίδια η συνήγορος. Αφού τονίζεται το ανεπιθύμητο της παροχής μαρτυρίας από συνήγορο υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, τονίζεται στην συνέχεια ότι δεν υπάρχει νομολογιακή αρχή ότι σε τέτοια περίπτωση η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι οι αναφορές στην ένορκη δήλωση αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η προϋπόθεση για αποκάλυψη της πηγής της γνώσης του ομνύοντος, έχει με βάση την απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα
(2010)1Β Α.Α.Δ 829 ατονήσει σε τέτοιο βαθμό μετά την εισαγωγή του Νόμου 32(Ι)/2004 ώστε να μην αποτελεί λόγο για να κριθεί η ένορκη δήλωση ως αντικανονική. Εν πάση περιπτώσει στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα εξ' ακοής μαρτυρίας αφού ο ομνύων αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία καταθέτει. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίστηκαν στην προαναφερθείσα νομολογία. Δεν μου διαφεύγει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι ευρεία με την έννοια ότι πέραν του αρχικού ισχυρισμού για επιβολή μη συμφωνηθέντων τόκων, προβάλει και θέσεις για παράνομη επιβολή τόκων αλλά και για αμελείς πράξεις και καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της ενάγουσας κατά τον καταρτισμό της σύμβασης. Από την άλλη και μετά από προσεκτική μελέτη όλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με τον τρόπο αυτό θα δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να δικογραφήσει την θέση του σε σχέση με την σύναψη της σύμβασης αλλά και την επιβολή του αξιούμενου τόκου. Επιπλέον, κρίνω ότι παρά το καθυστερημένο του αιτήματος, καμία ζημιά δεν θα υποστεί η ενάγουσα που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Αντιθέτως, τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα στερούσε ουσιαστικά από τον εναγόμενο, του δικαιώματος να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου την υπόθεση του όπως ο ίδιος επιθυμεί. Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η εκτροπή από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά (βλ. Easton v. Ford Motor Co Ltd ανωτέρω). Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης ως η παρούσα αίτηση. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ., Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό για την δημιουργία των εξόδων λόγω της τροποποίησης της υπεράσπισης. Δεν συμφωνώ επί του προκειμένου με την θέση του συνηγόρου για τον αιτητή ότι η ένσταση της ενάγουσας στην παρούσα αίτηση ήταν εντελώς αχρείαστη και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση ως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους ο εναγόμενος - αιτητής και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.