Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βίκτωρα Καρή Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 1746/11, 30/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1746/11 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και Βίκτωρα Καρή Ιωάννου, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Αίτηση ημερ. 24.11.15 υπό εναγομένου - αιτητή για τροποποίηση και/ή καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2016 Για εναγόμενο - αιτητή: κος Γεώργιος Τρίγγας Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Κατερίνα Γιαπανά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται σε €250.360,00 πλέον τόκους και έξοδα και στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό σύμβαση ενυπόθηκου δανείου που παραχώρησε στον εναγόμενο. Επιζητείται επίσης διάταγμα για πώληση τεσσάρων ενυπόθηκων ακινήτων προς ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του, αρνείται αρχικά την εκ μέρους του σύναψη του εν λόγω δανείου, την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αλλά και ότι οφείλει οιονδήποτε ποσόν στην ενάγουσα. Στην συνέχεια και διαζευκτικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό, επικαλείται υπερχρέωση τόκων και εν πάση περιπτώσει επιβολή τόκων που ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε ή απεδέχθη. Αναφέρει επίσης ότι τρεις από τις κατ' ισχυρισμό υποθήκες δεν σχετίζονται καθόλου με το επίδικο δάνειο. Τέλος, αναφέρεται στην υπεράσπιση ότι η ενάγουσα κίνησε εναντίον του, άλλες τρεις αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τις ίδιες υποθήκες. Η ενέργεια της ενάγουσας να μην συμπεριλάβει σε μια αγωγή και τις τέσσερις απαιτήσεις της αφού στηρίζονται στις ίδιες υποθήκες, συνιστά κατά την υπεράσπιση κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ενάγουσα με την απάντηση στην υπεράσπιση της, αρνείται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς και επαναλαμβάνει τις θέσεις της όπως φαίνονται στην έκθεση απαίτησης. Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης από τον εναγόμενο για την συνένωση των υπολοίπων τριών αγωγών με την παρούσα. Στην συνέχεια όμως, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Μετά από αρκετές αναβολές της ακρόασης της αγωγής για λόγους που αναφέρονται στον φάκελο της υπόθεσης, καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για τον εναγόμενο. Στην συνέχεια ο νέος δικηγόρος του εναγομένου, καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την τροποποίηση της υπεράσπισης και/ή την καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Αιτείται συγκεκριμένα τη διαγραφή και την αντικατάσταση των παραγράφων 2, 3, 4, 5 και 6 που αφορούν το σύνολο των ισχυρισμών της υπεράσπισης, πλην της θέσης για κατάχρηση διαδικασίας λόγω μη συμπερίληψης όλων των απαιτήσεων της ενάγουσας σε μια αγωγή. Με τις προτεινόμενες νέες 7 παραγράφους της υπεράσπισης, ο εναγόμενος προβάλει ισχυρισμούς ότι η υπογραφείσα συμφωνία είναι καταχρηστική και αντίκειται στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο. Επιζητείται επίσης η προσθήκη ισχυρισμών για αμελείς και δόλιές παραστάσεις υπαλλήλων της ενάγουσας σε σχέση με την τιμή της καταναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφέρεται περαιτέρω σε παράνομη παραχώρηση δικαιωμάτων ασφαλειών ζωής του ιδίου προς την ενάγουσα, καθώς και για παράνομη επιβολή αυξημένου επιτοκίου πέραν του συμφωνηθέντος. Το ίδιο ισχύει και για την επιβολή τόκων μετά τον χρόνο τερματισμού της συμφωνίας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση ενός εκ των δικηγόρων του εναγομένου. Αναφέρει ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης, προέκυψε ότι ο εναγόμενος δεν ανέφερε στον αρχικό του δικηγόρο κάποια γεγονότα για να συμπεριληφθούν στην αρχική υπεράσπιση. Στη συνέχεια και αφού το δικηγορικό τους γραφείο ανέλαβε την υπόθεση, διαφάνηκε ότι δεν είχαν δικογραφηθεί οι πιο πάνω ισχυρισμοί, οι οποίοι συνιστούν καλό λόγο υπεράσπισης. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η ενάγουσα δεν θα υποστεί οιανδήποτε ζημιά που να μην μπορεί να καλυφθεί με την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων. Αντίθετα αν δεν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, ο εναγόμενος θα αποστερηθεί των νομίμων δικαιωμάτων του να προβάλει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό τας περιστάσεις και αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, ο ενόρκως δηλών θεωρεί λογικό και δίκαιο όπως εγκριθεί το αίτημα τροποποίησης της υπεράσπισης. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, κατεχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και εισαγάγει στην ουσία νέα βάση υπεράσπισης. Επιπλέον, οι προτεινόμενοι νέοι ισχυρισμοί, ήταν γνωστοί στον αιτητή σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Υπό τα περιστάσεις, ο αιτητής προσπαθεί να διορθώσει λάθη και παραλείψεις με την αιτούμενη τροποποίηση. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση με αποκλειστικό σκοπό την κωλυσιεργία στην εκδίκαση της υπόθεσης. Τέλος, υποστηρίζεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται παράτυπα από δικηγόρο και όχι από τον εναγόμενο χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση για την παρατυπία αυτή. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας, ο οποίος δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στη συνέχεια επαναλαμβάνει όλους τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης. Έμφαση δίδεται στη θέση για πλήρη αλλαγή της υπεράσπισης με την προσπάθεια εισαγωγής νέων στοιχείων, αλλά και για κατάχρηση της διαδικασίας με σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Αγορεύσεις Οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως εμφαίνονται στα αντίστοιχα δικόγραφα της αίτησης και ένστασης. Ο συνήγορος του εναγομένου επικεντρώθηκε στον ισχυρισμό ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα της ενάγουσας δεδομένου ότι δεν έχει αρχίσει ακόμα η ακρόαση της αγωγής. Επανέλαβε επίσης την θέση ότι η έγκριση του αιτήματος θα δώσει την ευκαιρία στον εναγόμενο να προβάλει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα στερηθεί αυτού του δικαιώματος. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι θα πρέπει να επιδικαστούν στην καθ' ης η αίτηση, μόνο τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση και όχι αυτά που δημιουργήθηκαν από την ένσταση. Στήριξε την πιο πάνω θέση στον ισχυρισμό ότι η ένσταση της ενάγουσας είναι αχρείαστη και συνεπώς δεν θα πρέπει η καθ' ης η αίτηση να επωφεληθεί από αυτή της την αδικαιολόγητη ενέργεια. Η συνήγορος για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, αναφέρθηκε ειδικά στην καθυστέρηση του αιτητή να προωθήσει το αίτημα τροποποίησης της υπεράσπισης του. Σημείωσε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε 4 χρόνια μετά από την ημερομηνία καταχώρησης της αρχικής υπεράσπισης. Στην συνέχεια, η συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου στην τροποποίηση δικογράφων, εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν οι πιο πάνω ισχυρισμοί στην αρχική υπεράσπιση δεδομένου ότι αυτοί ήταν γνωστοί στον αιτητή από την αρχή. Ούτε και δόθηκε καμία αιτιολογία γιατί ο εναγόμενος καθυστέρησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα να προωθήσει την παρούσα αίτηση του. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα της ενάγουσας δεδομένου ότι με την αίτηση επιζητείται η ριζική μετατροπή της υπεράσπισης του εναγομένου. Νομική πτυχή. Ο αιτητής στο αιτητικό μέρος της αίτησης, ζητά διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της υπεράσπισης και διαζευκτικά την καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Τα δύο αιτήματα όμως δεν ταυτίζονται. Η διαδικασία καταχώρησης περαιτέρω υπεράσπισης (further defence) ρυθμίζεται από την Δ.23 Θ.2 και δεν έχει καμία σχέση με το αίτημα για τροποποίηση δικογράφων όπως αυτό ρυθμίζεται από την Δ.25. Όπως είναι συνταγμένη βέβαια η αίτηση, αυτό που επιδιώκει είναι την τροποποίηση της υφισταμένης υπεράσπισης με την διαγραφή και αντικατάσταση συγκεκριμένων παραγράφων. Δεν έχει σχέση ως εκ τούτου με αίτημα καταχώρησης περαιτέρω υπεράσπισης, το οποίο λανθασμένα προστέθηκε στο αιτητικό μέρος της αίτησης διαζευκτικά με το αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης. Εξ' άλλου η αίτηση δεν στηρίζεται στην Δ.23 Θ.2 αλλά στην Δ.25 Θ.1 που αφορά αίτημα τροποποίησης δικογράφου και όχι αίτημα για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Ως εκ τούτου, το δικονομικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης είναι η Δ.25 Θ.1, η οποία έχει ως ακολούθως: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real question in controversy between the parties." Σε ελεύθερη μετάφραση: "To Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να μεταβάλει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, κατά τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα ήταν δίκαιο, και όλες αυτές οι τροποποιήσεις πρέπει να γίνονται όπως θα ήταν αναγκαίο προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων τα οποία αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων." Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.