Green Valley Development Corp. κ.α. ν. FBME Bank Limited (υπό εξυγίανση), Αρ. Αγωγής: 354/16, 8/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 354/16 Μεταξύ:
- Green Valley Development Corp., από το Belize
- Avogaro Real Estate Company Ltd, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους Εναγουσών και FBME Bank Limited (υπό εξυγίανση), από την Λευκωσία. Εναγομένης Αίτηση ημερ. 22.1.16 υπό εναγόντων - αιτητών για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ημερομηνία: 8 Μαρτίου 2016 Για ενάγοντες - αιτητές: κα Μαρίνα Τζιούτ Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Σωτηρία Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγουσες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη τράπεζα ενήργησε αμελώς και κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι τους κατά την εκτέλεση των συμφωνιών ανοίγματος λογαριασμού και/ή ότι ενήργησε κατά παράβαση των γενικών όρων (Banking General Conditions) που διέπουν την λειτουργία τέτοιων συμφωνιών. Επιζητούν επιπλέον δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη οφείλει:
- Στην ενάγουσα 1 το ποσόν των €26.966,84 και CHF145.219,55 (ή το ισόποσο σε ευρώ €133.958,53) που βρίσκεται κατατεθειμένο σε δύο λογαριασμούς όψεως που διατηρεί η ενάγουσα 1 στην εναγομένη τράπεζα.
- Στην ενάγουσα 2, το ποσόν των €118.356,18 που βρίσκεται κατατεθειμένο σε δύο λογαριασμούς όψεως που διατηρεί η ενάγουσα 2 στην εναγομένη τράπεζα. Τα εν λόγω ποσά, ζητούνται επίσης ως ζημιά που κατ' ισχυρισμό προκλήθηκε στις ενάγουσες λόγω παράβασης των όρων των συμφωνιών ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού (Banking General Conditions). Τέλος, οι ενάγουσες αιτούνται γενικές αποζημιώσεις για απώλεια, ζημιά και ταλαιπωρία που υπέστησαν εξ' αιτίας της παράβασης των όρων των συμφωνιών ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού και/ή παράβασης των γενικών όρων (Banking General Conditions) που διέπουν την λειτουργία τέτοιων συμφωνιών. Ταυτόχρονα με την αγωγή, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, το οποίο απαγορεύει μεταξύ άλλων, την μεταβίβαση, αποξένωση και μεταφορά από την εναγομένη ή το υποκατάστημα της στην Κύπρο, των πιο πάνω ποσών που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των εναγόντων, οι οποίοι διατηρούνται στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Κύπρο. Επιζητούν επίσης διατάγματα για απαγόρευση μεταφοράς από την εναγομένη εκτός Κύπρου, κινητής περιουσίας της εναγομένης αξίας €300,000,00 καθώς και διάταγμα που να εμποδίζει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να αποξενώσει χρηματικό πόσον ύψους €300.000,00 που βρίσκεται στην φυσική κατοχή της ως καταπιστευματοδόχου της εναγομένης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και που υπογράφεται από δικηγόρο των εναγουσών, αναφέρεται ότι η εναγομένη τράπεζα συστάθηκε σύμφωνα με την νομοθεσία της Ενωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας και είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών της χώρας αυτής. Από το 2003 διατηρεί υποκατάστημα στην Κύπρο, δεόντως εγγεγραμμένο στον Έφορο Εταιρειών. Οι ενάγουσες, άνοιξαν τους πιο πάνω τρεχούμενους λογαριασμούς στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Κύπρο, όχι για να αποταμιεύσουν χρήματα αλλά για σκοπούς διεκπεραίωσης των καθημερινών επιχειρηματικών τους αναγκών. Στην συνέχεια, κατόπιν διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημ. 21.7.14, το υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης και διατάχθηκε η πώληση των εργασιών του στην Κύπρο. Σύμφωνα με ανακοινώσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ο λόγος που η εναγομένη τέθηκε υπό εξυγίανση, είναι οι άμεσες και δραστικές συνέπειες που επέφερε η ανακοίνωση της Μονάδας Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (FinCen) του Αμερικανικού Υπουργείου Εσωτερικών, με την οποία χαρακτήριζε το υποκατάστημα της εναγομένης ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα πρώτιστης ανησυχίας για ξέπλυμα παράνομου χρήματος. Για σκοπούς αποτελεσματικής εκτέλεσης των μέτρων εξυγίανσης, διορίστηκε από την αρχή εξυγίανσης, Ειδικός Διαχειριστής του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Κύπρο. Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η τελευταία ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος της εναγομένης από 21.12.
- Είχε επιβληθεί νωρίτερα πρόστιμο στην εναγομένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως εποπτική αρχή ύψους €1.200.000,00 λόγω μη τήρησης από την εναγομένη, του νομικού και κανονιστικού πλαισίου που διέπει την παρεμπόδιση και καταπολέμηση νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ενόψει των πιο πάνω, από τις 21.7.14 περιορίστηκε σημαντικά η δυνατότητα τραπεζικών συναλλαγών της εναγομένης τράπεζας. Ενώ αρχικά επιτρεπόταν μόνο η απόσυρση συγκεκριμένου ποσού, στην συνέχεια και μετά από την ανάκληση λειτουργίας της εναγομένης ως τραπεζικό ίδρυμα, δεν είναι δυνατή η απόσυρση οιουδήποτε ποσού από τους λογαριασμούς που διατηρεί το υποκατάστημα της εναγομένης στην Κύπρο. Στα πλαίσια αυτά, η εναγομένη απέρριψε αιτήματα των εναγουσών για μεταφορά των επίδικων ποσών, σε λογαριασμούς που διατηρούν σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα. Ως εκ τούτου, η εναγομένη και/ή το υποκατάστημα της στην Κύπρο, έχει παραβεί την σύμβαση ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών σύμφωνα με την οποία όφειλε να εκτελεί τις εντολές των εναγουσών. Έχει επίσης παραβεί τους Γενικούς Όρους (Banking General Conditions) που διέπουν την λειτουργία τέτοιων συμφωνιών. Εξ' αιτίας των πιο πάνω, οι ενάγουσες έχουν υποστεί ζημιές αξίας €278.281,75 που είναι το άθροισμα των καταθέσεων τους, στο υποκατάστημα της εναγομένης. Έχουν επίσης υποστεί και άλλες ζημιές λόγω ταλαιπωρίας και αρνητικού επηρεασμού των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι οι ενάγουσες έχουν καλή υπόθεση και πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή τους εναντίον της εναγομένης και του υποκαταστήματος της, για επιστροφή των πιο πάνω ποσών καθώς και για επιδίκαση αποζημιώσεων. Επιπλέον, η απόρριψη των αιτουμένων διαταγμάτων θα προκαλέσει μεγαλύτερη και ανεπανόρθωτη ζημιά στις ενάγουσες αφού η εναγομένη δεν έχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και σύμφωνα με δηλώσεις του Ειδικού Διαχειριστή της, δεν υπάρχει ρευστότητα στην τράπεζα. Αντιθέτως, η εναγομένη δεν θα υποστεί καμία ζημιά από την έκδοση των διαταγμάτων και οι ενάγουσες είναι έτοιμες να καταθέσουν την εγγύηση που θα διατάξει το Δικαστήριο. Εξετάζοντας σε πρώτο στάδιο μονομερώς την παρούσα αίτηση, έκρινα ότι δικαιολογείται μόνο μερικώς το αίτημα. Ως εκ τούτου, εξέδωσα διάταγμα μόνο ως προς το αιτητικό (α) της αίτησης για απαγόρευση και μεταφορά από την εναγομένη ή το υποκατάστημα της στην Κύπρο, των πιο πάνω ποσών που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των εναγόντων. Η εντύπωση που δόθηκε στην συνήγορο των εναγουσών όπως προκύπτει από την αγόρευση της ότι τα υπόλοιπα αιτητικά ορίστηκαν για επίδοση, είναι σαφώς εσφαλμένη. Το γεγονός αυτό προκύπτει και από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημ. 22.1.16 στο οποίο γίνεται σαφής αναφορά σε επίδοση μόνο του εκδοθέντος μονομερώς συντηρητικού διατάγματος για σκοπούς οριστικοποίησης και όχι σε επίδοση των υπόλοιπων αιτητικών της αίτησης. Εξ' άλλου αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα έπρεπε να διαταχθεί επίδοση της αίτησης και στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εναντίον της οποίας στρέφεται το αιτητικό (β) της αίτησης. Κάτι που επίσης δεν προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καθηκόντως θα εξετάσει μόνον κατά πόσον δικαιολογείται η οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, σύμφωνα με το αιτητικό (α) της αίτησης. Κατόπιν επίδοσης στην εναγομένη του προσωρινού διατάγματος, αυτή προέβαλε ένσταση στην οριστικοποίηση του. Εγείρει αρχικά δύο προδικαστικά σημεία. Το πρώτο αφορά το καθεστώς του υποκαταστήματος της ενάγουσας στην Κύπρο. Υποστηρίζεται ότι το υποκατάστημα δεν αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα και ως εκ τούτου η αγωγή ηγέρθη αντικανονικά και λανθασμένα. Θα έπρεπε σύμφωνα με την ένσταση, η αγωγή να καταχωρηθεί εναντίον της FBME Τανζανίας και να δικογραφηθεί ανάλογα, η σχέση της με το υποκατάστημα που διατηρεί στην Κύπρο. Το δεύτερο προδικαστικό σημείο, άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Αναφέρεται ότι οι τελικές αιτούμενες θεραπείες της αγωγής, σχετίζονται και είναι επακόλουθες της διοικητικής πράξης με την οποία τέθηκε η εναγομένη υπό καθεστώς εξυγίανσης. Με αυτήν την έννοια, οι ενάγουσες καταχρηστικά και εκ του πλαγίου, επιδιώκουν όπως το πολιτικό Δικαστήριο αποφανθεί επί διοικητικών πράξεων κατά παράβαση του άρθρου 146 του Συντάγματος. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρεμποδίσει με την μορφή ενδιάμεσης θεραπείας, την ισχύ και εμβέλεια Κανονιστικών Πράξεων, των άλλων δύο κρατικών λειτουργιών. Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών σημείων, η εναγομένη εγείρει σειρά άλλων λόγων ένστασης για τους οποίους θα έπρεπε κατά την άποψη της να ακυρωθεί το εκδοθέν συντηρητικό διάταγμα. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η οριστικοποίηση του διατάγματος θα είναι αντίθετη και θα επενεργήσει αρνητικά στην άσκηση των καθηκόντων του Ειδικού Διαχειριστή όπως αυτά καθορίζονται στην σχετική νομοθεσία και κανονισμούς για την εξυγίανση τραπεζικών ιδρυμάτων. Το διάταγμα εξυγίανσης ημ. 21.7.14 (Κ.Δ.Π 356/14), εκδόθηκε λόγω έκτακτης ανάγκης για λόγους δημοσίου συμφέροντος και εκτός αν ήθελε ανασταλεί ή ακυρωθεί μέσω της ενδεδειγμένης οδού, παράγει έννομες συνέπειες. Με τον τρόπο αυτό, τυχόν ικανοποίηση της αίτησης και οριστικοποίηση του διατάγματος δεν είναι εφικτή χωρίς την προηγούμενη ακύρωση του εν λόγω διατάγματος εξυγίανσης και ειδικής εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Κύπρο. Επιπλέον, οι αιτούμενες θεραπείες ζητούνται για να ματαιώσουν τους σκοπούς έκδοσης του διατάγματος εξυγίανσης και να προκαταβάλουν την έκδοση ειδικής εκκαθάρισης της εναγομένης. Επίσης, τυχόν αποδοχή της αξίωσης θα θέσει σε προνομιακή θέση τους αιτητές σε σχέση με άλλους πιστωτές της εναγομένης και θα παρέμβει κατά τρόπο πρόωρο στην εκτέλεση των καθηκόντων του ειδικού εκκαθαριστή. Αναφέρεται επιπλέον στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και ότι δεν έχει αποδειχθεί οιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τέλος, αναφέρεται ότι οι αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι απέκρυψαν κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος, ουσιαστικά γεγονότα και έγγραφα που παραπλάνησαν το δικαστήριο στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται εκτενής ανάλυση των πιο πάνω λόγων ένστασης καθώς και εξαντλητική παράθεση των γεγονότων που οδήγησαν στο διάταγμα εκκαθάρισης και τον διορισμό Ειδικού Διαχειριστή, στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Κύπρο. Υποστηρίζεται ότι το διάταγμα εξυγίανσης, κατέστη αναγκαίο για προστασία του δημοσίου συμφέροντος και του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Κύπρο. Αυτό γιατί μετά την ανακοίνωση της Μονάδας Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (FinCen) του Αμερικανικού Υπουργείου Εσωτερικών για ξέπλυμα χρήματος από την εναγομένη, κατέστη προβληματική η λειτουργία της στο Κυπριακό Τραπεζικό σύστημα, το οποίο θα μπορούσε να επηρεαστεί αρνητικά. Γίνεται επίσης αναφορά στην Γενική Αίτηση 205/15 που εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ Λευκωσίας, με την οποία επιζητείται διάταγμα για Ειδική Εκκαθάριση της εναγομένης, στην οποία η FBME Τανζανίας έχει υποβάλει ένσταση. Αναφορά γίνεται και σε άλλες δικαστικές διαδικασίες όπως η προσφυγή της FBME Τανζανίας για ακύρωση της διοικητικής πράξης με την οποία τέθηκε υπό εξυγίανση το υποκατάστημα της στην Κύπρο και στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, αρνήθηκε θεραπεία για προσωρινή αναστολή του διατάγματος εξυγίανσης μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής. Όσον αφορά την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι οι ενάγουσες παρέλειψαν να αναφερθούν στον διορισμό του σημερινού Ειδικού Διαχειριστή Χριστάκη Ιακωβίδη σε αντικατάσταση του προηγουμένου. Παρέλειψαν επίσης να αναφερθούν στις δικαστικές διαδικασίες που είναι σχετικές με το διάταγμα εξυγίανσης όπως η άρνηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδώσει το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα στην προσφυγή που άσκησε η FBME Τανζανίας. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Γενική Αίτηση 205/15, η οποία καταχωρήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μια μέρα μετά το διάταγμα ανάκλησης της τραπεζικής άδειας λειτουργίας της εναγομένης. Με την πιο πάνω αίτηση, επιζητείται διάταγμα για Ειδική Εκκαθάριση της εναγομένης και τον διορισμό Ειδικού Εκκαθαριστή. Η ενάγουσες θα μπορούσαν με ευχέρεια μετά από σχετική έρευνα να διαπιστώσουν το γεγονός αυτό, το οποίο πήρε διαστάσεις στον τύπο και το διαδίκτυο. Μετά την ανάκληση της άδειας και συνακόλουθα της καταχώρησης αίτησης για Ειδική Εκκαθάριση, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και λογαριασμοί του υποκαταστήματος έχουν παγοποιηθεί. Ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αποξένωσης περιουσίας από την εναγομένη. Η απόκρυψη του σημαντικού αυτού γεγονότος κατά την ένορκη δήλωση της ένστασης, επηρέασε την απόφαση του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η ακύρωση του συντηρητικού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Αγορεύσεις Η συνήγορος των εναγουσών στην αγόρευση της αφού έκαμε αναφορά στα δικόγραφα και το ιστορικό της υπόθεσης, εισηγήθηκε ότι οι προδικαστικές ενστάσεις της εναγομένης θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Ήταν η θέση της ότι η παρούσα αγωγή ηγέρθη νομότυπα εναντίον υπαρκτού προσώπου, η ταυτότητα του οποίου έχει ορθά δικογραφηθεί. Προκύπτει επίσης από την ένορκη δήλωση της αίτησης ότι η νομική οντότητα εναντίον της οποίας εγείρεται η αγωγή, είναι η FBME Bank Ltd που είναι δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών Τανζανίας και η οποία διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο, μέσω του υποκαταστήματος της που είναι εγγεγραμμένο στον Έφορο Εταιριών Κύπρου. Οι ενάγουσες συμβλήθηκαν με την εναγομένη μέσω του υποκαταστήματος της στην Κύπρο. Εφόσον η εναγομένη διεξάγει εργασίες στην Κύπρο όπου συνομολογήθηκε και η σύμβαση, ορθώς κατά την συνήγορο η αγωγή καταχωρήθηκε στο παρόν Δικαστήριο. Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση ότι επιχειρείται με την αίτηση η άσκηση ακυρωτικού ελέγχου σε διοικητικές αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγουσες δεν επιδιώκουν την ακύρωση των διαταγμάτων αναφορικά με την εξυγίανση της εναγομένης αλλά μόνο την δέσμευση του ποσού των €300.000,00 που αφορά τους επίδικους λογαριασμούς των εναγουσών. Στην συνέχεια με αναφορά στην νομολογία που σχετίζεται με το καθήκον αποκάλυψης των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγουσες προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και στοιχείων που ήταν σε γνώση τους. Τα γεγονότα που επικαλείται η εναγομένη ότι δεν αποκαλύφθηκαν, δεν ήταν σε γνώση των αιτητών και δεν μπορούσαν εύλογα να γίνουν γνωστά καθότι αφορούσαν διαδικασίες για τις οποίες δεν υπήρχε καμία επίσημη ενημέρωση στις ενάγουσες που είναι αλλοδαπές εταιρείες και διεξάγουν τις εργασίες τους στο εξωτερικό. Ιδιαίτερα αν ήταν γνωστό στις ενάγουσες το γεγονός της ειδικής εκκαθάρισης της αιτήτριας, αυτό θα προβαλλόταν οπωσδήποτε προς υποστήριξη της αίτησης και της θέσης για το κατεπείγον του υπό κρίση αιτήματος. Ήταν επιπλέον η θέση της συνηγόρου ότι η παρούσα αίτηση είναι εξαιρετικά επείγουσας φύσης ενόψει των αστραπιαίων εξελίξεων αναφορικά με το καθεστώς του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Κύπρο. Ακολούθως, η συνήγορος αναφέρθηκε στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και την σχετική νομολογία που ρυθμίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Ήταν η θέση της ότι στην παρούσα υπόθεση, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στον εν λόγω άρθρο για την παροχή προσωρινής θεραπείας. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεδομένου ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγουσών, τίθεται στην βάση αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση και του υποκαταστήματος της. Καταδεικνύεται επιπλέον ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού η συμβατική σχέση δεν αμφισβητήθηκε όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε η άρνηση της εναγομένης να συμμορφωθεί με τις οδηγίες των εναγουσών για μεταφορά των ποσών που βρίσκονται στους επίδικους λογαριασμούς. Ήταν ακόμα η θέση της συνηγόρου ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα, η εναγομένη να μην είναι σε θέση να πληρώσει τα ποσά των λογαριασμών που διατηρούν οι ενάγουσες στο υποκατάστημα της στην Κύπρο. Η εναγομένη δεν έχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας και σύντομα θα τεθεί υπό εκκαθάριση. Όλα τα πιο πάνω, αποδεικνύουν κατά την συνήγορο την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας στην παρούσα υπόθεση, γέρνει υπέρ των εναγουσών. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας από την μη έκδοση τους. Περαιτέρω, η οριστικοποίηση του διατάγματος δεν θα προκαλέσει ζημιά στην εναγομένη σε αντίθεση με την ζημιά που θα προκληθεί στις ενάγουσες από την απόρριψη του αιτήματος. Η συνήγορος της εναγομένης στην δική της αγόρευση, αναφέρθηκε αναλυτικά στους λόγους ένστασης όπως εμφαίνονται στο δικόγραφο της ένστασης της εναγομένης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ισχυρισμό ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει επί των αιτουμένων με την αγωγή θεραπειών, οι οποίες επιδιώκουν στην ουσία να παρέμβουν στο διάταγμα εξυγίανσης και ειδικής εκκαθάρισης της εναγομένης. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει κατά την συνήγορο, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να δικαιολογείται η οριστικοποίηση του διατάγματος αλλά και το στοιχείο του επείγοντος για την έκδοση του. Ήταν επιπλέον η θέση της συνηγόρου ότι ακόμη και να πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, δεν θα έπρεπε να οριστικοποιηθεί το διάταγμα γιατί το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της εναγομένης. Η ακύρωση του διατάγματος δεν θα προξενήσει ζημιά στις ενάγουσες ενώ αντίθετα η οριστικοποίηση του θα ανατρέψει την διαδικασία εξυγίανσης με αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά η σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα της Κύπρου. Αυτό γιατί κατά την συνήγορο, το διάταγμα εξυγίανσης εκδόθηκε για σκοπούς δημόσιας ασφάλειας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Κύπρου. Στην συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα υπόθεση, οι ενάγουσες έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Ως τέτοια, ανέφερε τον τερματισμό των υπηρεσιών του αρχικού διαχειριστή και τον διορισμό του Χριστάκη Ιακωβίδη στη θέση του. Απέκρυψαν επίσης δικαστικές αποφάσεις που ενέπλεκαν την εναγομένη και το διάταγμα εξυγίανσης της καθώς και το γεγονός ότι στις 22.12.15, μια μέρα μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εναγομένης, καταχωρήθηκε η Γενική Αίτηση 205/15 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος Ειδικής Εκκαθάρισης της εναγομένης. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση των εναγουσών αν προέβαιναν στην δέουσα έρευνα δεδομένου ότι το ζήτημα είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου ότι στην περίπτωση που αποτύχει η διαδικασία Ειδικής Εκκαθάρισης, πέραν των 6000 ασφαλισμένων καταθετών, συμπεριλαμβανομένων και των εναγουσών θα αποζημιωθούν μέχρι του πόσου των €100.000,00 εντός 20 εργασίμων ημερών. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και στην περίπτωση Ειδικής Εκκαθάρισης, τα συμφέροντα των καταθετών έχουν προτεραιότητα. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4 & 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση ακίνητης περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ομοίως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα, το άρθρο 5 του Κεφ. 6, που αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης που ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Αντιθέτως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση και οι πρόνοιες του οποίου έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος από τα άρθρα 4 & 5 του Κεφ.
- Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Επίσης στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα και δεν περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1A Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και ζητά στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360 και Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1Α ΑΑΔ 583). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Αυτό, γιατί σε περίπτωση που γίνουν αποδεκτοί οι εν λόγω ισχυρισμοί, η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Η εναγομένη ισχυρίζεται επί του προκειμένου ότι οι ενάγουσες απέκρυψαν τον τερματισμό των υπηρεσιών του αρχικού διαχειριστή και τον διορισμό του Χριστάκη Ιακωβίδη στη θέση του. Απέκρυψαν επίσης δικαστικές αποφάσεις σχετικές με το διάταγμα εξυγίανσης καθώς και το γεγονός ότι στις 22.12.15, μια μέρα μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εναγομένης, καταχωρήθηκε η Γενική Αίτηση 205/15 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος Ειδικής Εκκαθάρισης της εναγομένης. Από μελέτη του συνόλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν ευσταθεί η θέση για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από τις ενάγουσες. Κατ' αρχάς, ο τερματισμός των υπηρεσιών του προηγούμενου διαχειριστή και ο διορισμός νέου, δεν συνιστά ουσιαστικό γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Ούτε υπάρχει εκ μέρους της εναγομένης επιχειρηματολογία ως προς το με ποιο τρόπο, το στοιχείο αυτό θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όσον αφορά το ζήτημα των δικαστικών διαδικασιών που αφορούν το διάταγμα εξυγίανσης, αυτές δεν ήταν σε γνώση των εναγουσών. Πρόκειται για διαδικασίες που είτε κινήθηκαν από την εναγομένη είτε από την αρχή εξυγίανσης και στις οποίες δεν εμπλέκονται με οιονδήποτε τρόπο οι ενάγουσες. Δεν συμφωνώ επί του προκειμένου με την θέση της εναγομένης ότι οι διαδικασίες αυτές θα μπορούσαν με εύλογη έρευνα να περιέλθουν σε γνώση των εναγουσών. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η αγωγή καταχωρήθηκε παράτυπα εναντίον του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο, το οποίο δεν αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από την FBME Τανζανίας. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Προκύπτει από το υλικό που έχω ενώπιον μου ότι η αγωγή δεν καταχωρήθηκε εναντίον του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Κύπρο αλλά εναντίον της FBME που είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών Τανζανίας. Το γεγονός ότι οι ενάγουσες επέλεξαν να επιδώσουν την αγωγή στην Κύπρο μέσω του υποκαταστήματος που διατηρεί η εναγομένη στην χώρα μας δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον του υποκαταστήματος. Ως εκ τούτου, η θέση της εναγομένης για παρατυπία στην έγερση της αγωγής, απορρίπτεται. Μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για έγκριση του αιτήματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και στην προαναφερθείσα νομολογία. Η βάση αγωγής των εναγουσών, είναι η κατ' ισχυρισμό παράβαση από την εναγομένη, της σύμβασης ανοίγματος των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών αλλά και η παράβαση των γενικών όρων (Banking General Conditions) που διέπουν την λειτουργία τέτοιων συμβάσεων. Εδράζεται κατ' ουσία σε παράλειψη της εναγομένης να ακολουθήσει τις οδηγίες των εναγουσών για μεταφορά των ποσών που βρίσκονται στους επίδικους λογαριασμούς, σε λογαριασμούς που διατηρούν οι ενάγουσες σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση της εναγομένης ότι η παρούσα αγωγή αφορά άμεσα την εξέταση από το Δικαστήριο, της νομιμότητα της διοικητικής πράξης με την οποία η εναγομένη τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης. Η αγωγή στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά και παράβαση γενικών όρων τραπεζικής πρακτικής από την εναγομένη. Ως εκ τούτου, βρίσκω ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για απόδειξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, βρίσκω ότι δεν έχει αποδειχθεί η ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Μπορεί μεν η υπόθεση να στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά και να μην αφορά αίτημα ακύρωσης διοικητικής πράξης, από την άλλη όμως, είναι σωστή η θέση της εναγομένης ότι σε περίπτωση που γίνουν δεκτά τα αιτήματα, στην ουσία θα ανατραπεί όλη η διαδικασία εξυγίανσης της εναγομένης. Για να γίνει κατανοητή η πιο πάνω διαπίστωση, είναι σωστό στα στάδιο αυτό να παρατεθούν οι σχετικές πρόνοιες και η εμβέλεια του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
- Σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που αποτελεί την μόνη αρχή εξυγίανσης δυνάμει του τροποποιητικού Νόμου 90(Ι)/14, έχει εξουσία να θέτει υπό εξυγίανση οιονδήποτε πιστωτικό ίδρυμα µέσω της έκδοσης σχετικού διατάγματος. Στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να αποφασίσει είτε την εκκαθάριση είτε την πώληση των εργασιών του πιστωτικού ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη άδεια διεξαγωγής τέτοιων εργασιών, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες αυτές. Η αναγκαιότητα ψήφισης του πιο πάνω Νόμου, κατέστη αναγκαία μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και τις αποφάσεις του Eurogroup για κούρεμα των καταθέσεων στις Κυπριακές Τράπεζες, Λαϊκή και Τράπεζα Κύπρου (Βλ. Μυρτώ Χριστοδούλου κα ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου συνεκδικαζόμενες προσφυγές 551/13 κα ημ. 7.6.2013). Με τη θέσπιση του Νόμου 17(Ι)/2013, επέρχεται ένα νέο νομικό καθεστώς για τα αδειούχα πιστωτικά ιδρύματα με την σύσταση των λεγομένων «ιδρυμάτων υπό εξυγίανση» (βλ. Αναφορικά με την Εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd ECLI:CY:AD:2014:D295, Πολ. Έφεση αρ. 60/2014 ημ. 7.5.2014). Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Νόμου, η αρχή εξυγίανσης έχει εξουσία να διορίσει Ειδικό Διαχειριστή με σκοπό την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης μέχρι την ολοκλήρωση των μέτρων αυτών ή ανάλογα με την περίπτωση για την επίβλεψη της διαδικασίας εκκαθάρισης του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου, μετά το διάταγμα εξυγίανσης και τον διορισμό Ειδικού Διαχειριστή, αποφάσεις ή πράξεις σχετικά με τη διοίκηση ή λειτουργία του υπό εξυγίανση ιδρύματος είναι άκυρες, στον βαθμό που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των ληφθέντων ή επικείμενων μέτρων εξυγίανσης. Όσον αφορά την έννοια της «εκκαθάρισης», αυτή καθορίζεται σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου ως η Ειδική Εκκαθάριση που προβλέπεται δυνάμει των διατάξεων του Μέρους ΧΙΙΙ του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(I)/
- Ο ως άνω Νόμος καθορίζει επιπλέον στο άρθρο 33Β ότι η αναστολή της άδειας λειτουργίας του τραπεζικού ιδρύματος, αποτελεί λόγο εκκαθάρισης του. Είναι σαφές ότι μετά την αναστολή της άδειας λειτουργίας και την έναρξη της διαδικασίας για Ειδική Εκκαθάριση του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Κύπρο, δεν επιτρέπεται στην εναγομένη η διεξαγωγή οιασδήποτε τραπεζικής δραστηριότητας μέσω του εν λόγω υποκαταστήματος. Σε αυτές τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβάνονται και οι μεταφορές ποσών που ζήτησαν οι ενάγουσες από λογαριασμούς που διατηρούν στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Κύπρο και στις οποίες εδράζουν την απαίτηση τους για κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης. Καταλογίζεται δηλαδή στην εναγομένη με την παρούσα αγωγή, αντισυμβατική συμπεριφορά για παράλειψη διενέργειας μια πράξης, την οποία δεν είχε εξουσία να διενεργήσει όντας υπό καθεστώς εξυγίανσης και ιδιαίτερα μετά την αναστολή της άδειας λειτουργίας της και την έναρξη της διαδικασίας για Ειδική Εκκαθάριση της. Με δεδομένα τα πιο πάνω, είναι κατά την γνώμη μου εμφανές ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, στο βαθμό που η νομολογία απαιτεί προκειμένου να αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Πέραν τούτου, κρίνω ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αποδειχθεί από τις ενάγουσες. Το γεγονός της αναστολής λειτουργίας και έναρξης της διαδικασίας εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της εναγομένης δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι οι ενάγουσες δεν θα αποζημιωθούν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης. Οι ίδιες εξ' άλλου οι ενάγουσες, ισχυρίστηκαν ότι στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι κατατεθειμένο ένα αρκετά μεγάλο ποσόν της εναγομένης ύψους 160 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο η Κεντρική Τράπεζα κατακρατεί ως καταπιστευματοδόχος. Το εν λόγο ποσόν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για ικανοποίηση των πιστωτών της εναγομένης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι καταθέτες της. Επιπλέον, σημειώνω ότι οι ενάγουσες που είναι καταθέτες στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Κύπρο, μπορούν να επωφεληθούν της προστασίας που παρέχει ο Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος Ν.16(Ι)/
- Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η εναγομένη δεν έχει αποδείξει ούτε την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι αυτό γέρνει προς το μέρος της εναγομένης. Οι ενάγουσες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν ακυρωθεί το διάταγμα αφού όπως προανέφερα ακόμα και στην περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης έχουν την δυνατότητα να αποζημιωθούν. Από την άλλη, τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος θα ανατρέψει στην ουσία την διαδικασία εξυγίανσης της εναγομένης. Ακόμα, θα δώσει προτεραιότητα στις ενάγουσες έναντι των άλλων πιστωτών και καταθετών της εναγομένης. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιήσω το υπό κρίση προσωρινό διάταγμα. Ως αποτέλεσμα, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 22.1.16, ακυρώνεται για όλους τους προαναφερθέντες λόγους. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγουσών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο