Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7465/14, 11/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7465/14 Μεταξύ: Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Ενάγοντος και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 13.10.15 υπό ενάγοντος - αιτητού για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2016 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Μάριος Νικολάου Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Κλειώ Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντος Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ), ανέρχεται σε €160.403,15 πλέον νόμιμο τόκο και στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενες ετήσιες εισφορές από την εναγομένη Τράπεζα, δυνάμει σχετικής χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η επιβολή των πιο πάνω τελών και του τόκου επί του οφειλόμενου ποσού, είναι προϊόν αποφάσεων του συμβουλίου Χ.Α.Κ που συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η νομιμότητα των οποίων δεν υπόκειται στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η εναγομένη στερείται οιασδήποτε υπεράσπισης στην αγωγή. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 3.4.15 μετά το σημείωμα εμφάνισης της εναγομένης, αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην ένορκη δήλωση της αίτησης που υπογράφεται από υπάλληλο του Χ.Α.Κ, επισυνάπτονται τρία τιμολόγια στα οποία εμφαίνονται οι χρεώσεις των πιο πάνω τελών. Επαναλαμβάνεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή λόγω του ότι η επιβολή των πιο πάνω τελών, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Η εναγομένη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Ως λόγους ένστασης αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 και επιπλέον είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη. Αναφέρει επίσης ότι η αίτηση είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13 και τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί δυνάμει αυτού και τα οποία είναι άμεσα δεσμευτικά και εκτελεστά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται ότι η έκδοση του πρώτου τιμολογίου, αφορά χρέωση για ενσωμάτωση χρεογράφων που ανήκαν στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα. Με την έκδοση του διατάγματος εξυγίανσης της εν λόγω τράπεζας, τα χρεόγραφα μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη που είναι το αποκτών πρόσωπο για να συνεχίσει σύμφωνα με το διάταγμα εξυγίανσης, τις εργασίες της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας. Ως εκ τούτου η ισχυριζόμενη σε σχέση με την ενσωμάτωση αυτή οφειλή δεν υφίσταται. Αυτό γιατί στην ουσία, έχει αλλάξει απλά το καθεστώς του εκδότη των ομολόγων και όχι η ακύρωση και επανεισαγωγή τους ώστε να δικαιολογείται η χρέωση. Η μεταφορά έγινε με τους αρχικούς όρους έκδοσης και τα τέλη είχαν ήδη καταβληθεί από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα. Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 33 του Νόμου 17(Ι)/13 η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης κατά την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων που καθορίζονται στον Νόμο, εξαιρείται από την πληρωμή οποιουδήποτε φόρου ή τέλους. Όσον αφορά τα υπόλοιπα δύο τιμολόγια, αυτά αφορούν ετήσια εισφορά για περιόδους όμως που η τιμή της εναγομένης δεν διαπραγματευόταν στο Χ.Α.Κ και συνεπώς δεν υπήρχε τιμή κλεισίματος. Εφ' όσον τα εν λόγω τέλη υπολογίζονταν βάση της χρηματιστηριακής αξίας των τίτλων, το γεγονός ότι η τιμή της εναγομένης δεν διαπραγματευόταν κατά τον εν λόγω χρόνο, δεν μπορούν να τεκμηριωθούν οι ισχυριζόμενες χρεώσεις. Ήταν ακόμα η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι το αίτημα για συνοπτική απόφαση, αντίκειται στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά προσφυγών 551/12 κ.α. αλλά και στα διατάγματα που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα ως αρχή εξυγίανσης της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσα αίτησης με την οποία οι αιτητές ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης δεν είνα9ι ορθά και παραπλανούν το Δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό καθίσταται αναγκαία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε να απαντηθούν κάποιοι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ένσταση της εναγομένης. Ζητείται συγκεκριμένα συμπληρωματική ένορκη δήλωση από υπάλληλο του Χ.Α.Κ, άλλον από αυτόν που ορκίστηκε στην αρχική ένορκη δήλωση της αίτησης. Αυτό γιατί ή προτεινόμενη ομνύουσα ως προϊστάμενη του κεντρικού Μητρώου του Χ.Α.Κ, είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα ως προς τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένσταση, οι οποίοι δεν ήταν γνωστοί στους αιτητές και στον ενόρκως δηλούντα με την καταχώρηση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Στην συνέχεια, η ομνύουσα παραθέτει τους ισχυρισμούς τους οποίους θέλει να ενσωματώσει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι για το πρώτο τιμολόγιο των €150.000,00, έγινε ακύρωση των επίδικων ομολόγων της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας. Η ακύρωση ήταν αποτέλεσμα απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για διαγραφή όλων των τίτλων της εν λόγω τράπεζας δυνάμει του άρθρου 127.2 των Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμων του 2007 έως 2012. Αποτέλεσμα ήταν η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα να πάψει να θεωρείται εισηγμένος εκδότης ομολόγων στο Χ.Α.Κ. Στην συνέχεια η εναγομένη ως το αποκτών πρόσωπο της Λαϊκής Τράπεζας, υπέβαλε αίτημα στο συμβούλιο του Χ.Α.Κ για εισαγωγή των εν λόγω ομολόγων για σκοπούς διαπραγμάτευσης στην αγορά ομολόγων του Χ.Α.Κ. Το αίτημα εγκρίθηκε από το συμβούλιο του Χ.Α.Κ. και υπό τας περιστάσεις τέθηκε σε εφαρμογή, η Κανονιστική Απόφαση του συμβουλίου του Χ.Α.Κ (Κ.Δ.Π 326/2009) για καταβολή των προβλεπόμενων δικαιωμάτων. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι περίπτωση αφορούσε σαφώς εισαγωγή νέων αξιών στο Χ.Α.Κ και όχι επανεισαγωγή των ομολόγων που ανήκαν στην Λαϊκή Τράπεζα. Πρόκειται για νέους τίτλους αφού άλλαξε ο εκδότης και οι κωδικοί διαπραγμάτευσης και επειδή οι προηγούμενοι τίτλοι είχαν ακυρωθεί. Την θέση αυτή, μετέφεραν οι ενάγοντες και στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος ζήτησε με επιστολή του την εισαγωγή των επίδικων τίτλων χωρίς επιπλέον κόστος. Η εναγομένη είχε κατά την ομνύουσα το δικαίωμα να καταχωρήσει προσφυγή εντός 75 ημερών από την έκδοση του επίδικου τιμολογίου, πράγμα που παρέλειψε να πράξει. Ως εκ τούτου δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με τα υπόλοιπα δύο τιμολόγια, η ομνύουσα απορρίπτει την θέση ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί το τέλος διαπραγμάτευσης. Το γεγονός ότι είχε ανασταλεί για ένα χρονικό διάστημα η διαπραγμάτευση των τίτλων της εναγομένης τράπεζας από το ΧΑΚ δεν απαλλάσσει την εναγομένη από την υποχρέωση καταβολής των σχετικών τελών. Ούτε και τέθηκε οιοσδήποτε σχετικός περιορισμός από την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης ή από την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με αυτό το θέμα. Ως εκ τούτου εναπόκειτο στο Συμβούλιο του Χ.Α.Κ να επιβάλει ή όχι τα πιο πάνω τέλη και δικαιώματα. Σε σχέση με την απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές 551/13 κ.α, η ομνύουσα αναφέρει ότι αυτή δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση την εξουσία των εναγόντων για την επιβολή των επίδικων τελών. Ήταν τέλος η θέση της ομνύουσας ότι σε περίπτωση που δεν τύχουν απάντησης οι ισχυρισμοί της εναγομένης όπως εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης, τότε υπάρχει ο κίνδυνος το Δικαστήριο να προβεί σε εσφαλμένα και ακροσφαλή συμπεράσματα κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης για συνοπτική απόφαση. Τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν, είναι ουσιώδη στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης και με την εισαγωγή τους θα δοθεί στο Δικαστήριο μια πλήρης εικόνα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η εναγομένη κατεχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης γίνεται αναφορά σε καταχρηστική αίτηση αφού οι αιτητές γνώριζαν από πριν τους ισχυρισμούς που επιθυμούν να εισαγάγουν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επιπλέον, η αίτηση είναι κακόπιστη γιατί αποσκοπεί να προσθέσει νέους ισχυρισμούς και να απαντήσει σε θέσεις που προβάλλονται με την ένσταση. Αναφέρεται επίσης ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα συνεπάγεται άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων και κωλυσιεργία στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εναγομένης, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επιπλέον ότι με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα δοθεί πλήρης εικόνα των γεγονότων αλλά αντίθετα θα διορθωθεί με ανεπίτρεπτο τρόπο ή αρχική ένορκη δήλωση με δυσμενείς συνέπειες στα δικαιώματα της εναγομένης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγόντων - αιτητών στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι στόχος των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει την ουσία της διαφοράς. Η εξουσία του Δικαστηρίου καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική μετά και την τροποποίηση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία δεν επιτρέπεται η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας σε ενδιάμεσες αιτήσεις, οι οποίες κρίνονται στην βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Επί της ουσίας των ισχυρισμών της ένστασης, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι δεν έχει αποδειχθεί σε κανένα σημείο κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών ούτε κατάχρηση της διαδικασίας όπως αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες δεν επιχειρούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση να επαναλάβουν τους αρχικούς τους ισχυρισμούς ή να αναφερθούν σε γεγονότα που όφειλαν να συμπεριλάβουν στην αρχική ένορκη τους δήλωση. Αυτό που επιζητείται είναι να απαντηθούν οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι για πρώτη φορά ηγέρθηκαν στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Αυτός είναι κατά τον συνήγορο και ο σκοπός της Δ.48 Θ.4
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.