← Κύπρος

Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7465/14, 11/3/2016

Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7465/14, 11/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7465/14 Μεταξύ: Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Ενάγοντος και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 13.10.15 υπό ενάγοντος - αιτητού για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2016 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Μάριος Νικολάου Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Κλειώ Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντος Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ), ανέρχεται σε €160.403,15 πλέον νόμιμο τόκο και στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενες ετήσιες εισφορές από την εναγομένη Τράπεζα, δυνάμει σχετικής χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η επιβολή των πιο πάνω τελών και του τόκου επί του οφειλόμενου ποσού, είναι προϊόν αποφάσεων του συμβουλίου Χ.Α.Κ που συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, η νομιμότητα των οποίων δεν υπόκειται στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η εναγομένη στερείται οιασδήποτε υπεράσπισης στην αγωγή. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 3.4.15 μετά το σημείωμα εμφάνισης της εναγομένης, αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην ένορκη δήλωση της αίτησης που υπογράφεται από υπάλληλο του Χ.Α.Κ, επισυνάπτονται τρία τιμολόγια στα οποία εμφαίνονται οι χρεώσεις των πιο πάνω τελών. Επαναλαμβάνεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή λόγω του ότι η επιβολή των πιο πάνω τελών, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Η εναγομένη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Ως λόγους ένστασης αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 και επιπλέον είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη. Αναφέρει επίσης ότι η αίτηση είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13 και τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί δυνάμει αυτού και τα οποία είναι άμεσα δεσμευτικά και εκτελεστά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται ότι η έκδοση του πρώτου τιμολογίου, αφορά χρέωση για ενσωμάτωση χρεογράφων που ανήκαν στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα. Με την έκδοση του διατάγματος εξυγίανσης της εν λόγω τράπεζας, τα χρεόγραφα μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη που είναι το αποκτών πρόσωπο για να συνεχίσει σύμφωνα με το διάταγμα εξυγίανσης, τις εργασίες της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας. Ως εκ τούτου η ισχυριζόμενη σε σχέση με την ενσωμάτωση αυτή οφειλή δεν υφίσταται. Αυτό γιατί στην ουσία, έχει αλλάξει απλά το καθεστώς του εκδότη των ομολόγων και όχι η ακύρωση και επανεισαγωγή τους ώστε να δικαιολογείται η χρέωση. Η μεταφορά έγινε με τους αρχικούς όρους έκδοσης και τα τέλη είχαν ήδη καταβληθεί από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα. Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 33 του Νόμου 17(Ι)/13 η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης κατά την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων που καθορίζονται στον Νόμο, εξαιρείται από την πληρωμή οποιουδήποτε φόρου ή τέλους. Όσον αφορά τα υπόλοιπα δύο τιμολόγια, αυτά αφορούν ετήσια εισφορά για περιόδους όμως που η τιμή της εναγομένης δεν διαπραγματευόταν στο Χ.Α.Κ και συνεπώς δεν υπήρχε τιμή κλεισίματος. Εφ' όσον τα εν λόγω τέλη υπολογίζονταν βάση της χρηματιστηριακής αξίας των τίτλων, το γεγονός ότι η τιμή της εναγομένης δεν διαπραγματευόταν κατά τον εν λόγω χρόνο, δεν μπορούν να τεκμηριωθούν οι ισχυριζόμενες χρεώσεις. Ήταν ακόμα η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι το αίτημα για συνοπτική απόφαση, αντίκειται στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά προσφυγών 551/12 κ.α. αλλά και στα διατάγματα που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα ως αρχή εξυγίανσης της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσα αίτησης με την οποία οι αιτητές ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης δεν είνα9ι ορθά και παραπλανούν το Δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό καθίσταται αναγκαία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε να απαντηθούν κάποιοι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ένσταση της εναγομένης. Ζητείται συγκεκριμένα συμπληρωματική ένορκη δήλωση από υπάλληλο του Χ.Α.Κ, άλλον από αυτόν που ορκίστηκε στην αρχική ένορκη δήλωση της αίτησης. Αυτό γιατί ή προτεινόμενη ομνύουσα ως προϊστάμενη του κεντρικού Μητρώου του Χ.Α.Κ, είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα ως προς τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένσταση, οι οποίοι δεν ήταν γνωστοί στους αιτητές και στον ενόρκως δηλούντα με την καταχώρηση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Στην συνέχεια, η ομνύουσα παραθέτει τους ισχυρισμούς τους οποίους θέλει να ενσωματώσει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι για το πρώτο τιμολόγιο των €150.000,00, έγινε ακύρωση των επίδικων ομολόγων της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας. Η ακύρωση ήταν αποτέλεσμα απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για διαγραφή όλων των τίτλων της εν λόγω τράπεζας δυνάμει του άρθρου 127.2 των Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμων του 2007 έως 2012. Αποτέλεσμα ήταν η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα να πάψει να θεωρείται εισηγμένος εκδότης ομολόγων στο Χ.Α.Κ. Στην συνέχεια η εναγομένη ως το αποκτών πρόσωπο της Λαϊκής Τράπεζας, υπέβαλε αίτημα στο συμβούλιο του Χ.Α.Κ για εισαγωγή των εν λόγω ομολόγων για σκοπούς διαπραγμάτευσης στην αγορά ομολόγων του Χ.Α.Κ. Το αίτημα εγκρίθηκε από το συμβούλιο του Χ.Α.Κ. και υπό τας περιστάσεις τέθηκε σε εφαρμογή, η Κανονιστική Απόφαση του συμβουλίου του Χ.Α.Κ (Κ.Δ.Π 326/2009) για καταβολή των προβλεπόμενων δικαιωμάτων. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι περίπτωση αφορούσε σαφώς εισαγωγή νέων αξιών στο Χ.Α.Κ και όχι επανεισαγωγή των ομολόγων που ανήκαν στην Λαϊκή Τράπεζα. Πρόκειται για νέους τίτλους αφού άλλαξε ο εκδότης και οι κωδικοί διαπραγμάτευσης και επειδή οι προηγούμενοι τίτλοι είχαν ακυρωθεί. Την θέση αυτή, μετέφεραν οι ενάγοντες και στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος ζήτησε με επιστολή του την εισαγωγή των επίδικων τίτλων χωρίς επιπλέον κόστος. Η εναγομένη είχε κατά την ομνύουσα το δικαίωμα να καταχωρήσει προσφυγή εντός 75 ημερών από την έκδοση του επίδικου τιμολογίου, πράγμα που παρέλειψε να πράξει. Ως εκ τούτου δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με τα υπόλοιπα δύο τιμολόγια, η ομνύουσα απορρίπτει την θέση ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί το τέλος διαπραγμάτευσης. Το γεγονός ότι είχε ανασταλεί για ένα χρονικό διάστημα η διαπραγμάτευση των τίτλων της εναγομένης τράπεζας από το ΧΑΚ δεν απαλλάσσει την εναγομένη από την υποχρέωση καταβολής των σχετικών τελών. Ούτε και τέθηκε οιοσδήποτε σχετικός περιορισμός από την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης ή από την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με αυτό το θέμα. Ως εκ τούτου εναπόκειτο στο Συμβούλιο του Χ.Α.Κ να επιβάλει ή όχι τα πιο πάνω τέλη και δικαιώματα. Σε σχέση με την απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές 551/13 κ.α, η ομνύουσα αναφέρει ότι αυτή δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση την εξουσία των εναγόντων για την επιβολή των επίδικων τελών. Ήταν τέλος η θέση της ομνύουσας ότι σε περίπτωση που δεν τύχουν απάντησης οι ισχυρισμοί της εναγομένης όπως εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης, τότε υπάρχει ο κίνδυνος το Δικαστήριο να προβεί σε εσφαλμένα και ακροσφαλή συμπεράσματα κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης για συνοπτική απόφαση. Τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν, είναι ουσιώδη στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης και με την εισαγωγή τους θα δοθεί στο Δικαστήριο μια πλήρης εικόνα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η εναγομένη κατεχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης γίνεται αναφορά σε καταχρηστική αίτηση αφού οι αιτητές γνώριζαν από πριν τους ισχυρισμούς που επιθυμούν να εισαγάγουν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επιπλέον, η αίτηση είναι κακόπιστη γιατί αποσκοπεί να προσθέσει νέους ισχυρισμούς και να απαντήσει σε θέσεις που προβάλλονται με την ένσταση. Αναφέρεται επίσης ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα συνεπάγεται άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων και κωλυσιεργία στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εναγομένης, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επιπλέον ότι με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα δοθεί πλήρης εικόνα των γεγονότων αλλά αντίθετα θα διορθωθεί με ανεπίτρεπτο τρόπο ή αρχική ένορκη δήλωση με δυσμενείς συνέπειες στα δικαιώματα της εναγομένης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγόντων - αιτητών στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι στόχος των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει την ουσία της διαφοράς. Η εξουσία του Δικαστηρίου καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική μετά και την τροποποίηση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία δεν επιτρέπεται η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας σε ενδιάμεσες αιτήσεις, οι οποίες κρίνονται στην βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Επί της ουσίας των ισχυρισμών της ένστασης, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι δεν έχει αποδειχθεί σε κανένα σημείο κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών ούτε κατάχρηση της διαδικασίας όπως αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες δεν επιχειρούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση να επαναλάβουν τους αρχικούς τους ισχυρισμούς ή να αναφερθούν σε γεγονότα που όφειλαν να συμπεριλάβουν στην αρχική ένορκη τους δήλωση. Αυτό που επιζητείται είναι να απαντηθούν οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι για πρώτη φορά ηγέρθηκαν στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Αυτός είναι κατά τον συνήγορο και ο σκοπός της Δ.48 Θ.4

(2)να τεθεί δηλαδή ενώπιον του Δικαστηρίου, ολοκληρωμένη η εικόνα της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση αφού με την ένσταση προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι επίδικες οφειλές δεν υφίστανται και αντίκεινται στα διατάγματα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, οι αιτητές έχουν κατά τον συνήγορο καλό λόγο και δικαίωμα να απαντήσουν με την καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Η συνήγορος για την εναγομένη - καθ' ου η αίτηση, στην δική της αγόρευση έκαμε εκτενή αναφορά στους λόγους ένστασης για τους οποίους κατά την άποψη της δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η αίτηση. Ειδικότερα, επανέλαβε την θέση της ένστασης ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να κατατεθούν, ήταν γνωστοί τους αιτητές που όφειλαν ως εκ τούτου να τους συμπεριλάβουν στην αρχική ένορκη δήλωση. Η συνήγορος εισηγήθηκε επίσης κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών, οι οποίοι με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην ουσία επιχειρούν να απαντήσουν στις θέσεις της ένστασης των καθ' ων η αίτηση. Όμως κάτι τέτοιο για την συνήγορο δεν είναι επιτρεπτό αφού σύμφωνα με την νομολογία δεν ενδείκνυται σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης να γίνεται από το Δικαστήριο στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών μέσα από συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια στην νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης, είναι αυστηρές οι τυπικές προϋποθέσεις της Δ.18 όσον αφορά την στοιχεία της ένορκης δήλωσης. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος απόρριψης κατά την συνήγορο της παρούσας αίτησης αφού με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα δοθεί πλήρης εικόνα της υπόθεσης αλλά αντίθετα θα διορθωθεί με ανεπίτρεπτο τρόπο η αρχική ένορκη δήλωση με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματα των εναγομένων. Νομική πτυχή. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (Βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & A. Messios and Sons Ltd κα v. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση μου με δεδομένη την σχετικότητα με τα επίδικα θέματα των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν, σε συνδυασμό πάντα με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το κατά την άποψη του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου για έγκριση του αιτήματος, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν συνέτασσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Θα πρέπει επιπλέον να αναφέρονται περιληπτικά τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα με την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται, μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος με την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι με τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Ειδικότερα σε σχέση με τις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, έχει νομολογηθεί στην υπόθεση FFP Fish Processing Ltd κα ω. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ 1230 ότι δεν ενδείκνυται η μετατροπή της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης σε δίκη επί της ουσίας με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής στην σελ. 1237 της πιο πάνω απόφασης : « Κατ' αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817).» Συμπεράσματα Στην παρούσα περίπτωση, οι αιτητές δεν επεσύναψαν με την αίτηση τους, την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιθυμούν να καταχωρήσουν ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει την σχετικότητα της με τα επίδικα θέματα. Γίνεται όμως επαρκής αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, στους ισχυρισμούς που θα συμπεριλάβουν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση αν το αίτημα τους γίνει αποδεκτό. Αναφέρεται επί του προκειμένου ότι επιθυμούν να απαντήσουν στην θέση των εναγομένων ότι οι επίδικες οφειλές δεν υφίστανται και ότι αντίκεινται στα διατάγματα εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Επιθυμούν επίσης να παραθέσουν τον ισχυρισμό ότι τα ομόλογα της Λαϊκής Τράπεζας έχουν ακυρωθεί από την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ως εκ τούτου οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να επιβάλουν τέλη και επανεισαγωγή των ομολόγων από το αποκτών πρόσωπο που είναι η εναγομένη Τράπεζα Κύπρου λόγω του ότι έγινε επανέκδοση τους. Με δεδομένα τα πιο πάνω και από μελέτη του συνόλου του υπολοίπου υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτρέψω την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Υπενθυμίζω ότι ο βασικός ισχυρισμός των εναγόντων επί του οποίου στηρίζουν την αίτηση τους για συνοπτική απόφαση, είναι ότι η επιβολή των επιδίκων τελών, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την νομιμότητα της. Αν η πιο πάνω θέση των εναγόντων γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, τότε η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα επιτύχει χωρίς να εξεταστεί η νομιμότητα της πράξης και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλονται με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση για νομότυπη και αιτιολογημένη επιβολή τελών. Αν από την άλλη η ποιο πάνω θέση απορριφθεί από το Δικαστήριο, και πάλι δεν δικαιολογείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφού σε αυτήν την περίπτωση επιχειρείται η στάθμιση από το Δικαστήριο αντικρουομένων ισχυρισμών μέσα από συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις κάτι που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν θα εξετάσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς αναφορικά με το αιτιολογημένο ή όχι της επιβολής τελών. Θα περιοριστεί μόνον στο κατά πόσον με την ένορκη δήλωση της ένστασης, έχει τεθεί ή όχι συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Το θεσμοθετημένο πλαίσιο της Δ.18 δεν επιτρέπει την μετατροπή της αίτησης για συνοπτική απόφαση σε Δίκη επί της ουσίας της απαίτησης (βλ. FFP Fish Processing Ltd ανωτέρω). Υπό τας περιστάσεις και έχοντας υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, κρίνω ότι δεν υπάρχει καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία τίποτε δεν θα προσθέσει στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων που σχετίζονται με την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση απορρίπτεται. Οι αιτητές να επιβαρυνθούν επίσης με τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της εκδίκασης της κυρίως αίτησης για συνοπτική απόφαση. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.