ΣΠΕ Λήδρα Λτδ (πρώην ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ - πρώην Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ) ν. Γεώργιου Θεοδώρου, Αρ Αίτησης: 765/14, 18/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ Αίτησης: 765/14 Μεταξύ: ΣΠΕ Λήδρα Λτδ (πρώην ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ - πρώην Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ) Αιτήτριας και Γεώργιου Θεοδώρου, από το Δάλι Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερ. 30.11.15 υπό Γεώργιου Θεοδώρου για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2016 Για αιτητή - Γεώργιο Θεοδώρου: κος Αλέξανδρος Μελάς Για καθ' ου η αίτηση - ΣΠΕ Λήδρα Λτδ: κα Ρούλα Ιάσωνος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8.2.12 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση (αιτητή στην παρούσα), σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην ΣΠΕ Λήδρα Λτδ, το ποσόν των €107.995,10 με τόκο προς 9% ετησίως πλέον €200,00 έξοδα διαιτησίας. Η απόφαση στηρίχθηκε σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου που παραχώρησε η αιτήτρια- ΣΠΕ Λήδρα Λτδ στον καθ' ου η αίτηση. Διατάχθηκε επίσης όπως το προϊόν εκποίησης της υποθήκης Υ7981/2010, χρησιμοποιηθεί για πληρωμή του ως άνω χρέους. Με την αίτηση της ημ. 17.9.14, η ΣΠΕ Λήδρα Λτδ ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Στην ένορκη δήλωση της αίτησης, επισυνάπτεται αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης, σύμφωνα με την οποία ο καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε στην διαιτητική διαδικασία και παραδέχθηκε το χρέος του. Ο καθ' ου η αίτηση κατεχώρησε ένσταση στην εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Με τους τρεις πρώτους λόγους ένστασης, επικαλείται λανθασμένη νομική και δικονομική βάση της αίτησης που δεν νομιμοποιεί την αιτούμενη θεραπεία ως επίσης και ανεπάρκεια των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης με την έννοια ότι δεν δικαιολογούν την αιτούμενη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Στους υπολοίπους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων, σε παράβαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και της ελεύθερης πρόσβασης του σε αμερόληπτο Δικαστήριο. Με αίτηση του ημ. 21.1.15, ο καθ' ου η αίτηση ζητούσε αρχικά όπως παραπεμφθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε) σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει στα πλαίσια εγγραφής διαιτητικής απόφασης, τυχόν καταχρηστικές ρήτρες στην διαιτητική διαδικασία. Επιζητούσε επίσης ως δεύτερη θεραπεία όπως εξεταστούν προδικαστικά και πριν την ακρόαση της ουσίας της αίτησης, οι λόγοι 1 & 3 της ένστασης ως προς την κατ' ισχυρισμό λανθασμένη νομική και δικονομική βάση του αιτήματος. Το πιο πάνω αίτημα για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε, αποσύρθηκε άνευ βλάβης από τον καθ' ου η αίτηση. Στην συνέχεια το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για προδικαστική εκδίκαση της κατ' ισχυρισμό λανθασμένης νομικής και δικονομικής βάσης της αίτησης για λόγους που αναφέρονται σε ενδιάμεση απόφαση μου, ημερομηνίας 11.6.
- Ο καθ' ου η αίτηση επανήλθε με την παρούσα αίτηση του, με την οποία ζητά όπως παραπεμφθούν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε), έξη συνολικά προδικαστικά νομικά ερωτήματα. Η σύνταξη των αιτημάτων δεν είναι με όλο το σέβας η καλύτερη δυνατή ώστε ξεκάθαρα να γίνεται αντιληπτό τι ζητά ο καθ' ου η αίτηση να παραπεμφθεί ως νομικό ερώτημα. Από προσεκτική μελέτη της αίτησης αν έχω αντιληφθεί ορθά, τα αιτήματα εστιάζονται κυρίως στα πιο κάτω:
- Κατά πόσον στα πλαίσια της ισότητας και της δίκαιης Δίκης, σε αιτήσεις όπως η παρούσα, το εθνικό Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει και να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η προθεσμία άσκησης έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης είναι μόνον 21 ημέρες και δεν παρατείνεται, σε αντίθεση με τις αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων όπου είναι 42 ημέρες που μπορούν να παραταθούν και για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο να αρνηθεί την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Επιζητείται επίσης παραπομπή νομικού ερωτήματος κατά πόσον η προθεσμία αυτή είναι επαρκής προκειμένου να ζητηθούν και μελετηθούν τα πρακτικά της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς καταχώρησης Έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης.
- Κατά πόσον το εθνικό Δικαστήριο, μπορεί και οφείλει να εξετάσει στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης που δεν εφεσιβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 21 ημερών, ζητήματα που αφορούν τις πραγματικές περιστάσεις της διαιτητικής διαδικασίας καθώς και τις πρόνοιες του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών και συγκεκριμένα αν συνάδουν με τις αρχές της δίκαιης Δίκης, το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και τον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης, ειδικότερα στο γεγονός ότι οι διατάξεις αυτές δεν επιτρέπουν την προσφυγή στο Δικαστήριο αντί της επιλογής της διαιτητικής διαδικασίας. Επιζητείται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας στην αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στα πιο πάνω ερωτήματα. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 267 της Συνθήκης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 140 του Συντάγματος, στο άρθρο 34Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στον Περί Δικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (αρ.1) του
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι η απόσυρση άνευ βλάβης του προηγούμενου αιτήματος για παραπομπή στο Δ.Ε.Ε, έγινε για να διακριβωθεί ποιο είναι το ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικό υπόβαθρο. Εφόσον διαπιστώθηκε ότι η αίτηση θα εκδικαστεί στην βάση των ένορκων δηλώσεων χωρίς προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας, οι συνήγοροι του καθ' ου η αίτηση έκριναν ότι είναι τώρα το κατάλληλο στάδιο για παραπομπή των νομικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε. Τα νομικά ερωτήματα έχουν την πραγματική τους βάση στις πρόνοιες του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών που αφορούν την υποχρεωτική παραπομπή σε διαιτησία χωρίς ο οφειλέτης να έχει λόγο στον διορισμό διαιτητή. Η κυπριακή νομολογία δείχνει απροθυμία να εξετάζει αυτά τα ζητήματα στο στάδιο της αίτησης εγγραφής διαιτητικής απόφασης και θεωρεί καταλυτικό το γεγονός της παρέλευσης της προθεσμίας των 21 ημερών για καταχώρηση Έφεσης. Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι παραπλανήθηκε από την αιτήτρια και του στερήθηκε το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο. Η αιτήτρια ΣΠΕ Λήδρα Λτδ, καταχώρησε ένσταση στο αίτημα του καθ' ου η αίτηση. Στους λόγους ένστασης, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο καθ' ου η αίτηση κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να ζητά τα αιτούμενα διατάγματα αφού παρουσιάστηκε στην διαιτητική διαδικασία και δεν αμφισβήτησε το χρέος του. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας αφού πλην της παραδοχής του χρέους, δεν καταχωρήθηκε έφεση εντός της προβλεπομένης προθεσμίας. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι τα εθνικά Δικαστήρια που δεν εκδίδουν αποφάσεις τελευταίου βαθμού δεν οφείλουν να παραπέμψουν νομικά ερωτήματα και επίσης ότι δεν προκύπτει επί της ουσίας ότι η παρέμβαση του Δ.Ε.Ε είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση (αιτητή στην παρούσα), στην αγόρευση του αναφέρθηκε στο άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθορίζει την διαδικασία παραπομπής νομικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε από Δικαστήριο κράτους - μέλους. Με εκτεταμένη παραπομπή σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Δ.Ε.Ε, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι τα προτεινόμενα ερωτήματα είναι εξαιρετικής σημασίας και άπτονται των λεπτών θεμάτων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Τα ερωτήματα έχουν την πραγματική τους βάση στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, σύμφωνα με το οποίο η διαφορά με συνεργατική εταιρεία παραπέμπεται υποχρεωτικά σε διαιτησία από τον Έφορο Συνεργατισμού που διορίζει και τον διαιτητή, χωρίς ο οφειλέτης να έχει λόγο στον εν λόγο διορισμό. Στο ίδιο τον νόμο, προβλέπεται η έκδοση διαδικαστικών θεσμών που θα διέπουν την διαιτητική διαδικασία. Τέτοιοι θεσμοί δεν έχουν ακόμα εκδοθεί κατά τον συνήγορο. Σε σχέση με την προθεσμία έφεσης των 21 ημερών, ο συνήγορος παρέπεμψε σε αποφάσεις του Δ.Ε.Ε, σύμφωνα με τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει στα εθνικά Δικαστήρια να αγνοήσουν εθνικό δικονομικό κανόνα για προθεσμίες αν κριθεί ότι θίγει την αρχή της αποτελεσματικότητας με την έννοια ότι καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση δικαιωμάτων που χορηγούνται από την κοινοτική έννομη τάξη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η προθεσμία των 21 ημερών δεν είναι εύλογη, τότε θα πρέπει να παραπέμψει τα υπό κρίση προδικαστικά ερωτήματα στο Δ.Ε.Ε. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι είναι αναγκαία η απάντηση από το Δ.Ε.Ε στα υπό κρίση προδικαστικά ερωτήματα που άπτονται των δικαιωμάτων του οφειλέτη για δίκαιη δίκη και ελεύθερη προσφυγή στο Δικαστήριο. Η συνήγορος της Σ.Π.Ε Λήδρα Λτδ στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι ο οφειλέτης παρουσιάστηκε στην διαιτητική διαδικασία και παραδέχθηκε το χρέος του, τον εμποδίζει να προβάλει ισχυρισμούς ως προς την νομιμότητα της διαδικασίας. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι το κατάλληλο στάδιο για αμφισβήτηση της διαιτησίας και της οφειλής, είναι η διαιτητική διαδικασία. Επομένως, ο καθ' ου η αίτηση κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να προβάλει στο στάδιο της αίτησης εγγραφής, ισχυρισμούς ως προς την αντικανονικότητα της διαιτητικής απόφασης. Επί της ουσίας, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα ακόμα και αν αυτό ζητηθεί από τους διαδίκους. Στην παρούσα περίπτωση, η παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν είναι αναγκαία για επίλυση της διαφοράς. Επιπρόσθετα, η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας Στην συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία του Δ.Ε.Ε ότι για την παραπομπή δεν αρκεί να υποστηριχθεί από ένα διάδικο ότι η διαφορά θέτει ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι αναγκαία για να μπορέσει το εθνικό Δικαστήριο να αποφασίσει τελεσίδικα τα επίδικα νομικά θέματα που αναφύονται στην υπό κρίση διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν κατά την συνήγορο οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ειδικότερα, οι αιτούμενες παραπομπές δεν είναι απολύτως αναγκαίο να απαντηθούν, προκειμένου το εθνικό Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα αίτηση. Νομική πτυχή Το άρθρο 267 (πρώην 234) της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε), έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: (α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο ..» Στην υπόθεση Theosavva Co Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Έφεση 472/11 ημ. 20.1.14, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την εμβέλεια του άρθρου 267 της Σ.Λ.Ε.Ε: « Όπως γίνεται αντιληπτό, με το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ παρέχεται στο Εθνικό Δικαστήριο η δυνατότητα να παραπέμπει στο ΔΕΕ νομικό ερώτημα σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη, όταν στο αντικείμενο της διαφοράς που καλείται να αποφασίσει ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας των Συνθηκών της Ένωσης και, η δεύτερη, όταν ανακύπτει ζήτημα που σχετίζεται με το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.» Μετά την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατέστη αναγκαία η τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ώστε να τεθεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την Δικαστική Παραπομπή Νομικών Ερωτημάτων από τα Κυπριακά Δικαστήρια στο Δ.Ε.Ε. Έτσι με τον Νόμο 119(Ι)/2008, τροποποιήθηκε ο Περί Δικαστηρίων Νόμος με την προσθήκη του άρθρου 34Α το οποίο έχει ως ακολούθως: «34Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.
(2)Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» Στην υπόθεση Cypra Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ 305, το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο Δ.Ε.Ε, ανέφερε ότι το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, παρέχει στο Δ.Ε.Ε την εξουσία να ερμηνεύει την Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει την Συνθήκη, στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο σε αποφάσεις εθνικών Δικαστηρίων. Η λειτουργία του, είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός, είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας (Βλ. Υπόθεση 166/73, Rheinmuhlen-Dusseldorf v. EVGF [1974] ECR 33). Στην υπόθεση Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd κα Πολ. Έφεση αρ. 283/2010 ημερ. 10.3.15, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση R. v. H.M. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust plc.
(1987)C.M.L.R.
(2), p. 1, 4, όπου αποφασίστηκε ότι τα πιο κάτω συνιστούν μεταξύ άλλων, λόγους που δικαιολογούν την προδικαστική παραπομπή στο Δ.Ε.Ε:
- Τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης να μην τελούν υπό αμφισβήτηση.
- Το νομικό σημείο που εγείρεται να είναι καθοριστικό για την τελεσίδικη επίλυση της επίδικης διαφοράς.
- Να μην υπάρχει κοινοτική αυθεντία επί του νομικού σημείου ή παραπλήσια του.
- Το εγερθέν σημείο και αυτή η ίδια η υπόθεση να προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο. Στην πιο πάνω υπόθεση Περικλέους, γίνεται επίσης αναφορά στις συστάσεις του ιδίου του Δ.Ε.Ε προς στα εθνικά Δικαστήρια για την παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος (Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ειδικά στην σύσταση 13 που έχει ως εξής: "
- Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως." Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της προδικαστικής παραπομπής, είναι να αποδειχθεί ότι αυτή, είναι αναγκαία για επίλυση της ουσίας της διαφοράς. Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, ουσιαστική προϋπόθεση για την παραπομπή, είναι το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα ζητήματα που εγείρονται προδικαστικά. Σχετική είναι η υπόθεση Theosavva (ανωτέρω), η οποία αφορούσε αίτημα παραπομπής στο Δ.Ε.Ε για ερμηνεία συγκεκριμένων οδηγιών της Ε.Ε, αναφορικά με φαρμακευτικά προϊόντα. Το αίτημα έγινε στα πλαίσια αγωγής του Γενικού Εισαγγελέα για είσπραξη διοικητικού προστίμου που επιβλήθηκε στην εναγομένη εταιρεία από το Συμβούλιο Φαρμάκων δυνάμει του περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου 70
(1)/
- Πριν την ολοκλήρωση της Δικαστικής διαδικασίας, η εναγομένη εταιρεία καταχώρισε αίτηση για παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, νομικού ερωτήματος που απέβλεπε στην έκδοση προδικαστικής απόφασης σχετιζόμενης με την ερμηνεία του άρθρου 1 της Οδηγίας 6/786/ΕΟΚ και του άρθρου 1 της Οδηγίας 64/65/ΕΟΚ που αφορούν καλλυντικά και φαρμακευτικά προϊόντα αντίστοιχα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφάνθηκε ότι τα επίδικα νομικά ερωτήματα δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς στην εκκρεμούσα αγωγή, δεδομένου ότι το ίδιο δεν είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί για τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης του Συμβουλίου Φαρμάκων να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο. Κατ' επέκταση δεν είχε ούτε αρμοδιότητα να εξετάσει κατά πόσον η εν λόγω διοικητική πράξη συνάδει με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η πιο πάνω προσέγγιση έγινε αποδεκτή από το Εφετείο με την παρατήρηση ότι το αίτημα της εναγομένης εταιρείας για προδικαστική παραπομπή, απέβλεπε να εισαγάγει στην πρωτόδικη διαδικασία, ζήτημα που μόνο στο πλαίσιο άσκησης προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος θα μπορούσε να εισαχθεί. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την ορθότητα της διαιτητικής διαδικασίας και απόφασης ούτε και με την νομιμότητα του διορισμού διαιτητή. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν, μόνο στα πλαίσιο Έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
- Στην υπόθεση Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κα
(2008)1Α Α.Α.Δ 716 λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Σ.Π.Ε Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707. Όσον αφορά το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο αντί της επιλογής της διαιτητικής διαδικασίας, σχετική είναι η παλαιά υπόθεση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου The Co - Operative Grocery of Vasillia v. Haralambos N. Primou and other
(1962)4 R.S.C.C.
- Στην πιο πάνω υπόθεση, εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα του προϊσχύσαντος άρθρου 53 του Περί Συνεργατικών Εταιριών Νόμου (Κεφ. 114) (The Co-operative Societies Law, Cap. 114), του οποίου οι ρυθμίσεις ήταν παρόμοιες με αυτές του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 53 του Κεφ. 114 δεν παραβιάζει το άρθρο 30.1 του Συντάγματος, τονίζοντας το γεγονός ότι τα μέλη των Συνεργατικών Εταιρειών υπάγονται εκουσίως σε διαιτητικές διαδικασίες δυνάμει του Νόμου. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 19 της απόφασης: "Coming now to the issue concerning Article 30, such Article safeguards, inter alia, the right of access to the court assigned to any person by or under the Constitution and also lays down that every person shall be entitled in the determination of his civil rights and obligations to a hearing before a court established by law. Article 30 also prohibits the establishment of judicial committees or exceptional courts. Voluntary arbitration does not violate against the above provisions of Article 30, simply because the rights safeguarded therein are such that they may be waived by any person entitled to them in respect of any particular subject or class of subjects and, moreover, such arbitration is, by its very nature, clearly distinguishable from judicial committees or exceptional courts. In the opinion of the Court the form of arbitration provided in section 53, though statutory, is in the nature of voluntary arbitration, for the purpose of Article 30, for the following reasons: Everybody is presumed to know the law and also, everybody is free to form or not to form a co-operative society, to join or not to join, to accept or not to accept office in, or employment with, such a society. Further, section 53 appears to be limited only to disputes concerning the internal administration of co-operative societies, as held in Hussein Shefik v The First Limassol Co-operative Savings Bank Limited, 19 C.L.R. p. 244 and Eleni Zenonos & others v Michael Mylonas & others, 19 C.L.R. p.259, with which decisions this Court sees no reason to disagree. It follows, therefore, that everybody who forms or becomes a member of, or accepts office in, or employment with, a cooperative society, as well as a co-operative society, as such, registered under CAP 114, must be presumed to have entered voluntarily into a legal relationship which includes as one of its terms and characteristics the form of arbitration provided under section 53 in respect of certain disputes. Thus, an agreement that disputes within the ambit of section 53 shall be determined in the manner prescribed therein comes into being and, it follows that the rights safeguarded as above, under Article 30, are deemed to have been waived, to that extent, as in any other case of voluntary arbitration". Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι οποιοσδήποτε αποδέχεται να γίνει μέλος Συνεργατικής Εταιρείας δυνάμει του Νόμου 22/85 θα πρέπει να θεωρείται ότι αποδέχθηκε την είσοδο του σε μια νομική σχέση, η οποία μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνει την υπαγωγή σε διαιτητικές διαδικασίες για οποιαδήποτε διαφορά προκύψει δυνάμει του Νόμου. Κατά συνέπεια, όλα τα δικαιώματα που καθορίζονται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, για διαφορές που προκύπτουν δυνάμει του Νόμου 22/85, θεωρείται ότι το μέλος της Συνεργατικής Εταιρείας τα έχει αποποιηθεί σε τέτοιο βαθμό όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις υπαγωγής σε εθελοντική διαιτησία. Η ίδιες αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην μεταγενέστερη απόφαση In re Pericleous
(1985)1 Α.Α.Δ. 178, όπου λέχθηκε επιπλέον ότι η διαιτησία θεωρείται οιονεί δικαστική διαδικασία και ότι τα άρθρα 28, 30 και 152 του Συντάγματος δεν αποκλείουν την εθελοντική προσφυγή των διαδίκων σε διαιτητικές διαδικασίες. Συμπεράσματα Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι τα ζητήματα που επιδιώκεται να παραπεμφθούν στο Δ.Ε.Ε με την παρούσα αίτηση, δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια αιτήματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης. Ούτε η προθεσμία του δικαιώματος έφεσης ούτε η νομιμότητα του διορισμού διαιτητή και η εγκυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας, είναι εντός της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στην αίτηση εγγραφής, η οποία χαρακτηρίζεται από την νομολογία ως τυπικής μορφής. Τα ίδια ισχύουν και ως προς την θέση για στέρηση του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο και υποχρεωτικής υπαγωγής σε διαιτητική διαδικασία. Παίρνοντας καθοδήγηση από τις αρχές που καθιέρωσε η υπόθεση Theosavva (ανωτέρω), κρίνω ότι δεν ενδείκνυται η παραπομπή στο Δ.Ε.Ε των υπό κρίση προδικαστικών ερωτημάτων. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ακούσει ισχυρισμούς στα πλαίσια αίτησης εγγραφής διαιτητικής απόφασης αναφορικά με την νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας. Κατ' επέκταση δεν έχει δικαιοδοσία να ακούσει αν η διαιτητική διαδικασία που καθορίζει το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, παραβιάζει με οιονδήποτε τρόπο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν να τεθούν σε διαδικασία έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης, η οποία όμως δεν εγέρθηκε εντός της προβλεπομένης προθεσμίας. Ως αποτέλεσμα, η προδικαστική παραπομπή των υπό κρίση θεμάτων δεν κρίνεται αναγκαία για την εκδίκαση της αίτησης εγγραφής της επίδικης διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ΣΠΕ Λήδρα Λτδ - καθ' ης η αίτηση στην παρούσα και εναντίον του αιτητή Γεώργιου Θεοδώρου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο