Κυριάκος Δημητρίου κ.α. ν. Ανδρέας Ελευθεριάδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 7772/09, 23/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7772/09 Μεταξύ:
- Κυριάκος Δημητρίου
- Χριστάκης Χριστοφή Εναγόντων και
- Ανδρέας Ελευθεριάδης
- A.S Cyprus College Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου 2016 Για ενάγοντες: κα Έλενα Νικολάου Για εναγόμενους: κος Ανδρέας Παναγιώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι εν πολλοίς παραδεκτά. Η ουσιαστική διαφορά των διαδίκων, εστιάζεται στην διαφορετική ερμηνεία που δίδουν σε συνομολογηθείσα μεταξύ τους συμφωνία με την οποία οι ενάγοντες ανέλαβαν κατόπιν άδειας, την χρήση της καφετέριας της εναγομένης 2 εταιρείας. Η διαφορά σχετίζεται κυρίως με τον χρόνο λήξης της επίδικης σύμβασης και στο κατά πόσον οι ενάγοντες εδικαιούντο σε ανανέωση της. Η εναγομένη 2 εταιρεία παρέχει υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και κατά τους επίδικους χρόνους διεύθυνε την τριτοβάθμια σχολή που ήταν ευρύτερα γνωστή με την επωνυμία "Cyprus College". Η απαίτηση των εναγόντων, εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση της ως άνω σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης 2 και του εναγομένου 1 πού ήταν κατά τους επίδικους χρόνους Γενικός Διευθυντής της. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες συνομολόγησαν γραπτή σύμβαση (τεκμ.1) με τους εναγομένους για εκμετάλλευση των εγκαταστάσεων καφετέριας ιδιοκτησίας της εναγομένης 2, προκειμένου να παρέχουν υπηρεσίες επισιτισμού (catering services) στους υπαλλήλους των εναγομένων καθώς και σε άλλα πρόσωπα που επισκέπτονταν τον χώρο. Ο εναγόμενος 1, είναι το πρόσωπο που συνεβλήθη με τους ενάγοντες εκ μέρους και/η για λογαριασμό της εναγομένης 2 εταιρείας. Η περίοδος ενοικιάσεως συμφωνήθηκε για 5 χρόνια από 27.9.96 έως 29.9.
- Δυνάμει των όρων της εν λόγω γραπτής σύμβασης, εδίδετο δικαίωμα ανανέωσης στους ενάγοντες για άλλα 5 χρόνια , με αμοιβαία αποδοχή αναθεώρησης του τέλους χρήσης. Κατά την λήξη της αρχικής σύμβασης στις 30.9.2001, υπεγράφη νέα συμφωνία (τεκμ.2), δυνάμει της οποίας επεκτεινόταν η εκμετάλλευση της καφετέριας για ακόμη ένα χρόνο και με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμα 4 χρόνια ήτοι μέχρι την 30.9.
- Στην εν λόγω γραπτή σύμβαση αφού καθορίστηκε το τέλος χρήσης, αναφέρεται στην συνέχεια ότι όλοι οι όροι της αρχικής σύμβασης ημ. 27.9.1996 που δεν έχουν τροποποιηθεί, παραμένουν σε ισχύ. Κατά τα μέσα Ιουλίου 2006, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν από τον ημερήσιο τύπο ότι οι εναγόμενοι προκήρυξαν προσφορές για εκμετάλλευση της καφετέριας για την περίοδο μετά τον Σεπτέμβριο του 2006 χωρίς προηγουμένως να έχουν διαβούλευση μαζί τους. Είναι η θέση των εναγόντων όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης αλλά και την δοθείσα μαρτυρία ότι με βάση την ανανέωση της αρχικής σύμβασης, είχαν δικαίωμα ανανέωσης (option to renew) της άδειας χρήσης. Με τον τρόπο αυτό, οι εναγόμενοι τερμάτισαν παράνομα στις 30.9.2006 την σύμβαση με συνέπεια την πρόκληση ζημιάς στους ενάγοντες. Η εν λόγω ζημιά καθορίζεται στην έκθεση απαίτησης σε £100.000,00 (€171.000,00) για απώλεια εσόδων που θα είχαν από την εκμετάλλευση της καφετέριας για άλλα 5 χρόνια αλλά και σε £35.000,00 (€59.850,00) για απώλεια και/ή ζημιά από την πώληση του εξοπλισμού. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Ειδικά όσον αφορά την ευθύνη του εναγομένου 1, αναφέρουν ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία ως διευθυντής της εναγομένης 2 εταιρείας και σε καμία περίπτωση δεν ήταν ο ιδιοκτήτης των εγκαταστάσεων της καφετέριας. Επί της ουσίας της απαίτησης, αναφέρεται στην υπεράσπιση ότι η πρόνοια για ανανέωση που υπήρχε στο αρχικό συμβόλαιο, τροποποιήθηκε με την δεύτερη σύμβαση που προέβλεπε την ανανέωση της ενοικίασης για ακόμα ένα χρόνο και στην συνέχεια από χρόνο σε χρόνο για τα επόμενα 4 χρόνια χωρίς να προβλέπεται δικαίωμα περαιτέρω συνέχισης της σύμβασης. Με την λήξη της δεύτερης σύμβασης, η εναγομένη 2 ζήτησε προσφορές ως εδικαιούτο για να ενοικιάσει το υποστατικό. Ως εκ τούτου δεν υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας, η οποία έληξε οριστικά στις 30.9.
- Το γεγονός ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν στην λήξη της σύμβασης την πιο πάνω ημερομηνία, τους εμποδίζει να ισχυρίζονται ότι είχαν δικαίωμα ανανέωσης μετά τις 30.9.
- Εν πάση περιπτώσει, το δικαίωμα ανανέωσης εξαρτάτο από την εναγομένη 2, η οποία δεν έδωσε την συγκατάθεση της. Όσον αφορά τις αιτούμενες αποζημιώσεις, αναφέρεται στην υπεράσπιση ότι οι ενάγοντες διέθεσαν τον εξοπλισμό της καφετέριας με την βοήθεια και της εναγομένης
- Επιπλέον δεν υπέστησαν οιεσδήποτε άλλες ζημιές ή απώλειες αφού κατά τα έτη 2005 - 2006 και μετέπειτα, ήταν έμμισθοι υπάλληλοι. Με την απάντηση στην υπεράσπιση, οι ενάγοντες αφού απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων, επιμένουν στην θέση τους ότι ο εναγόμενος 1 ήταν αντισυμβαλλόμενος και υπέγραψε την επίδικη σύμβαση υπό διπλή ιδιότητα, προσωπικά και ως διευθυντής της εναγομένης 2 εταιρείας. Στην συνέχεια όμως κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η συνήγορος των εναγόντων ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 ευθύνεται όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά μόνο ως διευθυντής της εναγομένης
- Μαρτυρία. Για υποστήριξη της απαίτησης, κατέθεσαν οι δύο ενάγοντες ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε πλην του εναγομένου 1, ακόμη ένας μάρτυρας. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Ιδιαίτερη αναφορά μπορεί να γίνει όπου κριθεί αναγκαίο στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Υπενθυμίζω επίσης ότι η υπογραφή των επίδικων συμβάσεων είναι παραδεκτή και η βασική διαφορά των διαδίκων εστιάζεται στην ερμηνεία των επίδικων συμβολαίων και ειδικότερα του κατά πόσον υπήρχε ή όχι δικαίωμα ανανέωσης της τροποποιητικής σύμβασης (τεκμ.2). α. Η εκδοχή των εναγόντων Η εκδοχή των εναγόντων όπως δόθηκε με την μαρτυρία τους στο Δικαστήριο επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1), κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την επίδικη σύμβαση (licence agreement), σύμφωνα με την οποία δόθηκε άδεια στους ενάγοντες να χρησιμοποιούν τον χώρο της καφετέριας του κολεγίου για σκοπούς παροχής υπηρεσιών επισιτισμού (catering). Η σύμβαση ήταν ισχύος πέντε ετών από 30.9.1996 έως 29.9.2001 με δικαίωμα ανανέωσης για άλλα πέντε χρόνια υπό την προϋπόθεση ότι θα συμφωνείτο αναθεώρηση του τέλους χρήσης και ότι το κολλέγιο θα ήταν ικανοποιημένο από την συμπεριφορά και τις υπηρεσίες των εναγόντων. Ήταν η θέση του ενάγοντα 1 ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να λειτουργήσουν την επιχείρηση και να εγκαταστήσουν τον αναγκαίο εξοπλισμό, η αξία του οποίου ανήλθε σε £90.000,00 (€153.900,00). Στις 30.9.2001 ημερομηνία λήξης της πρώτης συμφωνίας, υπεγράφη νέο έγγραφο (τεκμ.2) σύμφωνα με το οποίο η άδεια λειτουργίας επεκτάθηκε για ακόμη ένα χρόνο μέχρι την 30.9.2002 και ακολούθως να ανανεώνεται κατ' έτος για άλλα τέσσερα χρόνια. Το τέλος εκμετάλλευσης καθορίστηκε στο ποσόν των £22.950,00 (€392444,50) ετησίως με αύξηση κατά 5% για κάθε έτος επέκτασης ή ανανέωσης της σύμβασης. Σύμφωνα με την ,μαρτυρία των εναγόντων, τον Ιούλιο του 2006 πληροφορήθηκαν από τον τύπο ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν προσφορές για την εκμετάλλευση της καφετέριας χωρίς να έχουν οιανδήποτε διαβούλευση μαζί τους και προτού τους δώσουν το δικαίωμα να εκφράσουν την πρόθεση τους να ανανεώσουν την σύμβαση όπως προβλεπόταν στα έγγραφα που υπόγραψαν (τεκμ.1&2). Απέστειλαν ως εκ τούτου επιστολή (τεκμ.3) στους εναγομένους με την οποία εξέφρασαν την πρόθεση τους να ανανεώσουν την συνεργασία και ότι αν προχωρούσαν σε άλλες ενέργειες, αυτό θα συνιστούσε παράβαση την σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων. Οι εναγόμενοι παρόλα αυτά, επέμεναν σε επιστολή τους (τεκμ.4) ότι η σύμβαση έχει λήξει και καλούσαν τους ενάγοντες να εγκαταλείψουν τα υποστατικά. Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν με την μαρτυρία τους στο Δικαστήριο ότι ο μονομερής τερματισμός της συμφωνίας από τους εναγομένους, είναι παράνομος και ότι εξ' αιτίας αυτού, έχουν υποστεί ζημιές. Ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1), κατέθεσε λογαριασμούς αποτελεσμάτων (τεκμ.7&8) ισχυριζόμενος ότι τα κέρδη από την χρήση του υποστατικού θα κυμαίνονταν κατά μέσο όρο όχι λιγότερο από το ποσό των £20.000,00 ετησίως. Κατά συνέπεια έχουν υποστεί απώλειες £100.000,00 (€171.000,00) λόγω της παράβασης της σύμβασης από τους εναγομένους. Και οι δύο ενάγοντες, ισχυρίστηκαν περαιτέρω ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αναγκάστηκαν να πωλήσουν τον εξοπλισμό που είχαν εγκαταστήσει στην τιμή των £55.000,00 ενώ η αξία του ήταν £90.000,
- Ως αποτέλεσμα έχουν υποστεί ζημιά £35.000,00 (€59.850,00). Κατατέθηκε προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού από τον ενάγοντα 1, η συμφωνία πώλησης της επιχείρησης από τον προηγούμενο διαχειριστή προς τους ενάγοντες (τεκμ.10). Όμως στην εν λόγω συμφωνία ημ. 27.9.1996, εμφαίνεται ότι το ποσόν των £90.000,00 που πλήρωσαν οι ενάγοντες στην προηγούμενο αδειούχο του χώρου, αφορά £45.000,00 για εμπορική εύνοια (goodwill) και μόνο οι υπόλοιπες £45.000,00 αφορούσαν πώληση εξοπλισμού. Υποδείχθηκε το σημείο αυτό στην αντεξέταση του ενάγοντα 1 (Μ.Ε.1), ο οποίος παραδέχθηκε ότι όντως ο εξοπλισμός που αγοράστηκε από την προηγούμενη διαχειρίστρια του χώρου, ανέρχεται σε £45.000,
- Δέχθηκε επίσης ο Μ.Ε.1 ότι μετά που αποχώρησαν από τα υποστατικά, ήλθαν σε επαφή με το πρόσωπο που κέρδισε την προσφορά και συμφώνησαν να του πωλήσουν τον εξοπλισμό της καφετέριας. Αρνήθηκε όμως ότι για την αποδοχή αγοράς του εξοπλισμού από τον νέο αδειούχο, μεσολάβησε με οιονδήποτε τρόπο ο εναγόμενος
- Δέχθηκε επίσης ότι ο εξοπλισμός πωλήθηκε από τους ενάγοντες στην τιμή των £63.250 (£55.000, μαζί με το ΦΠΑ). Ισχυρίστηκε όμως ότι δεν αφορούσε αποκλειστικά τον αρχικό εξοπλισμό που αγόρασαν από τον προηγούμενο αδειούχο αφού οι ενάγοντες τον ανανέωσαν, αγοράζοντας και άλλα συσκευές όπως πχ συστήματα κλιματισμού. Οι λογαριασμοί που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 7&8 προκειμένου να αποδειχθεί το ετήσιο κέρδος των εναγόντων, αναφέρονται σε μια εταιρεία με το όνομα Κυριάκος Δημητρίου και Χριστάκης Χριστοφή Λτδ και όχι προσωπικά στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες με την μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι πρόκειται για την εταιρεία που συνέστησαν για εκμετάλλευση της καφετέριας, ανεξαρτήτως αν την συμφωνία, την υπέγραψαν με την προσωπική τους ιδιότητα. Οι ενάγοντες δέχθηκαν επίσης ότι κατά την λήξη της πρώτης συμφωνίας, χρωστούσαν το ποσόν των £47.400,00 για ενοίκια, στοιχείο που απετέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης για την ανανέωση της σύμβασης. Αυτό, παρά την αρχική απροθυμία του ενάγοντα 1 να απαντήσει επί του προκειμένου, αναφέροντας ότι πέρασαν αρκετά χρόνια και δεν θυμάται κάτι τέτοιο. Ισχυρίστηκαν όμως και οι δύο ενάγοντες ότι εξόφλησαν όλο το πιο πάνω ποσόν όπως προέβλεπε η ανανεωμένη σύμβαση (τεκμ.2) και το επισυναπτόμενο γραμμάτιο που αποτελεί μέρος της. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι τα επόμενα χρόνια θα είχαν οπωσδήποτε κέρδη αφού το κολέγιο θα γινόταν πανεπιστήμιο και λογικά αναμενόταν να αυξηθεί ο αριθμός των φοιτητών. Όσον αφορά τον χρόνο λήξης της σύμβασης, ο ενάγοντας 1 δέχθηκε στην αντεξέταση του ότι το τεκμ. 2 δεν αναφέρει 3η πενταετία και ότι η ανανέωση στο αρχικό συμβόλαιο (τεκμ.1), προϋποθέτει συμφωνία κοινής αναθεώρησης του ενοικίου και ότι οι εναγόμενοι θα ήταν ικανοποιημένοι από την συμπεριφορά των εναγόντων. Ο ενάγοντας 2 ανέφερε επί του προκειμένου ότι πάντα συνεννοούνταν με τους εναγομένους για τις τιμές και χαρακτήρισε την δεκαετή συνεργασία τους άψογη. Όσον αφορά την τρίτη πενταετία, ο ενάγοντας 2 ανέφερε στην αντεξέταση του ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 2, όλοι οι όροι της αρχικής συμφωνίας (τεκμ.1) που δεν τροποποιήθηκαν, εξακολουθούν να ισχύουν. Κατά την δική του αντίληψη, ο όρος 26 του τεκμηρίου 1 που αφορά την ανανέωση της σύμβασης μετά την λήξη της, δεν έχει τροποποιηθεί. Υπό αυτή την έννοια, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης για άλλα 5 χρόνια μετά την λήξη και της δεύτερης σύμβασης (τεκμ.2). Οι ενάγοντες ανέφεραν επίσης ότι μετά την προκήρυξη των προσφορών συναντήθηκαν με τον εναγόμενο 1, ο οποίος τους παρέπεμψε να καταθέσουν και οι ίδιοι προσφορά. Αρνήθηκαν όμως ότι είχαν συνάντηση με τον εναγόμενο 1 ή οιονδήποτε άλλο εκπρόσωπο των εναγομένων πριν από την προκήρυξη προσφοράς, επιμένοντας ότι βρέθηκαν προ απροόπτου από τους εναγομένους στο θέμα αυτό αφού περίμεναν την ανανέωση της σύμβασης. β. Η εκδοχή των εναγομένων Για τους εναγομένους κατέθεσαν ο Ευριπίδης Πολυκάρπου (Μ.Υ.1) και ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2). Ο Μ.Υ.1 ανέφερε στην γραπτή του δήλωση (έγγραφο 3) ότι κατά τους επίδικους χρόνους, εργαζόταν ως διευθυντής διοίκησης στις σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του Cyprus College που ανήκει στην εναγομένη 2 εταιρεία. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης γιατί λόγω της ιδιότητας και των καθηκόντων του, χειριζόταν μαζί με τον εναγόμενο 1 που ήταν τότε Γενικός Διευθυντής του κολλεγίου, όλα τα θέματα της καφετέριας. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο εναγόμενος 1, ενεργούσε πάντοτε όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά εξ ονόματος και ως διευθυντής της εναγομένης 2 εταιρείας και αυτό ήταν σε γνώση των εναγόντων . Όταν έληξε η πρώτη χρονική περίοδος της άδειας εκμετάλλευσης της καφετέριας περί το τέλος Σεπτεμβρίου του 2001, ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι το κολλέγιο δεν επιθυμούσε την ανανέωση της σύμβασης λόγω του ότι δεν ήταν ικανοποιημένοι από τη συμπεριφορά τους και την συσσώρευση καθυστερημένων δικαιωμάτων συνολικού ποσού £47.400,00, αλλά και από τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας και του επιπέδου των προσφερόμενων υπηρεσιών. Κατόπιν σχετικών συζητήσεων, συμφωνήθηκε όπως τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση (τεκμ.1). Οι αλλαγές διατυπώθηκαν σε τροποποιητικό έγγραφο (τεκμ. 2) που υπεγράφη από τα συμβαλλόμενα μέρη. Σύμφωνα με το τεκμήριο 2 πέραν του αναθεωρημένου τέλους χρήσης, οι ενάγοντες θα πλήρωναν μηνιαίως ένα καθορισμένο ποσό για τα καθυστερημένα τέλη της προηγούμενης σύμβασης. Υπογράφτηκε επί τούτου και σχετικό γραμμάτιο που θεωρείται αναπόσπαστο μέρος του τεκμηρίου
- Επιπλέον, αντί της ανανέωσης για άλλα πέντε χρόνια όπως προέβλεπε η αρχική σύμβαση (τεκμ.1), συμφωνήθηκε παράταση για ένα μόνο χρόνο μέχρι τις 30.9.2002 και μετά από χρόνο σε χρόνο για άλλα τέσσερα μόνο χρόνια. Συμφωνήθηκε ακόμα ότι οι μη τροποποιηθέντες όροι του τεκμηρίου 1 να παραμείνουν σε ισχύ. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η χρονική περίοδος των προβλεπόμενων ανανεώσεων ήταν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2006 και δεν προβλεπόταν οποιαδήποτε παράταση πέραν αυτής της ημερομηνίας. Στο τέλος της ακαδημαϊκής περιόδου του 2006, η εναγομένη 2 ενδιαφερόταν για την βελτίωση των εγκαταστάσεων και υπηρεσιών της καφετέριας ενόψει και της αναβάθμισης του κολλεγίου σε πανεπιστήμιο. Πληροφόρησαν ως εκ τούτου τους ενάγοντες ότι θα ζητούσαν προσφορές με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές για παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης της καφετέριας. Επειδή οι ενάγοντες του ανέφεραν ότι ενδιαφέρονταν και οι ίδιοι να υποβάλουν προσφορά, διευθέτησε και είχαν συνάντηση με τον κ. Ελευθεριάδη - εναγόμενο 2 για συζήτηση του θέματος. Η συνάντηση δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και μάλιστα ο μάρτυρας δέχθηκε τις παρατηρήσεις του εναγομένου 2 για τη διευθέτηση της συνάντησης αφού οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να προτείνουν οτιδήποτε. Μετά τη δημοσίευση της προκήρυξης των προσφορών στις εφημερίδες και ενώ ο μάρτυρας είχε αναφέρει στους ενάγοντες ότι μπορούσαν να υποβάλουν τη δική τους προσφορά, αντί αυτού οι ενάγοντες έστειλαν την επιστολή ημ. 31.7.2006 (τεκμ.3), με την οποία ισχυρίζονταν ότι είχαν δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης. Στους ισχυρισμούς της επιστολής αυτής, απάντησε η εναγομένη 2 με δική της επιστολή ημ. 24.8.2006 (τεκμ.4). Εντούτοις, ο μάρτυρας επειδή οι ίδιοι οι ενάγοντες του το ζήτησαν, διευθέτησε και νέα συνάντηση με τον εναγόμενο
- Οι ενάγοντες όμως τελικά δεν υπέβαλαν προσφορά, δηλώνοντας ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις για αναβάθμιση των εγκαταστάσεων και ισχυριζόμενοι ότι έχουν δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης. Ως εκ τούτου, το κολλέγιο προχώρησε στην κατακύρωση της προσφοράς σε άλλους προσφοροδότες που έκρινε ότι ικανοποιούσαν τις απαιτήσεις του. Κατόπιν τούτου, οι ενάγοντες τον παρακάλεσαν να βοηθήσει όπως ο νέος διαχειριστής αποδεχθεί να αγοράσει τον εξοπλισμό τους, πράγμα που έγινε με την προσωπική παρέμβαση του εναγομένου 1, οπότε οι ενάγοντες παρέδωσαν την κατοχή της καφετέριας περί το τέλος Σεπτεμβρίου του 2006 χωρίς καμία επιφύλαξη. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ακόμα και αν οι ενάγοντες εδικαιούντο ανανέωσης, αυτό δεν μπορούσε να γίνει χωρίς τη συναίνεση του κολλεγίου αφού σύμφωνα με το τεκμήριο 1, από το κολλέγιο εξαρτάτο εάν θα αποδεχόταν τους όρους οποιασδήποτε παράτασης. Η συμβατική σχέση ήταν με τους ίδιους τους ενάγοντες προσωπικά και όχι με οποιαδήποτε εταιρεία. Μάλιστα οι ίδιοι παραπονούνταν συνεχώς ότι είχαν ζημιές από τις εργασίες της καφετέριας και το προέβαλαν ως δικαιολογία της μη πληρωμής των δικαιωμάτων χρήσης. Επίσης, είναι εντελώς άγνωστο κατά πόσο η συνέχιση της λειτουργίας της καφετέριας θα απέφερε κέρδος στο μέλλον. Ήταν τέλος, η θέση του μάρτυρα ότι οι ενάγοντες δεν υπέστησαν καμία ζημιά για τον εξοπλισμό της καφετέριας γιατί μετά από παρέμβαση του κολλεγίου, τον πώλησαν στο νέο διαχειριστή στην τιμή που οι ίδιοι συμφώνησαν και που ανταποκρίνεται στην αξία του, όντας μεταχειρισμένος. Μάλιστα εξ όσων γνωρίζει ο μάρτυρας, ο νέος διαχειριστής υποχρεώθηκε τελικά να τον αντικαταστήσει σχεδόν εξ ολοκλήρου γιατί ήταν πεπαλαιωμένος και ακατάλληλος. Ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.2) στη δική του γραπτή δήλωση (έγγραφο 4), αναφέρει ότι για τα ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ενεργούσε πάντοτε εν γνώσει των εναγόντων για λογαριασμό της εναγομένης 2 εταιρείας εκ μέρους της οποίας υπέγραψε και τις σχετικές συμφωνίες των τεκμηρίων 1 και
- Στη συνέχεια, ο μάρτυρας επανέλαβε όλους τους ισχυρισμούς του Μ.Υ.1 αναφορικά με τη διάρκεια και ανανέωση της επίδικης σύμβασης. Επανέλαβε επίσης τους ισχυρισμούς του Μ.Υ.1 ότι οι ενάγοντες δεν έχουν υποστεί καμία ζημιά από τη μη ανανέωση της σύμβασης μετά τον Σεπτέμβριο του
- Οι μάρτυρες υπεράσπισης αρνήθηκαν στην αντεξέταση τους ότι οι υπογραφείσες συμβάσεις έδιναν δικαίωμα ανανέωσης για μετά τον Σεπτέμβριο του
- Επέμεναν ότι ήταν καλά γνωστό στους ενάγοντες ότι η άδεια εκμετάλλευσης του χώρου έληγε τον Σεπτέμβριο του 2006 και γι' αυτό κλήθηκαν αν ήθελαν να υποβάλουν προφορά. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι η ανανέωση του 2001 με τους συγκεκριμένους όρους, έγινε αφού η εναγομένη 2 εταιρεία έλαβε υπόψη διάφορους παράγοντες εκ των οποίων και το χρέος το οποίο είχαν οι ενάγοντες και τους έδωσαν έτσι την ευκαιρία να συνεχίσουν και να προχωρήσουν στην αποπληρωμή του. Γι' αυτό έγινε το νέο συμβόλαιο ανά έτος αφού θα μπορούσε να ανανεωθεί νοουμένου ότι γίνονταν αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί με την αποπληρωμή του χρέους. Ήταν η θέση των δύο μαρτύρων υπεράσπισης ότι παρότι το κολέγιο δεν ήταν ικανοποιημένο από τους ενάγοντες, υπέγραψε την ανανέωση του τεκμηρίου 2, ώστε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε δύο νεαρούς επιχειρηματίες που διετέλεσαν και φοιτητές του κολεγίου. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε χαρακτηριστικά επί του προκειμένου ότι οι ενάγοντες δεν είχαν την εμπειρία γι' αυτό το εγχείρημα και ούτε προσπάθησαν να την αποκτήσουν, παρά την δεύτερη ευκαιρία που τους έδωσε το κολλέγιο. Όμως μετά το 2006 δεν είχαν άλλα περιθώρια. Είχαν κάνει αίτηση για να μετατραπούν σε πανεπιστήμιο και έπρεπε να αναβαθμιστεί η καφετέρια γι' αυτό και ζήτησαν προσφορές με όρους βελτίωσης του χώρου και των προσφερόμενων υπηρεσιών. Ο λόγος της μη καταχώρησης προσφοράς από τους ενάγοντες σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, είναι ότι δεν είχαν πρόθεση ούτε ήταν σε θέση να κάμουν μεγάλες επενδύσεις για αναβάθμιση της καφετέριας. Έλεγαν στον ίδιο τον Μ.Υ.1 ότι ξόδεψαν πολλά και δεν ήταν διατεθειμένοι να κάμουν άλλες σοβαρές επενδύσεις. Ήθελαν απλά να συνεχίσουν κάτω από τους ίδιους όρους, κάτι που δεν αποδεχόταν το κολλέγιο. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι οι ενάγοντες, προφανώς δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στους όρους της νέας προσφοράς. Επιπλέον και οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης αναφέρθηκαν στο όρο 26 του τεκμηρίου 1, σύμφωνα με τον οποίο ήταν αναγκαία η συγκατάθεση της εναγομένης 2 για να προχωρήσει οιαδήποτε ανανέωση, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν δόθηκε για μετά το
- Οι μάρτυρες υπεράσπισης αρνήθηκαν ότι εξανάγκασαν τους ενάγοντες να πωλήσουν τον εξοπλισμό τους στον νέο διαχειριστή. Αντιθέτως ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2), ισχυρίστηκε ότι μετά από παράκληση των εναγόντων και με δική του μεσολάβηση, ο νέος διαχειριστής αγόρασε τον εξοπλισμό σε τιμή μεγαλύτερη από την αξία του επειδή έπρεπε σύντομα να αναλάβει. Στην πορεία διαμαρτυρήθηκε στον εναγόμενο 1 ότι κάποια πράγματα, air-conditions, εξαερισμός, έπρεπε να αντικατασταθούν αμέσως, πράγμα το οποίο και έκαμε. Αγορεύσεις Η συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση της, δήλωσε ότι παρά τον αρχικό της ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος 1 ευθύνεται προσωπικά, στην συνέχεια περιορίζει την θέση της στο ότι η ευθύνη του, πηγάζει από την θέση του ως διευθυντή της εναγομένης
- Στην συνέχεια, συνήγορος αναφέρθηκε σε συντομία στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές. Ήταν η θέση της ότι λόγω του παραδεκτού των γεγονότων, η επίδικη διαφορά εστιάζεται αποκλειστικά στο κατά πόσον οι ενάγοντες, είχαν δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης κατά την λήξη της ή όχι. Η πρόθεση των μερών όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 1 & 2 ήταν να δώσουν το δικαίωμα στους εναγομένους για συνέχιση της σύμβασης μετά την λήξη της 2ης πενταετίας. Η ανανέωση του αρχικού συμβολαίου έστω και αν γινόταν ανά έτος, αφορούσε μια περίοδο 5 ετών και αυτό δεν είναι τυχαίο κατά την συνήγορο. Ως εκ τούτου, πρόθεση των μερών δεν ήταν να καταργήσουν την παράγραφο 26 του τεκμηρίου 1 που έδινε το δικαίωμα ανανέωσης αλλά αντίθετα να την διατηρήσουν και μετά την λήξη του τεκμηρίου 2,νοουμένου ότι συμφωνούσαν στο τέλος χρήσης. Η αναθεωρημένη σύμβαση (τεκμ.2), έγινε για να συμπεριλάβει το τροποποιημένο τέλος και όχι για να καταργήσει το τεκμήριο
- Άλλωστε για τον λόγο αυτό, συμπεριλήφθηκε στο τεκμήριο 2 η παράγραφος 9 για να καταστήσει σαφές και ξεκάθαρο ότι η αρχική σύμβαση (τεκμ.1) παραμένει σε ισχύ, συμπεριλαμβανομένης και της παραγράφου 26 που δίδει στους ενάγοντες δικαίωμα ανανέωσης για άλλα πέντε χρόνια. Ακόμα και αν δεχθεί κάποιος ότι η παράγραφος 26 έχει τροποποιηθεί με το τεκμήριο 2, αυτό που άλλαξε ήταν ο τρόπος ανανέωσης κατ' έτος και όχι το δικαίωμα ανανέωσης. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος 1 δεν μπορεί να έχει καμία ευθύνη και η αγωγή εναντίον του θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως αναφέρεται ρητά στα συμφωνητικά έγγραφα (τεκμ.1&2), ο εναγόμενος 1 υπογράφει εκ μέρους της εναγομένης 2, η οποία είναι και η ιδιοκτήτρια του Cyprus College, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου υποστατικού. Όσον αφορά την ουσία των ισχυρισμών των εναγόντων για την ανανέωση της σύμβασης, ο συνήγορος ανέφερε ότι το τεκμήριο 1 ξεκάθαρα καθορίζει πενταετή χρονική διάρκεια, με δικαίωμα ανανέωσης που όμως δεν είναι μονομερές. Απαιτείτο και η συμφωνία της εναγομένης 2 αναφορικά με το τέλος χρήσης και επίσης οι ενάγοντες να είναι ικανοποιημένοι από την συμπεριφορά και τις υπηρεσίες των εναγόντων. Οι μάρτυρες υπεράσπισης, εξήγησαν στο Δικαστήριο γιατί δεν ήταν ικανοποιημένοι από τους ενάγοντες. Εξήγησαν επίσης γιατί ζήτησαν την ανανέωση της σύμβασης κατ' έτος την δεύτερη πενταετία. Όσον αφορά το τεκμήριο 2, είναι και πάλι σαφές ότι έδινε δικαίωμα ανανέωσης για ένα χρόνο και μετά από χρόνο σε χρόνο για άλλα 4 χρόνια. Το τεκμήριο 2 όμως, είχε καταληκτική ημερομηνία μέχρι τις 30.9.2006 και δεν έδινε περαιτέρω δικαίωμα ανανέωσης. Επιπλέον, όρος 26 του τεκμηρίου 1 που προέβλεπε την αρχική πενταετή ανανέωση, έχει αλλάξει με το τεκμήριο 2 με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τον επικαλούνται οι ενάγοντες. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι για να δικαιούντο οι ενάγοντες σε ανανέωση του συμβολαίου για τρίτη πενταετία θα έπρεπε αυτό να αναφέρεται ρητά στα τεκμήρια 1 &
- Από την στιγμή που δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια αλλά αντιθέτως καταληκτική ημερομηνία καθορίζεται η 30.9.2006 τότε δεν μπορούν να έχουν βάση οι θέσεις των εναγόντων για ανανέωση μετά την πιο πάνω ημερομηνία. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως σωστά έχει επισημανθεί, πλείστα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως π.χ. η υπογραφή των επίδικων συμβάσεων και το περιεχόμενο τους, είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές. Η διαφωνία των διαδίκων έγκειται σε επιμέρους γεγονότα όπως το αν έγινε κάποια συνάντηση μεταξύ τους πριν την προκήρυξη προσφορών ή αν οι εναγόμενοι βοήθησαν τους ενάγοντες να πωλήσουν τον εξοπλισμό της καφετέριας κλπ. Τα γεγονότα όμως αυτά όσον παρεμφερή και να είναι, κρίνονται ως σημαντικά αφού μπορούν να ληφθούν υπόψη στην διερεύνηση του κύριου επίδικου γεγονότος που είναι η πρόθεση των μερών όπως προκύπτει από τα δύο γραπτά συμβόλαια (τεκμ.1&2). Επίσης, τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής του δεύτερου τροποποιητικού συμβολαίου (τεκμ.2), είναι μεγάλης σημασίας αφού μπορούν να διαφωτίσουν για τις συνθήκες που οδήγησαν στην ανανέωση της πρώτης σύμβασης και της πρόθεσης των μερών ως προς το κατά πόσον θα δινόταν και τρίτη ανανέωση. Η σύγχρονη νομολογία, υποδεικνύει ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αναζητήσει την πρόθεση των μερών, όχι μόνο από το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε αλλά και από το γενικότερο πλαίσιο της σύμβασης και τα γεγονότα και δεδομένα που την περιβάλλουν. Σχετική είναι η υπόθεση Mannai Investment Co Ltd v. Eagle Star Assurance Society Ltd [1997] A.C. 749, στην οποία παραπέμπει ο Π Πολυβίου στο σύγγραμμα του "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" τόμος Β, σελ.
- Διαφορές μεταξύ των διαδίκων εντοπίζονται όμως και σε άλλα σημαντικά γεγονότα όπως το κατά πόσον οι ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά ή όχι από την μη ανανέωση της σύμβασης. Στοιχείο που θα ληφθεί βέβαια υπόψη, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποδεχθεί την εκδοχή των εναγόντων ως προς το δικαίωμα ανανέωσης για τρίτη πενταετία, που κατά τους ισχυρισμούς τους έχει παραβιασθεί. Ως εκ τούτου, παρά την μη αμφισβήτηση πολλών γεγονότων της υπόθεσης, καθηκόντως το Δικαστήριο θα προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, προκειμένου να καταλήξει στα ευρήματα του αναφορικά με τα γεγονότα που δεν είναι παραδεκτά, στον βαθμό που αυτά σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής και τα ζητήματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κρίνω από μελέτη του συνόλου της μαρτυρίας ότι η εκδοχή των εναγομένων ως προς τα μη παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, είναι πιο πειστική από αυτή που οι ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Το στοιχείο αυτό προκύπτει αφού εξέτασα με προσοχή τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του όσο και την γενικότερη εμφάνιση του στο εδώλιο. Κατ' αρχάς, εντοπίζω μια αντίφαση στις θέσεις των εναγόντων αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που αιτούνται σε σχέση με τον εξοπλισμό της καφετέριας. Στην έκθεση απαίτησης, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά ύψους £35.000,00 γιατί αναγκάστηκαν να πωλήσουν τον ως άνω εξοπλισμό αξίας £90.000,00 στην μειωμένη τιμή των £55.000,
- Τον ίδιο ισχυρισμό προέβαλε και ο ενάγοντας 1 στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατέθεσε μάλιστα προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού, το τεκμήριο 10 που αφορά συμφωνία πληρωμής του ποσού των £90.000,00 που οι ενάγοντες κατέβαλαν στον προηγούμενο διαχειριστή της καφετέριας. Όμως, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 10, το ποσόν των £90.000,00 αφορά £45.000,00 για εμπορική εύνοια (goodwill) και μόνο οι υπόλοιπες £45.000,00 αφορούσαν αγορά εξοπλισμού. Όταν υποδείχθηκε στον ενάγοντα 1 το σημείο αυτό στην αντεξέταση του, δέχθηκε ότι πλήρωσαν μόνο το ποσόν των £45.000,00 για εξοπλισμό χωρίς να δώσει κάποια δικαιολογία γιατί στην κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι έδωσαν £90.000,00 για αξία εξοπλισμού. Η θέση που προβλήθηκε από τον ενάγοντα 2 ότι είχε στο μεταξύ ανανεωθεί μέρος του εξοπλισμού της καφετέριας, δεν συνοδεύτηκε από σχετικές αποδείξεις ώστε να καταδειχθεί ότι η συνολική αξία του ήταν £90.000,00 και να δικαιολογηθεί με αυτό τον τρόπο, το ύψος των αποζημιώσεων που ζητούν οι ενάγοντες. Όπως έχει νομολογηθεί, σημαντική διάσταση δικογραφημένων ισχυρισμών διαδίκου με την μαρτυρία που προσκομίζει στο Δικαστήριο, μπορεί κάτω από προϋποθέσεις να ληφθεί υπόψη στην κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. Πεκρής ν. Τζιάνναρου κα. Πολ. Έφεση 93/11 ημ. 18.1.2016). Υπενθυμίζεται βέβαια εδώ ότι το τεκμήριο 10 που κατέθεσε ο ενάγοντας 1 δεν αντιβαίνει μόνο στην έκθεση απαίτησης αλλά και στην μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα 1, ο οποίος στην γραπτή του δήλωση αναφέρεται σε απώλεια £90.000,00 παραπέμποντας στο τεκμήριο 10, το οποίο ουδόλως αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Εξ' άλλου όπως προκύπτει από τιμολόγιο πώλησης του εξοπλισμού στο νέο διαχειριστή (τεκμ.9) αλλά και την μαρτυρία του ενάγοντα 2, οι ενάγοντες πέραν του ποσού των £55.000,00 για τον εξοπλισμό που πώλησαν, εισέπραξαν επιπλέον £8.250,00 ΦΠΑ δηλαδή το συνολικό ποσόν των £63.250,00 και όχι £55.000,00 που αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης τους και στην μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, παρότι οι ίδιοι χρέωσαν και εισέπραξαν ΦΠΑ όταν πώλησαν τον εξοπλισμό δεν προκύπτει η πληρωμή εκ μέρους τους στο τεκμ. 10, οποιουδήποτε ποσού για Φ.Π.Α όταν οι ίδιοι αγόραζαν τον εξοπλισμό από τον προηγούμενο διαχειριστή. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, γεγονός παραμένει ότι οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να δώσουν μια συγκεκριμένη και πειστική εκδοχή ως προς την αξία του εξοπλισμού που αγόρασαν από τον προηγούμενο διαχειριστή αλλά και την αξία αυτού που οι ίδιοι πώλησαν στον διαχειριστή που ανέλαβε μετά από αυτούς, την λειτουργία της καφετέριας. Επιπλέον, και οι δύο ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν προβλήματα στην συνεργασία τους με το κολέγιο κατά την πρώτη πενταετία. Ο ενάγοντας 2 μάλιστα την χαρακτήρισε ως άψογη και ότι τα τέλη χρήσης που χρωστούσαν για την πρώτη περίοδο, πληρώθηκαν κατά την δεύτερη περίοδο. Επί του προκειμένου, όταν ο ενάγοντας 1 ρωτήθηκε στην αντεξέταση αν χρωστούσαν οιονδήποτε ποσό για τέλη κατά την λήξη της πρώτης πενταετίας, ανέφερε ότι δεν θυμόταν κάτι τέτοιο γιατί πέρασαν πολλά χρόνια και θα έπρεπε να ρωτήσει τον λογιστή του. Στην συνέχεια όμως, δέχθηκε ότι υπήρχε ένα σημαντικό υπόλοιπο ύψους £47.400,00, το οποίο όμως εξόφλησαν δυνάμει γραμματίου που ενσωματώθηκε στην δεύτερη συμφωνία (τεκμ.2). Δεν κρίνεται όμως λογικό, ο ενάγοντας 1 να μην θυμάται ένα τόσο σημαντικό γεγονός που ήταν αντικείμενο συζήτησης για ανανέωση της σύμβασης και εντάχθηκε μάλιστα στην τροποιητική συμφωνία (τεκμ. 2) με την μορφή γραμματίου. Πέραν τούτου, το γεγονός αυτό από μόνο του, καταδεικνύει ότι δεν ευσταθεί η θέση των εναγόντων περί άψογης συνεργασίας των διαδίκων. Οι ενάγοντες απέτυχαν επίσης να προσαγάγουν ικανοποιητική μαρτυρία, αναφορικά με τις ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν από την μη ανανέωση της σύμβασης για τρίτη πενταετία. Τα τεκμήρια 7 & 8 που κατέθεσε ο ενάγοντας 1, αποτελούν λογαριασμούς αποτελεσμάτων για τα έτη 2005 - 2006 μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, η οποία όμως δεν είναι συμβαλλόμενη στα επίδικα συμβόλαια. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι οι ενάγοντες εργάζονταν κάτω από την εμπορική ονομασία αυτής της εταιρείας θα έπρεπε κατά την κρίση μου να κατατεθεί λογιστική μελέτη για το αναμενόμενο κέρδος που οι ενάγοντες θα είχαν αν ανανεωνόταν η σύμβαση. Οι λογαριασμοί αποτελεσμάτων για τα έτη 2005 - 2006 από μόνοι τους δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή μαρτυρία για τα αναμενόμενα κέρδη των εναγόντων μετά το
- Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκαναν οι ενάγοντες, είναι ότι δεν είπαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους απορρίπτεται στο σύνολο της. Σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι μάρτυρες υπεράσπισης μου έκαναν θετική εντύπωση. Και οι δύο ήταν πειστικοί ως προς την θέση τους ότι δεν ήταν ευχαριστημένοι από τις υπηρεσίες των εναγόντων και τις πληρωμές των τελών χρήσης και ότι η ανανέωση το 2001, έγινε με διστακτικότητα και κατά έτος για τα επόμενα πέντε χρόνια, προκειμένου να είναι σε θέση κάθε χρόνο να ελέγχουν κατά πόσον οι ενάγοντες θα εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους. Το γεγονός ότι κατά την λήξη της πρώτης πενταετίας, οι ενάγοντες χρωστούσαν ένα πολύ σημαντικό ποσόν στην εναγομένη 1, συνηγορεί υπέρ της θέσης των μαρτύρων υπεράσπισης ότι υπήρχαν προβλήματα στην συνεργασία των δύο πλευρών και ότι είναι με διστακτικότητα που ανανέωσαν την σύμβαση, θέλοντας να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στους ενάγοντες. Οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης ήταν επιπλέον απόλυτα κατατοπιστικοί ως προς τις συναντήσεις που είχαν με τους ενάγοντες και τις συμβουλές που τους έδωσαν ώστε να υποβάλουν προσφορά για την περίοδο μετά το
- Όπως επίσης ήταν ιδιαίτερα πειστικοί στην θέση τους ότι οι ενάγοντες δεν επιθυμούσαν να υποβάλουν προσφορά γιατί αυτή είχε ως προϋπόθεση την επιπλέον επένδυση στον χώρο αφού το κολέγιο θα αναβαθμιζόταν σε πανεπιστήμιο. Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με όσα οι μάρτυρες υπεράσπισης ανέφεραν για την μεσολάβηση τους στον νέο διαχειριστή, προκειμένου να αγοράσει τον εξοπλισμό των εναγόντων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω και οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης, μου έκαναν πολύ θετική εντύπωση από το εδώλιο. Οι απαντήσεις τους ήταν άμεσες και αυθόρμητες χωρίς σε κανένα σημείο να μου δώσουν την ένδειξη προσχεδιασμού της μαρτυρίας τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων υπεράσπισης, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα, σημειώνω τα πιο κάτω: Η εναγομένη 2, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τους επίδικους χρόνους ήταν ιδιοκτήτρια της σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την ονομασία "Cyprus College", το οποίο κατά τους επίδικους χρόνους είχε ως Γενικό Διευθυντή τον εναγόμενο
- Με γραπτή σύμβαση (licence agreement) ημερομηνίας 27.9.1996 (τεκμ.1), η εναγομένη 2 παραχώρησε άδεια στους ενάγοντες να διαχειρίζονται τον χώρο της καφετέριας του κολεγίου για σκοπούς παροχής υπηρεσιών επισιτισμού (catering). Η σύμβαση που είναι συνταγμένη στην Αγγλική, ήταν ισχύος πέντε ετών από 30.9.1996 έως 29.9.2001 με δικαίωμα ανανέωσης στους ενάγοντες για άλλα πέντε χρόνια υπό την προϋπόθεση ότι θα συμφωνείτο αναθεώρηση του τέλους χρήσης (licence fee) και ότι το κολλέγιο θα ήταν ικανοποιημένο από την συμπεριφορά και τις υπηρεσίες τους. Το τέλος για την άδεια χρήσης, καθορίστηκε σε £18.000,00 για το πρώτο έτος που έληγε στις 29.9.1997 με αύξηση 5% κάθε χρόνο για τα επόμενα 4 χρόνια. Την εν λόγω σύμβαση υπέγραψε εκ μέρους της εναγομένης 2, ο εναγόμενος 1 ως Γενικός Διευθυντής του Cyprus College. Κατά την ανάληψη κατοχής του υποστατικού της καφετέριας, οι ενάγοντες πλήρωσαν στον προηγούμενο διαχειριστή, το ποσόν των £90.000,00 που αντιστοιχούσε σε £45.000,00 για εμπορική εύνοια (goodwill) και σε £45.000,00 για αγορά εξοπλισμού (τεκμ.10). Οι ενάγοντες δεν ικανοποίησαν πλήρως τον όρο για καταβολή των τελών εκμετάλλευσης της καφετέριας. Κατά την λήξη της σύμβασης στις 29.9.2001, οι ενάγοντες χρωστούσαν συνολικά στην εναγομένη 2, το ποσόν των £47.400,00 ως καθυστερημένα τέλη. Μετά από συζήτηση μεταξύ των μερών, αποφασίστηκε όπως η άδεια χρήσης παραταθεί για ένα ακόμη έτος μέχρι τις 30.9.2002 και στην συνέχεια κατ' έτος για άλλα 4 χρόνια. Υπεγράφη σχετικό συμβόλαιο (τεκμ.2), στο οποίο επισυνάφθηκε γραμμάτιο με το οποίο οι ενάγοντες ανέλαβαν να εξοφλήσουν το πιο πάνω χρέος με μηνιαίες δόσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του τεκμηρίου 2, όλοι οι όροι του τεκμηρίου 1 που δεν τροποποιήθηκαν, θα παραμείνουν σε ισχύ. Το τεκμήριο 2 υπέγραψε και πάλι εκ μέρους του Cyprus College, ο εναγόμενος
- Η σύμβαση ανανεώθηκε για τα επόμενα πέντε χρόνια κατ' έτος μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2006, όπως προβλεπόταν στο τεκμήριο
- Κατά τον Ιούλιο του 2006 και πριν την λήξη του 5ου έτους, η εναγομένη 2 ζήτησε προσφορές μέσω του τύπου για την παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης της καφετέριας μετά τον Σεπτέμβριο του
- Στην προσφορά συμπεριλαμβάνονταν όροι για την αναβάθμιση των χώρων της καφετέριας λόγω της μετατροπής του Cyprus College σε Πανεπιστήμιο. Ο Μ.Υ.1 πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι θα ζητείτο προσφορά με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές για παραχώρηση άδειας εκμετάλλευσης της καφετέριας. Επειδή οι ενάγοντες του ανέφεραν ότι ενδιαφέρονταν και οι ίδιοι να υποβάλουν προσφορά, διευθέτησε και είχαν συνάντηση με τον εναγόμενο 1 (Μ.Υ.2) για συζήτηση του θέματος. Η συνάντηση όμως δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και οι εναγόμενοι δεν υπέβαλαν καμία προσφορά. Στην συνέχεια, οι ενάγοντες έστειλαν επιστολή στους εναγομένους ημ. 31.7.2006 (τεκμ.3), με την οποία ισχυρίζονταν ότι είχαν δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης. Τους ισχυρισμούς αυτούς απέρριψε η εναγομένη 2 με δική της επιστολή ημ. 24.8.2006 (τεκμ.4). Ο Μ.Υ.1 διευθέτησε δεύτερη συνάντηση των εναγόντων με τον εναγόμενο 1 χωρίς όμως και πάλι κανένα αποτέλεσμα. Οι ενάγοντες τελικά δεν υπέβαλαν προσφορά, ισχυριζόμενοι ότι έχουν δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης. Ως εκ τούτου, το κολλέγιο προχώρησε στην κατακύρωση της προσφοράς σε άλλο προσφοροδότη που έκρινε ότι ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του. Οι ενάγοντες παρακάλεσαν τον Μ.Υ.1 να βοηθήσει όπως ο νέος διαχειριστής αποδεχθεί να αγοράσει τον εξοπλισμό τους, πράγμα που έγινε και με την προσωπική παρέμβαση του εναγομένου 1 (Μ.Υ.2). Ο εξοπλισμός πωλήθηκε από τους ενάγοντες στον νέο διαχειριστή, στην τιμή των £63.250,00 που αντιστοιχεί σε £55.000,00 για την αξία του, πλέον £8.250,00 ΦΠΑ (τεκμ.9). Τελικώς, οι ενάγοντες παρέδωσαν την κατοχή της καφετέριας περί το τέλος Σεπτεμβρίου του
- Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει, είναι το κατά πόσον ο εναγόμενος 1 φέρει ευθύνη για οιανδήποτε τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης 2 εταιρείας. Στην έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες επικαλούνται ευθύνη του εναγομένου 1 υπό διπλή ιδιότητα. Προσωπικά αλλά και με την ιδιότητα του διευθυντή της εναγομένης
- Στο στάδιο όμως των τελικών αγορεύσεων, η συνήγορος των εναγόντων περιόρισε την απαίτηση της εναντίον του εναγομένου 1, μόνον όσον αφορά την ιδιότητα του ως διευθυντή της εναγομένης
- Δεν εξειδίκευσε όμως παρά τις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, πως προκύπτει στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η ευθύνη Διευθυντή για κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά της εταιρείας του, η οποία συνιστά ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την νομολογία, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αποτελεί αυτοτελή νομική οντότητα, ανεξάρτητη από τους μετόχους και διευθυντές της (Βλ. μεταξύ άλλων Salomon ν. Salomon [1897] A.C. 22 & Bank of Cyprus Holdings v. The Republic
(1985)3 C.L.R 1883. Βλ. επίσης το σύγγραμμα του Γιώργου Κακογιάννη Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο σελ. 5 & 6). Σχετική είναι και η υπόθεση Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(1993)1 Α.Α.Δ 17, στην οποία λέχθηκαν τα εξής στις σελ. 21,22: «Η εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο, αποτελεί πλάσμα δικαίου. Δεν έχει ύπαρξη στο φυσικό χώρο και είναι δυνατό να ενεργεί μόνο δι' αντιπροσώπων............................ ................................... Είναι βαθιά εμπεδωμένη στο εταιρικό δίκαιο η έννοια της αυτοτέλειας της εταιρείας ως αυθύπαρκτης νομικής οντότητας ξεχωριστής από τους μετόχους της (Salomon ν. Salomon [1897] A.C. 22). Η δυνατότητα άρσης του εταιρικού πέπλου σε ορισμένες περιπτώσεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, δεν μεταβάλλει τη φύση των πραγμάτων. Ο Διευθυντής ή και ο μέτοχος της εταιρείας, εφόσον ενεργούν γι' αυτή, δεν μπορούν να ταυτιστούν με την εταιρεία και είναι το ίδιο αντιπρόσωποι της όπως κάθε άλλος που ενεργεί στα πλαίσια ρητής ή ενδεχομένως και τεκμαιρόμενης εξουσιοδότησης. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αποτελεί τον φορέα της εξουσίας για διορισμό αντιπροσώπων και οι διευθυντές ή οι μέτοχοι, εφόσον εκπροσωπούν την εταιρεία, το πράττουν ως εντολοδόχοι και όχι κατ' ενάσκηση δικαιώματος σύμφυτου προς την ιδιότητά τους.» Υπό τας περιστάσεις, οι αξιωματούχοι της εταιρείας που την εκπροσωπούν στην σύναψη συμβάσης δεν μπορούν να έχουν προσωπική ευθύνη από οιανδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά εκ μέρους της. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου αξιωματούχος δεν αποκαλύπτει την ιδιότητα του στον αντισυμβαλλόμενο (Ηρακλής Μιχαηλίδης ν. Φάνος Επιφανείου Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 494) ή όπου αποδεικνύεται δόλος εκ μέρους του Διευθυντή (Stroj-Invest Ltd ν. N. L. Nova trade (offshore) ltd κα
(2007)1Α Α.Α.Δ 524). Στην παρούσα περίπτωση, είναι κοινά παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τις επίδικες συμβάσεις, εκπροσωπώντας την εναγομένη 2 εταιρεία. Δεν έχει καταδειχθεί οιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί εξαίρεση από την πιο πάνω νομολογιακή αρχή ότι ο ίδιος δεν φέρει ευθύνη για τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά της εταιρείας που εκπροσωπούσε στην σύναψη των εν λόγω συμβάσεων. Η ιδιότητα του ως διευθυντή της εναγόμενης 2 δεν αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο
- Αντιθέτως ήταν καλά γνωστή στους ενάγοντες και αναφέρεται εξ' άλλου στο προοίμιο των δύο συμβάσεων. Ούτε και προβλήθηκε ισχυρισμός για διάπραξη δόλου εκ μέρους του εναγομένου 1 ή ότι έστω εγγυήθηκε προσωπικά με οιονδήποτε αποδεκτό νομικά τρόπο, την εναγομένη 2 για τους σκοπούς των επίδικων συμβάσεων. Έχοντας υπόψη το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και τα συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι ο εναγόμενος 1 ευθύνεται με οιονδήποτε τρόπο για τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης
- Ως αποτέλεσμα, η αγωγή εναντίον του εναγομένου 1 θα πρέπει να απορριφθεί και ως εκ τούτου, απορρίπτεται ως αβάσιμη. Θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον η εναγόμενη 2 παραβίασε την επίδικη συμφωνία με το να μην δώσει δικαίωμα ανανέωσης για τρίτη πενταετία, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα δοθεί αφού διαπιστωθεί η πρόθεση των συμβαλλομένων όπως πρώτιστα προκύπτει από την ερμηνεία του κειμένου των επίδικων συμβάσεων (τεκμ.1&2) αλλά και σε δεύτερο βαθμό από τις γενικότερες συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση. Η ευθύνη ερμηνείας της σύμβασης ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο με εξαίρεση όπου η σύμβαση προνοεί την παραπομπή σε διαιτησία. Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" τόμος Β, σελ. 455, με αναφορά στην απόφαση του Δικαστή Sedley στην υπόθεση Wasa International Insurance Co Ltd v. Lexdington Insurance Co [2008] Bus. L.R. 1029, παρατίθενται τα πιο κάτω: « Καταρχάς, είναι φανερό ότι, σε τελική ανάλυση, η ερμηνεία των συμβάσεων, που αποτελεί αναγκαίο στάδιο στην εφαρμογή τους, είναι αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, πρέπει να υπάρχει κάποιο όργανο που να αποφασίζει τελεσίδικα για την ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ των μερών και να επιλύει τα προβλήματα που έχουν προκύψει. Η ανάθεση του έργου αυτού στην δικαστική εξουσία, αποτελεί μέρος του ιδίου του κράτους δικαίου, καθότι είναι μόνο κάποιο θεσμικά κατοχυρωμένο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο της πολιτείας που έχει το δικαίωμα να επιλύει νομικές διαφορές μεταξύ πολιτών. Αυτό το όργανο δεν μπορεί να είναι άλλο από το Δικαστήριο. Επομένως όπως έχει λεχθεί, η ερμηνεία κάποιας σύμβασης, είναι η ερμηνεία που έχει επιλεγεί από το ίδιο το Δικαστήριο, στο οποίο τα μέρη έχουν προσφύγει.» Στην συνέχεια, γίνεται εκτενής αναφορά στο ίδιο σύγγραμμα, στις μεθόδους ερμηνείας μια σύμβασης από το Δικαστήριο και στις διάφορες προσεγγίσεις που προκύπτουν από την νομολογία. Η συνήθης ερμηνευτική προσέγγιση του κοινοδικαίου όπως γίνεται αποδεκτή και από την Κυπριακή νομολογία, είναι με επικέντρωση στο κείμενο της συμφωνίας αλλά και στις φράσεις και λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό (Βλ. μεταξύ άλλων Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1Α Α.Α.Δ 518). Η προσέγγιση αυτή είναι γνωστή και ως «γραμματική ερμηνεία» της σύμβασης (literal construction). Αναφορά γίνεται στο πιο πάνω σύγγραμμα και σε μια πιο σύγχρονη ερμηνευτική προσέγγιση που υιοθέτησαν τα Αγγλικά Δικαστήρια, στην οποία διαπιστώνεται προσπάθεια απαγκίστρωσης από το λεκτικό των μερών και επικέντρωσης σε ευρύτατη ερμηνεία, με βάση τις εμπορικές πραγματικότητες της περίπτωσης και στο πλαίσιο εξέτασης όλων των γεγονότων και δεδομένων της συναλλαγής. Σχετική είναι η απόφαση του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Mannai Investment Co Ltd v. Eagle Star Assurance Society Ltd (ανωτέρω). Όσον αφορά την γραμματική ερμηνεία, έχει λεχθεί στην Κυπριακή υπόθεση Λίλλης ν. Ξενή
(2009)1Α Α.Α.Δ. 217 ότι ο κάθε όρος μιας σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένα από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο εξεταζόμενο ως ένα σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Ανόρθωσις ν. Απόλλων (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης είναι η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων που χρησιμοποιούνται στην συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση, εφαρμόζοντας την προσέγγιση της γραμματικής ερμηνείας της σύμβασης, διαπιστώνεται ξεκάθαρα ότι στην αρχική συμφωνία (τεκμ.1), η πρόθεση των μερών ήταν να δοθεί στους ενάγοντες δικαίωμα πενταετούς ανανέωσης της συμφωνίας μετά την λήξη της, τον Σεπτέμβριο του
- Το δικαίωμα όμως αυτό, τελούσε υπό την αίρεση της συμφωνίας της εναγομένης 2, η οποία θα εδίδετο αν ήταν ικανοποιημένη από την συμπεριφορά και τις υπηρεσίες των εναγόντων και επιπλέον εφόσον υπήρχε κοινή συμφωνία για τα νέα τέλη χρήσης της καφετέριας. Χρήσιμη για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, είναι η γραμματική ερμηνεία της δεύτερης σύμβασης (τεκμ. 2) ημ. 31.9.
- Η σύμβαση η οποία είναι συνταγμένη όπως και η αρχική (τεκμ.1) στην αγγλική γλώσσα, φέρει τίτλο "Amendments and changes to the existing License Agreement". Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι το τεκμήριο 2 δεν αποτελεί ξεχωριστή συμφωνία ανεξάρτητη από το τεκμήριο
- Αποτελεί τροποποιητική συμφωνία με την οποία αναθεωρείται μέρος της αρχικής σύμβασης (τεκμ.1), πολλές διατάξεις της οποίας όμως, παραμένουν σε ισχύ. Όπως επίσης ξεκάθαρο είναι ότι παραμένει η αρχική πρόθεση για πενταετή ανανέωση μετά το 2001, με μια σαφή όμως διαφορά από την αρχική συμφωνία. Ότι η άδεια χρήσης δεν θα ανανεωθεί εφάπαξ για πέντε χρόνια όπως προβλεπόταν αρχικά στο τεκμήριο 1 αλλά η πενταετής ανανέωση θα γίνεται κατ' έτος. Και αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρούνται οι πρόνοιες του τεκμηρίου 2 μεταξύ των οποίων, είναι και η καταβολή των δόσεων που οι ενάγοντες συμφώνησαν να πληρώνουν για εξόφληση των υποχρεώσεων τους που όφειλαν από την πρώτη πενταετή συμφωνία (τεκμ.1). Σημαντικό επί του προκειμένου είναι το άρθρο 6 της τροποποιητικής συμφωνίας (τεκμ.2), στο οποίο αναφέρεται ότι τον Ιούλιο κάθε έτους θα ανανεώνεται η ενοικίαση για το επόμενο έτος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει παραβιασθεί καμία πρόνοια της σύμβασης. Στοιχείο που επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία των Μ.Υ.1&2 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία το κολλέγιο αποφάσισε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στους ενάγοντες, ανανεώνοντας όμως την σύμβαση κατ' έτος και για τα επόμενα 5 χρόνια και όχι όπως προβλεπόταν στην αρχική σύμβαση, η οποία αναφερόταν σε μια εφάπαξ πενταετή ανανέωση μετά τον Σεπτέμβριο του
- Γεγονός παραμένει ότι από την γραμματική ερμηνεία των δύο συμβάσεων, προκύπτει ξεκάθαρα η πρόθεση των μερών για πενταετή συμφωνία με δικαίωμα ανανέωσης τον Σεπτέμβριο του 2001, μόνο για ακόμα μια πενταετία. Το γεγονός ότι στην τροποποιητική συμφωνία (τεκμ.2) διαφοροποιήθηκε ο τρόπος ανανέωσης από έτος σε έτος στην δεύτερη πενταετία, έχει να κάνει με τις επιφυλάξεις των μαρτύρων υπεράσπισης αναφορικά με την τήρηση των υποχρεώσεων των εναγόντων. Σε καμία όμως περίπτωση δεν τροποποιείται με το τεκμήριο 2, η αρχική πρόθεση των μερών αναφορικά με την πρόνοια για μια μόνο δυνατότητα πενταετούς ανανέωσης. Το άρθρο 9 του τεκμηρίου 2 που προβλέπει την διατήρηση σε ισχύ των μη τροποποιημένων όρων του τεκμηρίου 1 δεν αλλάζει την κατάσταση. Δεν προκύπτει αυτό που εισηγούνται οι ενάγοντες ότι δεν τροποποιήθηκε το δικαίωμα τους για ανανέωση, άρα με την λήξη του τεκμηρίου 2 θα δικαιούνται σε ακόμα μια πενταετία. Από μελέτη και των δύο συμφωνιών παραμένει ξεκάθαρα αναλλοίωτη, η πρόθεση των μερών για συνεργασία δύο μόνο πενταετιών χωρίς παροχή δικαιώματος για τρίτη. Αυτό που αλλάζει στο τεκμήριο 2 ως προς το δικαίωμα ανανέωσης, είναι μόνο ο τρόπος ανανέωσης κατ' έτος και τίποτα άλλο. Αν πρόθεση των μερών ήταν να τροποποιήσουν την αρχική σύμβαση για να δίνεται επιπλέον δικαίωμα ανανέωσης για τρίτη πενταετία, αυτό θα έπρεπε να αναφερόταν ρητά στην αναθεωρημένη σύμβαση (τεκμ.2). Όπως όμως είναι διατυπωμένο το τεκμήριο 2, το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος ανανέωσης κατ' έτος για την δεύτερη πενταετία, χωρίς να δίνει δικαίωμα στους ενάγοντες για επιπλέον ανανέωση της σύμβασης μετά το
- Ακολουθώντας λοιπόν την προσέγγιση της γραμματικής ερμηνείας της σύμβασης, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η πρόθεση των μερών ήταν εξαρχής χωρίς να αλλάξει στην πορεία, η συνεργασία των συμβαλλομένων να είναι για πέντε χρόνια με παροχή δικαιώματος ανανέωσης στους ενάγοντες υπό προϋποθέσεις για ακόμα 5 χρόνια μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2006 όποτε και η σύμβαση θα έληγε οριστικά. Δεν υπάρχει τίποτε στις επίδικες συμφωνίες που να δικαιολογεί τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί του αντιθέτου. Ανεξαρτήτως τούτου ούτε με την σύγχρονη προσέγγιση εξέτασης όλων των γεγονότων και δεδομένων της συναλλαγής όπως προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτεται διαφορετική ερμηνεία της σύμβασης που να δικαιολογεί την θέση των εναγόντων για δικαίωμα ανανέωσης μετά τον Σεπτέμβριο του
- Ως αποτέλεσμα δεν ευσταθεί η θέση των εναγόντων για παράβαση της επίδικης σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης
- Πέραν τούτου, ακόμα και στην περίπτωση που αποδεικνύετο παράβαση της σύμβασης από τους εναγομένους, οι ενάγοντες απέτυχαν σύμφωνα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας να αποδείξουν την ζημιά που υπέστησαν από την μη ανανέωση της σύμβασης για ακόμη μια πενταετία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο