EUROCHEM MCC, JSC ν. NIMATI INTERNATIONAL TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 5996/15, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5996/15 Μεταξύ:
(1)EUROCHEM MCC, JSC
(2)EUROCHEM TRADING GMBH Εναγόντων - και -
(1)NIMATI INTERNATIONAL TRADING LIMITED
(2)VALERY ROGALSKIY
(3)ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
(4)GIANTHILL MANAGEMENT LIMITED
(5)DEARBORN ENTERPRISES LIMITED
(6)SEVAN PROPERTIES MANAGEMENT LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.12.2015 εκ μέρους των Εναγόντων για Έκδοση Διατάγματος Tύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κ. Αλ. Τσιρίδης για Κώστα Τσιρίδη και Σια ΔΕΠΕ (κ. Γ. Ισαϊας για να ακούσει απόφαση). Για Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγομένους 3: κ. Σ. Κόκκινος για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ (κα Γ. Στυλιανού για να ακούσει απόφαση). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με Αγωγή που κατέθεσαν στις 4.12.15, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2, 4, 5 και 6 και στον κάθε ένα από αυτούς, όπως, άμεσα ή έμμεσα, δια μέσω των εργαζομένων τους, υπηρετών τους, εκπροσώπων τους, αντιπροσώπων τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού, με οποιοδήποτε τρόπο, μεταφέρουν, δωρίσουν, πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν, αποξενώσουν ή μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία τους στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε στον κόσμο μέχρι ποσού US$38,847,656.53 ή το ισόποσο σε Ευρώ, είτε αυτή η περιουσία είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκει αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής που έχει καταχωρηθεί στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (BVI) με αριθμό BVIHCV(COM)2015/0097 μεταξύ EUROCHEM MCC, JSC και Eurochem Trading GMBH ως Εναγόντων και Livingston Properties Equities Inc και άλλων 17 εναγομένων, ως Εναγομένων.
- Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάζει τον Εναγόμενο 3 όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος προβεί σε ένορκη δήλωση και να την παραδώσει στους δικηγόρους των Εναγόντων, στην οποία ένορκη δήλωση να αποκαλύπτει και να επισυνάπτει αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή του (περιλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, εγγράφων που είναι στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία των υπαλλήλων του) τα οποία:
(1)σχετίζονται με τους Εναγόμενους 2 και 4 και/ή με οποιονδήποτε από αυτούς και/ή με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 4, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού: (
- i)όλων των εγγράφων που δείχνουν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των Εναγομένων 4, τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) αυτών, τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των εν λόγω τελικών δικαιούχων, τις διευθύνσεις τους και/ή τα στοιχεία επικοινωνίας τους όπως και σχετικά έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds), (
- ii)όλων των εγγράφων που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούνται με τους Εναγομένους 3 που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, και ωφέλιμα ή άλλως πως, στους Εναγόμενους 2 και 4 και/ή σε οποιονδήποτε από αυτούς και/ή οποιουδήποτε προσώπου ή προσώπων αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 4, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν από τους Εναγόμενους 2 και 4 και/ή από οποιονδήποτε από αυτούς και/ή από οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 4 για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών στο όνομα ή προς όφελος ή για την χρήση των Εναγομένων 2 και 4 και/ή οποιουδήποτε από αυτούς και/ή οποιουδήποτε προσώπου ή προσώπων αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 4, σχετικών εταιρικών εγγράφων αναφορικά με το άνοιγμα ή τη διαχείριση των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, εγγράφων που δείχνουν τους διαχειριστές (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, και τα πλήρη στοιχεία αυτών, και τραπεζικών καταστάσεων και/ή άλλων εγγράφων όπως αποδείξεις εμβασμάτων και/ή πληρωμών, (iii) όλων των οδηγιών που έλαβαν από οποιοδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο (συμπεριλαμβανομένου email, φαξ ή άλλου μέσου) αναφορικά με τη διαχείριση χρημάτων που έχουν οι Εναγόμενοι 2 και/ή 4 και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 4, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, οδηγιών για συναλλαγές, καταθέσεις, αναλήψεις, μεταβιβάσεις, συμβάσεις ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα οποιασδήποτε φύση. 3. Τόκο επί των ποσών που θα επιδικαστούν ως τόκος που οφείλεται δυνάμει σύμβασης και/ή ως αποζημιώσεις και/ή ως νόμιμος τόκος. 4. Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία. 5. Έξοδα και Φ.Π.Α.» Την ίδια ημέρα καταχώρισαν και δια Κλήσεως Αίτηση με την οποία αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 3 (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ) το ακόλουθο διάταγμα: «1. Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάζει τον Εναγόμενο 3 όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος προβεί σε ένορκη δήλωση και να την παραδώσει στους δικηγόρους των Εναγόντων, στην οποία ένορκη δήλωση να αποκαλύπτει και να επισυνάπτει αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή του (περιλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, εγγράφων που είναι στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία των υπαλλήλων του) τα οποία: 1.1. σχετίζονται με τον Valery Rogalskiy και/ή την Gianthill Management Limited και/ή την Nina Tovasheva και/ή με οποιονδήποτε από αυτούς και/ή με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι Gianthill Management Limited, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού: 1.1.1. όλων των εγγράφων που δείχνουν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των Gianthill Management Limited, τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) αυτών, τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των εν λόγω τελικών δικαιούχων, τις διευθύνσεις τους και/ή τα στοιχεία επικοινωνίας τους όπως και σχετικά έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds), 1.1.2. όλων των εγγράφων που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούνται με τους Εναγομένους 3 που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, και δικαιωματικά ή άλλως πως, στους Valery Rogalskiy και/ή την Gianthill Management Limited και/ή την Nina Tovasheva και/ή σε οποιονδήποτε από αυτούς και/ή οποιουδήποτε προσώπου ή προσώπων αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Gianthill Management Limited, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν από τους Valery Rogalskiy και/ή την Gianthill Management Limited και/ή την Nina Tovasheva και/ή από οποιονδήποτε από αυτούς και/ή από οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι της Gianthill Management Limited για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών στο όνομα ή προς όφελος ή για την χρήση των Valery Rogalskiy και/ή της Gianthill Management Limited και/ή της Nina Tovasheva και/ή οποιουδήποτε από αυτούς και/ή οποιουδήποτε προσώπου ή προσώπων αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Gianthill Management Limited, σχετικών εταιρικών εγγράφων αναφορικά με το άνοιγμα ή τη διαχείριση των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, εγγράφων που δείχνουν τους διαχειριστές (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, και τα πλήρη στοιχεία αυτών, και τραπεζικών καταστάσεων .και/ή άλλων εγγράφων όπως αποδείξεις εμβασμάτων και/ή πληρωμών, 1.1.3. όλων των οδηγιών που έλαβαν από οποιοδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο (συμπεριλαμβανομένου email, φαξ ή άλλου μέσου) αναφορικά με τη διαχείριση χρημάτων που έχουν οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 1, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, οδηγιών για συναλλαγές, καταθέσεις, αναλήψεις, μεταβιβάσεις, συμβάσεις ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα οποιασδήποτε φύσης.» Η νομική βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η αίτηση αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ. 28 Θ.Θ. 1, 4, 5, 6, 11, 12, Δ.48, Θ.Θ. 1, 2,3,4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, και Δ.64, Θ.Θ. 1 και 2, στα άρθρα 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 29, 29
(1), 29
(2)(β)(ζ)(η) του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, στο άρθρο 22 του Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στο άρθρο 7 του Bankers Book Evidence Act 1879, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust v. Shapira, και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του δικαστηρίου.» Ουσιαστικά η Αγωγή αυτή στόχο έχει την υποστήριξη των αξιώσεων- αντικείμενο της Αγωγής που οι Ενάγουσες Εταιρείες κατέθεσαν στο BVI εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 4, 5 και 6 και άλλων προσώπων, ως λεπτομερώς εκτίθενται στην Αγωγή (Τεκμήριο 36 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση). Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Αγγελικής Χαραλαμπίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. Φέρεται να είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη εκ μέρους των Αιτητών για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ως αναφέρει, δεν υπάρχει οιοσδήποτε εκπρόσωπος των Αιτητών στην Κύπρο για να προβεί σε ένορκη δήλωση, οι δε πληροφορίες που παρατίθενται στην ένορκη δήλωσή της είναι πληροφορίες που έλαβε από τους Αιτητές, από τους δικηγόρους των Αιτητών στο εξωτερικό, από διατάγματα αποκάλυψης που εξέδωσαν Κυπριακά Δικαστήρια κλπ. Σε σχέση με τη φύση της διαφοράς, αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Η παρούσα αγωγή προκύπτει από δωροδοκίες και από σχέδιο διεφθαρμένων πληρωμών προμήθειας με το οποίο εμπορικοί εταίροι των Αιτητών κατέβαλαν μυστικές προμήθειες σε πρώην υπαλλήλους των Αιτητών. Το σχέδιο άρχισε το 2005 και συνέχισε μέχρι τουλάχιστον το 2014 και περιελάμβανε πληρωμές δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων σε μυστικές προμήθειες στους υπαλλήλους αυτούς και τελικώς προκάλεσαν στους Αιτητές ζημιές εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Οι αυτουργοί (perpetrators) του εν λόγω σχεδίου ήταν αρκετοί από τους κορυφαίους παραγωγούς λιπασμάτων, διανομείς και εμπόρους στον κόσμο (οι «Πληρωτές Μυστικών Προμηθειών»), οι οποίοι κέρδισαν συνολικά εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια από παράνομα κέρδη καταβάλλοντος μυστικές προμήθειες σε πρώην ανώτερους υπαλλήλους της EuroChem, μέσω εταιρειών που τους ανήκαν και ελέγχονταν από αυτούς. Διάδικοι
- Για σκοπούς διευκόλυνσης και ευκολία κατανόησης, θα παραθέσω πρώτα μία σύντομη περιγραφή των διαφόρων διαδίκων.
- Η Αιτήτρια 1, Eurochem MCC, OJSC («Eurochem») είναι εταιρεία που συστάθηκε στη Ρωσία. Η EuroChem είναι η μεγαλύτερη έμπορος ανόργανων λιπασμάτων της Ρωσίας και είναι επίσης μία από τους μεγαλύτερους παραγωγούς λιπασμάτων παγκοσμίως, με περίπου $7 δισεκατομμύρια σε ετήσιες πωλήσεις και διατηρεί επιχειρήσεις παγκοσμίως. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και μέχρι πρόσφατα, η EuroChem ήταν η μητρική (parent) εταιρεία της EuroChem Trading.
- Η Αιτήτρια 2, Eurochem Trading GMBH («Eurochem Trading»), είναι Ελβετική εταιρεία, η οποία αγοράζει ορισμένα προϊόντα λιπασμάτων από την EuroChem και τις θυγατρικές της και τα πωλεί σε όλον τον κόσμο. Είναι μία πλήρως ελεγχόμενη θυγατρική της EuroChem Group AG, μίας Ελβετικής μητρικής (parent) εταιρείας της EuroChem. Αμφότερες οι EuroChem και η EuroChem Trading ευρίσκονται υπό τον κοινό έλεγχο της EuroChem Group AG. Πολλές από τις συμφωνίες οι οποίες συνάφθηκαν εξαιτίας των διεφθαρμένων πληρωμών προμήθειας, ήταν μεταξύ της EuroChem Trading και των διαφόρων εμπορικών εταίρων.
- Η Καθ' ης η Αίτηση 1, Nimati International Trading Limited («Nimati») είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους στις 15 Δεκεμβρίου 2004 και διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Καθ' ης η Αίτηση
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ανήκε και ελέγχετο από τον Καθ' ου η Αίτηση
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 2, Valery Rogalskiy («Rogalskiy»), ήταν υπάλληλος αμφότερων των Αιτητών και κατείχε τις ακόλουθες θέσεις: i. Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Eurochem ii. Διευθυντής Πωλήσεων και Μάρκετινγκ της Eurochem και Προϊστάμενος του Τμήματος Μάρκετινγκ και Πωλήσεων της Eurochem και iii. Επιμελητής (Curator) της Eurochem Trading iv. Πριν από το διορισμό του ως Διευθυντή Πωλήσεων και Μάρκετινγκ, ήταν ο Προϊστάμενος του Τμήματος Πωλήσεων Λιπασμάτων.
- Ο κ. Pornytkin. ήταν επίσης υπάλληλος της Eurochem, ο αμέσως κατώτερος (direct subordinate) του Rogalskiy και κατείχε τις ακόλουθες θέσεις: i. Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Πωλήσεων και Μάρκετινγκ της Eurochem και ii. Προϊστάμενος του Τμήματος Πωλήσεων Λιπασμάτων της Eurochem.
- Η Καθ' ης η Αίτηση 4, Gianthill Management Limited («Gianthill»), είναι εταιρεία που συστάθηκε στον Παναμά και διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Καθ' ης η Αίτηση
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι Αιτητές πιστεύουν ότι ανήκε και ελέγχετο από τον Rogalskiy.
- Η Καθ' ης η Αίτηση 5, Dearborn Enterprises Limited («Dearborn») είναι εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο και διατηρεί λογαριασμό στην Καθ' ης η Αίτηση
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ανήκε και ελέγχετο από τον Rogalskiy.
- Η Καθ' ης η Αίτηση 6, Sevan Properties Management Limited («Sevan») είναι εταιρεία συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και διατηρεί λογαριασμό στην Καθ' ης η Αίτηση
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ανήκε και ελέγχετο από τον Rogalskiy.
- Η Καθ' ης η Αίτηση 3, Τράπεζα Κύπρου "Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ («Τράπεζα Κύπρου») είναι τράπεζα στην Κύπρο στην οποία διατηρούν λογαριασμούς η Nimati, η Dearborn, η Gianthill, και η Sevan. Μέρος των πληρωμών δωροδοκίας έγιναν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Nimati, της Deaborn, και της Gianthill. Η «μητρική εταιρεία» της Sevan έλαβε περαιτέρω μεταφορές των πληρωμών δωροδοκίας στον τραπεζικό της λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου.» Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην οποία παρατίθενται λεπτομέρειες της κατ΄ ισχυρισμόν παράνομης συμπεριφοράς, το περιεχόμενο των εγγράφων (Τεκμήρια) στα οποία παραπέμπει, και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Η Εναγόμενη 3 καταχώρισε στις 31.12.15 Ένσταση, η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας δια έκδοση των Διαταγμάτων όπως αυτά εμφαίνονται επί της αιτήσεως των Εναγόντων/Αιτητών καθότι αυτές αφορούν έκδοση Διαταγμάτων σε σχέση με λογαριασμούς τρίτων προσώπων η συγκατάθεση των οποίων, δεν έχει ληφθεί μέχρι σήμερα.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσδιορίζουν καθόλου και/ή τουλάχιστον επαρκείς λόγους για τους οποίους το αιτούμενο Διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων 3/ Καθ' ών η αίτηση
- Οι Εναγόμενοι 3/ Καθ' ών η αίτηση 3 δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο, και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66
(1)/97 (Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου).
- Το αιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από τους Ενάγοντες/Αιτητές, ιδιαίτερα επειδή επεκτείνεται σε όλους τους λογαριασμούς που πιθανότατα να διατηρούσαν οι Εταιρείες και/ή τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα στην Εναγομένη Τράπεζα ανά διαστήματα, είτε στο όνομα των ιδίων ως πραγματικοί κάτοχοι, είτε υπό την ιδιότητα τους ως ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι (Beneficial Owners) για ακαθόριστη περίοδο χρόνου.
- Η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι πρόωρη. Έχει καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και πριν την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, δηλαδή πολύ πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων.
- Η παρούσα αίτηση είναι κατάφορη και πιεστική καθότι τα αιτούμενα Διατάγματα είναι γενικά, αόριστα και διατυπωμένα με τρόπο ούτως ώστε να καλύπτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα λογαριασμών, πράξεων αλλά και εγγράφων τα οποία είναι αδύνατο να ανευρεθούν εντός 14 ημερών.
- Η αίτηση ως είναι διαμορφωμένη, με την μορφή και το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. Τουναντίον, η σχετική αίτηση από τους Ενάγοντες/Αιτητές έχει καταχωρηθεί με ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση των στην προώθηση της υπόθεσης τους, και δεν καταδεικνύεται γιατί είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από τους Ενάγοντες/Αιτητές καθότι αυτή καταχωρήθηκε μετά τις σχετικές αποκαλύψεις και/ή αναγκαστική συμμόρφωση των Εναγομένων 3/ Καθ' ών η αίτηση στο μονομερές εκδοθέν Διάταγμα στην Αγωγή υπ' αριθμό 3129/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική και αποτελεί έκδηλη κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών ( abuse of the process of the Court) καθότι οι Ενάγοντες/ Αιτητές έχουν στην τελική απεμπολήσει το δικαίωμα τους όπως αιτούνται την παράδοση σε αυτούς εγγράφων, και/ή την παράδοση περαιτέρω εγγράφων, καθότι το Δικαστήριο απέρριψε την κυρίως αίτηση των Εναγόντων στην Αγωγή υπ' αριθμό 3129/2014, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 3 να μην έχουν καμία υποχρέωση όπως παραδώσουν περαιτέρω έγγραφα σε αυτούς.
- Η Απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγωγή 3129/2014 αποτελεί τελεσίδικη απόφαση ως προς την τύχη της κυρίως αίτησης. Συνεπώς οι Ενάγοντες/ Αιτητές δεν δικαιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ούτε και στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση και/ή την έκδοση των εν λόγω Διαταγμάτων.» Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Ελίζας Στυλιανού, η οποία δηλώνει Υπεύθυνη Διερεύνησης Συναλλαγών σε υποκατάστημα της Λευκωσίας των Εναγομένων 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση. Φέρεται δε να είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά με την ένορκη της δήλωση υιοθετεί τους λόγους Ένστασης. Ο κ. Τσιρίδης με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του, έκανε αναφορά στην επίδικη διαφορά, στη φύση του αιτούμενου διατάγματος και παρέπεμψε το Δικαστήριο στην παλαιά και πρόσφατη Νομολογία που υπάρχει σε σχέση με την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Ο κ. Κόκκινος υιοθέτησε τους λόγους Ένστασης. Επειδή η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, θεωρώ σκόπιμο στο παρόν στάδιο, να παραπέμψω στην υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια, που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία στο παρόν στάδιο δεν αξιολογείται:
(1)Ο Εναγόμενος 2 ήταν υπάλληλος των Εναγουσών Εταιρειών και κατείχε νευραλγικές θέσεις, ως λεπτομερώς εκτίθεται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση.
(2)Ο Εναγόμενος 2 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπό την πιο πάνω ιδιότητά του, φέρεται να δέχθηκε, από διαφορετικά πρόσωπα, «διεφθαρμένες πληρωμές προμήθειας» εις βάρος των Εναγουσών.
(3)Οι «διεφθαρμένες πληρωμές προμήθειας» φέρονται να έχουν καταλήξει και σε Εταιρείες που ανήκουν και/ή ελέγχονται από τον Εναγόμενο 2. Πρόκειται για τις Εναγόμενες Εταιρείες 1, 4, 5 και 6.
(4)Οι εν λόγω Εταιρείες διατηρούν Τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο (στην Εναγόμενη 3-Τράπεζα), στις οποίες φέρονται να έχουν κατατεθεί μέρος των χρημάτων που ο Εναγόμενος 2 εισέπραξε ως «διεφθαρμένες πληρωμές προμήθειας», ως πιο πάνω αναφέρεται.
(5)Η Εναγόμενη 3 - Τράπεζα έχει αναμειχθεί στις παράνομες δραστηριότητες των Εναγομένων 1, 2, 4, 5 και 6, παρέχοντας τραπεζικές υπηρεσίες και/ή διευκολύνσεις σε αυτούς. Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, για τους ακόλουθους λόγους (παράγραφος 113 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση): «α. Για να ληφθούν πληροφορίες για τους τελικούς δικαιούχους της Gianthill, της Εταιρείας, η οποία εμπλέκεται στις παράνομες δραστηριότητες. Εάν ο τελικός δικαιούχος είναι πρόσωπο άλλο από τον Rogalskiy, τότε οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες προκειμένου να καταχωρηθεί αγωγή εναντίον αυτού του άλλου προσώπου ή προσώπων για συμμετοχή στις παράνομες δραστηριότητες. β. Για να εντοπιστούν οι παράνομες πληρωμές. Είναι απαραίτητο να εντοπιστούν από πού προήλθαν οι πληρωμές και που πήγαν, εάν μεταφέρθηκαν εκτός των λογαριασμών της Gianthill που κατέχονται από την Τράπεζα Κύπρου. γ. Υπό το φως της πλέον γνωστής παράνομης δραστηριότητας του Rogalskiy χρειαζόμαστε πληροφορίες σχετικά με οποιεσδήποτε άλλες καταθέσεις, οι οποίες έγιναν σε τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούνται με την Τράπεζα Κύπρου. Τούτο θα επιτρέψει στους Αιτητές να προσδιορίσουν κατά πόσο ο Rogalskiy και η Gianthill έχουν αναμιχθεί σε άλλες πληρωμές δωροδοκίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη συμπεριφορά των Καθ' ων η Αίτηση είναι πιθανόν να έχουν δεχθεί δωροδοκίες από άλλους πελάτες. Αυτό θα επιτρέψει στους Αιτητές να προσδιορίσουν άλλες παράνομες και δόλιες δραστηριότητες των Καθ' ων η Αίτηση και επίσης να προσδιορίσουν τους συνωμότες του σε αυτές τις δόλιες ενέργειες. δ. Είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζουμε κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση και ο τελικός δικαιούχος της Gianthill, εάν είναι άλλος από τον Rogalskiy, διατηρούν οποιουσδήποτε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς με την Καθ' ης η Αίτηση 3 στους οποίους έγιναν παράνομες πληρωμές. ε. Είναι επίσης σημαντικό να μάθουμε εάν ο Rogalskiy είναι ο ιδιοκτήτης ή ελέγχει οποιεσδήποτε άλλες εταιρείες, οι οποίες διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς με την Καθ' ης η Αίτηση 3 αφού οι εταιρείες αυτές μπορεί να έχουν αναμιχθεί στις πληρωμές δωροδοκίας» Για τη φύση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, θα αρκεστώ να παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Avila Management Services κ.ά ν. Stepanek κ.ά
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Στις σελίδες 1415-1417 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι οι Εναγόμενοι 3 δεσμεύονται από το τραπεζικό απόρρητο, και ο οποίος κρίνεται αβάσιμος, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην απόφαση του κ. Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε, που εκδόθηκε στις 21.3.11, στην Αγωγή 10046/10, μεταξύ REXEL LUXEMBOURG S.A. ν. 1. SEPI S.A.R.L. 2. ALPHA BANK CYPRUS LTD. Στις σελίδες 9 - 13 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Διατάγματα λοιπόν της εξεταζόμενης φύσεως είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, το οποίο όπως έγινε εισήγηση απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η) Η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Υιοθετώντας επί του προκειμένου τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών παρατηρώ αφενός μεν ότι δυνάμει του άρθρου 29
(1)η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ιδίο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα και αφετέρου δεν ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό, αλλά για τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω απ' αυτό και κατά την άποψη μου υπό τα περιστατικά της υπόθεσης τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων η αιτήτρια ισχυρίζεται -εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζαςπελάτη (βλ. Tournier v. National Privincial and Union Bank of England
(1923)All E.R.550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294:- "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacol case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. Ο 'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary...". Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η θέση της τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών της αιτήτριας προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι (η αιτήτρια) έχει δικαίωμα να αναζητήσει το προϊόν της αδικοπραξίας που έγινε σε βάρος της χωρίς η τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση του πελάτη της για να της δώσει τις πληροφορίες που ζητά. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- "The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Beige Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank · see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B.396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it".» Στην Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω), τονίστηκε για άλλη μια φορά ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη ή πελάτη-παροχέα υπηρεσιών. Σε σχέση με τους λόγους Ένστασης ότι η υπό εκδίκαση Αίτηση είναι πιεστική, θα αρκεστώ να παραπέμψω και πάλι στην υπόθεση Rexel (πιο πάνω) όπου στις σελίδες 18 και 19 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Πράγματι έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή (βλ. Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο ωστόσο δεν ταυτίζεται και με απαγόρευση (βλ. Κώστα ν. Χ"Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169) και έχω την άποψη ότι η φύση του αιτούμενου διατάγματος είναι τέτοια που το γενικά «ανεπιθύμητο» δεν έχει θέση στην παρούσα περίπτωση. Αντίθετα, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι η αιτήτρια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία ότι έπεσε θύμα σοβαρής απάτης και αφετέρου χωρίς τις πληροφορίες που ζητά δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των προσώπων που όπως φαίνεται την εξαπάτησαν, το «ανεπιθύμητο» μετατρέπεται υπό τα περιστατικά της υπόθεσης σε «επιθυμητό» και αναγκαίο. Έπεται ότι η σχετική θέση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όπως δεν ευσταθεί και η άλλη (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι η Αίτηση είναι πρόωρη, επειδή έχει καταχωριστεί πριν από την συμπλήρωση των δικογράφων, θα πω μόνο πως στην προσαχθείσα μαρτυρία γίνεται λεπτομερής αναφορά στις αδικοπραξίες που φέρονται να έχουν διαπραχθεί εις βάρος των Εναγόντων και στον τρόπο που οι παραβάτες φέρονται να έχουν ενεργήσει. Άλλωστε, σε τέτοιες περιπτώσεις οι Ενάγοντες οφείλουν να προσφεύγουν στα Δικαστήρια χωρίς καθυστέρηση, αφού η καθυστέρηση ενδεχομένως να μην τους επιτρέψει να εξασφαλίσουν τέτοιες θεραπείες (Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 577). Ως εκ τούτου, ο πιο πάνω λόγος Ένστασης επίσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Σε σχέση με τους λόγους Ένστασης ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες επειδή το Δικαστήριο απέρριψε Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος στην Αγωγή 3129/14, το οποίο εκδόθηκε με μονομερή Αίτηση, θα πρέπει να πω πως το Δικαστήριο εκεί δεν υπεισήλθε στην ουσία της Αίτησης, αλλά την απέρριψε γιατί βρήκε πως υπήρξε παράλειψη εκ μέρους της Ενάγουσας Eurochem MCC, OJSC, να παραθέσει ουσιώδη γεγονότα. Σε τέτοια περίπτωση η καταχώριση νέας αίτησης δεν προσκρούει στην Αρχή του δεδικασμένου. Ορθά ο κ. Τσιρίδης παρέπεμψε στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση 71/11, απόφαση ημερ. 16.4.14, όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Για να καταλήξει ότι η προηγούμενη ακύρωση ενδιαμέσου διατάγματος λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων δεν αποτελούσε αξεπέραστο εμπόδιο για την έκδοση νέου. Η κατάληξη του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους. Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309.» Στην παρούσα υπόθεση, οι τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, 518, ικανοποιούνται αφού έχει καταδειχθεί (α) η διάπραξη ή τουλάχιστον η εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξιών εις βάρος των Εναγόντων - Αιτητών από τον Εναγόμενο 2 και/ή από άλλα πρόσωπα, (β) ότι οι Αιτητές χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες για να είναι σε θέση να προωθήσουν την Αγωγή τους στο BVI εναντίον των προσώπων που κατ΄ ισχυρισμόν διέπραξαν εις βάρος τους αδικοπραξίες και/ή για εντοπισμό τυχόν άλλων προσώπων τα οποία συμμετείχαν στην παράνομη δραστηριότητα και/ή για εντοπισμό των χρημάτων που καταβλήθηκαν ως «διεφθαρμένες προμήθειες» και (γ) η Εναγόμενη 3 - Τράπεζα μπορεί ή ενδεχομένως να μπορεί να προμηθεύσει τους Αιτητές με τις πληροφορίες που αξιώνονται αφού φέρεται να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει τις αδικοπραξίες. Περαιτέρω, ικανοποιούνται και οι τρείς προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αφού με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία οι Αιτητές έχουν καταδείξει (α) συζητήσιμη υπόθεση, που αφορά στις κατ΄ ισχυρισμόν εις βάρος τους αδικοπραξίες με αποτέλεσμα να ζημιωθούν (β) ότι έχουν ορατή πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπείες, δηλαδή σε απόφαση σε δικαστική διαδικασία που άρχισαν στο εξωτερικό σε σχέση με την εις βάρος τους παράνομη συμπεριφορά και (γ) ότι οι η Εναγόμενη 3 - Τράπεζα είναι σε θέση ή ενδεχομένως να είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, τις οποίες οι Αιτητές χρειάζονται για να προωθήσουν την αγωγή τους στο εξωτερικό και/ή για να εντοπιστούν τα χρήματα ή μέρος αυτών, τα οποία φέρονται να έχουν μεταφερθεί και στην Κύπρο με πολύπλοκες διαδικασίες κυρίως μέσω Εταιρειών. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω): «Το πολύπλοκο των συναλλαγών η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς με δοσοληψίες και μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων σε τρίτες εταιρείες, όπως εδώ στην Κύπρο, με διαφορετικά συστήματα, επιτάσσουν και προβάλλουν την ενδεχόμενη έγερση αγωγής.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Κατά συνέπεια βρίσκω πως χωρίς το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως γνωστό, η διακριτική ευχέρεια των Κυπριακών Δικαστηρίων για έκδοση διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εν κατακλείδι αφού έθεσα ενώπιον μου όλους τους λόγους Ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση, βρίσκω ότι αυτοί είναι αβάσιμοι και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι και δίκαιη και πρόσφορη αφού οι αδικοπραγούντες φέρονται να έχουν ενεργήσει εις βάρος των Αιτητών μεθοδευμένα και βάσει σχεδίου. Οι εισπραχθείσες «διεφθαρμένες προμήθειες» φέρονται να έχουν ακολουθήσει μια πολυδαίδαλη διαδρομή μέσω Εταιρειών, με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα δυσχερής η παρακολούθηση και ο εντοπισμός τους από τους Αιτητές, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Εκδίδεται εναντίον της Εναγόμενης 3 - Τράπεζας διάταγμα ως η Αίτηση. Επειδή η Τράπεζα αναφέρει στην Ένστασή της ότι ο χρόνος συμμόρφωσης των 14 ημερών που αναφέρεται στην Αίτηση είναι λίγος, ορίζεται ως χρόνος συμμόρφωσης 20 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Το διάταγμα εκδίδεται υπό τον όρο ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες θα προκαταβάλουν στην Εναγόμενη 3 το συμφωνηθέν ποσό των €2.000 ως έξοδα, τέλη ή ζημιές συνεπεία της συμμόρφωσής τους με το εκδοθέν διάταγμα, και υπό τον όρο ότι θα αναλάβουν εγγράφως την υποχρέωση να μην χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια του πιο πάνω διατάγματος, για σκοπό άλλο από τον εντοπισμό των χρημάτων («διεφθαρμένες προμήθειες») και/ή προς υποστήριξη της Αγωγής που έχει καταχωριστεί στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (BVI), ως λεπτομερώς περιγράφεται στην παράγραφο 1 της παρούσας Αγωγής και/ή προς έγερση άλλης αστικής φύσεως διαδικασία σε σχέση με καταβληθείσες «διεφθαρμένες προμήθειες» (δες υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA-LL (C.A)
(1982)1 QB 558 και Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω)). Όσον αφορά στα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη την επιτυχία της Αίτησης αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Τράπεζα έχει καταστεί Καθ΄ ης η Αίτηση, και αφού βρίσκω ότι δικαιολογημένα καταχώρισε Ένσταση για να αποφύγει τυχόν απαιτήσεις από τους πελάτες της σε περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της, και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο