ΣΠΕ Λήδρα Λτδ (πρώην ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ - πρώην Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ) ν. Γεώργιου Θεοδώρου, Αρ. Αγωγής: 765/14, 30/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 765/14 Μεταξύ: ΣΠΕ Λήδρα Λτδ (πρώην ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ - πρώην Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ) Αιτήτριας και Γεώργιου Θεοδώρου, από το Δάλι Καθ' ου η αίτηση Αίτηση ημερ. 7.9.14 για εγγραφή διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2016 Για αιτήτρια: κα Ρούλα Ιάσωνος Για καθ' ου η αίτηση: κος Αλέξανδρος Μελάς ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8.2.12 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον του καθ' ου η αίτηση, σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην αιτήτρια, το ποσόν των €107.995,10 με τόκο προς 9% ετησίως πλέον €200,00 έξοδα διαιτησίας. Η απόφαση στηρίχθηκε σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου που παραχώρησε η αιτήτρια στον καθ' ου η αίτηση. Διατάχθηκε επίσης όπως το προϊόν εκποίησης της υποθήκης Υ7981/2010, χρησιμοποιηθεί για πληρωμή του ως άνω χρέους. Με την παρούσα αίτηση της ημ. 17.9.14, η αιτήτρια ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Στην ένορκη δήλωση της αίτησης, επισυνάπτεται αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης, σύμφωνα με την οποία ο καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε στην διαιτητική διαδικασία και παραδέχθηκε το χρέος του. Ο καθ' ου η αίτηση κατεχώρησε ένσταση στην εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Με τους τρεις πρώτους λόγους ένστασης, επικαλείται λανθασμένη νομική και δικονομική βάση της αίτησης που δεν νομιμοποιεί την αιτούμενη θεραπεία ως επίσης και ανεπάρκεια των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, με την έννοια ότι δεν δικαιολογούν την αιτούμενη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Στους υπολοίπους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων σε παράβαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και της ελεύθερης πρόσβασης του σε αμερόληπτο Δικαστήριο ως αποτέλεσμα της υποχρεωτικής παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Ακολούθως, ο καθ' ου η αίτηση κατεχώρησε ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε όπως παραπεμφθούν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε), έξη συνολικά προδικαστικά νομικά ερωτήματα. Η πιο πάνω αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο για λόγους που αναφέρονται σε ενδιάμεση απόφαση μου ημ. 18.2.16. Ως εκ τούτου, η παρούσα προχώρησε σε ακρόαση. Αμφότεροι οι δικηγόροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους ως προς τα κατά πόσον η επίδικη διαιτητική απόφαση θα μπορούσε να εγγραφεί ή όχι για σκοπούς εκτέλεσης. Αγορεύσεις Η συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αποδεικνύονται όλες οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία, εισηγήθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Οφείλει παρόλα αυτά, να διαπιστώσει κατά πόσο η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση και ότι φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι εκδόθηκε διαιτητική απόφαση στις 8.2.2012, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί. Προκύπτει επίσης από το κείμενο της διαιτητικής απόφασης (τεκμ. Δ στην Ε.Δ της αίτησης) ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν παρών κατά τη διαιτητική διαδικασία και παραδέχθηκε το χρέος του. Επιπλέον, σύμφωνα και με το τεκμήριο Γ της Ε.Δ που συνοδεύει την αίτηση, διαψεύδονται οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση ότι δεν έλαβε γνώση, τόσον της διαιτητικής διαδικασίας, όσον και της διαιτητικής απόφασης. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι ο καθ' ου η αίτηση κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να επικαλείται στην ένσταση του, άγνοια για την διαδικασία καθότι παραβρέθηκε στη διαιτητική διαδικασία και παραδέχτηκε το χρέος του. Σε εκείνο το στάδιο, ο καθ' ου η αίτηση είχε την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις του αναφορικά με την τηρηθείσα διαδικασία. Είχε επίσης την δυνατότητα να εφεσιβάλει τη διαιτητική απόφαση, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Ως εκ τούτου, κωλύεται να προβάλλει στην παρούσα αίτηση, ισχυρισμούς περί αντικανονικότητας της διαιτητικής διαδικασίας και απόφασης. Ανεξαρτήτως τούτου, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αιτήτρια ήταν ορθή και νόμιμη. Ο καθ' ου η αίτηση παρουσιάστηκε κατόπιν σχετικής ειδοποίησης ενώπιον του διαιτητή και επιπλέον, η διαιτητική απόφαση του επιδόθηκε νόμιμα αμέσως μετά την έκδοση της. Επίσης, η προθεσμία των 21 ημερών έληξε χωρίς στο μεταξύ να καταχωρηθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στη δική του αγόρευση, έκαμε εκτενή αναφορά στη φύση της διαιτητικής διαδικασίας καθώς και στη νομολογία που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για εγγραφή διαιτητικής απόφασης προς εκτέλεση. Ήταν η θέση του ότι κατά τη διαδικασία εγγραφής, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει έγκυρη διαιτητική απόφαση, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό αν η διαιτητική διαδικασία πάσχει και όταν στηρίζεται σε παράνομη ρήτρα σύμβασης. Η αίτηση εγγραφής πρέπει επίσης να απορριφθεί στις περιπτώσεις που ο διαιτητής επιδεικνύει ανάρμοστη, παραπλανητική και κακή συμπεριφορά. Η κυπριακή νομολογία δεν αποσαφηνίζει κατά τον συνήγορο το θέμα αυτό, απλά υποδεικνύει ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς χωρίς να ξεκαθαρίζει τι συνιστά η λέξη «ουσία». Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι ζητήματα παρατυπιών στη διαδικασία και κακής συμπεριφοράς του διαιτητή, συνιστούν θέματα που το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να εξετάσει αυτεπάγγελτα κατά την αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Αφορούν την ίδια την υπόσταση της διαιτησίας και αγγίζουν τα θεμέλια της. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αντίκειται στη δημόσια πολιτική να διατάσσεται εγγραφή διαιτητικής απόφασης και να προσδίδεται σε αυτή δικαστική ισχύς όταν ο διαιτητής δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης λόγω καταχρηστικής ρήτρας και όταν επέδειξε τέτοια μεμπτή συμπεριφορά στην έκδοση της απόφασης. Παρέπεμψε επί του προκειμένου σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την άδεια εγγραφής για λόγους τους οποίους το ίδιο ενδεχομένως κρίνει ως ορθούς. Στους λόγους αυτούς, συμπεριλαμβάνονται κατά τον συνήγορο και οι πιο πάνω θέσεις του καθ' ου η αίτηση. Ειδική αναφορά έκαμε ο συνήγορος, στη θέση του ότι η ρήτρα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 52, είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Ουσιαστικά παραβιάζει το δικαίωμα των δανειοληπτών σε δίκαιη δίκη και σε απρόσκοπτη πρόσβαση σε αρμόδιο ανεξάρτητο Δικαστήριο αφού προβλέπει υποχρεωτική παραπομπή σε διαιτησία, τον διαιτητή της οποίας διορίζει ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών. Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση, ο διαιτητής επέδειξε μεροληπτική συμπεριφορά αφού κατά την ακρόαση της διαιτησίας, φαίνεται να έλαβε υπόψη τους όρους του ενυπόθηκου γραμματίου και άλλα αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να κάνει ιδιαίτερη αναφορά σε αυτά. Η παράβαση των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση προκύπτει ξεκάθαρα κατά το συνήγορο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παραπέμποντας σε σειρά αποφάσεων του Δ.Ε.Ε, ισχυρίστηκε ότι το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει στα εθνικά Δικαστήρια να αγνοήσουν εθνικό δικονομικό κανόνα σε σχέση με προβλεπόμενες προθεσμίες, ο οποίος υπό συγκεκριμένες περιστάσεις εάν εφαρμοστούν θα θεωρηθεί ότι θίγουν την αρχή της αποτελεσματικότητας. Αυτό υπό την έννοια ότι ο δικονομικός κανόνας καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση δικαιωμάτων που χορηγούνται από την κοινοτική έννομη τάξη. Ήταν επί του προκειμένου η θέση του συνηγόρου ότι η προθεσμία των 21 ημερών που καθορίζεται για υποβολή έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης, είναι πολύ μικρή με αποτέλεσμα να παραβιάζει την αρχή της αποτελεσματικότητας και το κοινοτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, αυτός ο δικονομικός κανόνας μπορεί να αγνοηθεί κατά την αίτηση εγγραφής διαιτητικής απόφασης και το Επαρχιακό Δικαστήριο να εξετάσει μέσα στα πλαίσια τέτοιας αίτησης, ζητήματα νομιμότητας της διαιτητικής διαδικασίας. Επιπλέον, η προθεσμία των 21 ημερών δεν συνάδει με τις αρχές της δίκαιης δίκης αφού ακόμα και στην περίπτωση έγκυρης έφεσης, ο εφεσείοντας δεν μπορεί να επικαλεστεί ζητήματα που δεν έγειρε ενώπιον του διαιτητή. Επίσης για να μπορεί να εφεσιβληθεί μια διαιτητική απόφαση, αυτή πρέπει να είναι τεκμηριωμένη. Στην παρούσα περίπτωση γίνεται αναφορά σε έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη στην απόφαση του διαιτητή χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της επιδίκασης τόκου 9% ετησίως χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση αφού η επίδικη συμφωνία προέβλεπε συνολικό επιτόκιο μόνο 5,25%. Υπάρχει βέβαια το δικαίωμα αύξησης στην αιτήτρια χωρίς όμως να αναφέρεται αν το άσκησε. Ακόμα, ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τους όρους εντολής του διαιτητή, τον οποίο δεν διόρισε ο ίδιος. Επίσης, στην διαιτητική απόφαση δεν συμπεριλαμβάνεται κοινοποίηση της προθεσμίας για άσκηση έφεσης, γεγονός που κατά το συνήγορο αποδεικνύει ηθελημένη συμπεριφορά της αιτήτριας για να επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, έχει υποχρέωση να εξετάσει ζητήματα παρανομίας της σύμβασης, ανεξάρτητα του ότι δεν έχει καταχωρηθεί έφεση εντός των 21 ημερών. Ήταν η θέση του ότι το ύψος του επιτοκίου έχει διαμορφωθεί μετά την επιβολή τόκου υπερημερίας. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, η ρήτρα καταβολής αυξημένου τόκου δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα και να καταστήσει έτσι παράνομη τη σύμβαση. Ήταν, τέλος η θέση του συνηγόρου ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει την πιο πάνω επιχειρηματολογία θα μπορούσε να προχωρήσει με αναπομπή της διαιτητικής απόφασης για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από τον διαιτητή δυνάμει της Δ.49 Θ.16
(3). Σαν τέτοιο ξεκάθαρο λάθος, ο συνήγορος υποδεικνύει το ύψος του επιτοκίου το οποίο είναι ψηλότερο από το συμφωνηθέν. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 52.1(α) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, τότε η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Στο δε εδάφιο 2 του άρθρου 52 αναφέρονται τα πιο κάτω:
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6). Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή, δύναται σύμφωνα με το άρθρο 52.4 να υποβάλει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί η απόφαση. Σε περίπτωση που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52, καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Τα άρθρα 21, 22 και 23 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), παρέχουν την δυνατότητα και καθορίζουν την διαδικασία εγγραφής μετά από άδεια του Δικαστηρίου διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Το άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), έχει ως ακολούθως:
- Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζει ότι η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, είναι διαδικαστικής μορφής. Με αυτή την έννοια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσιο Έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
- Από την άλλη, το Δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να εξετάσει προτού αποφασίσει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης ότι αυτή έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση και επιπλέον ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Σχετική είναι η υπόθεση Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κα
(2008)1Α Α.Α.Δ 716, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Σχετική είναι και η αγγλική απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation
(1973)1 All ER 172, όπου αποφασίστηκε ότι με την πάροδο της προθεσμίας αμφισβήτησης της απόφασης του διαιτητή, αυτή καθίσταται τελική και μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Δεν παρέχεται άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της απόφασης. Ισχυρισμός για λανθασμένη απόφαση νομικού σημείου από τον διαιτητή δεν καθιστά από μόνος του, άκυρη την διαιτητική απόφαση. Από την στιγμή που δεν έγινε Έφεση για να αποφασιστεί το θέμα, η απόφαση είναι έγκυρη και δεσμευτική. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση Middlemiss (ανωτέρω): « once an award had been made and the time limit for challenging it had expired the award became final and binding; it should therefore be entered as a judgment and enforced accordingly; leave to enforce an award should only be refused where there was a real ground for doubting the validity of an award; even if it were the case that the arbitrator had wrongly decided a point of law, that did not make the award invalid; the point should have been brought up by way of case stated; as it had not been the award was final and binding.» Από την άλλη, το Δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να εξετάσει προτού αποφασίσει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης ότι αυτή έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση και επιπλέον ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Σ.Π.Ε Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707 στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω: « Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι βασική διαδικαστική προϋπόθεση για παροχή άδειας εκτέλεσης απόφασης διαιτητού, είναι αυτή να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η απόφαση εκδόθηκε από διαιτητή στον οποίο νομίμως παραπέμφθηκε η διαφορά δυνάμει του άρθρου 52.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό το στοιχείο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά την κρίση μου και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της απόφασης αν δηλαδή η διατύπωση της επιλύει με σαφήνεια τα επίδικα θέματα που τέθηκαν στην διαιτησία ούτως ώστε να είναι δεκτική εκτέλεσης όπως μια κανονική δικαστική απόφαση. Ως προς τον τρόπο διατύπωσης της διαιτητικής απόφασης, σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced» Όσον αφορά το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο αντί της επιλογής της διαιτητικής διαδικασίας, σχετική είναι η παλαιά υπόθεση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου The Co - Operative Grocery of Vasillia v. Haralambos N. Primou and other
(1962)4 R.S.C.C.
- Στην πιο πάνω υπόθεση, εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα του προϊσχύσαντος άρθρου 53 του Περί Συνεργατικών Εταιριών Νόμου (Κεφ. 114) (The Co-operative Societies Law, Cap. 114), του οποίου οι ρυθμίσεις ήταν παρόμοιες με αυτές του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 53 του Κεφ. 114 δεν παραβιάζει το άρθρο 30.1 του Συντάγματος, τονίζοντας το γεγονός ότι τα μέλη των Συνεργατικών Εταιρειών, υπάγονται εκουσίως σε διαιτητικές διαδικασίες δυνάμει του Νόμου. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 19 της απόφασης: "Coming now to the issue concerning Article 30, such Article safeguards, inter alia, the right of access to the court assigned to any person by or under the Constitution and also lays down that every person shall be entitled in the determination of his civil rights and obligations to a hearing before a court established by law. Article 30 also prohibits the establishment of judicial committees or exceptional courts. Voluntary arbitration does not violate against the above provisions of Article 30, simply because the rights safeguarded therein are such that they may be waived by any person entitled to them in respect of any particular subject or class of subjects and, moreover, such arbitration is, by its very nature, clearly distinguishable from judicial committees or exceptional courts. In the opinion of the Court the form of arbitration provided in section 53, though statutory, is in the nature of voluntary arbitration, for the purpose of Article 30, for the following reasons: Everybody is presumed to know the law and also, everybody is free to form or not to form a co-operative society, to join or not to join, to accept or not to accept office in, or employment with, such a society. Further, section 53 appears to be limited only to disputes concerning the internal administration of co-operative societies, as held in Hussein Shefik v The First Limassol Co-operative Savings Bank Limited, 19 C.L.R. p. 244 and Eleni Zenonos & others v Michael Mylonas & others, 19 C.L.R. p.259, with which decisions this Court sees no reason to disagree. It follows, therefore, that everybody who forms or becomes a member of, or accepts office in, or employment with, a cooperative society, as well as a co-operative society, as such, registered under CAP 114, must be presumed to have entered voluntarily into a legal relationship which includes as one of its terms and characteristics the form of arbitration provided under section 53 in respect of certain disputes. Thus, an agreement that disputes within the ambit of section 53 shall be determined in the manner prescribed therein comes into being and, it follows that the rights safeguarded as above, under Article 30, are deemed to have been waived, to that extent, as in any other case of voluntary arbitration". Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι οποιοσδήποτε αποδέχεται να γίνει μέλος Συνεργατικής Εταιρείας δυνάμει του Νόμου 22/85, έχει αποδεχθεί την είσοδο του σε μια νομική σχέση, η οποία μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνει την υπαγωγή σε διαιτητικές διαδικασίες για οποιαδήποτε διαφορά προκύψει δυνάμει του Νόμου. Κατά συνέπεια, όλα τα δικαιώματα που καθορίζονται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, για διαφορές που προκύπτουν δυνάμει του Νόμου 22/85, θεωρείται ότι το μέλος της Συνεργατικής Εταιρείας τα έχει αποποιηθεί σε τέτοιο βαθμό όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις υπαγωγής σε εθελοντική διαιτησία. Η ίδιες αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην μεταγενέστερη απόφαση In re Pericleous
(1985)1 Α.Α.Δ. 178, όπου λέχθηκε επιπλέον ότι η διαιτησία θεωρείται οιονεί δικαστική διαδικασία και ότι τα άρθρα 28, 30 και 152 του Συντάγματος δεν αποκλείουν την εθελοντική προσφυγή των διαδίκων σε διαιτητικές διαδικασίες. Συμπεράσματα Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι οι λόγοι που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση για απόρριψη του αιτήματος, άπτονται της ουσίας της διαιτητικής διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο, στα πλαίσια αιτήματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης. Ούτε η προθεσμία του δικαιώματος έφεσης ούτε η νομιμότητα του διορισμού διαιτητή και η εγκυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας, είναι εντός της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στην παρούσα αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Ο καθ' ου η αίτηση που ήταν παρών στην διαιτητική διαδικασία, είχε δικαίωμα να καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή εντός της καθορισμένης προθεσμίας και να προβάλει τις πιο πάνω θέσεις του για παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και για ακυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας. Η παράλειψη του να πράξει κάτι τέτοιο δεν τον νομιμοποιεί να προβάλει στην παρούσα αίτηση εγγραφής, τα πιο πάνω ζητήματα. Επιπλέον, δεν ισχύει η θέση του αιτητή για παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων πρόσβασης στο Δικαστήριο λόγω αναγκαστικής από τον νόμο παραπομπής σε διαιτησία. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, ο καθ' ου η αίτηση υπογράφοντας το επίδικο ενυπόθηκο γραμμάτιο, αποδέχθηκε στην ουσία την δυνατότητα επίλυσης ενδεχόμενης διαφοράς του με την αιτήτρια μέσω διαιτησίας που προβλέπεται στο άρθρο 52 του Νόμου 22/85. Κατά συνέπεια, όλα τα δικαιώματα που καθορίζονται στο άρθρο 30 του Συντάγματος για διαφορές που προκύπτουν δυνάμει του Νόμου 22/85, θεωρείται ότι ο αιτητής τα έχει αποποιηθεί σε τέτοιο βαθμό όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις υπαγωγής σε εθελοντική διαιτησία. Διαφωνώ επίσης με την θέση του συνηγόρου για τον καθ' ου η αίτηση ότι το Δικαστήριο οφείλει στα πλαίσια της παρούσας να αγνοήσει τον δικονομικό κανόνα της προθεσμίας των 21 ημερών που καθορίζει το άρθρο 52.4 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και να εξετάσει την νομιμότητα της διαιτητικής απόφασης. Εξ' άλλου δεν έχει αποδειχθεί με οιονδήποτε τρόπο ότι η προθεσμία αυτή είναι τόσο σύντομη και ανεπαρκής ώστε να δυσχεραίνει τον καθ' ου η αίτηση, στην άσκηση του δικαιώματος έφεσης. Ενόψει της απόρριψης των λόγων ένστασης που αφορούν την ουσία της διαιτητικής διαδικασίας και αφού μελέτησα με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις για την εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης αφού αυτή: • Εκδόθηκε νόμιμα από διαιτητή που διορίστηκε δυνάμει του άρθρου 52.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και μετά που ο καθ' ου η αίτηση πληροφορήθηκε για την ημερομηνία διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας, στην οποία παρευρέθηκε. • Έχει γνωστοποιηθεί στον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος παρέλειψε να καταχωρήσει έφεση κατά της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που καθορίζει το άρθρο 52.4 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, προκειμένου να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα, η πιο πάνω διαιτητική απόφαση κατέστη τελική δυνάμει του άρθρου 52.5 του ιδίου Νόμου και μπορεί να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. • Η υπό κρίση απόφαση έχει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια όπως η επίδικη διαιτητική απόφαση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης ως απόφαση του Δικαστηρίου. Ο καθ' ου η αίτηση να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο